Ιδανικό κύκνειο άσμα για τον σπουδαίο Χάρι Ντιν Στάντον, ο οποίος δίνει μία από τις συγκινητικότερες ερμηνείες του, σε μια χαμηλότονη, βαθιά φιλοσοφημένη δραματική κομεντί πάνω στο νόημα της ζωής, σφιχτοδεμένο με αυτό του θανάτου.

Η θοποιός με συναρπαστική διαδρομή στο αμερικανικό σινεμά, αλλά με ελάχιστους πρωταγωνιστικούς ρόλους, ο Χάρι Ντιν Στάντον ευτύχησε να αποχαιρετήσει στα 91 του τον μάταιο τούτο –και τον μαγικό της οθόνης– κόσμο με ένα συγκινητικότατο κύκνειο άσμα. Τον ρόλο του Λάκι, ενός ακμαίου και μοναχικού ηλικιωμένου ο οποίος ζει την αργόσυρτη καθημερινότητά του σε μια κωμόπολη των νοτιοδυτικών πολιτειών. Με την πρωινή γυμναστική του, τον καφέ, τα τσιγάρα και το σταυρόλεξό του, τα παιχνίδια γνώσεων στην τηλεόραση και τη βόλτα μέχρι το γειτονικό μπαρ, όπου, κρατώντας το ποτό του, κουβεντιάζει περί ανέμων και υδάτων πάντα με τους ίδιους φίλους. Όλα δείχνουν πως τίποτα δεν μπορεί να διαταράξει τη ρουτίνα του, μέχρι που μια ξαφνική λιποθυμία τού αποκαλύπτει πως έχει πια… γεράσει. Γεγονός που γίνεται η αφορμή για να φιλοσοφήσει τη ζωή με απρόβλεπτο τρόπο, ο οποίος μετατρέπει το σκηνοθετικό ντεμπούτο του 54χρονου ηθοποιού Τζον Κάρολ Λιντς, επίσης βετεράνου καρατερίστα («Gran Torino», «Zodiac», «Το Νησί των Καταραμένων»), σε μια χαμηλότονη, απόλυτα cool και βαθιά φιλοσοφημένη κομεντί.

Για τον μοντέρνο θεατή (του multiplex) το «Lucky» μοιάζει να κινείται με ταχύτητα χελώνας, σαν εκείνης του πρώτου και του τελευταίου πλάνου που πηγαινοέρχεται στην έρημο. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για την ιδανική αφηγηματική ταχύτητα μιας ιστορίας βγαλμένης από την αληθινή ζωή, η οποία περνάει από τα πλέον σημαντικά (οι αναμνήσεις του Τομ Σκέριτ από τον πόλεμο) έως τα πλέον ασήμαντα προβλήματα (η χελώνα που δραπέτευσε), για να αποκτήσει αληθινό νόημα μόνο μπροστά στο θάνατο. Αυτόν αντιλαμβάνεται αιφνιδιαστικά ως αναπόδραστη πραγματικότητα ο Λάκι και προσπαθεί να τον αντιμετωπίσει «ρεαλιστικά». Ο Τζον Κάρολ Λιντς τον βοηθάει με μια ζεν στωικότητα, έναν αμερικανικής νοοτροπίας αφοπλιστικό ορθολογισμό, ευρηματικό χιούμορ και μια αποτελεσματική κινηματογραφική απλότητα. Αυτήν που μπορεί να λέει τις σπουδαιότερες υπαρξιακές αλήθειες με τρεις φράσεις, ένα χαμόγελο και μουσική υπόκρουση το «I see a darkness» του Τζόνι Κας.
ΗΠΑ. 2017. Διάρκεια: 88΄