Φεβρουαρίου 21, 2018

Κινηματογράφος

Ένα «ψυχαναλυτικό θρίλερ επιστημονικής φαντασίας», σύμφωνα με τον δημιουργό του, τολμηρό μα εσωστρεφή και υπερβολικά αλληγορικό πειραματιστή της κινηματογραφικής αφήγησης. Βραβείο της Ακαδημίας Κινηματογράφου (συνολικά από τις δέκα υποψηφιότητες) για την ερμηνεία της Σοφίας Κόκκαλη.


Δημιουργός που δεν συμβιβάζεται με τις παραδοσιακές, τακτοποιημένες φόρμες κινηματογραφικής αφήγησης, ο Αλέξανδρος Βούλγαρης ή The Boy, το ψευδώνυμο με το οποίο κάνει επιτυχημένη μουσική καριέρα­, συνεχίζει από το αυτοαναφορικό «Higuita» (2012), επιμένοντας σε ένα σινεμά που τολμά να προκαλέσει και να ξεβολέψει τον –αυστηρά σινεφίλ– θεατή, καθώς μιλάει στις αισθήσεις και όχι στην εφησυχασμένη λογική του. Χωρίς γραμμική χρονική εξέλιξη, το σενάριο του «Νήματος» αφορά τη Νίκη, μια γυναίκα που αφιέρωσε τη ζωή της στον πολιτικό αγώνα. Ο γιος της Λευτέρης νιώ­θει παραμελημένος επειδή εκείνη είχε λάθος προτεραιότητες.

Αντιμέτωποι η μία με το παρελθόν και ο άλλος με το μέλλον, είναι έτοιμοι να κόψουν το νήμα που τους κρατά δεμένους μεταξύ τους. Πρόκειται για ένα «ψυχαναλυτικό θρίλερ επιστημονικής φαντασίας», σύμφωνα με τον δημιουργό, σκληρό και ειλικρινές, με άμεσες αναφορές στην πρόσφατη ελληνική Ιστορία αλλά και σε εκείνη του σκηνοθέτη. Εσωστρεφές και υπερβολικά αλληγορικό ταυτόχρονα, είναι στιγμές που σοκάρει, σαν μια σπαρακτική κραυγή, και άλλες που φαντάζει σχηματικό κι επαναλαμβανόμενο. Βραβείο της Ακαδημίας Κινηματογράφου (συνολικά από τις δέκα υποψηφιότητες) για την παθιασμένη ερμηνεία της Σοφίας­ Κόκκαλη.

Ελλάδα. 2016. Διάρκεια: 96΄.

Κινηματογράφος

Από Χρήστο Μήτση 

Ο Κολοκυθάκης είναι ένα εννιάχρονο αγόρι που χάνει τη μητέρα του και μεταφέρεται σε ορφανοτροφείο. Εκεί πρέπει να αγωνιστεί για να βρει τη θέση του σε ένα καινούργιο, παράξενο και συχνά εχθρικό περιβάλλον. Υποψήφιο για Όσκαρ και Χρυσή Σφαίρα stop motion animation, το οποίο μετατρέπει μια σκοτεινά συγκινητική ιστορία σε μια απολαυστική παραβολή για την πίστη και την αφοσίωση.

Έπειτα από έξι μικρού μήκους animations, ο Κλοντ Μπαράς προχώρησε πέρυσι στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του μεταφέροντας στην οθόνη το λογοτεχνικό μπεστ σέλερ του Ζιλ Παρί «Autobiographie d’une courgette», το οποίο είχε διασκευαστεί το 2007 σε τηλεταινία από τον Λικ Μπερό, βετεράνο σεναριογράφο του Κλοντ Μιλέρ. Η ιστορία αφορά ένα εννιά­χρονο αγόρι, τον Κολοκυθάκη, ο οποίος μεγαλώνει με την αλκοολική­ κι εντελώς αδιάφορη μητέρα του. Όταν η τελευταία πέσει από τη σκάλα και χάσει τη ζωή της, ο Κολοκυθάκης μεταφέρεται σε ορφανοτροφείο από τον ευγενικό­ αστυνομικό Ρέιμοντ. Εκεί θα πρέπει να αγωνιστεί για να βρει τη θέση του σε ένα καινούργιο, παράξενο και συχνά εχθρικό περιβάλλον, το οποίο περιλαμβάνει­ ανυπότακτα, επιθετικά αγόρια, παιδιά με κάθε είδους ψυχολογικά προβλήματα αλλά κι ένα δυναμικό, γοητευτικό κορίτσι.

Γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, το μυθιστόρημα του Παρί προσπαθεί να αποδώσει ρεαλιστικά την καθημερινότητα του ορφανοτροφείου, κάτι το οποίο η σοφή σεναριακή διασκευή της Σελίν Σιαμά, σκηνοθέτιδας των «Κοριτσιών» (2014), υιοθετεί με ιδιαίτερα κομψό τρόπο. Γνωρίζοντας πως απευθύνεται πρωτίστως σε ανήλικο κοινό, δεν αποφεύγει τις δύσκολες αλήθειες (ο θάνατος της μητέρας, το κακοποιημένο κορίτσι), τις σερβίρει όμως με κινηματογραφικό τακτ, που συγκινεί βαθιά, χωρίς να απογοητεύει ή να τρομάζει. Ο Μπαράς, από την πλευρά του, επιλέγει έντονους φωτισμούς και ζωηρά χρώματα, μια σκηνοθετική επιλογή που δίνει πιο γλυκιά κι αισιόδοξη αίσθηση στις περιπέτειες του Κολοκυθάκη, ο οποίος μαθαίνει να εμπιστεύεται και να διεκδικεί, φτιάχνοντας έτσι μια νέα οικογένεια.

Επιπλέον, οι κούκλες της stop motion τεχνικής, με την οποία έχει γυριστεί η ταινία, έχουν μεγάλο κεφάλι και ακόμη μεγαλύτερα μάτια, πράγμα που βοηθάει τον θεατή να προβάλει ευκολότερα τα δικά του συναισθήματα πάνω στα περιορισμένων εκφράσεων πρόσωπά τους. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα γοητευτικό, γλυκόπικρο, θαρραλέο και απολαυστικό animation, που ήταν υποψήφιο για Όσκαρ και Χρυσή Σφαίρα, ενώ κέρδισε τα βραβεία κοινού και καλύτερης ταινίας στο Φεστιβάλ του Ανεσί. Η ταινία προβάλλεται και μεταγλωττισμένη στα ελληνικά.
Ελβετία, Γαλλία. 2016. Διάρκεια: 66΄. Διανομή: SEVEN FILMS.


Κινηματογράφος

Γλυκόπικρη και αληθινή ως ένα σημείο δραμεντί πάνω στην απώλεια και τη δεύτερη ευκαιρία, η οποία προδίδεται από τον εκβιαστικό τρόπο που κορυφώνεται το δράμα και την ευκολία με την οποία επιλέγεται το χάπι εντ.

Ταινία σεναρίου και ηθοποιών, η δεύτερη σκηνοθετική προσπάθεια του σεναριογράφου Κερτ Βόλκερ («Γλυκός Νοέμβρης», «Μπάντι, ο Ροκ Σταρ») είναι μια ενδιαφέρουσα ματιά πάνω στην απώλεια και τη δεύτερη ευκαιρία, τουλάχιστον ως εκείνο το σημείο που η πλοκή κρατιέται μακριά από τις υψηλότονες δραματικές κορόνες. Μέχρι αυτές να διαταράξουν την cool, γλυκόπικρη αίσθηση μιας ιστορίας βγαλμένης από την αληθινή ζωή, παρακολουθούμε την προσπάθεια ενός καθηγητή μαθηματικών (ο οποίος βρίσκεται σε κατάθλιψη μετά τον πρόσφατο χαμό της συζύγου του) μαζί με τον έφηβο γιο του να ξεκινήσουν μια νέα ζωή μετακομίζοντας στο Λος Άντζελες.

Δύο γυναίκες, μια ανοιχτόκαρδη καθηγήτρια γαλλικών και μια εσωστρεφής συμμαθήτρια του εφήβου, είναι πρόθυμες να τους βοηθήσουν, ενοχές, ανασφάλειες και μικρά μυστικά εντείνουν την ερωτική και συμφιλιωτική εκκρεμότητα, όλα όμως χάνουν τη ρεαλιστική αύρα τους όταν το δράμα κορυφώνεται εντελώς εκβιαστικά και το χάπι εντ επιβάλλεται με τον πιο αυθαίρετο τρόπο. Αλλά ακόμη και υπό αυτές τις άτολμες σεναριακές συνθήκες, η ερμηνευτική ζεστασιά του Τζέι Κέι Σίμονς χαρίζει πολύτιμους πόντους στο άνισο φιλμ, καθώς τυλίγει στοργικά τον ρόλο του ρομαντικού κι ευάλωτου Μπιλ.
ΗΠΑ. 2017. Διάρκεια: 99΄.

Χρήστος Μήτσης

athinorama.gr

Κινηματογράφος

Ιδανικό κύκνειο άσμα για τον σπουδαίο Χάρι Ντιν Στάντον, ο οποίος δίνει μία από τις συγκινητικότερες ερμηνείες του, σε μια χαμηλότονη, βαθιά φιλοσοφημένη δραματική κομεντί πάνω στο νόημα της ζωής, σφιχτοδεμένο με αυτό του θανάτου.

Η θοποιός με συναρπαστική διαδρομή στο αμερικανικό σινεμά, αλλά με ελάχιστους πρωταγωνιστικούς ρόλους, ο Χάρι Ντιν Στάντον ευτύχησε να αποχαιρετήσει στα 91 του τον μάταιο τούτο –και τον μαγικό της οθόνης– κόσμο με ένα συγκινητικότατο κύκνειο άσμα. Τον ρόλο του Λάκι, ενός ακμαίου και μοναχικού ηλικιωμένου ο οποίος ζει την αργόσυρτη καθημερινότητά του σε μια κωμόπολη των νοτιοδυτικών πολιτειών. Με την πρωινή γυμναστική του, τον καφέ, τα τσιγάρα και το σταυρόλεξό του, τα παιχνίδια γνώσεων στην τηλεόραση και τη βόλτα μέχρι το γειτονικό μπαρ, όπου, κρατώντας το ποτό του, κουβεντιάζει περί ανέμων και υδάτων πάντα με τους ίδιους φίλους. Όλα δείχνουν πως τίποτα δεν μπορεί να διαταράξει τη ρουτίνα του, μέχρι που μια ξαφνική λιποθυμία τού αποκαλύπτει πως έχει πια… γεράσει. Γεγονός που γίνεται η αφορμή για να φιλοσοφήσει τη ζωή με απρόβλεπτο τρόπο, ο οποίος μετατρέπει το σκηνοθετικό ντεμπούτο του 54χρονου ηθοποιού Τζον Κάρολ Λιντς, επίσης βετεράνου καρατερίστα («Gran Torino», «Zodiac», «Το Νησί των Καταραμένων»), σε μια χαμηλότονη, απόλυτα cool και βαθιά φιλοσοφημένη κομεντί.

Για τον μοντέρνο θεατή (του multiplex) το «Lucky» μοιάζει να κινείται με ταχύτητα χελώνας, σαν εκείνης του πρώτου και του τελευταίου πλάνου που πηγαινοέρχεται στην έρημο. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για την ιδανική αφηγηματική ταχύτητα μιας ιστορίας βγαλμένης από την αληθινή ζωή, η οποία περνάει από τα πλέον σημαντικά (οι αναμνήσεις του Τομ Σκέριτ από τον πόλεμο) έως τα πλέον ασήμαντα προβλήματα (η χελώνα που δραπέτευσε), για να αποκτήσει αληθινό νόημα μόνο μπροστά στο θάνατο. Αυτόν αντιλαμβάνεται αιφνιδιαστικά ως αναπόδραστη πραγματικότητα ο Λάκι και προσπαθεί να τον αντιμετωπίσει «ρεαλιστικά». Ο Τζον Κάρολ Λιντς τον βοηθάει με μια ζεν στωικότητα, έναν αμερικανικής νοοτροπίας αφοπλιστικό ορθολογισμό, ευρηματικό χιούμορ και μια αποτελεσματική κινηματογραφική απλότητα. Αυτήν που μπορεί να λέει τις σπουδαιότερες υπαρξιακές αλήθειες με τρεις φράσεις, ένα χαμόγελο και μουσική υπόκρουση το «I see a darkness» του Τζόνι Κας.
ΗΠΑ. 2017. Διάρκεια: 88΄

Κινηματογράφος

Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος: «Ο Καζαντζάκης ήταν ένας μανιακός άνθρωπος που δεν σταματούσε να γράφει ποτέ»
Από Γιάννη Καντέα-Παπαδόπουλο 

O Έλληνας ηθοποιός, ο οποίος ερμηνεύει τον σπουδαίο συγγραφέα στη νέα ταινία του Γιάννη Σμαραγδή, μιλάει για τον πλέον φιλόδοξο ρόλο της καριέρας του.

Tι σκεφτήκατε όταν σας προτάθηκε ο ρόλος του Νίκου Καζαντζάκη;
Θυμάμαι ένα αίσθημα μεγάλης προσμονής όταν συνειδητοποίησα ότι μου δόθηκε η ευκαιρία να συνδεθώ με το έργο και τον κόσμο του Καζαντζάκη. Εκμεταλλεύτηκα το βάθος χρόνου που είχα για να μελετήσω τον χαρακτήρα στο έπακρον. Εξάλλου, τα γυρίσματα ξεκίνησαν ύστερα από δύο χρόνια. Εκείνη η περίοδος ήταν γεμάτη από μελέτη βιβλίων, δικών του και άλλων...
Πού επικεντρωθήκατε κατά τη διάρκεια αυτής της έρευνας;
Σε ένα μεγάλο κομμάτι του έργου του, από όλες τις περιόδους της ζωής του, σε βιογραφικά στοιχεία, αλλά κυρίως στην επιστολογραφία του, η οποία ήταν πάρα πολύ πλούσια. Ήταν ένας μανιακός άνθρωπος ο Καζαντζάκης. Δεν σταματούσε να γράφει ποτέ. εργαζόταν αδιάκοπα και πολύ σκληρά. Ανακαλύψαμε μέχρι και τετράδιά του με υλικό που δεν έχει δημοσιευτεί ποτέ. Είχε απλώσει το συγγραφικό του έργο σε διάφορα είδη, σε θεατρικά, ακόμη και σε παιδικά βιβλία. Ας μην ξεχνάμε εξάλλου ότι με το μυθιστόρημα ασχολήθηκε μετά τα πενήντα. Ο Καζαντζάκης στα έργα του είναι «παρών».

Ποιες είναι οι δυσκολίες ενσάρκωσης ενός αληθινού και τόσο σημαντικού προσώπου;
Η μεγάλη δυσκολία είναι να μη μετατραπεί αυτό το πρόσωπο σε φορέα ιδεών από τον ηθοποιό. Διότι ήταν ένας άνθρωπος με δαιδαλώδη ζωή. Είχε διαρκείς φιλοσοφικές ανησυχίες, έκανε μακρινά ταξίδια, αναμετρήθηκε με τη θρησκεία, ασχολήθηκε ακόμη και με την πολιτική για λίγο. Ο ηθοποιός δεν πρέπει να ξεχνάει όμως πως ήταν κι ένας άνθρωπος με σάρκα και οστά – και αυτό θα πρέπει να ενσωματωθεί στην ερμηνεία του, ώστε να μη λείπει η ψυχή από το παίξιμό του.
Σε ποια περίοδο της ζωής του τον υποδύεστε;
Από τα εφηβικά χρόνια μέχρι και τα πενήντα του. Πολλά γεγονότα της ζωής του έχουν συμπτυχθεί, ποιητική αδεία, διότι η ταινία δεν είναι ντοκιμαντέρ. Χρειάζεται τεράστιος κινηματογραφικός χρόνος για να χωρέσει η ζωή του Καζαντζάκη σε εικόνες. Στην ουσία μιλάμε για την περίοδο που αποκρυσταλλώνονται οι πεποιθήσεις του και αρχίζει να παράγει τα πρώτα σπουδαία έργα του. Ακριβώς, από την πρώτη νιότη και τη φοιτητική ζωή μέχρι την ώριμη περίοδό του, οπότε γράφει τα κλασικά βιβλία του που είναι λίγο πολύ τα πιο γνωστά έργα του παγκοσμίως. Λίγοι γνωρίζουν τους ήρωες των θεατρικών του έργων, όπως ο Κούρος ή ο Φωκάς. Κατά βάση ο κόσμος ξέρει τον Καζαντζάκη ως μυθιστοριογράφο. Αλλά αυτά αποτελούν ένα μικρό κομμάτι της ζωής του.

Είχατε επαφή με κάποια μέλη της οικογένειάς του;
Δεν είναι πρόσωπα που μπορεί εύκολα να βρει κάποιος. Ήρθα σε επαφή με τη Νίκη Σταύρου, θετή­ εγγονή της Ελένης Καζαντζάκη, η οποία διευθύνει τον εκδοτικό οίκο Καζαντζάκη και είναι η μόνη που έχει το μεγαλύτερο μέρος του υλικού του συγγραφέα, τις πρωτότυπες εκδόσεις, προσωπικά αντικείμενα και άλλα πολλά. Διαθέτει όλον αυτόν τον πλούτο που για μένα ήταν πάρα πολύ χρήσιμος, όπως αντίστοιχα και τα όσα βρίσκονται στο Μουσείο Καζαντζάκη στην Κρήτη. Από ένα σημείο και μετά, βέβαια, όλο αυτό το υλικό παύει να έχει σημασία και προσπαθείς να μη μοιάσεις, να μη μιμείσαι, αλλά να συλλάβεις την ενέργεια αυτού του ανθρώπου, την οποία κανείς δεν μπορεί να σου περιγράψει.

Πώς σας κατεύθυνε ο Γιάννης Σμαραγδής ως προς αυτό;
Με τον Γιάννη είχαμε μια εξαιρετική συνεργασία από την πρώτη στιγμή. Δουλέψαμε πολύ δημιουργικά μαζί και διανύσαμε μια κοινή πορεία προς την ουσία του Καζαντζάκη, αναζητώντας τον καλύτερο δυνατό τρόπο για να αναπαραστήσουμε έναν σπουδαίο άνθρωπο όπως του αξίζει.
Για τις ανάγκες των γυρισμάτων ταξιδέψατε σε πολλά και διαφορετικά μέρη. Πού νιώσατε πιο κοντά στο πνεύμα του ρόλου σας;
Δεν θα ξεχάσω την αίσθηση που είχα όταν πήγαμε στη Αίγινα και μπήκα στο σπίτι του, παρότι δεν ήταν δυνατό να κάνουμε γύρισμα στο εσωτερικό του. Η αύρα του νησιού σε συνδυασμό με τη μακροχρόνια παρουσία του Καζαντζάκη εκεί με συγκίνησαν. Περισσότερο όμως τα ίδια τα κείμενα με άγγιξαν. ­Αυτά ήταν ο οδηγός μου.

Ποια έργα του ξεχωρίζετε μετά τη χρόνια ενασχόλησή σας με εκείνον;
Σίγουρα την «Αναφορά στον Γκρέκο», στην οποία πατάει και η ταινία. Είναι ίσως το πιο πυκνό, γλυκό και γεμάτο φως μυθιστόρημά του. Όλες οι αναζητήσεις και οι ανησυχίες του βρίσκονται εκεί.

Κινηματογράφος

Δεν Είμαι ο Νέγρος σου
Από Γιάννη Καντέα-Παπαδόπουλο

Ιστορική καταγραφή των φυλετικών διακρίσεων στις ΗΠΑ μέσω των εμπειριών του πολιτικού διανοητή Τζέιμς Μπόλντουιν. Αμείωτη ένταση και πάθος μετατρέπουν μια ιστορική και πολιτική αναδρομή σε κινηματογραφική απόλαυση.

Με τρεις φόνους ξεκινάει το υποψήφιο για Όσκαρ ντοκιμαντέρ του Ραούλ Πεκ («Όταν ο Μαρξ συνάντησε τον Ένγκελς»). Μέσα σε διάστημα πέντε ετών (1963-68) τρεις επιφανείς ακτιβιστές του κινήματος ενάντια στο φυλετικό διαχωρισμό στις ΗΠΑ, ο Μέντγκαρ Έβερς, ο Μάλκολμ Χ και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, βρέθηκαν αναπάντεχα (;) δολοφονημένοι. Συνδετικός κρίκος μεταξύ τους ήταν ο φίλος τους και πολιτικός διανοητής Τζέιμς Μπόλντουιν, ο οποίος εμπνεύστηκε από την απώλειά τους μια πανέξυπνη καταγραφή της ιστορίας των φυλετικών διακρίσεων στο –ημιτελές– «Remember this House», όπως την έζησε προσωπικά αλλά και από τη συμμετοχή του στο κίνημα.

Με οδηγό τις σημειώσεις του και αφηγητή τον Σάμιουελ Τζάκσον, ο Πεκ καταφέρνει να μετατρέψει σε ατόφια κινηματογραφική συγκίνηση την αναδρομή σε μία από τις πιο ταραχώδεις περιόδους της σύγχρονης αμερικανικής Ιστορίας και να κρατήσει αμείωτη την ένταση την ώρα που –με διαυγή και κοφτερό λόγο– ο ίδιος ο Μπόλντουιν μιλάει (σε πλάνα αρχείου) για ένα από τα εγγενή χαρακτηριστικά του αμερικανικού κράτους, το συστημικό ρατσισμό. Σε μια χώρα όπου, μέσω της εκπαίδευσης αλλά και του κινηματογράφου, διαιωνίζεται η «βεβαιότητα» πως μαύροι και λευκοί διεκδικούν ίσες ευκαιρίες, η πραγματικότητα στη δουλειά και στους δρόμους έρχεται να τη διαψεύσει.

Το χρώμα του δέρματος αρκεί για να χάσει ένας μαύρος τη δουλειά του ή να πέσει νεκρός από τους αδικαιολόγητους πυροβολισμούς κάποιου αστυνομικού. Πενήντα χρόνια μετά τα γεγονότα της ταινίας, οι συνθήκες δεν έχουν παρά ελάχιστα αλλάξει στη σύγχρονη Αμερική του Τραμπ και τα λόγια του Μπόλντουιν ακούγονται οδυνηρά κι επίκαιρα όταν ρωτούν ξεκάθαρα: «Θέλεις να αλλάξεις την κατάστασή σου ή όχι;»
Ελβετία, Γαλλία, ΗΠΑ. 2016. Διάρκεια: 93΄. Διανομή: AMA FILMS.

Κινηματογράφος

Τζόνι Ντεπ, Μισέλ Φάιφερ, Πενέλοπε Κρουζ και Γουίλεμ Νταφόε ταξιδεύουν σε first class θέση στην θρυλική ταχεία «Οριάν Εξπρές» της Αγκάθα Κρίστι.

Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές
Το απόλυτο all star cast… επιβιβάζεται στο διασημότερο μυθιστόρημα της Αγκάθα Κρίστι. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του πολυτελούς τρένου «Οριάν Εξπρές» στην Ευρώπη, ένας επιβάτης δολοφονείται και ο ντετέκτιβ Ηρακλής Πουαρό καλείται να ανακαλύψει τον δολοφόνο ανάμεσα σε δεκατρείς επιβάτες-υπόπτους, πριν αυτός ή αυτή χτυπήσει ξανά.

Όταν ο Μαρξ Συνάντησε τον Ένγκελς
Ιστορικό δράμα του Ραούλ Πεκ. Όταν στο Παρίσι του 1844 ο 26χρονος Καρλ Μαρξ συναντά τον νεαρό Φρίντριχ Ένγκελς, γεννιέται μια δυνατή φιλία αλλά και μία από τις πιο σημαντικές και επιδραστικές πολιτικές θεωρίες.

Οι Γάτες της Κωνσταντινούπολης
Το πορτρέτο της Πόλης μέσα από ένα πρωτότυπο ντοκιμαντέρ. Μια περιπλάνηση στα σοκάκια, τις αγορές, το λιμάνι και τις ταράτσες της Κωνσταντινούπολης μέσα από τις ιστορίες επτά γατών και των ανθρώπων που έρχονται σε επαφή μαζί τους.

 

Μια Χαρούμενη Οικογένεια
Animation για μια συνηθισμένη οικογένεια που μετατρέπεται σε παρέα αστείων τεράτων. Πολλή δουλειά, χρέη και προβλήματα στο σχολείο απασχολούν την τετραμελή οικογένεια Γουίσμποουν με αποτέλεσμα να απομακρύνονται μεταξύ τους ολοένα και πιο πολύ. Σε μια προσπάθεια να επανασυνδεθούν σαν οικογένεια, η μαμά Έμμα οργανώνει μια βραδινή οικογενειακή έξοδο, όμως τα σχέδιά της παίρνουν διαφορετική τροπή… Μια κακιά μάγισσα τους μεταμορφώνει σε τέρατα και ο μόνος τρόπος για να λυθούν τα μάγια είναι να γίνουν ξανά ευτυχισμένοι!

Για Καλό και Για Κακό
Ρομαντική κομεντί με τους Φρανσουά Νταμιέν και Σεσίλ ντε Φρανς. Όλα ανατρέπονται στη ζωή του Ερουάν όταν μαθαίνει ότι ο άντρας που τον μεγάλωσε με στοργή και αγάπη δεν είναι ο πραγματικός του πατέρας. Μετά από διακριτική έρευνα για να βρει τον βιολογικό του πατέρα εντοπίζει τον Τζόσεφ, έναν αξιαγάπητο παππούλη, ενώ παράλληλα γνωρίζει και την όμορφη Άννα. Όλα ανατρέπονται και πάλι, όταν αποδεικνύεται ότι η Άννα είναι η κόρη του Τζόσεφ…

Saw: Legacy
Ο ματωμένος θρύλος του Τζίγκσο συνεχίζεται. Μια σειρά φρικτών φόνων φέρει τη σφραγίδα του αιμοσταγούς δολοφόνου Τζίγκσο, ο οποίος είναι νεκρός για πάνω από δέκα χρόνια, και βάζει την αστυνομία σε ένα σατανικό παιχνίδι που φαίνεται να είναι μόνο στην αρχή… Ο διεστραμμένος Τζον Κράμερ-Τζίγκσο έχει επιστρέψει ή πίσω από τις δολοφονίες κρύβεται κάποιος μιμητής του;

Κινηματογράφος

Από Χρήστο Μήτση 
Μια… επταπλή Νούμι Ραπάσε αποτελεί το χαριτωμένο highlight μιας κλειστοφοβικής, στην αρχή αγωνιώδους, αλλά τελικά αφελούς περιπέτειας φαντασίας.
Γνωστός για τις ζόμπι κωμωδίες τρόμου «Dead Snow» και «Dead Snow: Red vs. Dead» αλλά και την αγγλόφωνη παρωδιακή περιπέτεια φαντασίας «Hansel & Gretel: Witch Hunters», ο Νορβηγός Τόμι Βίρκολα σοβαρεύεται αδικαιολόγητα και, χωρίς δικό του σενάριο αυτήν τη φορά, αναζητά το «Τι Συνέβη στη Δευτέρα».

Μία από τις επτά αδερφές (η καθεμία με όνομα που αντιστοιχεί σε ημέρα της εβδομάδας), οι οποίες σε ένα μέλλον όπου οι οικογένειες περιορίζονται αυστηρά λόγω υπερπληθυσμού στο ένα παιδί, έχουν καταφέρει να επιβιώσουν μέχρι και την ενηλικίωσή τους ξεγελώντας τις αρχές. Μέχρι που ένα βράδυ μία από αυτές δεν επιστρέφει στο σπίτι.
Μια… επταπλή Νούμι Ραπάσε αποτελεί το χαριτωμένο highlight αυτής της κλειστοφοβικής και τουλάχιστον στην αρχή αγωνιώδους, αλλά τελικά αφελούς περιπέτειας φαντασίας με πολιτικές αιχμές.

Ο προϋπολογισμός δεν επιτρέπει σκηνογραφικούς εντυπωσιασμούς, η κάμερα μένει κοντά στα πρόσωπα και ο αφηγηματικός ρυθμός είναι σφιχτός, αλλά όταν το δράμα κορυφώνεται, όλα καταφεύγουν στη σεναριακή ευκολία, στην προβλέψιμη κοινοτοπία και στα ηχηρά καταγγελτικά μηνύματα.
Μ. Βρετανία, Γαλλία. 2017. Διάρκεια: 104΄. Διανομή: ODEON.

Κινηματογράφος

Από Χρήστο Μήτση Χρήστο 
Βραβείο σεναρίου στις Κάνες για έναν σκληρό, σκοτεινό και απαισιόδοξο στοχασμό πάνω στην ανθρώπινη φύση, ο οποίος συνδυάζει ευφυώς τον Χάνεκε, τον Κιούμπρικ και τον Ευριπίδη.

Καθώς κανένα ελάφι, ιερό ή μη, δεν εμφανίζεται στην ταινία του Γιώργου Λάνθιμου, είναι σαφές πως θέλει να δηλώσει ήδη από τον τίτλο της πως δεν πρόκειται για ένα καθαρόαιμο ρεαλιστικό δράμα, αλλά για μια περίπλοκη αλληγορία που ξεκινά από τον αρχαιοελληνικό μύθο της Ιφιγένειας και το φόνο του ιερού ελαφιού της Αρτέμιδος από τον Αγαμέμνονα. Η τιμωρία του αρχιστράτηγου των Αχαιών, ο οποίος καλείται να θυσιάσει την κόρη του στη θεά αν θέλει να ηγηθεί της εκστρατείας στην Τροία, εγείρει ένα όχι μόνο ηθικό αλλά και πολιτικό δίλημμα, το οποίο εξετάζει με αξεπέραστο τρόπο ο Ευριπίδης στην τραγωδία του «Ιφιγένεια εν Αυλίδι».
Οι βραβευμένοι στις Κάνες για το σενάριό τους Γιώργος Λάνθιμος κι Ευθύμης Φιλίππου εμπνέονται από το κλασικό κείμενο και τη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στην προσωπική και την κοινωνική ευθύνη, αναζητώντας απαντήσεις στο σήμερα. Σε μια πραγματικότητα χωρίς θεούς και παντοδύναμους βασιλιάδες, αλλά με ανθρώπους που συνεχίζουν να έχουν λόγο πάνω στη ζωή και στο θάνατο, όπως ο μεγαλοχειρουργός Στίβεν, παντρεμένος με την επιτυχημένη οφθαλμίατρο Άννα, με την οποία έχουν δύο παιδιά. Συμπονώντας τον 16χρονο Μάρτιν, ορφανό από πατέρα, ο Στίβεν αρχίζει να αναπτύσσει μια φιλική σχέση μαζί του, η οποία εξελίσσεται με έναν αμήχανο και ιδιαίτερα περίεργο τρόπο. Μάλιστα, όταν ο μικρός αποκτά δεσμούς με την οικογένεια του γιατρού, κάνει τις προθέσεις του ξεκάθαρες και βάζει στον Στίβεν ένα αδιέξοδο, τραγικό δίλημμα.

Σε έναν επιφανειακά συντεταγμένο κόσμο, που λειτουργεί απρόσκοπτα με τους δικούς του κανόνες, ο Λάνθιμος εισάγει κι εδώ, όπως σε όλες τις ταινίες του, έναν παράγοντα αστάθμητο ως προς την ισορροπία του συστήματος. Εντελώς ανεξήγητα ο Μάρτιν μοιάζει να διαθέτει λόγο πάνω στη ζωή των άλλων και φέρνει τον Στίβεν, φαινομενικά αθώο απέναντι σε οποιαδήποτε ύβρη, αντιμέτωπο με το ιατρικά αναπάντητο και το λογικά ακατανόητο. Ψυχροί, άδειοι χώροι (υποδειγματικά «κλινική» η φωτογραφία του Θύμιου Μπακατάκη), μακρείς διάδρομοι κινηματογραφημένοι με ανορθόδοξο ευρυγώνιο καδράρισμα και μια κινούμενη κάμερα που, σαν ζωντανή, αόρατη οντότητα, παρατηρεί απειλητικά τα πάθη των θνητών από ψηλά.
Η σκηνοθετική τεχνική του Κιούμπρικ και το εφιαλτικό παράλογο του Χάνεκε (του «Κρυμμένου» και του «Funny Games») συναντούν τα διαχρονικά ερωτήματα του Ευριπίδη σε ένα διεστραμμένα κωμικό και βαθιά σαρκαστικό ψυχολογικό θρίλερ με την ευδιάκριτη υπογραφή του Λάνθιμου. Ενός δημιουργού ο οποίος έχει χτίσει το δικό του, κατά στιγμές μανιερίστικο μα βαθιά φιλοσοφημένο και οπτικά συναρπαστικό κινηματογραφικό σύμπαν, όπου η ανάγκη για ασφάλεια και κομφορμιστική σιγουριά ωθεί τον άνθρωπο στο να μετατρέπει το καταφύγιό του σε φυλακή, την επιθυμία του σε εκτόνωση και την αληθινή ζωή σε σκηνοθετημένο θέαμα.
Μ. Βρετανία, Ιρλανδία. 2017. Διάρκεια: 121΄. Διανομή: FEELGOOD ENT.

Κινηματογράφος

Υποδειγματικά στημένο νουάρ, που γνωρίζει στην εντέλεια τους κώδικες του είδους, μεταγράφοντάς τους υποδειγματικά στην κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα της εξεγερμένης Αιγύπτου.
Δανεισμένος από την ταινία του Κέρτις Χάνσον –άρα και από το μυθιστόρημα του Τζέιμς Ελρόι– «Λος Άντζελες: Εμπιστευτικό», ο ελληνικός τίτλος αυτού του σκανδιναβο-γερμανικού αστυνομικού θρίλερ βάζει αμέσως στο κλίμα τον υποψήφιο θεατή. Μπροστά του έχει ένα τυπικό νεο-νουάρ, το οποίο εξελίσσεται στην αιγυπτιακή πρωτεύουσα στα τέλη του 2010 και τον Ιανουάριο της επόμενης χρονιάς, λίγες ημέρες πριν από τα γεγονότα της Πλατείας Ταχρίρ. Τότε ο αστυνομικός Νορεντίν, ένας μοναχικός άντρας που δεν διαφέρει σε τίποτε από τους συναδέλφους του (η δωροδοκία πάει σύννεφο και η διαφθορά βασιλεύει), αναλαμβάνει να διερευνήσει την υπόθεση δολοφονίας μιας τραγουδίστριας. Σε αυτή μοιάζει να εμπλέκεται ένας πλούσιος επιχειρηματίας, άνθρωπος της κυβέρνησης, και προτού καλά καλά ξεκινήσει η έρευνα, άνωθεν εντολή κλείνει την υπόθεση ως αυτοκτονία.

Εμπνευσμένο από ένα αληθινό περιστατικό του 2008, η ταινία του αιγυπτιακής καταγωγής Σουηδού σκηνοθέτη, τηλεοπτικού παραγωγού, δημοσιογράφου και βραβευμένου graffiti artist Ταρίκ Σαλέχ κινείται σεναριακά πάνω στην πεπατημένη μιας «απλής» δολοφονίας, η οποία σταδιακά αποκαλύπτεται πως δεν είναι παρά η κορυφή ενός γιγάντιου παγόβουνου πολιτικοοικονομικής διαφθοράς.

Η πλοκή της είναι απόλυτα ρεαλιστική, όπως και η ντοκιμαντερίστικης απλότητας σκηνοθεσία, με το σφιχτό μοντάζ να δίνει στην αφήγηση ένα ρυθμό με εντάσεις, σιωπές, εύστοχες ανατροπές αλλά και τις ανάσες που χρειάζονται οι χαρακτήρες. Η μελαγχολική ματιά του Φάρες Φάρες («Zero Dark Thirty», «Το Κοινόβιο») και η φωτογραφία στα χρώματα της ώχρας υποβάλλουν μια αίσθηση βαθιάς, σχεδόν υπαρξιακής ματαιότητας, σε ένα υποδειγματικά στημένο, βραβευμένο στο Φεστιβάλ του Σάντανς μοντέρνο φιλμ νουάρ, που γνωρίζει στην εντέλεια τους κώδικες του είδους, μεταγράφοντάς τους υποδειγματικά στη χαοτική κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα της εξεγερμένης Αιγύπτου.
Σουηδία, Δανία, Γερμανία. 2017. Διάρκεια: 106΄. Διανομή: SEVEN FILMS.

Από Χρήστο Μήτση 

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin