Σεπτεμβρίου 25, 2018

Πορτραίτα

Ένα από τα πιο αγαπημένα κομμάτια της κλασσικής μουσικής που ενσάρκωσε την ουσία του βάλς με απίθανη ακρίβεια όχι μόνο σε μορφή αλλά και σε πνεύμα. Ο Γαλάζιος Δούναβης του Γιόχαν Στράους (υιού) που όσα χρόνια και να περάσουν, θα συνεχίσει να γνωρίζει παγκόσμια επιτυχία.

Ο πλήρης τίτλος του είναι Στον όμορφο γαλάζιο Δούναβη (An der schönen blauen Donau). Το έργο γράφτηκε το φθινόπωρο του 1866 ως μια παραγγελία του διευθυντή της Ανδρικής Χορωδίας της Βιέννης, Γιόχαν Χέρμπεκ. Εκείνος ήθελε ένα νέο έργο όλο ζωντάνια για να το παρουσιάσει στις καρναβαλικές εκδηλώσεις της πρωτεύουσας των Αψβούργων. Σκοπός του ήταν να αναστρέψει το βαρύ κλίμα που επικρατούσε στη Βιέννη από την ήττα του αυστριακού στρατού στον “Πόλεμο των επτά εβδομάδων” με την Πρωσία.


Η πρεμιέρα του Γαλάζιου Δούναβη γίνεται στις 13 Φεβρουαρίου του 1867, σε συναυλία της Ανδρικής Χορωδίας της Βιέννης στην αίθουσα Ντιάνα της Βιέννης:

Στράους συνέθεσε τη μουσική αφιερώνοντάς την στον ελληνικής καταγωγής μαικήνα των τεχνών και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Χορωδίας, Νικόλαο Δούμπα. Ο στίχος του Ούγγρου ποιητή Καρλ Μπεκ για τον “Δούναβη, τον όμορφο γαλάζιο Δούναβη” αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τον συνθέτη.

Αρχικά, γράφτηκαν στίχοι από τον αστυνομικό και μέλος της χορωδίας Γιόζεφ Βάιλ. Ωστόσο, θεωρήθηκαν αταίριαστοι με την ποιότητα της μουσικής του Στράους και αντικαταστάθηκαν με νέους από τον Αυστριακό δικηγόρο και συνθέτη, Φραντς φον Γκέρνερτ, που έγραψε το 1890.

http://viralman.gr

Πορτραίτα

 

Ο Carl Jung ήταν ένας βαθυστόχαστος φιλόσοφος που ερευνούσε όλες τις εκφάνσεις του εαυτού, όταν έγραφε για την ανθρώπινη εμπειρία. Όπως θα δείτε παρακάτω, πίστευε ξεκάθαρα ότι αποτελούμε πνευματικά όντα και η ολοκληρωμένη πνευματική σχέση με τον εαυτό μας συμβάλλει στο να κατανοήσουμε βαθύτερα το ποιοι είμαστε.

Για κάποιους, αυτή η άποψη μεταφράζεται σε θρησκεία- η αναζήτηση δηλαδή ανακούφισης στην ύπαρξη κάτι ανώτερου από εμάς- αλλά αυτή δεν πρόκειται για τη μοναδική μορφή πνευματικότητας, ούτε βοηθά πραγματικά στο να φτάσουμε στον πυρήνα του ποιοι είμαστε (ή εναλλακτικά, ποιοι δεν είμαστε). Ο Carl Jung ήταν ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς της σύγχρονης ψυχολογίας του βάθους, η οποία επιχειρεί να διευκολύνει μια συζήτηση με τις ασυνείδητες δυνάμεις, που βρίσκονται μέσα μας. Συνεισέφερε πολλές ιδέες, οι οποίες συνεχίζουν να επικρατούν και στη σύγχρονη θεωρία: αρχέτυπο, ερμηνεία ονείρων, περσόνα, anima και animus και πολλές ακόμα έννοιες. Εκτιμούσε βαθύτατα τη δημιουργικότητα και θεωρούσε ότι η πνευματικότητα αποτελεί ένα κεντρικό κομμάτι του ανθρώπινου ταξιδιού.

20 σημαντικά αποφθέγματα του Carl Jung που θα σας βοηθήσουν να καταλάβετε σε βάθος τον εαυτό σας
1. «Μην κρατάς κάποιον που θέλει να φύγει, γιατί αλλιώς δεν θα μπορέσεις να συναντήσεις εκείνον που έρχεται».

2. «Το μεγαλύτερο βάρος για ένα παιδί είναι να ζήσει τη ζωή των γονιών του».

3. «Μέχρι να κάνεις το ασυνείδητο, συνειδητό, εκείνο θα κατευθύνει τη ζωή σου και εσύ θα το ονομάζεις μοίρα».

4. «Ό,τι μας εκνευρίζει στους άλλους, μας διευκολύνει να κατανοήσουμε καλύτερα τους εαυτούς μας».

5. «Η συνάντηση δυο προσωπικοτήτων είναι σαν την ένωση δύο χημικών ενώσεων: αν υπάρξει αντίδραση και οι δύο θα αλλάξουν».

6. «Δεν είμαι αυτό που μου συνέβη. Είμαι αυτό που επέλεξα εγώ να γίνω».

7. «Το να γνωρίσεις τη δική σου σκοτεινή πλευρά αποτελεί τον καλύτερη μέθοδο για να αντιμετωπίσεις τη σκοτεινή πλευρά των άλλων».

8. «Αν είσαι ένα ταλαντούχο άτομο, αυτό δεν σημαίνει ότι έχεις αποκτήσει κάτι. Σημαίνει ότι έχεις κάτι να δώσεις πίσω».

9. «Τα λάθη αποτελούν τελικά τη βάση της αλήθειας και αν ένας άνθρωπος δε γνωρίζει κάτι, τουλάχιστον αποτελεί γνώση για εκείνον, αν ξέρει τι δεν είναι».

10. «Το όραμά σας θα γίνει καθαρότερο, μόνο όταν εστιάσετε στην καρδιά σας. Αυτός που κοιτά προς τα έξω, ονειρεύεται, εκείνος που κοιτά προς τα μέσα, αγρυπνά».

11. «Οι άνθρωποι θα κάνουν τα πάντα, όσο υπερβολικό κι αν φαίνεται, μόνο και μόνο για να αποφύγουν να αντιμετωπίσουν τη ψυχή τους».

12. « Η μοναξιά δεν προέρχεται από την απουσία ανθρώπων γύρω μας, αλλά από την αδυναμία να επικοινωνήσουμε τα πράγματα που θεωρούμε σημαντικά ή να μην έχουμε απόψεις που για τους άλλους είναι απαράδεκτες».

13. «Η κατάθλιψη είναι σαν μια μαυροντυμένη γυναίκα. Αν βρεθεί στον δρόμο σας, μην τη διώξετε. Προσκαλέστε τη μέσα, προσφέρετέ της μια θέση, συμπεριφερθείτε της όπως στους φιλοξενούμενούς σας και ακούστε αυτά που έχει να σας πει».

14. «Ένας άνθρωπος που δεν έχει περάσει μέσα από την κόλαση των παθών του, δεν θα τα ξεπεράσει ποτέ».

15. «Η αντίληψή σου θα γίνει πιο ξεκάθαρη μόνο όταν κοιτάξεις μέσα στην ψυχή σου».

16. « Η “μαγεία” είναι απλά μια διαφορετική λέξη για έναν ψυχολογικό χαρακτηρισμό».

17. «Σε ό,τι αντιστέκεστε, επιμένει».

18. «Το όνειρο είναι μια μικρή, κρυμμένη πόρτα στο πιο βαθύ και ιερό σημείο της ψυχής, η οποία ανοίγει σε εκείνη την αρχέγονη νύχτα, που βρισκόταν η ψυχή πολύ πριν υπάρξει το συνειδητό «εγώ».

19. «Μπορεί να νομίζουμε ότι ελέγχουμε πλήρως τον εαυτό μας. Ωστόσο, ένας φίλος μπορεί εύκολα να μας αποκαλύψει κάτι για εμάς , για το οποίο δεν έχουμε καμία απολύτως ιδέα».

20. «Ό,τι μας ενοχλεί στους άλλους, μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε καλύτερα τον εαυτό μας».

http://enallaktikidrasi.com

Πορτραίτα

 

Ο Γιάννης Ρίτσος ήταν ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες ποιητές. Έφυγε 11/11  πριν από 27 χρόνια, έφυγε από τη ζωή.

Ο Γιάννης Ρίτσος δημοσίευσε πάνω από 100 ποιητικές συλλογές και συνθέσεις, 9 μυθιστορήματα, 4 θεατρικά έργα και μελέτες, με πολλά από τα έργα του να έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες.

Η «Σονάτα του Σεληνόφωτος», ο «Επιτάφιος» και η «Ρωμιοσύνη» είναι κάποια από τα σημαντικότερα ποιήματα του Ρίτσου, ο οποίος έχει κάνει επίσης πολλές μεταφράσεις ξένων ποιητών, όπως του Ναζίμ Χικμέτ, του Αλεξάνδρου Μπλοκ, του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι κ.ά.Πολλά ποιήματα του Ρίτσου έχουν μελοποιηθεί από τον Μίκη Θεοδωράκη, τα γνωστότερα από τα οποία ήταν η «Ρωμιοσύνη» και ο «Επιτάφιος». Μεταξύ των τιμητικών διακρίσεων του Ρίτσου περιλαμβάνονται το κρατικό βραβείο ποίησης και το βραβείο Λένιν.

Ο Γιάννης Ρίτσος πέθανε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 1990, σε ηλικία 79 ετών. Η σορός του ενταφιάστηκε στη γενέτειρά του, τη Μονεμβασιά. Άφησε πίσω του 50 ανέκδοτες συλλογές ποιημάτων.

Ας θυμηθούμε 15 από τις γνωστότερες φράσεις-αποφθέγματα του Γιάννη Ρίτσου:

Ετούτος δω ο λαός δε γονατίζει παρά μονάχα μπροστά στους νεκρούς του
Και οι λέξεις φλέβες είναι. Μέσα τους αίμα κυλάει
Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις -εκεί που πάει να σκύψει με το σουγιά στο κόκαλο, με το λουρί στο σβέρκο, να τη, πετιέται αποξαρχής κι αντρειεύει και θεριεύει και καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου
Να είμαστε έτοιμοι. Κάθε ώρα είναι η δική μας ώρα
Κάποτε θ' ανταμώσουμε στους λόφους του ήλιου. Μην ξεχνάς. Περπάτα
Δε χρειάζεται να θυμηθείς. Tο ξέρουμε
Εμείς δεν ξέρουμε τι είναι η ομίχλη. Εμείς που λες όλα τα φτιάχνουμε στο φως
Μου χρειάζεται πριν απ' το θάνατό μου μια ύστατη γνώση, η γνώση τού θανάτου μου, για να μπορέσω να πεθάνω
Κάποτε, από μια σύμπτωση, βρίσκουν οι λέξεις το άλλο νόημά τους
Μάθε ν' αγαπάς αυτούς που δεν πληγώνουν την αγάπη
Το ξέρω πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα. Μονάχος στην δόξα και στο θάνατο. Το ξέρω. Το δοκίμασα
Αυτά που χάθηκαν, αυτά που δεν ήρθαν μην τα κλαις. Αυτά που τα 'χες και δεν τα 'δωσες κλάφ’ τα
Ίσως εκεί που κάποιος αντιστέκεται χωρίς ελπίδα, ίσως εκεί να αρχίζει η ανθρώπινη ιστορία, που λέμε, κι η ομορφιά του ανθρώπου
Για να φτάσεις να πεις την αλήθεια, θα πρέπει -λέει- να μην περιμένεις πια τίποτα
Έχεις ακόμη να κλάψεις πολύ ώσπου να μάθεις τον κόσμο να γελάει.

 iefimerida.gr

Πορτραίτα

«Χωρίς εσένα θέλω να πεθάνω» - Στο φως οι παθιασμένες επιστολές του Καμύ στον έρωτα της ζωής του

Οι γεμάτες πάθος ερωτικές επιστολές μεταξύ του Αλμπέρ Καμύ και της ισπανίδας ηθοποιού Μαρίας Κασάρες ήρθαν στο φως την Παρασκευή, αποκαλύπτοντας για πρώτη φορά το μέγεθος αυτής της ιστορίας και άγνωστες πτυχές της σημαντικής προσωπικότητας στη λογοτεχνική ιστορία.

Εκείνη ήταν μια αξιόλογη και ανεξάρτητη ηθοποιός και εκείνος ήταν ο πιο αξιοθαύμαστος συγγραφέας της γενιάς του, μέλος της Γαλλικής Αντίστασης.

Περισσότερες από 860 επιστολές που βρίθουν ερωτικών εξομολογήσεων γράφτηκαν στη δεκαετή ιστορία τους και ενώ Καμύ ήταν παντρεμένος με την μαθηματικό και μουσικό Φρανσίν Φορ. Τ

ο πολύτιμο υλικό συγκεντρώθηκε από την κόρη του Καμύ. «Οι επιστολές τους κάνουν τον κόσμο ένα μεγαλύτερο, φωτεινότερο μέρος. Ο αέρας είναι πιο ανάλαφρος απλώς και μόνο επειδή υπάρχουν», γράφει η Καθρίν Καμύ ως εισαγωγή για το υλικό των 1.300 σελίδων που δημοσιεύει ο εκδοτικός οίκος Gallimard.

Η Κασάρες και ο Καμύ συναντήθηκαν στις 6 Ιουνίου 1944, την ημέρα που τα συμμαχικά στρατεύματα έκαναν απόβαση στις παραλίες της Νορμανδίας για να ξεκινήσουν την απελευθέρωση της Γαλλίας. Η Κασάρες ήταν 21 ετών και εκείνος 30 όταν την φίλησε για πρώτη φορά μετά από μια πρόβα για το έργο του «The Misunderstanding».

Το Παρίσι ήταν ακόμα υπό ναζιστική κατοχή και ο Καμύ ως συντάκτης της εφημερίδας «Combat» έπαιζε με την Γκεστάπο ένα θανατηφόρο παιχνίδι γάτας και ποντικιού. Αλλά η έντονη επιθυμία τους δεν κατάφερε να προχωρήσει μετά την άφιξη της Φρανσίν στο πρόσφατα απελευθερωμένο Παρίσι τον Σεπτέμβριο.

Η Κασάρες αναγκάστηκε τότε να δώσει ένα τελεσίγραφο στον Καμύ. Παρά τη γέννηση των δίδυμων λιγότερο από ένα χρόνο αργότερα, η απιστία του Καμύ σύντομα οδήγησε την Φρανσίν σε κατάθλιψη. «Χωρίς εσένα θέλω να πεθάνω» «Οπουδήποτε γυρίζω βλέπω τη νύχτα», έγραφε ο Καμύ στην Κασάρες μετά το χωρισμό τους. «Χωρίς εσένα έχασα τη δύναμή μου. Θέλω να πεθάνω», την εξομολογούνταν.

Τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη τους συνάντηση, έσμιξαν πάλι στη λεωφόρο Saint-Germain στο Παρίσι και το πάθος τους αναζωπυρώθηκε. Από τότε άρχισαν την καθημερινή αλληλογραφία. Μερικές φορές μιλούσαν για το έργο τους και για τους φίλους τους. Αλλά κυρίως έγραφαν για τον έρωτά τους και το πώς ήλπιζαν να είναι ξανά μαζί.

Ο Καμύ την αποκαλούσε «μικρέ μου γλάρε». «Πέφτω στο πάτωμα, συνεχίζω να φαντάζομαι τη στιγμή που κλείνουμε την πόρτα του υπνοδωματίου», της έλεγε.

 

«Εγώ βράζω μέσα και έξω, όλα καίγονται, η ψυχή μου, το σώμα, έξω, μέσα, η καρδιά μου και η σάρκα μου» του απαντούσε εκείνη.

«Η αδιάκοπη για δώδεκα χρόνια αλληλογραφία, δείχνει πόσο ακαταμάχητη ήταν η αγάπη τους», γράφει η κόρη του Καμύ.

Η τελευταία επιστολή του είχε ημερομηνία 30 Δεκεμβρίου 1959 - πέντε ημέρες πριν από το θάνατό του. «Τελευταία επιστολή», γράφει ο Καμύ προφητικά, αν και ίσως αναφερόταν στο τελικό γράμμα του έτους ή στο τελευταίο γράμμα πριν ξαναβρεθούν. Της είπε ότι θα επιστρέψει στο Παρίσι από το πατρικό του σπίτι στο Lourmarin στην Προβηγκία οδικώς στις 4 Ιανουαρίου, αν και είχε αγοράσει επίσης ένα εισιτήριο τρένου.

«Θα σε δω σύντομα, υπέροχή μου. Είμαι τόσο χαρούμενος στην ιδέα που χαμογελάω απλά γράφοντας το ... Σε φιλώ μέχρι την Τρίτη, όταν θα ξαναρχίσουμε».

Ο Καμύ δεν επέστρεψε ποτέ, πεθαίνοντας σε τροχαίο με το σπορ αυτοκίνητο του εκδότη του Μισέλ Γκαλιμάρ λίγο πριν φτάσει στο Παρίσι. Η Κασάρες πέθανε σε ηλικία 74 ετών το 1996, έχοντας παντρευτεί έναν τσιγγάνο τραγουδιστή που την παρηγορούσε μετά το θάνατο του Καμύ.

Πηγή: www.lifo.gr

Πορτραίτα

Ο Σουρής παίρνει ιδιαίτερο νόημα σήμερα και μας αποκαλύπτει τις πηγές ενός καθαρά ελληνικού είδους που ταυτίστηκε με τους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες σ’ όλη τη διάρκεια του ελεύθερου εθνικού μας βίου.

Η ύπαρξη της νεοελληνικής πολιτικής σάτιρας συνδέεται αναπόσπαστα με το αγώνα για τον εκδημοκρατισμό και τον εξαστισμό της πολιτείας κι ακόμα αποτελεί μια συνεχή μάχη υπέρ ης ελευθεροτυπίας. Με αφετηρία το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα μας, οπότε παρατηρούνται οι πρώτες προσπάθειες για μια αστική αλλαγή στην Ελλάδα, η σάτιρα συνοδοιπόρησε με τα λαϊκά αιτήματα: ανεξαρτησία, συνταγματική νομιμότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, ελευθεροτυπία, εθνική ανεξαρτησία. Μεγάλα ονόματα διέπρεψαν στο είδος. Ας θυμηθούμε τον Ροΐδη νκαι τον Γαβριηλίδη στον «Ασμοδαίο» και το «Μη Χάνεσαι», το Σοφοκλή Καρύδη στο Φως», τον Λασκαράτο, τον Κλεάνθη Τριαντάφυλλο στο «Ραμπαγά» του και τέλος το Γεώργιο Σουρή και τον Κεφαλονίτη Μολφέτα για τον οποίο μας έδωσε στο τελευταίο τεύχος της «Επιθεώρησης Τέχνης» μια ενδιαφέρουσα μελέτη ο Κώστας Βαλέτας.

Η παρουσία του Ροΐδη και του Καρύδη στην αφετηρία της νεοελληνικής πολιτικής σάτιρας συνδέεται με μια εποχή όπου οι κοινωνικοί αγώνες δεν είχαν πάρει την κατοπινή τους οξύτητα και έτσι υπήρχε λιγότερο ποσοστό αντιδράσεων του κατεστημένου. Αυτό δε σημαίνει πως η σάτιρα δεν είχε την οξύτητά της και τους καίριους στόχους της. Ωστόσο οι αντιδράσεις ήταν μικρές, οι Αθηναίοι λίγο πολύ γνωρίζονταν μεταξύ τους και γελούσαν για τα οικεία κακά του τόπου, είτε γίνονταν στο παλάτι, είτε στον πολιτικό, είτε στον κοινωνικό χώρο.. Καταμηνύσεις, «εξύβρισις του βασιλέως», «περιύβρισις της αρχής» ήταν δύσκολο να κινητοποιηθούν κατά της σάτιρας. Ο Σοφοκλής Καρύδης έβγαζε το «Φως» με μότο στην προμετωπίδα της εφημερίδας: «Και ο δείνας και ο τάδες – είναι όλοι μασκαράδες»! Το διάβασε ο βασιλιάς Γεώργιος και είπε: «Τότε κι αυτός είναι μασκαράς». Τόμαθε ο Καρύδης και από τότε την άλλη μέρα πλούτισε το μότο του:

Και ο δείνας και ο τάδες
είναι όλοι μασκαράδες
Και ο συντάκτης του «Φωτός»
Είπεν η Αυτού Μεγαλειώτης
Μασκαράς είναι κι αυτός!

Έτσι, χωρίς κόμματα, με αμφιλεγόμενη την απόδοση ως προς το υποκείμενο της πρότασης, δημοσιευόταν του λοιπού το μότο. Και δεν κινήθηκε ο δικαστικός μηχανισμός για εξύβριση του βασιλέως. Η ελευθεροτυπία ήταν απείρως πολυτιμότερη από το να γίνει στόχος ένα πετυχημένο καλαμπούρι και διαφυλάχτηκε.

***

Όχι όμως για πολύ. Γρήγορα η κατάσταση σκλήρυνε γιατί βάραιναν οι ταξικές αντιθέσεις και το στέμμα, που δεν είχε καθαρή τη συνείδησή του από συνταγματικές παραβάσεις, δεχόταν άμεσες βολές με εκρηκτική δημοκρατική γόμωση. Κοτζαμπασισμσός, παλατιανά σκάνδαλα και επεμβέσεις στην πολιτική ζωή, εθνοκαπηλεία και πολεμοκαπηλεία, οι χρυσοκάνθαροι του πλούτου δέχονται το σφυροκόπημα της σάτιρας. Είναι πια η εποχή που η ελευθεροτυπία υφίσταται καθημερινά τα πλήγματα της πολιτείας, η εποχή που οδηγεί τον Κλεάνθη Τριαντάφυλλο στη φυλακή και την αυτοκτονία και το Ρόκκο Χοϊδά στο θάνατο επειδή δε θέλησε να υπογράψει δήλωση νομιμοφροσύνης έναντι του παλατιού. Από το ειδύλλιο περνάμε στο ασυνθηκολόγητο και τον ανελέητο αγώνα για ένα καλύτερο μέλλον του τόπου, χωρίς μοναρχία και χωρίς κοτζαμπάσηδες στην πολιτική κονίστρα.

Η εμφάνιση του Σουρή συμπίπτει στο μεταίχμιο της στροφής. Ο έξυπνος αυτός Χιώτης, που για την καταγωγή του ερίζουν τόσες ελληνικές περιφέρειες όσες, τουλάχιστο, και για του Ομήρου, έπιασε το σφυγμό της εποχής του και κινήθηκε με θαυμαστή ακροβασία πάνω από τα γρανάζια του νόμου, ώστε ελάχιστες φορές να εμπλακεί . Η σάτιρά του κινείται προς όλες τις κατευθύνσεις, δεν γνωρίζει ιδεολογικό στρατόπεδο. Χτυπάει το παλάτι, τη Βουλή, την πολιτική ηγεσία, αλλά και μέτρα εξαστισμού της νεοελληνικής κοινωνίας (ο Τρικούπης ήταν ο πιο προσφιλής του στόχος) υπερασπίζει την καθαρεύουσα και το αμετάφραστο των γραφών. Είναι μια σάτιρα που απευθύνεται προς όλους, ανεξάρτητα από πολιτική τοποθέτηση, και που στο τέλος τούδωσε και το Σταυρό του Σωτήρος.

***

Ωστόσο δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει κανείς σήμερα μέσα στο έργο του τις καταβολές μιας προσπάθειας που αγωνίστηκε στο μεγαλύτερο ποσοστό της εναντίον της μοναρχίας, της βίας και της κοτζαμπάσικης αυθερεσίας γιατί η επικαιρότητα ήταν γεμάτη από τέτοια ευρήματα και η σάτιρα δεν ήτανβ δυνατό να τα παρακάμψει, το παλάτι ιδίως, για τις αντισυνταγματικές εκτροπές του, τις επεμβάσεις του, τις προικοδοτήσεις των βλαστών της δυναστείας, τις υπέρμετρες χορηγίες υπέρ του στέμματος, δέχεται συγκεντρωτικές βολές. Ακόμα και εναντίον της βασίλισσας κατηύθυνε οξύταες ριπές με το πρόσχημα ότι απευθύνεται στη συμβίθα του: «κυρά Γιώργαινα γυρίστρα, κυρά Γιώργαινα μπεκρού – έγινες πομπή του κόσμου, του μεγάλου και μικρού».

Απόσπασμα από άρθρο του Τάσου Βουρνά «Με την ευκαιρία των “Απάντων” του. Η πολιτική σάτιρα και ο Γ. Σουρής» στην «Αυγή» (26/2/1967)

atexnos.gr

Πορτραίτα

Fashion icon. Λάτρης της φύσης και των ζώων. Άντεξε το μακροχρόνιο πόνο. Ερωτευμένη με τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από το φύλο τους. Αυστηρή στις κοινωνικές και πολιτικές της ιδέες. Προώθησε το ανθρώπινο σώμα και τις φυσικές του ατέλειες. Μια γυναίκα μπροστά από την εποχή της. Και τέλος, η πιο διάσημη γυναίκα καλλιτέχνης στην ιστορία.

Δεν είναι υπερβολικό να πούμε ότι η Frida Kahlo αντιπροσωπεύει όλους μας για τους λόγους που μόλις είπα. Ναι, όλοι έχουμε λίγο Frida μέσα μας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είτε μας αρέσει η δουλειά της είτε όχι. Γιατί όμως προκαλεί τόσο έντονα το ενδιαφέρον; Ταυτιζόμαστε με τα πάθη της, τον πόνο της, τις χαρές της και τις αυταπάτες της. Συμπάσχουμε, τη θεωρούμε φίλη μας ("cuate" όπως λένε στα ισπανικά, λέξη που χρησιμοποιούσε σαν υπογραφή στα γράμματά της σε φίλους) και την κάνουμε τη Frida μας (ή τη "Friducha" όπως περιγράφει κι η ίδια τον εαυτό της).

Η ειλικρίνεια, η στάση της απέναντι στη ζωή και ο τρόπος που αντιμετώπισε τις τραγωδίες την κάνουν έναν αξιαγάπητο χαρακτήρα με τον οποίο είναι εύκολο να ταυτιστείς. Γιατί, ποιος δεν έχει υποφέρει από φυσικό ή ψυχολογικό πόνο, που όσο μικρός κι αν ήταν, τον νίκησε στο τέλος; Ίσως όχι τόσο μεγάλο όσο ο πόνος που βίωσε από το ατύχημα που είχε και της προκάλεσε ανεπανόρθωτες σωματικές βλάβες. Ή ο πόνος που είχε όταν έμαθε ότι ο σύντροφός της την απάτησε με κοντινό συγγενικό της πρόσωπο. Λίγο ως πολύ όμως, η Frida είναι όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που έχουν υποφέρει από φυσικό ή ψυχολογικό πόνο.

 

frida kahlo

Κάποτε σε ένα μουσείο άκουσα μια γυναίκα να λέει ότι καταλάβαινε τη Frida και τον πόνο της, όσο κοιτούσε τον πίνακα The Broken Column, στον οποίο η Frida ζωγραφίζει τον εαυτό της με έναν αρχαιοελληνικό στύλο στη θέση της σπονδυλικής της στήλης, το γυμνό σώμα της καλυμμένο με καρφιά και δάκρυα να πέφτουν από το πρόσωπό της: «Πρέπει να έπασχε από ινομυαλγία, αντιμετωπίζω κι εγώ την ίδια ασθένεια και οι πόνοι είναι φρικτοί, για αυτό και μου αρέσουν πολύ τα έργα της», τη θυμάμαι να λέει.

Μπορεί να ακουστεί ασήμαντο, όμως η Frida είναι επίσης τα κορίτσια στα μουσικά φεστιβάλ που φορούν στέμματα από λουλούδια, λες και πρόκειται για κάτι καινοτόμο που γεννήθηκε τη δεκαετία του 2000, όταν είναι μια συνήθεια που χρησιμοποιείται εκατοντάδες χρόνια σαν σύμβολο γονιμότητας και αγάπης για τη φύση. Η ζωγράφος έκανε αυτό το αξεσουάρ δημοφιλές όταν αποτέλεσε μέρος της εικόνας της και είναι αυτή τη στιγμή η πρώτη αναφορά που μας έρχεται στο μυαλό όταν το σκεφτόμαστε.

Ή τον κορσέ της, που χρησίμευε σαν βασικό κομμάτι για τη θεραπεία της μετά το ατύχημα για να κρατάει την πλάτη της όρθια, που δεν χρησιμοποιούσε σαν κάποιο σύμβολο της μόδας στη διάρκεια του 20ού και 21ου αιώνα που ενέπνευσε σχεδιαστές όπως οι Jean Paul Gaultier και Rei Kawakubo, που δημιούργησαν καινοτόμα φορέματα, όπως αυτά που εκτίθενται στο Μουσείο Frida Kahlo σαν μέρος της έκθεσης Appearances can be deceiving. The dresses of Frida Kahlo.

Fashionistas, σχεδιαστές, φωτογράφοι και εικονογράφοι βρήκαν στη Frida μια ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης. Δείτε απλά πόσες εικόνες υπάρχουν στο Instagram με το hashtag #FridaKahlo, ή τα αναρίθμητα ποστ σε Tumblr και Pinterest με έργα που έχουν κάνει οπαδοί της, εμπνευσμένα μποέμ ρούχα, πλεξούδες στην κορυφή των κεφαλιών και καθημερινά αντικείμενα που φέρνουν στο νου την εικόνα της.

Η Frida είναι επίσης όλοι εκείνοι οι άνδρες και οι γυναίκες που δε μπορούν να αποκτήσουν παιδιά, όπως και η ίδια, που μετά το ατύχημα με το φορτηγό δε μπορούσε να τεκνοποιήσει. Η Frida είναι σε αυτούς που προστατεύουν τα ζώα και τη φύση, όπως η ίδια ακούραστα αναπαριστά στις αυτο-προσωπογραφίες της με τη μαϊμού Fulang Chang και το σκύλο Lord Xolotl, ή με τα γεμάτα χρώματα φρούτα.

Η Frida είναι οι Μεξικανοί που είναι περήφανοι για τις ρίζες τους, που τιμούν το όνομα της χώρας τους όπου κι αν πάνε, όπως και η ίδια που έγινε ο καλύτερος πρέσβης του Μεξικό σε όλο τον κόσμο. Η Frida είναι τα παιδιά με μεγάλα όνειρα, που φέρνουν στο νου αυτό που έκανε η ίδια, όταν ανέπνεε στο παράθυρο και ζωγράφιζε πάνω εκεί μια πόρτα μέσα από την οποία μπορούσε να αποδρά με το φανταστικό της φίλο. Η Frida είναι οι Λατινοαμερικανοί που ζουν στις ΗΠΑ και παλεύουν για μια καλύτερη ζωή, ακολουθώντας τα βήματα της Frida και του Diego που κατέκτησαν τη Νέα Υόρκη, το Ντιτρόιτ και το Σαν Φρανσίσκο με τα έργα τους.

 

Η Frida είναι όλοι αυτοί που αποδέχονται τις ατέλειές τους και δέχονται τον εαυτό τους σαν ατελή ανθρώπινα όντα, που εξελίσσονται και μεταμορφώνονται συνεχώς, όμορφα όμως παρόλα αυτά, που δε χρειάζονται πόδια γιατί έχουν φτερά για να πετάξουν. Η Frida είμαστε εμείς, που υπερασπιζόμαστε αυτά που πιστεύουμε και που θέλουμε ό,τι κι αν συμβεί, που δε φοβόμαστε να κερδίσουμε τους εχθρούς μας, όπως όταν η ίδια μιλούσε σε υψηλόβαθμους πολιτικούς ή στην πρώην σύζυγο του άνδρα της. Η Frida είναι οι άνδρες που ερωτεύονται άλλους άνδρες ή γυναίκες. Είναι οι γυναίκες που ερωτεύονται με άλλους άνδρες ή γυναίκες. Είναι οι εραστές που δε βρίσκουν κανενός είδους όρια (ούτε ηλικιακά, ούτε φυσικά) και παρασύρονται από τα πάθη τους και τα συναισθήματά τους στο όνομα της αγάπης, όπως η Frida και ο Diego, η Frida και ο Trotsky, η Frida και η Tina, η Frida και όλοι.

Η Frida είμαστε εμείς, που αναζητάμε την ελευθερία, που κάνουμε τη διαφορά, που ξεφεύγουμε από το συμβατικό. Η Frida είμαστε εμείς, που αντιμετωπίζουμε την καθημερινότητα φωνάζοντας «Ζήτω η ζωή» παρά τα σφάλματά μας, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα βρούμε την έξοδο δίχως επιστροφή. Η Frida είμαστε όλοι εμείς.

*Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στη HuffPost Mexico και μεταφράστηκε στα ελληνικά, με αφορμή τη συμπλήρωση 63 χρόνων (στις 13 Ιουλίου) από το θάνατό της Frida Kahlo.

huffingtonpost.gr

Πορτραίτα

Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης το 1907 και πέθανε σαν σήμερα, στις 11 Ιουνίου του 1985. Το πραγματικό της επώνυμο ήταν Χανδάνου. Το επώνυμο Νοταρά το πήρε από το δρόμο που βρισκόταν η δραματική σχολή στην οποία φοιτούσε.

Πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο και συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους ηθοποιούς της εποχής, όπως την Ελλη Λαμπέτη, τον Δημήτρη Χορν και τον Νικηφόρο Νέζερ. Αξέχαστη θα μείνει η επιβλητική της φωνή. Μεταξύ των ερμηνειών της περιλαμβάνεται ένα τραγούδι σε στίχους του Ζαν-Πωλ Σαρτρ και μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, με τίτλο "Στην Οδό του Μπλαμαντώ". Κύκνειο άσμα της; Η συνεργασία της με τον τελευταίο, στην "Πορνογραφία", το 1981.

Άφησε εποχή με τις ερμηνείες της στις ταινίες «Αχ, αυτή η γυναίκα μου», «Η χαρτοπαίχτρα», «Έγκλημα στα παρασκήνια», «Κυριακάτικο ξύπνημα» και στο ραδιόφωνο ως «Η κυρία Κυριακή» (η τελευταία ήταν ραδιοφωνική παραγωγή του Κώστα Π. Παναγιωτόπουλου).

Τραγική ειρωνία; Πέθανε εντελώς μόνη και αβοήθητη, σε διαμέρισμα που διέμενε επί της πλατείας Κουμουνδούρου, σημερινής πλατείας Ελευθερίας, στον αριθμό 22, το ενοίκιο του οποίου πλήρωνε κάποιος νέος επιχειρηματίας θαυμαστής της, που έμεινε όμως άγνωστος.

Τη βρήκαν δύο ημέρες αργότερα μετά από αναζήτηση από παρακείμενο εστιατόριο που συνήθιζε να πηγαίνει. Η αστυνομία διέρρηξε την πόρτα και τη βρήκε νεκρή στις 13 Ιουνίου του 1985.

Κηδεύτηκε σε στενό κύκλο στο Νεκροταφείο του Ζωγράφου παρουσία της Αλίκης Γεωργούλη και της Ντίνας Κώνστα. Οι μόνοι της απόγονοι ήταν ανίψια...

tff.gr

 

Πορτραίτα

Από Μίκα Καππάτου

H ιστορία του πιο ιδιαίτερου και δύσκολου (από ότι θυμάμαι) παγωτού με βρίσκει σε ηλικία κάπου στα 10 με 12, τότε που στο μαγαζί ( Ζαχαροπλαστείο Βοσκοπούλα) γέμιζαν τις μεταλλικές στρογγυλές μπάλες με παγωτά διαφόρων γεύσεων και χρωμάτων. Μια μπελαλίδικη διαδικασία και χρονοβόρα. Κανείς από τους τρεις δεν ήθελε αυτή την στιγμή.

Όμως πάντα υπήρχε το χρωματιστό  τριγωνικά κομμένο παγωτό στο κατάλογο τους, και μάλιστα  είχε ιδιαίτερη ζήτηση από τους Αργοστολιώτες γιατί μόνο στη Βοσκοπούλα το έβρισκαν. 

Επέλεγαν γεύσεις που ταίριαζαν μεταξύ τους ακόμη και στα χρώματα...Θυμάμαι γεύση φυστίκι-σοκολάτα-βανίλια με χρώματα πράσινου-καφέ-άσπρου.....Το περίεργο ήταν ότι στη μέση τοποθετούσαν κομματάκια φρουί γλασέ, αμύγδαλα και σαντιγύ, έτσι για να γίνεται πιο μπιχλιμπιδάτο και νόστιμο. Αυτό ποτέ δεν το κατάλαβα...Τόσο ωραίο παγωτό να το απολαμβάνεις και να σου έρχονται στο στόμα αυτά τα μικρά (ηλίθια) φρουί και να τα φτύνεις...όχι δεν μου άρεσε...

Ψάχνοντας την ιστορία του Κασάτου βρήκα σε ένα εισαγωγικό κείμενο της Βίκυς Κουμάντου την πραγματική ετυμολογία της λέξης που είναι αλληλένδετη με την ιστορία του παγωτού στην Ελλάδα και που δε σχετίζεται με τη γεύση του όσο με το σχήμα και τον τρόπο παρασκευής του: «Qashatah (κασάτα) στα αραβικά σημαίνει “μπολ”. Το παγωτό κασάτα ονομάστηκε έτσι από το μπολ στο οποίο σχηματιζόταν. Σταδιακά, στην Ελλάδα προσαρμόσαμε την κατάληξη, ώστε να ταιριάζει στο γένος (ουδέτερο) και έγινε παγωτό κασάτο».

Γεύσεις και ιστορίες παγωτού που έχουν σβήσει με το πέρασμα του χρόνου, όμως για μένα θα  υπάρχουν πάντα..

Tο κασάτο, η γεύση, τα χρώματα, τα ηλίθια φρουί, το φτύσιμο.... ακόμη και η μουρμούρα των αδελφών Καππάτου...

 

Γράφει: Mίκα Καππάτου

forwoman.gr

 



Πορτραίτα

Σαν σήμερα, 18 Οκτωβρίου του 1920, ήρθε στη ζωή, η Μαρία Αμαλία (Μελίνα) Μερκούρη, μία από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου και ηγετική μορφή του αντιδικτατορικού αγώνα.

Γεννήθηκε στο σπίτι του παππού της Σπύρου Μερκούρη, ο οποίος διατέλεσε δήμαρχος Αθηνών για περίπου είκοσι χρόνια. Ο πατέρας της, Σταμάτης, ήταν επίσης πολιτικός. Σε ηλικία δεκαοχτώ ετών γίνεται δεκτή στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου ενώ τον επόμενο χρόνο παντρεύεται τον Παναγιώτη Χαροκόπο.

Το 1944 εμφανίζεται για πρώτη φορά στο σανίδι ξεκινώντας τη θρυλική πορεία της στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Στην θεατρική και κινηματογραφική της καριέρα συνεργάζεται με κορυφαία ονόματα της ελληνικής και παγκόσμιας Τέχνης όπως με τον Δημήτρη Μυράτ, την Ειρήνη Παππά, τον Τίτο Βανδή, τον Κάρολο Κουν, τον Μάνο Κατράκη, τον Γιώργο Παππά, τον Μάνο Χατζιδάκη, Μίκη Θεωδοράκη, Μιχάλη Κακογιάννη, Ιάκωβο Καμπανέλλη και τους Ζιλ Ντασσέν, Άντονι Πέρκινς, Ρόμι Σνάιτερ, Πίτερ Ουστίνοφ, Λόρενς Ολιβιέ, Έλεν Μπέρστιν και πολλούς άλλους.

Η πρώτη της ταινία, η μυθική πλέον «Στέλλα» προβλήθηκε για πρώτη φορά το 1955. Η σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη, το σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη και η ερμηνεία της Μελίνας χάρισαν στην ταινία παγκόσμια αναγνώριση και βραβεύτηκε με το βραβείο καλύτερης ταινίας ρετροσπεκτίβας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 1960, με τη Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ξένης ταινίας του 1956, καθώς και με το βραβείο ερμηνείας Isa Miranda, για την ερμηνεία της Μελίνας Μερκούρη, στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών του 1955.

Στο φεστιβάλ των Καννών η Μελίνα γνωρίζει κι ερωτεύεται κεραυνοβόλα τον Ζίλ Ντασσέν, με τον οποίο αργότερα θα παντρευτούν και θα μείνουν μαζί μέχρι να τους χωρίσει ο θάνατος. Με σκηνοθέτη το Ντασσέν τον επόμενο χρόνο γυρνάνε την ταινία «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», βασισμένη στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη. Το 1958-60 το ζευγάρι κινηματογραφεί το «Ποτέ την Κυριακή», την ταινία που έκανε διάσημη την ίδια και τη μουσική του Μάνου Χατζηδάκι σε όλο τον κόσμο. Η ταινία βραβεύτηκε με το Όσκαρ Καλύτερου Τραγουδιού και με το βραβείο Α’ γυναικείου ρόλου στο Φεστιβάλ των Καννών.

Παράλληλα με την θεατρική και κινηματογραφική της καριέρα σε Ελλάδα και εξωτερικό η Μελίνα κυκλοφορεί πάνω από 15 δίσκους, με ερμηνείες έργων των Μάνο Χατζηδάκι, Μίκη Θεοδωράκη, Σταύρο Ξαρχάκο, Γιάννη Μαρκόπουλο, Βασίλη Τσιτσάνη, Κουρτ Βάιλ και Μπέρτολτ Μπρεχτ.

Το πραξικόπημα της 21 Απριλίου την βρίσκει στο εξωτερικό όπου παρουσιάζει στο Μπρόντγουει το «Ίλια Ντάρλινγκ». Εμφανίζεται στις κάμερες των αμερικανικών μέσων και δηλώνει κλαίγοντας: «Σας παρακαλώ μην πάτε στη χώρα μου».

Από το εξωτερικό δίνει αγώνα κατά της χούντας των συνταγματαρχών, οι οποίοι σπεύδουν να της αφαιρέσουν την ελληνική ιθαγένεια και κατάσχεσαν την περιουσία της στην Ελλάδα. Όταν η Μελίνα πληροφορείται την απόφαση της χούντας κάνει την ιστορική δήλωση : «Γεννήθηκα Ελληνίδα και θα πεθάνω Ελληνίδα. Ο Παττακός γεννήθηκε φασίστας και θα πεθάνει φασίστας. Με συνεντεύξεις, συναυλίες, ηχογραφήσεις, απεργίες πείνας και πολιτικές εκδηλώσεις η Μελίνα αποτελεί μόνιμο πρόβλημα για τη χούντα που αποπειράται να την δολοφονήσει με διάφορους, ανεπιτυχείς, τρόπους.

Δυο μέρες μετά την πτώση της δικτατορίας η μελίνα Μερκούρη επιστρέφει στην Ελλάδα, ενώ την περιμένει πλήθος φίλων στο αεροδρόμιο. Εγκαθίσταται πλέον μόνιμα στη χώρα και ασχολείται ενεργά και με την πολιτική, λαμβάνοντας μέρος σε όλες τις κυβερνήσεις Παπανδρέου ως υπουργός Πολιτισμού. Ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε σχολιάσει ότι η Μελίνα Μερκούρη ήταν η μόνη που άντεξε τους 16 ανασχηματισμούς των κυβερνήσεών του.

Η Μελίνα Μερκούρη είναι αυτή που διακηρύσσει ότι «η βαριά βιομηχανία της χώρας είναι ο πολιτισμός» και δίνει μάχη για την προώθησή του στο εξωτερικό αλλά και στο εσωτερικό. Οι πολιτικοί σχολιάζουν ότι το υπουργείο Πολιτισμού επί των ημερών της λειτούργησε όσο ποτέ ενώ ο Τύπος του εξωτερικού παρακολουθεί ανελλιπώς την πορεία της. Ξεκινάει την εκστρατεία για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα, θίγοντας το θέμα επίσημα στη Διεθνή Διάσκεψη Υπουργών Πολιτισμού της UNESCO τον Ιούλιο του 1982 στο Μεξικό.

«Πρέπει να καταλάβετε τι σημαίνουν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα για μας. Είναι το καμάρι μας. Είναι οι θυσίες μας. Είναι το υπέρτατο σύμβολο ευγένειας. Είναι φόρος τιμής στη δημοκρατική φιλοσοφία. Είναι η φιλοδοξία και το όνομά μας. Είναι η ουσία της ελληνικότητάς μας» δήλωσε και συμπλήρωσε: «Αν με ρωτήσετε εάν θα ζω όταν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα επιστρέψουν στην Ελλάδα, σας λέω πως ναι, θα ζω. Αλλά κι αν ακόμη δεν ζω πια, θα ξαναγεννηθώ».

Προκειμένου να κάνει εφικτή την επιστροφή των Γλυπτών, το 1989 κήρυξε διαγωνισμό για την κατασκευή ενός νέου Μουσείου της Ακρόπολης, δίνοντας παράλληλα έμφαση στις εργασίες αναστήλωσης της Ακρόπολης αλλά και στη διάσωση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Επίσης δική της ιδέα ήταν και η ενοποίηση του ιστορικού κέντρου της Αθήνας, για τη δημιουργία ενός αρχαιολογικού πάρκου. «Είναι επιτακτική ανάγκη, είναι χρέος της Ελλάδας να διασώσει την καρδιά της ιστορίας της, την καρδιά της Αθήνας, το ιστορικό της κέντρο, μ' ένα έργο που θα αλλάξει παντελώς την εικόνα και τη ζωή στο κέντρο της πόλης» δήλωνε.

Το 1983 έθεσε το ερώτημα «Πώς είναι δυνατόν μια κοινότητα που στερείται την πολιτιστική της διάσταση να μπορεί να αναπτυχθεί;» ενώπιων των υπουργών Πολιτισμού της τότε ΕΟΚ, σημειώνοντας πως ο πολιτισμός «είναι η ψυχή της κοινωνίας» και πως η ευρωπαϊκή ταυτότητα «βρίσκεται ακριβώς στο σεβασμό της ιδιαιτερότητας και στο να δημιουργήσουμε ένα παράδειγμα ζωντανό μέσα από ένα διάλογο των πολιτισμών της Ευρώπης. Η φωνή μας είναι καιρός να ακουστεί με την ίδια δύναμη όπως αυτή των τεχνοκρατών. Ο πολιτισμός, η τέχνη και η δημιουργία, δεν είναι λιγότερο σημαντικά από το εμπόριο, την οικονομία, την τεχνολογία».

Έτσι, ξεκίνησε ο ευρωπαϊκός θεσμός της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας. Η Μελίνα Μερκούρη, η αγαπημένη των Ελλήνων, υπήρξε από τις πλέον διάσημες προσωπικότητες της Ελλάδας. Στην είδηση του θανάτου της, στις 6 Μαρτίου του 1994, ο διεθνής Τύπος προέβη σε αναλυτικά αφιερώματα της ζωής της μυθικής Ελληνίδα με το βροντερό γέλιο ενώ στο Μπρόντγουεϊ τα θέατρα παρέμειναν κλειστά την ώρα που πάνω από ένα εκατομμύριο συγκινημένοι πολίτες την συνόδευαν στην τελευταία της κατοικία, στο Α' Νεκροταφείο.

tvxs.gr

Πορτραίτα

Η Μαρία Κάλλας ελληνίδα υψίφωνος, η απόλυτη ντίβα στο χώρο του λυρικού θεάτρου. Με τα μοναδικά φωνητικά και υποκριτικά της προσόντα ανανέωσε την όπερα και το ρεπερτόριό της, ιδιαίτερα το ιταλικό «μπελ-κάντο». Αποτελεί σημείο αναφοράς για κάθε τραγουδίστρια της όπερας, που φιλοδοξεί να κερδίσει από τους ειδικούς και το κοινό τον τίτλο της «νέας Κάλλας».

Η Μαρία Σοφία Άννα Καικιλία Καλογεροπούλου, όπως ήταν το πλήρες ελληνικό όνομά της, γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου του 1923 στη Νέα Υόρκη. Ήταν κόρη του φαρμακοποιού Γεωργίου Καλογερόπουλου από τον Μελιγαλά Μεσσηνίας και της Ευαγγελίας (Λίτσας) Δημητριάδη από τη Στυλίδα Φθιώτιδος. Οι γονείς της είχαν μετακομίσει στην αμερικανική μεγαλούπολη προς αναζήτηση καλύτερη τύχης.

Από νωρίς άρχισε να ασχολείται με τη μουσική, παίρνοντας τα πρώτα μαθήματα πιάνου-σολφέζ και σε ηλικία 11 ετών κέρδισε το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό παιδικών φωνών. Το 1937 εγκαταστάθηκε με τη μητέρα της και τη μεγάλη αδελφή της στην Αθήνα, μετά το διαζύγιο των γονιών της και εγγράφηκε στο Εθνικό Ωδείο, με δασκάλους τη Μαρία Τριβέλλα (τραγούδι), την Ήβη Πανά (πιάνο) και τον Γεώργιο Καρακαντά (μελοδραματική).

Ο πρώτος ρόλος της ήταν η «Σαντούτσα» στην όπερα του Μασκάνι «Καβαλερία Ρουστικάνα», σε μία παράσταση των μαθητών του ωδείου. Το 1939 εγγράφηκε στο Ωδείο Αθηνών στην τάξη τραγουδιού της διάσημης Ελβίρα ντε Ιντάλγκο (σημαντική τραγουδίστρια της όπερας στις αρχές του 20ου αιώνα), κοντά στην οποία γνώρισε την υψηλή τεχνική των ρόλων του ιταλικού ρομαντικού ρεπερτορίου.

Το 1940 προσλήφθηκε στη Λυρική Σκηνή του τότε Βασιλικού Θεάτρου και το 1941 πρωτοεμφανίστηκε ως «Βεατρίκη» στην οπερέτα Βοκκάκιος του Σουπέ. Στη συνέχεια και ως το 1945 πρωταγωνίστησε στην Τόσκα (1942, 1943), στον Κάμπο του Ντ' Αλμπέρ (1944, 1945), στην Καβαλερία Ρουστικάνα (1944), στον Πρωτομάστορα του Μανώλη Καλομοίρη (1944, το μόνο ελληνικό έργο που τραγούδησε), στον Φιντέλιο του Μπετόβεν (1944) και την οπερέτα Ο Ζητιάνος Φοιτητής του βιεννέζου συνθέτη Καρλ Μιλέκερ (1945).

Τον Σεπτέμβριο του 1945 επέστρεψε στη γενέτειρά της, όπου ζούσε ο πατέρας της, για να προωθήσει τη διεθνή της καριέρα, αλλάζοντας το επίθετό της σε Κάλλας. Παρότι έμεινε άνεργη έως το 1947, δεν το έβαλε κάτω και μετά από μία επιτυχημένη ακρόαση της ανέθεσαν να τραγουδήσει την «Τζιοκόντα» στην ομώνυμη όπερα του Αμίλκαρε Πονκιέλι στην Αρένα της Βερόνας, έναν από τους σπουδαιότερους λυρικούς χώρους της Ιταλίας. Αν και γλίστρησε στη γενική δοκιμή και στραμπούληξε τον αστράγαλό της, κατάφερε να κάνει με επιτυχία το πρώτο σημαντικό βήμα της σταδιοδρομίας της στις 2 Αυγούστου του 1947.

Η Μαρία Κάλλας με τον Τζιανμπατίστα ΜενεγκίνιΜαέστρος της παράστασης ήταν ο διάσημος Τούλιο Σεραφίν, ο οποίος θαύμαζε τη φωνή της και έγινε δάσκαλός της, διευρύνοντας τους τεχνικούς και ερμηνευτικούς της ορίζοντες. Όμως, στη Βερόνα ζούσε και ο βιομήχανος Τζιανμπατίστα Μενεγκίνι, που τη λάτρεψε, όχι μόνο ως καλλιτέχνιδα, αλλά και ως γυναίκα. Έτσι, στις 21 Απρλίου του 1949, η Κάλλας τον παντρεύτηκε, παρότι είχε τα διπλά της χρόνια, ίσως για να αναπληρώσει συναισθηματικά την απουσία της πατρικής φιγούρας, όπως γράφτηκε.

Με τη βοήθεια του Μενεγκίνι η καριέρα της Κάλλας απογειώθηκε σε ρόλους δραματικής υψιφώνου και δραματικής κολορατούρα. Το 1951 εκπόρθησε και τη «Σκάλα» του Μιλάνου (άντρο της μεγάλης αντιπάλου της Ρενάτα Τεμπάλντι), με τους Σικελικούς Εσπερινούς του Βέρντι. Το 1954 η ευτραφής Κάλλας υποβλήθηκε σε διαιτητική θεραπεία για να χάσει κιλά και να μπορεί να ενσαρκώνει τους ρόλους της, όχι μόνο με τη φωνή της, αλλά και με το παρουσιαστικό της.

Μετά τη «Σκάλα» του Μιλάνου ήταν η σειρά της Μητροπολιτικής Όπερας της Νέας Υόρκης (ΜΕΤ) να υποκλιθεί στο φαινόμενο Μαρία Κάλλας το 1956. Η ελληνίδα ντίβα θα επιβάλλει πλήρως τους όρους της, αναγκάζοντας τον διευθυντή της Ράντολφ Μπινγκ όχι μόνο να της καταβάλλει το μεγαλύτερο ποσό που είχε πληρώσει ποτέ ο θίασος για καλλιτέχνη, αλλά και να δηλώσει ότι η πρώτη εμφάνιση της Κάλλας στη «ΜΕΤ» ήταν η πιο συναρπαστική βραδιά της ζωής του. Ο μύθος της είχε αρχίσει να δημιουργείται, βοηθούντος και του Τύπου.

Όμως, η εξαντλητική δίαιτα στην οποία είχε υποβληθεί και οι φωνητικοί ακροβατισμοί της (συχνά έφθανε στα όρια της φωνής της, ερμηνεύοντας εκ διαμέτρου αντίθετους ρόλους σε μία σεζόν ή και σε ένα ρεσιτάλ) είχαν επιπτώσεις στην ποιότητα της φωνής της, η οποία σταδιακά άρχισε να αδυνατίζει στις υψηλές νότες. Το καλοκαίρι του 1957 εμφανίστηκε στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και κυριολεκτικά αποθεώθηκε.

Από το 1958 άρχισε η καθοδική της πορεία. Τον Ιανουάριο στη Ρώμη αποχώρησε με την πρώτη πράξη της Νόρμας του Μπελίνι και αποδοκιμάστηκε από το κοινό και τον Μάιο η «Σκάλα» του Μιλάνου της διέκοψε το συμβόλαιο. Ο Τύπος άρχισε να της επιτίθεται και πολλοί βρήκαν την ευκαιρία που χρόνια ζητούσαν να χύσουν χολή στην Ελληνίδα θεά «αυτή την καλλιτέχνιδα δεύτερης κατηγορίας, που έγινε Ιταλίδα χάρη στον γάμο της, Μιλανέζα χάρη στον αδικαιολόγητο θαυμασμό μιας μερίδας του κοινού της Σκάλας, και διεθνής χάρη στην επικίνδυνη φιλία της με την Έλσα Μάξγουελ», σχολίασε με κακοήθεια η ιταλική εφημερίδα Il Giorno.

Την ίδια χρονιά συνεργάστηκε με τους Αλέξη Μινωτή και Γιάννη Τσαρούχη για μια νέα παραγωγή της Μήδειας του Κερουμπίνι στη νεότευκτη Όπερα του Ντάλας. Αυτή η παράσταση μεταφέρθηκε το 1959 στο Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου και σ’ αυτή τη θριαμβευτική «πρεμιέρα» η Κάλλας γνώρισε τον Αριστοτέλη Ωνάση, τον μεγάλο ανεκπλήρωτο έρωτα της ζωής της.

Η Μαρία Κάλλας με τον Αριστοτέλη Ωνάση

Οι εμφανίσεις της από το 1960 άρχισαν να αραιώνουν. Το καλοκαίρι του 1960 τραγούδησε Νόρμα στην Επίδαυρο και τον επόμενο χρόνο στον ίδιο χώρο Μήδεια. Η παράσταση αυτή μεταφέρθηκε και στη Σκάλα του Μιλάνου την περίοδο 1961-1962. Παρ’ όλα αυτά, η σταδιοδρομία της στα ιταλικά θέατρα είχε τελειώσει οριστικά. Το 1962 τραγούδησε Όμπερον του Βέμπερ στο Λονδίνο και οι Τάιμς έγραψαν «Τώρα πια η φωνή της μπορεί να χαρακτηριστεί άσχημη και εκτός τόνου», όμως το κοινό συνέχισε να την αποθεώνει.

Το καλοκαίρι του 1964, σε μια έξοδό της από τον Σκορπιό, παρακολουθεί μαζί με τον Ωνάση μία μουσική εκδήλωση του φεστιβάλ της Λευκάδας και εκφράζει την επιθυμία να τραγουδήσει. Βρίσκεται ένα πιάνο κι ένας νεαρός πιανίστας (ο μετέπειτα συνθέτης Κυριάκος Σφέτσας), και χωρίς πρόβα η Κάλλας τραγουδά την άρια της Σαντούτσα Voi lo sapete, o mamma («Εσείς το ξέρετε, μητέρα») από την Καβαλερία Ρουστικάνα του Μασκάνι, που ήταν και ο πρώτος ρόλος της καριέρας της στην παράσταση του Εθνικού Ωδείου το 1937.

 

Το 1965 αποσύρθηκε οριστικά από τις λυρικές παραστάσεις, παρά την εξαιρετική Τόσκα που τραγούδησε στη Μετροπόλιταν της Νέας Υόρκης. Το κύκνειο άσμα της ήταν η Νόρμα, που ανέβηκε στο Παρίσι, στις 29 Μαΐου του 1965. Στην τρίτη πράξη της όπερας του Μπελίνι κατέρρευσε επί σκηνής και μεταφέρθηκε λιπόθυμη στο καμαρίνι της.

Στη συνέχεια προσπαθεί να βάλει μια τάξη στα προσωπικά της. Ζητά διαζύγιο από τον σύζυγό της για να παντρευτεί τον Ωνάση, ο οποίος αρνείται να της το δώσει. Το 1966 απεκδύεται την αμερικανική υπηκοότητα και λαμβάνει την ελληνική. Με αυτή της την ενέργεια λύεται και τυπικά ο γάμος της με τον Μενεγκίνι. Πλέον, ελπίζει ότι ο Αριστοτέλης Ωνάσης θα της ζητήσει να παντρευτούν, κάτι που τελικά δεν συμβαίνει, καθώς τον Ιούλιο του 1968 ο Έλληνας μεγιστάνας παντρεύεται τη χήρα του Αμερικανού Προέδρου Κένεντι, Τζακ.

Αυτή του η πράξη βυθίζει σε κατάθλιψη την κορυφαία υψίφωνο.

Καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες να ξεπεράσει τα προσωπικά της προβλήματα, επανακάμπτοντας στην καλλιτεχνική δράση. Παίζει στην κινηματογραφική εκδοχή της Μήδειας του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Πιερ-Πάολο Παζολίνι (1969), ηχογραφεί δίσκους, διδάσκει όπερα στη μουσική σχολή Τζούλιαρντ της Νέας Υόρκης και δίνει ρεσιτάλ με ένα παλιό της γνώριμο, τον ιταλό τενόρο Τζουζέπε Ντι Στέφανο, που κι αυτός αντιμετώπιζε φωνητικά προβλήματα. Η τελευταία της εμφάνιση έγινε στην πόλη Σαπόρο της Ιαπωνίας στις 11 Δεκεμβρίου του 1974.

Έκτοτε, η Μαρία Κάλλας κλείστηκε στο διαμέρισμά της στο Παρίσι και τον εαυτό της. Η μεγάλη ντίβα έφυγε από τη ζωή το πρωί της 16ης Σεπτεμβρίου 1977 από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 54 ετών.

sansimera.gr

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin