Έχοντας χάσει τον μοναχογιό του στο Ιράκ, ένας βετεράνος του Βιετνάμ αναζητά δύο παλιούς συμπολεμιστές του για να συνοδεύσουν όλοι μαζί τον νεκρό στην τελευταία του κατοικία. Ο Ντάριλ Πόνισαν, συγγραφέας του «Τελευταίου Αποσπάσματος» (1973, σε σκηνοθεσία Χαλ Άσμπι), παραλλάσσει σχεδόν κουρασμένα την ίδια ιστορία, σε ένα γλυκόπικρο αλλά χωρίς πειστικούς χαρακτήρες road movie με ανώδυνη πολιτική «κριτική».

Βραβευμένος με Όσκαρ μοντέρ («Ιστορία Ενός Εγκλήματος») και κατόπιν σκηνοθέτης του Νέου Χόλιγουντ των ’70s («Χάρολντ και Μοντ», «Το Τελευταίο Απόσπασμα», «Shampoo», «Ο Γυρισμός», «Να Είσαι Εκεί Κύριε Τσανς»), ο Χαλ Άσμπι ήταν ένας χαμηλότονος δημιουργός, ο οποίος εξερεύνησε με διεισδυτικά «ύπουλο» τρόπο τη σκοτεινή πλευρά του προ-ριγκανικού αμερικανικού ονείρου. Εξίσου ανθρώπινος κι ευαίσθητος, πάντα επικεντρωμένος σε (ανάλαφρα) δράματα χαρακτήρων, ο Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ προχωράει στον ίδιο κινηματογραφικό δρόμο και συναντά τον δάσκαλό του σε ένα άτυπο σίκουελ του «Τελευταίου Αποσπάσματος», το οποίο βασίζεται και πάλι σε μυθιστόρημα του Ντάριλ Πόνισαν.

Στην πρώτη, υποψήφια για τρία Όσκαρ ταινία δύο ναυτονόμοι αναλαμβάνουν να συνοδεύσουν έναν νεαρό ναύτη στη φυλακή, ιστορία που επαναλαμβάνεται παραλλαγμένη, ύστερα από τρεις δεκαετίες, στην «Τελευταία Σημαία». Όταν ένας βετεράνος του Βιετνάμ χάσει τον μοναχογιό του στη Βαγδάτη, αναζητά δύο παλιούς συμπολεμιστές του για να συνοδεύσουν όλοι μαζί τον νεκρό στην τελευταία του κατοικία.


Ο Πόνισαν, που συνυπογράφει το σενάριο με τον Λινκλέιτερ (η διασκευή του «Τελευταίου Αποσπάσματος» ήταν του Ρόμπερτ –«Τσαϊνατάουν»– Τάουνι), επιστρέφει σε ένα road movie μιας­ ετερόκλητης αντρικής παρέας, την οποία βαραίνει η σκιά του πολέμου («κάθε γενιά έχει τον δικό της»). Οπότε όλη η δραματική διαδρομή των ηρώων, τους οποίους συνοδεύει από ένα σημείο και μετά ένας Αφροαμερικανός συμπολεμιστής του πεσόντος, δεν είναι παρά η προσπάθεια συμβιβασμού με την απώλεια: φυσική αλλά και ψυχολογική, καθώς το παρελθόν που επιστρέφει (το πέρασμα του χρόνου είναι μία από τις βασικές θεματικές του Λινκλέιτερ) τους θυμίζει τις όμορφες και άσχημες στιγμές της νιότης που χάθηκε ανεπιστρεπτί μαζί με την αθωότητά τους. Μόνο που εδώ οι τρεις βασικοί χαρακτήρες δεν γίνονται ποτέ πραγματικά ενδιαφέροντες, παραμένοντας μέχρι τέλους «αντιπροσωπευτικοί» και σχηματικοί, πρωταγωνιστές μιας έξυπνης σε διαλόγους, αλλά αφηγηματικά κουρασμένης ωδής στην αντρική φιλία, η οποία συνοδεύεται από μια φαινομενικά οξεία αλλά ουσιαστικά ανώδυνη, αν όχι αντιδραστική (φιλομιλιταριστική) πολιτική «κριτική».

ΗΠΑ. 2017. Διάρκεια: 125΄. Διανομή: SEVEN FILMS.