Αυγούστου 20, 2018

Κινηματογράφος

Από Χρήστο Μήτση 

Παλιομοδίτικο και ταυτόχρονα απόλυτα μοντέρνο, απέσπασε έξι υποψηφιότητες για Όσκαρ και δυο για Χρυσή Σφαίρα.

Λας Βέγκας. Ένας ξεπεσμένος τζογαδόρος μαθαίνει τα κόλπα στον νεαρό Τζον. Όλα αλλάζουν όμως όταν εκείνος ερωτεύεται την Κλέμεντιν. Ήδη από την πρώτη του ταινία, το «Hard Eight» του 1996, ο Πολ Τόμας Άντερσον περιγράφει έναν αντρικό κόσμο με τους δικούς του κώδικες, τους οποίους κατέχει ένας μέντορας, πρόθυμος ή διστακτικός να τους παραδώσει σε έναν φιλόδοξο μαθητή. Η γυναικεία παρουσία αποσυντονίζει το εγχείρημα, μοτίβο που επαναλαμβάνεται σε διάφορες παραλλαγές σχεδόν καθ’ όλη τη φιλμογραφία του κορυφαίου δημιουργού, ο οποίος από τις «Ξέφρενες Νύχτες» και το «Μανόλια» μέχρι τα «Θα Χυθεί Αίμα», «The Master» και «Έμφυτο Ελάττωμα» διαπραγματεύεται θέματα πίστης κι εξουσίας, εμμονής, φαντασιώσεων και παραπλάνησης.

Ο μετρ της «Αόρατης Κλωστής» είναι ο Ρέινολντς Γούντκοκ (άλλη μία προσεγμένη στη λεπτομέρειά της ερμηνεία του Ντάνιελ Ντέι Λιούις), κορυφαίος σχεδιαστής μόδας στο Λονδίνο του ’50. Περφεξιονίστας και απόμακρος, ζει μια μοναχική ζωή αυστηρής ρουτίνας, μέχρι που ερωτεύεται τη νεαρή Άλμα, μια λιγομίλητη σερβιτόρα την οποία επιχειρεί να μετατρέψει σε μοντέλο και μούσα του. Κι εκείνη υπακούει, παγιδευμένη ανάμεσα σε έναν γοητευτικό άντρα που αγαπάει και μια αυστηρή γυναίκα, με άκαμπτη συμπεριφορά, που τον εξουσιάζει. Την αδερφή του, τη Σίριλ (η αγαπημένη του Μάικ Λι Λέσλι Μάνβιλ, που κλέβει σχεδόν κάθε σκηνή), η οποία τον προσέχει, τον διευκολύνει στο καθετί και τον καθοδηγεί πρακτικά ως έτερον ήμισύ του.

Ο Άντερσον περιγράφει τις σχέσεις αυτού του ασύμμετρου τριγώνου με τη φινέτσα ενός εμμονοληπτικού με τη λεπτομέρεια σινε-μόδιστρου. Φέρνοντας στο νου τα απολύτως ζυγισμένα, εικαστικής τελειότητας καδραρίσματα του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, ανασυνθέτει έναν κόσμο ψυχρής κομψότητας και ανομολόγητου πάθους, αυστηρής καλλιτεχνικής δημιουργίας και απεγνωσμένης προσπάθειας για ανθρώπινη επικοινωνία. Καθώς εσωτερικοί λαβύρινθοι (σκάλες, διάδρομοι, μισάνοιχτες πόρτες) αντιπαρατίθενται με ανοιχτά φυσικά τοπία και η Άλμα αρχίζει να διεκδικεί τον Ρέινολντς από τη Σίριλ (η ατσαλάκωτη «θεϊκή» εικόνα­ του), κάθε καλοϋπολογισμένη βελονιά γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρα επίδειξη ισχύος. Αλλά όποιος πάρει τελικά τον έλεγχο πρέπει να είναι προετοιμασμένος πως… θα χυθεί αίμα.


Ακριβά υφάσματα, ραφινάτοι τρόποι και μια λαμπερή επιφάνεια που πίσω της κρύβει μια διαρκή μάχη συναισθηματικών χαρακωμάτων. Όπως πίσω από τα έντονα χρώματα και τη μελωδική μουσική του Τζόνι Γκρίνγουντ, η οποία υποβάλλει μια υπνωτιστική ατμόσφαιρα πλαστής αρμονίας, κρύβονται η γοτθική ψυχή της χιτσκοκικής «Ρεβέκκας» και τα bigger than life πάθη ενός παλιομοδίτικου –μα πόσο κομψού!– χολιγουντιανού μελοδράματος. Καθώς ο Άντερσον εκμοντερνίζει τους κώδικες, ανανεώνει τις θεματικές κι ενορχηστρώνει αριστοτεχνικά τις λεπτομέρειές τους, η «Αόρατη Κλωστή» ολοκληρώνεται ως ένα κινηματογραφικό instant classic πάνω στην αδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου να απελευθερωθεί από την (κοινωνικά παντοδύναμη) εικόνα του, απόλυτα γοητευτική και βαθιά καταραμένη.

ΗΠΑ. 2017. Διάρκεια: 130

Κινηματογράφος

Η θαυμάσια ερμηνεία του Γκάρι Ολντμαν ως Ουίνστον Τσόρτσιλ δεν χάνεται με τίποτε στην «Πιο σκοτεινή ώρα», ενώ δίπλα στην ταινία του Τζο Ράιτ βρίσκουμε και το αμερικανικό δράμα «Τρεις πινακίδες έξω από το Εμπινγκ στο Μιζούρι». Δύο ταινίες που θα ακουστούν στα προσεχή Οσκαρ

Αγνώριστος και θαυμάσιος ο Γκάρι Ολτμαν ως Ουίνστον Τσόρτσιλ στην Πιο σκοτεινή ώρα


Βαθµολογία
5: εξαιρετική, 4: πολύ καλή, 3: καλή, 2: ενδιαφέρουσα, 1: μέτρια, 0: απαράδεκτη

Η πιο σκοτεινή ώρα

«Είναι ένας άντρας, όπως όλοι» λέει στην αρχή της ταινίας του Τζο Ράιτ «Η πιο σκοτεινή ώρα» («Darkest hour», Αγγλία, 2017) η Κλημεντίνη Τσόρτσιλ (Κριστίν Σκοτ Τόμας) αναφερόμενη στον σύζυγό της Ουίνστον (Γκάρι Ολντμαν). Δεν είχε άδικο βέβαια, οι καθημερινές συνήθειες του Τσόρτσιλ, η ζωή του στο σπίτι, οι ατελείωτες ώρες στο... μπάνιο, δεν ήταν και το πιο αξιοζήλευτο πράγμα του κόσμου. Ομως τι άνδρας! Τι οξύ μυαλό, τι πνευματώδες χιούμορ, τι πολιτικοί ελιγμοί, τι σθένος, τι κουράγιο, τι αντοχές, τι πατριωτισμός, τι φιλοσοφία για τη ζωή! Πόσο χαρισματικός ομιλητής! Μα και τι ερμηνεία από τον ηθοποιό που εδώ τον υποδύεται!

Χάρη κυρίως στον Γκάρι Ολντμαν (που έχει το Οσκαρ ήδη στο τσεπάκι του), η ταινία αναδεικνύει όλα τα παραπάνω χαρίσματα του μοναδικού αυτού πολιτικού. Ο έμπειρος 60άρης ηθοποιός σε παίρνει κοντά του με το καλημέρα, σε κερδίζει ολοκληρωτικά, αδιαπραγμάτευτα, όπως θα σε κέρδιζε ο ίδιος ο Τσόρτσιλ. Ωστόσο, δεν ξέρω αν ο Ολντμαν θα αρκούσε αν δεν υπήρχε στη μέση το υποδειγματικό σενάριο του Αντονι Μακ Κάρτεν που εστίασε στην πραγματικά πιο σκοτεινή ώρα της καριέρας του Τσόρτσιλ, το 1939: μετά την παραίτηση του Νέβιλ Τσάμπερλεϊν (Ρόλαντ Πίκαπ) και ενώ ο Υποκόμης Χάλιφαξ (Στίβεν Ντιλέιν) είχε αρνηθεί την πρωθυπουργία, ο Τσόρτσιλ εξελέγη τελικά ενώ στην ουσία κανείς δεν τον ήθελε.

Και με τι βρέθηκε αντιμέτωπος ο Τσόρτσιλ; Με την ενδεχόμενη εισβολή των Γερμανών στην Αγγλία, με την πίεση όλων να παραδοθεί η χώρα, με τον στρατό του στριμωγμένο σε μια γωνιά της Ευρώπης ανίκανο να κάνει το οτιδήποτε (Δουνκέρκη), με τεράστια θέματα εσωτερικής πολιτικής και με τους ίδιους τους συναδέλφους του αντίπαλους _ για να μη μιλήσω για τον Βασιλιά Γεώργιο Στ' (Μπεν Μέντελσον) που δεν ήθελε ούτε ζωγραφιστό να τον βλέπει.
Αλλά ο Τσόρτσιλ τα κατάφερε. Σε όλα. Τους κέρδισε όλους. Πώς να μην υποκλιθείς μπροστά του;

«Εχει 100 ιδέες την ημέρα» έλεγαν για τον Τσόρτσιλ, «οι τέσσερις είναι καλές. Οι 96 είναι επικίνδυνες.» Η «Πιο σκοτεινή ώρα» είναι μια απολαυστική ανθολογία τέτοιων στιγμών με φάρο την καρδιά ενός γνήσιου πατριώτη, που σε εκείνη την κρίσιμη στιγμή της Ιστορίας, δεν κορόιδεψε κανέναν. Υποσχέθηκε «αίμα, ιδρώτα και δάκρυα» και πράγματι αυτό έδωσε. Γιατί τελικά αυτό ήταν το τίμημα της νίκης.

Βαθμολογία: 3 1/2
ΑΘΗΝΑ: ΤΡΙΑ ΑΣΤΕΡΙΑ - ODEON ΙΛΙΟΝ - ODEON STARCITY - ΟΛΑ ΤΑ VILLAGE - ΑΕΛΛΩ - ΑΘΗΝΑΙΟΝ CINEPOLIS ΓΛΥΦΑΔΑ - ΑΘΗΝΑΙΟΝ - ΑΙΓΛΗ - ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ - ΚΑΛΛΙΘΕΑ - ΑΝΟΙΞΗ - ΒΑΡΚΙΖΑ - ΚΗΦΙΣΙΑ - ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ - ΝΑΝΑ - ΣΠΟΡΤΙΝΓΚ - ΕΛΛΗ κ.α. ΘΕΣ/ΚΗ: ΚΟΛΟΣΣΑΙΟΝ- ODEON ΠΛΑΤΕΙΑ - ODEON ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ - VILLAGE COSMOS - CINEMA ONE

Τρεις πινακίδες έξω από το Εμπινγκ στο Μιζούρι

Προβλέψεις βραβείων Οσκαρ συνέχεια με την τελευταία ταινία του Ιρλανδού Μάρτιν Μακ Ντόναλ («Αποστολή στην Μπρυζ»), την οποία γύρισε στην καρδιά της αμερικανικής ενδοχώρας, το Μιζούρι. Οι «Τρεις πινακίδες έξω από το Εμπινγκ στο Μιζούρι» («Three billboards outside Ebing, Missouri», ΗΠΑ, 2017) είναι μια ασυνήθιστη περίπτωση ταινίας, ένα σκληρό δράμα στο οποίο όμως το κωμικό στοιχείο «εισβάλλει» με ευγένεια, βοηθώντας τον θεατή να νιώσει καλά ενώ παρακολουθεί μια κατά βάση πολύ τραγική ιστορία.

Εδώ, μια γυναίκα, η Μίλντρεντ (Φράνσες Μακ Ντόρμαντ), κάτοικος στης κωμόπολης Εμπινγκ στο Μιζούρι, αποφασίζει να δραστηριοποιηθεί όταν βλέπει την αστυνομία να αδρανεί στην υπόθεση δολοφονίας μετά βιασμού της κόρης της. Η δραστηριοποίησή της αφορά την ίδια την αστυνομία, την οποία εκθέτει μισθώνοντας την τοπική διαφημιστική εταιρεία να αξιοποιήσει τρεις τεράστιες, αχρησιμοποίητες πινακίδες της περιοχής στην οποία η Μίλντρεντ δίνει εντολή να γραφούν πράγματα εναντίον της και συγκεκριμένα εναντίον του αρχηγού της αστυνομίας (Γούντι Χάρελσον). Η Μίλντρεντ θεωρεί ότι αν υπάρχει μια πιθανότητα για να πάρει ο μηχανισμός επιτέλους μπροστά, αυτή είναι.

Αυτό που σίγουρα παίρνει μπροστά όμως είναι ο μηχανισμός της θαυμάσιας αυτής ταινίας που για τις επόμενες δύο ώρες σε κρατά σε αναμμένα κάρβουνα, τόσο σε ό,τι αφορά την ίδια την υπόθεση όσο (κυρίως) σε σχέση με τους χυμώδεις χαρακτήρες που την περιστοιχίζουν. Οπως στις ταινίες των αδελφών Κόεν, εδώ δεν θα βρούμε ούτε ένα αδιάφορο πρόσωπο, ακόμα και ο πιο μικρός, ασήμαντος ρόλος - του νάνου (Πίτερ Ντίνκεϊλ) για παράδειγμα, ή της γυναίκας του αρχηγού (η αυστραλέζα ηθοποιός Αμπι Κόρνις) - είναι ψηφίδες που αποκτούν σημασία στον κόσμο της ταινίας.

Στους β' ρόλους είναι ο Σαμ Ρόκγουελ που κερδίζει με το σπαθί του. Ο 49χρονος ηθοποιός καταφέρνει να μετατρέψει τον αντιπαθέστατο χαρακτήρα που υποδύεται, έναν ρατσιστή, αμαθή, αγροίκο αστυνομικό σε μια φιγούρα άξια ενδιαφέροντος. Αυτή είναι μια από τις αρκετές εκπλήξεις και ανατροπές μιας ταινίας που ενώ χαρακτηρίζεται από βαθιά μελαγχολία, ποτέ δεν γίνεται μίζερη και αντλεί πηγαία συγκίνηση.

Βαθμολογία: 3 1/2
ΑΘΗΝΑ: ODEON ΟΠΕΡΑ - ΑΒΑΝΑ

Maria by Callas - Η Μαρία Κάλλας εξομολογείται

Οχι ακριβώς ένα ντοκιμαντέρ με την κυριολεκτική έννοια του όρου αλλά ένα οπτικοακουστικό πορτρέτο της κορυφαίας λυρικής τραγουδίστριας - που στην πραγματικότητα ήταν μια πολύ βασανισμένη ψυχή - μέσα από τα ίδια της τα λόγια και με υλικό προερχόμενο αποκλειστικά από το παρελθόν. Ο νεαρός σκηνοθέτης Τομ Βολφ δεν έκανε καμία καινούργια συνέντευξη, δεν κατέθεσε καμία καινούργια άποψη. Εσκαψε βαθιά σε αρχεία και μόνταρε χιλιάδες εικόνες και αμέτρητα μέτρα φιλμ ατελείωτων ωρών από συνεντεύξεις και εμφανίσεις της Κάλλας για να κτίσει από την αρχή ένα πρόσωπο που όλοι ξέρουμε, ίσως όμως όχι και τόσο καλά όσο νομίζαμε. Αξονας της ταινίας η εκ βαθέων συνέντευξη της Κάλλας προς τον δημοσιογράφο Ντέιβιντ Φροστ στις αρχές της δεκαετίας του 1970, λίγο πριν πεθάνει και αποκάλυψή του ένα γράμμα παραπόνου της προς τον Αριστοτέλη Ωνάση που ακούγοντάς το με την φωνή της Φανί Αρντάν νιώθεις την ψυχή σου να ραγίζει. Εν ολίγοις, μετά από αυτήν την ταινία δεν νομίζω ότι χρειάζεται να ξαναγυριστεί τίποτε για την Κάλλας. Τα έχουμε όλα για αυτήν, κυρίως την ολοζώντανη ανάμνησή της.
Βαθμολογία: 3 ½

ΑΘΗΝΑ: ΔΙΑΝΑ - ΑΙΓΛΗ - ΔΑΝΑΟΣ - ΑΘΗΝΑΙΟΝ CΙΝΕPOLIS ΓΛΥΦΑΔΑ - ΑΤΛΑΝΤΙΣ - ΙΝΤΕΑΛ ΘΕΣ/ΚΗ: ΚΟΛΟΣΣΑΙΟΝ - ΦΑΡΓΚΑΝΗ

ΕΠΙΣΗΣ ΣΤΙΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ

Η ληστεία του αιώνα (Den of thieves, ΗΠΑ, 2018). Περιπέτεια σε σκηνοθεσία Κρίστιαν Γκούντεκαστ. Κάτι σαν trashy απάντηση προς την αριστουργηματική «Ενταση» του Μάικλ Μαν, στην οποία ο Τζέραρντ Μπάτλερ υποδύεται τον βίαιο αρχηγό μιας ομάδας αστυνομικών και ο Πάμπλο Σράιμπερ το αντίστοιχό του στους κακοποιούς. Η αιματηρή σύγκρουσή τους κλιμακώνεται αργά, σταθερά και σχετικά προβλέψιμα, ενώ στη μέση υπάρχει και ο ηθοποιός/ράπερ Ο' Σι Τζάκσον (γιος του ράπερ Ice Cube) μέσω του οποίου οι δημιουργοί κλείνουν το μάτι στην cult ταινία «Συνήθεις ύποπτοι». Εύπεπτο θέαμα. Βαθμολογία: 2 ½
ΑΘΗΝΑ: ΑΕΛΛΩ - ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ - WEST CITY - ΝΑΝΑ - ODEON ΓΛΥΦΑΔΑ - ODEON ΜΑΡΟΥΣΙ - ODEON STARCITY - ODEON ΙΛΙΟΝ - ΟΛΑ ΤΑ VILLAGE ΘΕΣ/ΚΗ: ODEON ΠΛΑΤΕΙΑ - ODEON ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ - VILLAGE COSMOS - CINEMA ONE

Ζάμα (διεθνής συμπαραγωγή, 2017). Δράμα εποχής σε σκηνοθεσία Λουκρισία Μαρτέλ. Η φύση παίζει ηχηρό ρόλο σε αυτή τη σκοτεινή, συχνά ασφυκτική ταινία που με φόντο μια χώρα της Λατινικής Αμερικής τον 18ο αιώνα περιγράφει τον Γολγοθά του Ζάμα (Ντανιέλ Χιμένεζ Κάτσο), ενός δικαστικού εκπροσώπου του Ισπανικού Στέμματος που επί χρόνια παλεύει να πάρει μετάθεση. Η Λουκρισία Μαρτέλ σχολιάζει τη βαρβαρότητα των λευκών απέναντι στους ιθαγενείς που λένε τα λιγότερα και κυρίως παρατηρούν τη λευκή παράνοια. Η ταινία, που βασίζεται σε ένα μυθιστόρημα του Αντόνιο Ντι Μπενεντέτο, βρίσκεται ενταγμένη σε ένα περιβάλλον όπου όλα σαπίζουν και καταρρέουν - και ο Ζάμα μαζί τους. Μια μαρτυρική περιπλάνηση που ναι μεν έχει κάτι το ονειρικό αλλά μπορεί να γίνει εξαντλητική για έναν θεατή μη εξοικειωμένο σε αυτού του είδους τον κινηματογράφο.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 2
ΑΘΗΝΑ: ΑΣΤΟΡ

12 δυνατοί (12 strong, ΗΠΑ, 2018). Πολεμικό δράμα σε σκηνοθεσία του Νικολάι Φούγκλσιγκ, με τους Κρις Χέμσγουορθ, Μάικλ Σάνον κ.ά. Ειλικρινά δεν κατάλαβα τον λόγο ύπαρξης μιας πολεμικής ταινίας που περιγράφει σήμερα, κοντά 20 χρόνια αργότερα, την πρώτη αποστολή αντεπίθεσης των Αμερικανών στο Αφγανιστάν μετά το κτύπημα των Διδύμων Πύργων. Μιλιταριστική, πολεμοχαρής προπαγάνδα του αισχίστου είδους, χωρίς στάλα αυτοκριτικής (όπως π.χ. το «Zero Dark Thirty» ή ο «Τοίχος»). Νιώθεις ότι χρηματοδοτήθηκε από το Πεντάγωνο, στο οποίο και απευθύνεται.
Βαθμολογία: 1

ΑΘΗΝΑ: VILLAGE ΜΑΡΟΥΣΙ - VILLAGE PΕΝΤΗ - VILLAGE ΦΑΛΗΡΟ - ODEON STARCITY - ΑΘΗΝΑΙΟΝ CINEPOLIS ΓΛΥΦΑΔΑ - ΑΕΛΛΩ - ΝΑΝΑ - WEST CITY κ.α. ΘΕΣ/ΚΗ: VILLAGE COSMOS - ODEON ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ - CINEMA ONE

Το ντοκιμαντέρ «Mountain» (Αυστραλία, 2017) προβάλλεται στις αίθουσες ΔΑΝΑΟΣ, MIKΡOKOΣMOΣ, KΗΦΙΣΙΑ, ΑΘΗΝΑΙΟΝ CINEPOLIS ΓΛΥΦΑΔΑ και τα κινούμενα σχέδια «Γατο...συμμορία η αρχή» («Top Cat begins», ΗΠΑ, 2015) στις αίθουσες της Αθήνας ODEON STARCITY, ΑΕΛΛΩ, ΑΙΓΛΗ ΧΑΛΑΝΔΡΙ, ΑΘΗΝΑΙΟΝ, ΑΘΗΝΑΙΟΝ CINEPOLIS ΓΛΥΦΑΔΑ, ΚΗΦΙΣΙΑ, ΝΑΝΑ, WEST CITY, ΡΕΝΑ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ, ΣΙΝΕΑΚ, ΣΠΟΡΤΙΝΓΚ, ΦΟΙΒΟΣ κ.ά. και της Θεσσαλονίκης VILLAGE COSMOS, ODEON ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ - CINEMA ONE.

Κινηματογράφος

Απαγορευμένα Μυστικά
Από Χρήστο Μήτση 

Έξι υποψηφιότητες για Χρυσή Σφαίρα για ένα υποδειγματικά κατασκευασμένο και αφηγηματικά συναρπαστικό πολιτικο-δημοσιογραφικό θρίλερ, το «Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου» της μοντέρνας χολιγουντιανής εποχής.


Απόλυτα επίκαιρο, μια και η σχέση κυβέρνησης Τραμπ - Τύπου είναι τόσο εχθρική όσο επί εποχής Νίξον, το σεναριακά ανολοκλήρωτο­ «The Post» πήρε το πράσινο φως μόλις τον προηγούμενο Φεβρουάριο και σε απίστευτα μικρό χρονικό διάστημα για το μέγεθος της παραγωγής του έκανε ήδη πρεμιέρα στις αίθουσες. Το εντυπωσιακό είναι πως τίποτα επάνω του δεν προδίδει αυτήν τη βιασύνη, καθώς η υποδειγματική κατασκευή του, προσεγμένη και στην παραμικρή λεπτομέρεια, το καθιστά υπόδειγμα «καλλιτεχνικού» χολιγουντιανού σινεμά κι ένα από τα μεγάλα οσκαρικά φαβορί, υποψήφιο και για έξι Χρυσές Σφαίρες. Γραμμένο από την πρωτοεμφανιζόμενη Λιζ Χάνα και τον οσκαρικά βραβευμένο Τζος Σίνγκερ («Spotlight»), το φιλμ αφηγείται την αληθινή ιστορία των Pentagon Papers, βασισμένο σε δύο δραματικούς άξονες.

Τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν μέχρι την περιπετειώδη δημοσίευσή τους και την «ενηλικίωση» της εκδότριας­ Κάθριν Γκράχαμ ως δυναμικής και ανεξάρτητης προσωπικότητας σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο. Σε άλλη μία αφοπλιστική ερμηνεία, γεμάτη μετρημένες σιωπές, κομπιάσματα και διακριτικά αμήχανες κινήσεις, η Μέριλ Στριπ υποδύεται την καλοαναθρεμμένη αστή, η οποία το 1963 βρέθηκε ξαφνικά, μετά την αυτοκτονία του εκδότη συζύγου της, επικεφαλής της «Washington Post». Οκτώ χρόνια αργότερα κι ενώ –χωρίς η ίδια να ελέγχει απόλυτα το διοι­κητικό συμβούλιο της εταιρείας– ο εκδοτικός όμιλος ετοιμάζεται να εισαχθεί στο χρηματιστήριο, οι ανταγωνιστές «New York Times» δημοσιεύουν ένα πολύκροτο άρθρο πάνω σε μια απόρρητη έκθεση του Πενταγώνου, η οποία αποκαλύπτει τις «βρόμικες» πρακτικές της αμερικανικής εμπλοκής στο Βιετνάμ, αποδεδειγμένα καταδικασμένης να αποτύχει. Η κυβέρνηση Νίξον αντιδρά και πετυχαίνει δικαστική απόφαση προσωρινής απαγόρευσης, κατά τη διάρκεια της οποίας οι 7.000 σελίδες της έκθεσης φτάνουν στα χέρια του διευθυντή της «Post» Μπέντζαμιν Μπράντλι. Μέχρι το άκρως ριψοκίνδυνο «τυπωθήτω» όμως θα μεσολαβήσουν πολλά.


Έχοντας στα χέρια του μια άρτια παραγωγή που αναπαριστά στην εντέλεια την εποχή, ένα πρωτοκλασάτο πρωταγωνιστικό επιτελείο κι ένα σενάριο το οποίο αναμειγνύει σε ιδανικές δόσεις τα συστατικά ενός πολιτικού θρίλερ, ενός ψυχολογικού δράματος κι ενός ιστορικού ντοκουμέντου, ο Σπίλμπεργκ υπογράφει το μοντέρνο «Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου» κι ένα κομψοτέχνημα του αφηγηματικά ασυναγώνιστου χολιγουντιανού σινεμά. Όπου μέσα του βρίσκεις την πιο ξεκάθαρη, πολυδοκιμασμένη και άκρως αποτελεσματική δραματουργική συνταγή, τις ιδιοφυείς διηγηματικές πρακτικές που επί δύο ολόκληρες ώρες δεν σε αφήνουν να πάρεις ανάσα, την αγωνία, τη συγκίνηση, τον (φιλελεύθερο) ήρωα της διπλανής πόρτας, την αληθινή ιστορία (πάντα από την πλευρά των νικητών) και, φυσικά, τη λεπτομερή επεξήγηση-διδαχή γιατί και πώς (τα λογύδρια του «πατριώτη» Ντάνιελ Έλσμπεργκ και της κ. Μπράντλι). Ποιος, εκτός ίσως του... Ντόναλντ Τραμπ, θα του αντιστεκόταν;

ΗΠΑ. 2018. Διάρκεια: 115΄. Διανομή: ODEON.

Κινηματογράφος

Η μαγευτική και συγκινητική ταινία για όλη την οικογένεια, «Coco», κυκλοφορεί στις 14 Δεκεμβρίου από την Feelgood.

ΗPixar επιστρέφει με τη 19η της ταινία, για να οδηγήσει όχι μόνο το κινούμενο σχέδιο αλλά και το ίδιο το σινεμά ακόμα παραπέρα, με πρωτόγνωρες εικόνες και μία συναρπαστική ιστορία που ακουμπά, όπως πάντα, με το παγκόσμιο μήνυμα της, μικρούς και μεγάλους. Το COCO είναι μια πολύχρωμη περιπέτεια που τιμά τις μεξικάνικες παραδόσεις και μας ταξιδεύει στην πολύβουη Χώρα των Ζωντανών αλλά και στη μαγική Χώρα των Προγόνων με όχημα τη μουσική ή ακόμα καλύτερα την αγάπη για τη μουσική. Μια ταινία που γιορτάζει την αξία και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της κάθε οικογένειας, όπως ρίζωσε κάποτε και όπως ανθίζει με κάθε νέο μέλος της, με ένα πρωτότυπο μωσαϊκό αξέχαστων χαρακτήρων, που υφαίνουν όλοι μαζί μία συγκινητική, ξεκαρδιστική και, όπως μας έχει συνηθίσει το φιλόδοξο στούντιο, καθηλωτική ιστορία.

Τη σκηνοθεσία αναλαμβάνουν οι Lee Unkrich (Toy Story 3) και Adrian Molina (story artist Monsters University), οι οποίοι συμμετέχουν στην ιδέα και το σενάριο, τη μουσική υπογράφει ο βραβευμένος με Όσκαρ συνθέτης Michael Giacchino (Up), ενώ στην ταινία ακούγεται το αξέχαστο Θυμήσου Με, ένα τραγούδι από τους βραβευμένους με Όσκαρ Kristen Anderson-Lopez και Robert Lopez (Frozen).

Σύνοψη
Παρά τη μυστηριώδη οικογενειακή απαγόρευση της μουσικής -η οποία κρατάει ολόκληρες γενιές-, ο Μιγκέλ ονειρεύεται να γίνει διάσημος μουσικός όπως το είδωλό του, Ερνέστο δε λα Κρουζ. Μετά από μερικά αλλόκοτα γεγονότα, και λαχταρώντας να αποδείξει το ταλέντο του, ο Μιγκέλ θα βρεθεί στην εκθαμβωτική, συναρπαστική και πολύχρωμη Χώρα τον Προγόνων. Με συνοδοιπόρο έναν γοητευτικό απατεώνα που ακούει στο όνομα Έκτωρ, ο Μιγκέλ θα ζήσει ένα απίστευτο ταξίδι που θα φανερώσει την κρυφή ιστορία της οικογένειας του.

Μια γιορτή που τιμά την οικογένεια και την τέχνη του να μένεις αξέχαστος
«Το COCO έχει να κάνει με ένα 12χρονο αγόρι που έχει μεγάλα όνειρα» λέει ο σκηνοθέτης Lee Unkrich. «Έχει να κάνει με μία οικογένεια που παλεύει για τα προς το ζην με παραδόσεις και πολλή αγάπη. Αυτό που έχει το πιο ενδιαφέρον στην ταινία είναι ότι αυτό το αγόρι θα μπορούσε να είναι ο γιος μου. Η οικογένεια θα μπορούσε να μένει στο διπλανό σπίτι. Η γλυκιά, αυταρχική γιαγιούλα που επιμένει να φας όλο σου το φαγητό θα μπορούσε να είναι η γιαγιά σου. Υπάρχει κάτι το οικείο για όλους μας σ’ αυτή την ιστορία. Αυτό την κάνει πολύ ξεχωριστή».

Το παγκόσμιο θέμα της οικογένειας άρεσε στους δημιουργούς. «Είμαστε όλοι μέρος μιας οικογένειας» λέει ο έτερος συν- σκηνοθέτης και συν-σεναριογράφος Adrian Molina. «Αυτές οι σχέσεις είναι πανέμορφες και σύνθετες. Αλλά η οικογένεια διαμορφώνει αυτό που είμαστε, κι αν είχαμε την ευκαιρία να συναντήσουμε τους προγόνους μας, θα αναγνωρίζαμε τον εαυτό μας σ’ εκείνους;».

Ο Unkrich προσθέτει: «Αναγνωρίσαμε την κοινή ανάγκη να μας θυμούνται, να νιώθουμε ότι μετράμε για τους άλλους καιρό μετά το πέρασμα μας από εδώ. Παρομοίως, υπάρχει έντονη ανάγκη να κρατήσουμε ζωντανές τις αναμνήσεις των αγαπημένων μας. Όταν μοιραζόμαστε τις ιστορίες μας και δημιουργούμε τις δικές μας, χτίζουμε αυτή τη σύνδεση ανάμεσα στις γενιές και αυτό είναι μεγαλύτερο από την καθημερινότητα μας».

Από μικρός στα διλήμματα
Η 19η ταινία της Pixar Animation Studios μας παρουσιάζει τον Μιγκέλ, ένα φιλόδοξο πιτσιρίκο, μουσικό και αυτοδίδακτο κιθαρίστα, που ονειρεύεται να ακολουθήσει τα χνάρια του ειδώλου του, Ερνέστο δε λα Κρουζ, του πιο διάσημου μουσικού στην ιστορία του Μεξικό. Αλλά η οικογένεια του Μιγκέλ απαγορεύει τη μουσική. Χρόνια πριν, η προ-προγιαγιά και ο προ-προπάππους του Μιγκέλ βρέθηκαν σε αδιέξοδο: Εκείνη ήθελε να μεγαλώσει την οικογένεια της στη Σάντα Σεσίλια, αλλά εκείνος δεν ήθελε να αφήσει το όνειρο του και παράτησε την οικογένεια του για να γίνει μουσικός. Ως αποτέλεσμα, από γενιά σε γενιά, η οικογένεια απαγόρευσε τη μουσική, γεγονός που δυσαρεστεί τον Μιγκέλ. «Όταν ο Μιγκέλ ανακαλύπτει ένα οικογενειακό μυστικό, μία σύνδεση με τον Ερνέστο δε λα Κρουζ, σπεύδει να μοιραστεί τα νέα με την οικογένεια του, πιστεύοντας ότι θα του ανοίξει τον δρόμο να γίνει μουσικός» λέει ο συν-σεναριογράφος Matthew Aldrich. «Προς μεγάλη του έκπληξη, τα πράγματα χειροτερεύουν».

Ο Molina προσθέτει: «Ο Μιγκέλ νιώθει σαν να πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στο πάθος του για τη μουσική και την αγάπη του για την οικογένεια. Θέλει να μοιραστεί το ταλέντο του με την οικογένεια του, για να τους αποδείξει ότι η μουσική είναι ωραία και άξια τιμής. Αλλά τα πράγματα πάνε στραβά».

Οι παρορμητικές κινήσεις του Μιγκέλ προκαλούν ένα μαγικό γεγονός και ξαφνικά είναι ορατός μόνο από αυτούς που έχουν έρθει από την Χώρα των Προγόνων για την Ντία ντε λος Μουέρτος. Αυτός ο ολοζώντανος και χρωματιστός παράλληλος κόσμος κατοικείται από γενιές και γενιές ανθρώπων που έχουν αφήσει πίσω τους τη Χώρα των Ζωντανών, συμπεριλαμβανομένων και των προγόνων του ίδιου του Μιγκέλ, που τον αναγνωρίζουν αυτόματα και προσφέρονται να τον βοηθήσουν.

Ακόμα παραπέρα από τα συνηθισμένα
Από το Παρίσι μέχρι την Μπαμπουλόπολη, η Pixar Animation Studios εξερευνά πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους κόσμους. Η έρευνα φυσικά είναι η θεμέλιος λίθος για τη δημιουργία αυτών των φανταστικών, αλλά και αληθοφανών κόσμων και των κατοίκων τους, είτε είναι παιχνίδια σε παιδικό δωμάτιο είτε σπίτια που απογειώνονται από ένα μάτσο μπαλόνια.

Με φόντο το Μεξικό, το Coco παρουσιάζει δύο διαφορετικούς κόσμους: Τη Χώρα των Ζωντανών και τη Χώρα των Προγόνων. Ο Μιγκέλ και η οικογένεια του κατάγονται από τη Σάντα Σεσίλια, μια χαριτωμένη πόλη με την πολύβουη πλατεία της όπου συγκεντρώνονται όλοι. «Η ιστορία του Coco αντλεί έμπνευση από το λαό του Μεξικού, τις κουλτούρες και τις παραδόσεις» λέει ο Unkrich.

Για το Coco, οι δημιουργοί έκαναν έρευνα από διάφορες πλευρές, μίλησαν με ειδικούς και συμβούλους, μελέτησαν τη μεξικάνικη τέχνη, τον κινηματογράφο και τη μουσική και ταξίδεψαν στο Μεξικό για να αποκτήσουν την εμπειρία των παραδόσεων, να συναντήσουν ανθρώπους και να δούνε από πρώτο χέρι πού θα ζούσαν οι χαρακτήρες τους.

Ειδικοί σε θέματα κουλτούρας
Οι δημιουργοί συνεργάστηκαν με μία ομάδα ειδικών σε θέματα πολιτισμού, ανάμεσα τους και ο σκιτσογράφος με ειδίκευση σε πολιτικά θέματα, Lalo Alcaraz, ο θεατρικός συγγραφέας Octavio Solis και η συγγραφέας για θέματα τέχνης και κληρονομιάς Marcela Davison Aviles. Οι σύμβουλοι, των οποίων οι οικογένειες κατάγονται από το Μεξικό, έδωσαν τη γνώμη τους για τα πάντα από τα ρούχα μέχρι τη διακόσμηση, τη χρωματική παλέτα, ακόμα και το διάλογο, ενθαρρύνοντας τη μείξη αγγλικών με ισπανικά στο σενάριο με έναν τρόπο που να μη χρειάζεται μετάφραση. «Αυτό καθρεφτίζει το μεγάλωμα μας» λέει ο Solis. «Μεγαλώσαμε σε δίγλωσσα περιβάλλοντα. Μιλούσαμε αγγλικά και ισπανικά στην αυλή του σχολείου εναλλάξ».

Ο Solis πρότεινε στους δημιουργούς να μην πάρουν πολύ στα σοβαρά τους χαρακτήρες της Χώρας των Προγόνων. «Η προσέγγιση στο να τιμούμε τους προγόνους μας είναι ανάλαφρη, αν κάποιος ήταν κακός μπελάς ζωντανός, τότε είναι το ίδιο κακός μπελάς και μετά. Οπότε νομίζω ότι η ταινία το δείχνει αυτό πολύ καλά».

Ο Alcaraz βοήθησε τους δημιουργούς να αντιληφθούν το θέμα της οικογένειας με τον τρόπο των Μεξικανών. «Οι Λατίνοι έχουν έντονη οικογενειακή δομή, η οικογένεια είναι το νούμερο ένα» λέει. «Αυτό μου αρέσει στο Coco».«Είναι μία πανανθρώπινη ιστορία για την οικογενειακή αγάπη που κρατάει μέσα στο χρόνο» προσθέτει η Aviles.

Έρευνα σε βάθος
«Μόλις αποφασίσαμε ότι θέλαμε να πούμε μια ιστορία που διαδραματίζεται στο Μεξικό, κλείσαμε το πρώτο μας ταξίδι εξερεύνησης» λέει ο σκηνοθέτης Lee Unkrich. «Μέσα σε τρία χρόνια, επισκεφθήκαμε μουσεία, αγορές, πλατείες, εργαστήρια, εκκλησίες, κτήματα και νεκροταφεία σε όλο το Μεξικό» λέει ο σκηνοθέτης. «Οι οικογένειες μας καλωσόρισαν στο σπίτι τους και μας έμαθαν πράγματα για τα φαγητά που τους αρέσουν, τη μουσική που ακούν, τις παραδόσεις τους. Το πιο σημαντικό ήταν ότι γίναμε μάρτυρες της σημασίας που έχει η οικογένεια».

Αυτό, σύμφωνα με τον Unkrich, πυροδότησε την ιστορία που θα δούμε στο πανί. «Θέλαμε να δείξουμε τους οικογενειακούς δεσμούς που έχουμε με τους προγόνους» λέει ο δημιουργός. «Η ιστορία γιορτάζει το παρελθόν, ακόμα κι όταν κοιτάει στο μέλλον».

Ένα παραμύθι για δύο κόσμους
Το Coco διαδραματίζεται σε δύο ξεχωριστούς, αλλά παράλληλους κόσμους: Τη Χώρα των Ζωντανών και τη Χώρα των Προγόνων. Κατά τη διάρκεια του χρόνου, αυτοί οι δύο κόσμοι συνυπάρχουν ανεξάρτητα, αλλά αρμονικά – μία μέρα το χρόνο όμως συναντούν ο ένας τον άλλο. «Η Ντία ντε λος Μουέρτος είναι σαν μία μεγάλη οικογενειακή συγκέντρωση που ενώνει τους νεκρούς με τους ζωντανούς» λέει ο σκηνοθέτης. «Αλλά δεν έχει να κάνει με το πένθος. Είναι μια γιορτή. Έχει να κάνει με τις αναμνήσεις όλων των μελών και των αγαπημένων που έχουν φύγει και τους κρατάμε κοντά μας».

Παρ’ όλο που αυτοί οι δύο κόσμοι σχεδιάστηκαν έτσι ώστε να είναι αντίθετοι, ο συν-σκηνοθέτης και συν- σεναριογράφος Adrian Molina λέει ότι μοιράζονται βασικά χαρακτηριστικά. «Είναι και οι δύο γεμάτοι με χρώμα, μουσική και χαρά» λέει. «Οι χαρακτήρες, είτε ζωντανοί είτε νεκροί, είναι αισιόδοξοι και τελείως αφοσιωμένοι στις οικογένειες τους».

Τα αντίθετα έλκονται
«Ξέραμε ότι θέλαμε να έχουμε όσο το δυνατόν πιο έντονη αντίθεση ανάμεσα στη Χώρα των Ζωντανών και τη Χώρα των Προγόνων» λέει ο Unkrich. «Ερευνήσαμε τρόπους που θα μπορούμε να διαφοροποιήσουμε τους κόσμους. Στον ένα κόσμο έχουμε κυρίως μέρα, στον άλλο, δηλαδή στη Χώρα των Προγόνων έχουμε κυρίως νύχτα».

«Ένας άλλος τρόπο να ξεχωρίσουμε τους κόσμους ήταν μέσα από το χρώμα» συνεχίζει ο Unkrich. «Δεδομένης της συγκεκριμένης γιορτής και της εικονογραφίας της, ξέραμε ότι η Χώρα των Προγόνων θα έπρεπε να είναι οπτικά ένα γεμάτο ζωντάνια και χρώματα μέρος, οπότε σχεδιάσαμε τη Σάντα Σεσίλια με πιο διακριτικά χρώματα. Φυσικά δε της λείπει το χρώμα, ειδικά λόγω της γιορτής».

Ποιοι ζουν στη Χώρα των Ζωντανών;
Η Σάντα Σεσίλια είναι η πατρίδα του Μιγκέλ και όλης της οικογένειας Ριβέρα. Μπορεί να είναι τοσοδούλα, αλλά είναι πασίγνωστη, λέει ο συν-σκηνοθέτης Adrian Molina. «Ο πιο διάσημος μουσικός σε ολόκληρο το Μεξικό ήταν παιδί αυτής της πόλης», λέει ο Molina. «Ξεκίνησε στη μικρή της πλατεία. Πολλά χρόνια πριν, ο Ερνέστο δε λα Κρουζ έγινε διάσημος σε όλο τον κόσμο. Ως αποτέλεσμα, οι μουσικοί από όλο το Μεξικό έρχονται στη Σάντα Σεσίλια για να τιμήσουν το είδωλο τους».

Μιγκέλ (Anthony Gonzalez/Ιωάννης Παναγιώτης Χασιώτης)
Ένα δωδεκάχρονο αγόρι που παλεύει με αντίπαλο την οικογενειακή παράδοση που απαγορεύει τη μουσική εδώ και χρόνια. «Ο Μιγκέλ αγαπά τη μουσική στα κρυφά» λέει ο σκηνοθέτης Lee Unkrich. «Έχει κατασκευάσει μία κιθάρα στα πρότυπα της εμβληματικής κιθάρας που θυμίζει κρανίο του Ερνέστο δε λα Κρουζ. Και είναι αυτοδίδακτος».

Σύμφωνα με τον συν-σκηνοθέτη Adrian Molina, ο Μιγκέλ είναι ένας χαρακτήρας οικείος σε όλους μας. «Όλοι έχουν όνειρα» λέει ο Molina. «Και με αυτά τα όνειρα έρχεται συχνά ένα ερωτηματικό: Μπορώ να το κάνω αυτό; Και ο Μιγκέλ έχει την επιπρόσθετη πίεση του να πηγαίνει κόντρα στις επιθυμίες της οικογένειας».

Ο Μιγκέλ σύντομα ανακαλύπτει ότι ο Ερνέστο δε λα Κρουζ είναι μέλος της οικογένειας του. Όταν βρεθεί από ατύχημα στη Χώρα των Προγόνων, μαθαίνει ότι ο εμβληματικός σταρ είναι ο μοναδικός που μπορείς να τον βοηθήσει να επιστρέψει στη Χώρα των Ζωντανών. Το ταξίδι του Μιγκέλ μέσα από τη Χώρα των Προγόνων αποκαλύπτει πολλά για τον ίδιο και για την οικογένεια του.

Μαμά Κόκο (Ofelia Murguía/Χριστίνα Κουτσουδάκη)
Η λατρεμένη προγιαγιά του Μιγκέλ. Μπορεί να είναι μία εύθραυστη γριούλα, αλλά αυτό δε σταματά τον Μιγκέλ από το να μοιράζεται μαζί της τις καθημερινές του περιπέτειες. Σύμφωνα με τον Unkrich οι δημιουργοί είχαν επηρεαστεί από τις οικογένειες στο Μεξικό στις οποίες συχνά έβρισκαν πολλές γενιές να ζουν στο ίδιο σπίτι. «Μωρά στο σπίτι με τις προγιαγιάδες παρέα» σχολιάζει ο σκηνοθέτης. «Θέλαμε να το αγκαλιάσουμε αυτό. Παρ’ όλο που η μνήμη της σβήνει σιγά σιγά, η Μαμά Κόκο περιβάλλεται από ανθρώπους που την αγαπούν».

Σύμφωνα με τους δημιουργούς η Μαμά Κόκο είναι περίπου 97 χρονών και της φαίνεται. Είναι περήφανα ρυτιδιασμένη και αξιοπρεπώς αργοκίνητη.

Αμπουελίτα (Renée Victor/Βίνα Παπαδοπούλου)
Η γιαγιά του Μιγκέλ. Η πιο δριμεία εκτελεστής των κανόνων της οικογένειας Ριβέρα. Αγαπά την οικογένεια της πολύ και θα κάνει τα πάντα για να τους προστατέψει. Αλλά όταν θυμώνει, αγριεύει. «Κρατάει τη φλόγα των κανόνων αναμμένη και η μουσική δεν παίζει ποτέ» λέει ο Unkrich. «Μπορεί να είναι θερμή και τρυφερή τη μία στιγμή και την άλλη να σπάει κόκκαλα με τα λόγια της. Έχει πλάκα γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι σε περιμένει μαζί της». Ο Molina από την άλλη βλέπει κάτι από τη μητέρα του σε αυτό τον χαρακτήρα. «Είναι αγαπησιάρα, αλλά θα σε βάλει και στη θέση σου», σχολιάζει.

Πάπα (Jaime Camil/Δημήτρης Παπαδάτος ) – Μαμά (Sofía Espinosa/Σοφία Παναηλίδου)
Ο υποστηρικτικός πατέρας του Μιγκέλ που ελπίζει ότι κάποια μέρα ο γιος του θα δουλέψει μαζί του στο οικογενειακό υποδηματοποιείο. Άλλωστε, ένας Ριβέρα είναι υποδηματοποιός πέρα ως πέρα.

Η τρυφερή μαμά του Μιγκέλ τον ενθαρρύνει να ασπαστεί τις οικογενειακές παραδόσεις. Εγκυμονεί ένα μικρό αδελφάκι.

Ντάντε
Αντιπροσωπευτικό δείγμα Σόλο (Σολοϊξκουίντλι), της εθνικής ράτσας σκύλων του Μεξικό. Σχεδόν άτριχος, με μία γλώσσα που ξεπροβάλλει μονίμως από το στόμα του απουσία δοντιών και εξαιρετικά πιστός στο αφεντικό του Μιγκέλ. «Ο Ντάντε είναι ο εξομολόγος του Μιγκέλ, ο μόνος χαρακτήρας με τον οποίο μοιράζεται την αγάπη του για τη μουσική» λέει ο συν-σεναριογράφος Matthew Aldrich.

Ποιος είναι ποιος στη Χώρα των Προγόνων;
«Χρειαζόμασταν μία λογική για αυτόν τον κόσμο. Επίσης καταλάβαμε ότι διαστέλλεται συνεχώς για να χωράει όλους τους καινούριους κατοίκους που έρχονται. Οπότε αναρωτηθήκαμε πώς θα ήταν ένας κόσμος στον οποίο συνεχώς προστίθενται καινούρια κομμάτια» λέει οι σκηνοθέτης Lee Unkrich. Οι δημιουργοί έστρεψαν την έρευνα τους στην αρχαιά ιστορία του Μεξικού. Η πόλη είχε χτιστεί πάνω στα ισοπεδωμένα ερείπια της αζτεκικής πρωτεύουσας Tenochtitlán, που περιτριγυριζόταν από νερό. Σε αυτή τη χώρα ζει μια ολοζώντανη κοινότητα, παρ’ όλο που οι χαρακτήρες είναι σκελετωμένοι!

Έκτωρ (Gael García Bernal/Χρήστος Θάνος)
Χαριτωμένος απατεωνίσκος που επιστρατεύει τον Μιγκέλ να τον βοηθήσει να επισκεφτεί τη Χώρα των Ζωντανών. «Θέλει απεγνωσμένα να επισκεφτεί τη Χώρα των Ζωντανών» λέει ο συν-σκηνοθέτης Adrian Molina. «Αλλά υπάρχει ένας κανόνας που λέει ότι αν κανείς δε σε θυμάται στη Χώρα των Ζωντανών, αν κανείς δεν έχει μια φωτογραφία σου στολισμένη κάπου, τότε δεν υπάρχει κανείς να σε υποδεχτεί στη Χώρα των Ζωντανών και άρα δεν μπορείς να πας απέναντι».

Δυστυχώς, κανείς δεν θυμάται τον Έκτωρ. «Είναι σε κακά χάλια» λέει σκηνοθέτης Lee Unkrich. «Κουτσαίνει, τα κόκκαλα του κιτρινίζουν και κροταλίζουν. Έχει ένα σπασμένο πλευρό, περπατάει και οι γοφοί του πέφτουν, το χέρι του μπορεί να αποκολληθεί ξαφνικά και πρέπει να το μαζέψει και να το ξαναβάλει στη θέση του».

Ο Gael García Bernal δανείζει τη φωνή του στον Έκτωρ. «Είμαστε θαυμαστές του Gael» λέει ο Unkrich. «Είναι σε πολλές απίστευτες ταινίες. Όταν τον είδαμε στο Mozart in the Jungle ξέραμε ότι είχαμε βρει τον Έκτωρ. Είναι αστείος και απίστευτα γοητευτικός. Είναι μεθυστικός».

«Έχω δύο μικρά παιδιά, οπότε βλέπω συνέχεια παιδικές ταινίες» λέει ο Bernal. «Ονειρευόμουν να δουλέψω με την Pixar και είναι καταπληκτικό που συνέβη με μία τόσο σύνθετη και υπερβατική ιστορία, που διαδραματίζεται στο Μεξικό, από όπου κατάγομαι. Όλα μου άρεσαν. Η μουσική, τα χρώματα, η ιστορία, οι χαρακτήρες, όλα».

Ερνέστο δε λα Κρουζ (Benjamin Bratt/Γιώργος Ζαχαρόπουλος)
Το είδωλο του Μιγκέλ, ο πιο διάσημος μουσικός στην ιστορία του Μεξικού. Αποθεωμένος από τους θαυμαστές του σε όλο τον κόσμο, ο γοητευτικός και χαρισματικός μουσικός είναι λατρεμένος και στη Χώρα των Προγόνων. «Η αγαπημένη του φράση είναι το άδραξε τη μέρα» λέει ο Unkrich. «Και ο Μιγκέλ την ακολουθεί κατά γράμμα».

Αστέρι του θεάτρου και του κινηματογράφου χάρη στη βελούδινη φωνή του, την ομορφιά του, το απαράμιλλο ταλέντο του και τους αξέχαστους στίχους του, ο Ερνέστο έχει μία κιθάρα ορόσημο με μοτίβο κρανίου. Με περισσότερα από 20 τραγούδια, 6 άλμπουμ και 7 ταινίες στο ενεργητικό του, ο Ερνέστο είναι διάσημος για το τραγούδι του Θυμήσου Με.

Ο Benjamin Bratt χαρίζει τη φωνή του στον Ερνέστο. «Θέλαμε κάποιον που να είναι αγαπητός με λαμπερή προσωπικότητα» λέει ο Molina. «Ο Benjamin έχει αυτή την παρουσία, ειδικά όταν μπαίνει στον ρόλο και φουσκώνει το στήθος του από περηφάνια. Είναι φανταχτερός, γοητευτικός και ανοιχτός. Παρ’ όλο που χρησιμοποίησε μόνο τη φωνή του, η ερμηνεία του ενέπνευσε τους animators».

«Μέρος της έμπνευσης μου ήταν ο πατέρας μου» λέει ο Bratt. «Τραβούσε την προσοχή οπουδήποτε».

Μάμα Ιμέλντα (Alanna Ubach/Σία Κοσκινά)
Η προ-προγιαγιά του Μιγκέλ, η μητριαρχική φιγούρα της οικογένειας Ριβέρα και η ιδρύτρια της περίφημης επιχείρησης υποδηματοποιίας. Ο Μιγκέλ τη συναντά στη Χώρα των Προγόνων και ανακαλύπτει ότι δεν μοιράζονται την αγάπη για τη μουσική. «Η Ιμέλντα είναι η πηγή της απαγόρευσης της μουσικής στην οικογένεια» λέει ο Unkrich. «Πριν καιρό, είχε παντρευτεί έναν μουσικό, αλλά εκείνος είχε άλλες προτεραιότητες στη ζωή. Εκείνη ήθελε οικογένεια, εκείνος δεν μπορούσε να στερηθεί την αγάπη για τη μουσική».

Πεπίτα
Ο πνευματικός οδηγός της Μάμα Ιμέλντα είναι μια πολύχρωμη επιβλητική αγριόγατα με φτερά, εμπνευσμένη από τη λαϊκή τέχνη του Μεξικού.

Τσιτσαρόν (Edward James Olmos/Μανώλης Γιούργος)
Ο στριμμένος φίλος του Έκτωρ. Κανείς δεν τον θυμάται κι αυτό δυσχεραίνει τη θέση του στη Χώρα των Προγόνων. Είναι ένα κινούμενο ράκος με ελάχιστες πιθανότητες να τον θυμηθεί κάποιος από τη Χώρα των Ζωντανών.

Συντελεστές
Σενάριο: Adrian Molina, Matthew Aldrich

Σκηνοθεσία: Lee Unkrich, Adrian Molina

Ακούγονται: Anthony Gonzalez, Gael García Bernal, Ana Ofelia Murguía, Renée Victor, Jaime Camil, Sofía Espinosa, Luis Valdez, Lombardo Boyar, Benjamin Bratt, Edward James Olmos, Alanna Ubach, Selene Luna, Alfonso Arau, Herbert Siguenza, Octavio Solis, Gabriel Iglesias, Cheech Marin, Blanca Araceli

Στην ελληνική μεταγλώττιση ακούγονται: Ιωάννης Παναγιώτης Χασιώτης, Χρήστος Θάνος, Γιώργος Ζαχαρόπουλος, Σία Κοσκινά, Βίνα Παπαδοπούλου, Δημήτρης Παπαδάτος, Κώστας Δαρλάσης, Πέτρος Δαμουλής, Σπύρος Μπιμπίλας, Κώστας Φιλίππογλου, Χριστίνα Κουτσουδάκη, Φωτεινή Δεμίρη, Χριστίνα Αλεξίου, Μανώλης Γιούργος, Σοφία Παναηλίδου, Λίλυ Παπαγιάννη, Βασιλική Δήμου, Τάσος Κωστής, Μαρία Πλακίδη, Ντίνος Σούτης, Αργύρης Κανδύλης

Μουσική: Michael Giacchino

Πριν την βασική προβολή του «Coco», προβάλλεται επίσης η ταινία μικρού μήκους Ψυχρά κι Ανάποδα: Η Περιπέτεια του Όλαφ.

Σύνοψη
Είναι τα πρώτα Χριστούγεννα από τότε που άνοιξαν οι πόρτες του κάστρου και η Άννα και η Έλσα έχουν οργανώσει εορτασμούς για όλη την Αρεντέλα. Όταν οι κάτοικοι της πόλης αποχωρούν νωρίς για να γιορτάσουν τα δικά τους έθιμα στα σπίτια τους, οι δύο αδερφές συνειδητοποιούν πως δεν έχουν οικογενειακές παραδόσεις. Ο Όλαφ αποφασίζει να σώσει τα πρώτα Χριστούγεννα των φίλων του και «χτενίζει» το βασίλειο για να φέρει τα καλύτερα Χριστουγεννιάτικα έθιμα!

14 Δεκεμβρίου στους κινηματογράφους από την Feelgood

Κινηματογράφος

Ένα «ψυχαναλυτικό θρίλερ επιστημονικής φαντασίας», σύμφωνα με τον δημιουργό του, τολμηρό μα εσωστρεφή και υπερβολικά αλληγορικό πειραματιστή της κινηματογραφικής αφήγησης. Βραβείο της Ακαδημίας Κινηματογράφου (συνολικά από τις δέκα υποψηφιότητες) για την ερμηνεία της Σοφίας Κόκκαλη.


Δημιουργός που δεν συμβιβάζεται με τις παραδοσιακές, τακτοποιημένες φόρμες κινηματογραφικής αφήγησης, ο Αλέξανδρος Βούλγαρης ή The Boy, το ψευδώνυμο με το οποίο κάνει επιτυχημένη μουσική καριέρα­, συνεχίζει από το αυτοαναφορικό «Higuita» (2012), επιμένοντας σε ένα σινεμά που τολμά να προκαλέσει και να ξεβολέψει τον –αυστηρά σινεφίλ– θεατή, καθώς μιλάει στις αισθήσεις και όχι στην εφησυχασμένη λογική του. Χωρίς γραμμική χρονική εξέλιξη, το σενάριο του «Νήματος» αφορά τη Νίκη, μια γυναίκα που αφιέρωσε τη ζωή της στον πολιτικό αγώνα. Ο γιος της Λευτέρης νιώ­θει παραμελημένος επειδή εκείνη είχε λάθος προτεραιότητες.

Αντιμέτωποι η μία με το παρελθόν και ο άλλος με το μέλλον, είναι έτοιμοι να κόψουν το νήμα που τους κρατά δεμένους μεταξύ τους. Πρόκειται για ένα «ψυχαναλυτικό θρίλερ επιστημονικής φαντασίας», σύμφωνα με τον δημιουργό, σκληρό και ειλικρινές, με άμεσες αναφορές στην πρόσφατη ελληνική Ιστορία αλλά και σε εκείνη του σκηνοθέτη. Εσωστρεφές και υπερβολικά αλληγορικό ταυτόχρονα, είναι στιγμές που σοκάρει, σαν μια σπαρακτική κραυγή, και άλλες που φαντάζει σχηματικό κι επαναλαμβανόμενο. Βραβείο της Ακαδημίας Κινηματογράφου (συνολικά από τις δέκα υποψηφιότητες) για την παθιασμένη ερμηνεία της Σοφίας­ Κόκκαλη.

Ελλάδα. 2016. Διάρκεια: 96΄.

Κινηματογράφος

Από Χρήστο Μήτση 

Ο Κολοκυθάκης είναι ένα εννιάχρονο αγόρι που χάνει τη μητέρα του και μεταφέρεται σε ορφανοτροφείο. Εκεί πρέπει να αγωνιστεί για να βρει τη θέση του σε ένα καινούργιο, παράξενο και συχνά εχθρικό περιβάλλον. Υποψήφιο για Όσκαρ και Χρυσή Σφαίρα stop motion animation, το οποίο μετατρέπει μια σκοτεινά συγκινητική ιστορία σε μια απολαυστική παραβολή για την πίστη και την αφοσίωση.

Έπειτα από έξι μικρού μήκους animations, ο Κλοντ Μπαράς προχώρησε πέρυσι στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του μεταφέροντας στην οθόνη το λογοτεχνικό μπεστ σέλερ του Ζιλ Παρί «Autobiographie d’une courgette», το οποίο είχε διασκευαστεί το 2007 σε τηλεταινία από τον Λικ Μπερό, βετεράνο σεναριογράφο του Κλοντ Μιλέρ. Η ιστορία αφορά ένα εννιά­χρονο αγόρι, τον Κολοκυθάκη, ο οποίος μεγαλώνει με την αλκοολική­ κι εντελώς αδιάφορη μητέρα του. Όταν η τελευταία πέσει από τη σκάλα και χάσει τη ζωή της, ο Κολοκυθάκης μεταφέρεται σε ορφανοτροφείο από τον ευγενικό­ αστυνομικό Ρέιμοντ. Εκεί θα πρέπει να αγωνιστεί για να βρει τη θέση του σε ένα καινούργιο, παράξενο και συχνά εχθρικό περιβάλλον, το οποίο περιλαμβάνει­ ανυπότακτα, επιθετικά αγόρια, παιδιά με κάθε είδους ψυχολογικά προβλήματα αλλά κι ένα δυναμικό, γοητευτικό κορίτσι.

Γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, το μυθιστόρημα του Παρί προσπαθεί να αποδώσει ρεαλιστικά την καθημερινότητα του ορφανοτροφείου, κάτι το οποίο η σοφή σεναριακή διασκευή της Σελίν Σιαμά, σκηνοθέτιδας των «Κοριτσιών» (2014), υιοθετεί με ιδιαίτερα κομψό τρόπο. Γνωρίζοντας πως απευθύνεται πρωτίστως σε ανήλικο κοινό, δεν αποφεύγει τις δύσκολες αλήθειες (ο θάνατος της μητέρας, το κακοποιημένο κορίτσι), τις σερβίρει όμως με κινηματογραφικό τακτ, που συγκινεί βαθιά, χωρίς να απογοητεύει ή να τρομάζει. Ο Μπαράς, από την πλευρά του, επιλέγει έντονους φωτισμούς και ζωηρά χρώματα, μια σκηνοθετική επιλογή που δίνει πιο γλυκιά κι αισιόδοξη αίσθηση στις περιπέτειες του Κολοκυθάκη, ο οποίος μαθαίνει να εμπιστεύεται και να διεκδικεί, φτιάχνοντας έτσι μια νέα οικογένεια.

Επιπλέον, οι κούκλες της stop motion τεχνικής, με την οποία έχει γυριστεί η ταινία, έχουν μεγάλο κεφάλι και ακόμη μεγαλύτερα μάτια, πράγμα που βοηθάει τον θεατή να προβάλει ευκολότερα τα δικά του συναισθήματα πάνω στα περιορισμένων εκφράσεων πρόσωπά τους. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα γοητευτικό, γλυκόπικρο, θαρραλέο και απολαυστικό animation, που ήταν υποψήφιο για Όσκαρ και Χρυσή Σφαίρα, ενώ κέρδισε τα βραβεία κοινού και καλύτερης ταινίας στο Φεστιβάλ του Ανεσί. Η ταινία προβάλλεται και μεταγλωττισμένη στα ελληνικά.
Ελβετία, Γαλλία. 2016. Διάρκεια: 66΄. Διανομή: SEVEN FILMS.


Κινηματογράφος

Γλυκόπικρη και αληθινή ως ένα σημείο δραμεντί πάνω στην απώλεια και τη δεύτερη ευκαιρία, η οποία προδίδεται από τον εκβιαστικό τρόπο που κορυφώνεται το δράμα και την ευκολία με την οποία επιλέγεται το χάπι εντ.

Ταινία σεναρίου και ηθοποιών, η δεύτερη σκηνοθετική προσπάθεια του σεναριογράφου Κερτ Βόλκερ («Γλυκός Νοέμβρης», «Μπάντι, ο Ροκ Σταρ») είναι μια ενδιαφέρουσα ματιά πάνω στην απώλεια και τη δεύτερη ευκαιρία, τουλάχιστον ως εκείνο το σημείο που η πλοκή κρατιέται μακριά από τις υψηλότονες δραματικές κορόνες. Μέχρι αυτές να διαταράξουν την cool, γλυκόπικρη αίσθηση μιας ιστορίας βγαλμένης από την αληθινή ζωή, παρακολουθούμε την προσπάθεια ενός καθηγητή μαθηματικών (ο οποίος βρίσκεται σε κατάθλιψη μετά τον πρόσφατο χαμό της συζύγου του) μαζί με τον έφηβο γιο του να ξεκινήσουν μια νέα ζωή μετακομίζοντας στο Λος Άντζελες.

Δύο γυναίκες, μια ανοιχτόκαρδη καθηγήτρια γαλλικών και μια εσωστρεφής συμμαθήτρια του εφήβου, είναι πρόθυμες να τους βοηθήσουν, ενοχές, ανασφάλειες και μικρά μυστικά εντείνουν την ερωτική και συμφιλιωτική εκκρεμότητα, όλα όμως χάνουν τη ρεαλιστική αύρα τους όταν το δράμα κορυφώνεται εντελώς εκβιαστικά και το χάπι εντ επιβάλλεται με τον πιο αυθαίρετο τρόπο. Αλλά ακόμη και υπό αυτές τις άτολμες σεναριακές συνθήκες, η ερμηνευτική ζεστασιά του Τζέι Κέι Σίμονς χαρίζει πολύτιμους πόντους στο άνισο φιλμ, καθώς τυλίγει στοργικά τον ρόλο του ρομαντικού κι ευάλωτου Μπιλ.
ΗΠΑ. 2017. Διάρκεια: 99΄.

Χρήστος Μήτσης

athinorama.gr

Κινηματογράφος

Ιδανικό κύκνειο άσμα για τον σπουδαίο Χάρι Ντιν Στάντον, ο οποίος δίνει μία από τις συγκινητικότερες ερμηνείες του, σε μια χαμηλότονη, βαθιά φιλοσοφημένη δραματική κομεντί πάνω στο νόημα της ζωής, σφιχτοδεμένο με αυτό του θανάτου.

Η θοποιός με συναρπαστική διαδρομή στο αμερικανικό σινεμά, αλλά με ελάχιστους πρωταγωνιστικούς ρόλους, ο Χάρι Ντιν Στάντον ευτύχησε να αποχαιρετήσει στα 91 του τον μάταιο τούτο –και τον μαγικό της οθόνης– κόσμο με ένα συγκινητικότατο κύκνειο άσμα. Τον ρόλο του Λάκι, ενός ακμαίου και μοναχικού ηλικιωμένου ο οποίος ζει την αργόσυρτη καθημερινότητά του σε μια κωμόπολη των νοτιοδυτικών πολιτειών. Με την πρωινή γυμναστική του, τον καφέ, τα τσιγάρα και το σταυρόλεξό του, τα παιχνίδια γνώσεων στην τηλεόραση και τη βόλτα μέχρι το γειτονικό μπαρ, όπου, κρατώντας το ποτό του, κουβεντιάζει περί ανέμων και υδάτων πάντα με τους ίδιους φίλους. Όλα δείχνουν πως τίποτα δεν μπορεί να διαταράξει τη ρουτίνα του, μέχρι που μια ξαφνική λιποθυμία τού αποκαλύπτει πως έχει πια… γεράσει. Γεγονός που γίνεται η αφορμή για να φιλοσοφήσει τη ζωή με απρόβλεπτο τρόπο, ο οποίος μετατρέπει το σκηνοθετικό ντεμπούτο του 54χρονου ηθοποιού Τζον Κάρολ Λιντς, επίσης βετεράνου καρατερίστα («Gran Torino», «Zodiac», «Το Νησί των Καταραμένων»), σε μια χαμηλότονη, απόλυτα cool και βαθιά φιλοσοφημένη κομεντί.

Για τον μοντέρνο θεατή (του multiplex) το «Lucky» μοιάζει να κινείται με ταχύτητα χελώνας, σαν εκείνης του πρώτου και του τελευταίου πλάνου που πηγαινοέρχεται στην έρημο. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για την ιδανική αφηγηματική ταχύτητα μιας ιστορίας βγαλμένης από την αληθινή ζωή, η οποία περνάει από τα πλέον σημαντικά (οι αναμνήσεις του Τομ Σκέριτ από τον πόλεμο) έως τα πλέον ασήμαντα προβλήματα (η χελώνα που δραπέτευσε), για να αποκτήσει αληθινό νόημα μόνο μπροστά στο θάνατο. Αυτόν αντιλαμβάνεται αιφνιδιαστικά ως αναπόδραστη πραγματικότητα ο Λάκι και προσπαθεί να τον αντιμετωπίσει «ρεαλιστικά». Ο Τζον Κάρολ Λιντς τον βοηθάει με μια ζεν στωικότητα, έναν αμερικανικής νοοτροπίας αφοπλιστικό ορθολογισμό, ευρηματικό χιούμορ και μια αποτελεσματική κινηματογραφική απλότητα. Αυτήν που μπορεί να λέει τις σπουδαιότερες υπαρξιακές αλήθειες με τρεις φράσεις, ένα χαμόγελο και μουσική υπόκρουση το «I see a darkness» του Τζόνι Κας.
ΗΠΑ. 2017. Διάρκεια: 88΄

Κινηματογράφος

Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος: «Ο Καζαντζάκης ήταν ένας μανιακός άνθρωπος που δεν σταματούσε να γράφει ποτέ»
Από Γιάννη Καντέα-Παπαδόπουλο 

O Έλληνας ηθοποιός, ο οποίος ερμηνεύει τον σπουδαίο συγγραφέα στη νέα ταινία του Γιάννη Σμαραγδή, μιλάει για τον πλέον φιλόδοξο ρόλο της καριέρας του.

Tι σκεφτήκατε όταν σας προτάθηκε ο ρόλος του Νίκου Καζαντζάκη;
Θυμάμαι ένα αίσθημα μεγάλης προσμονής όταν συνειδητοποίησα ότι μου δόθηκε η ευκαιρία να συνδεθώ με το έργο και τον κόσμο του Καζαντζάκη. Εκμεταλλεύτηκα το βάθος χρόνου που είχα για να μελετήσω τον χαρακτήρα στο έπακρον. Εξάλλου, τα γυρίσματα ξεκίνησαν ύστερα από δύο χρόνια. Εκείνη η περίοδος ήταν γεμάτη από μελέτη βιβλίων, δικών του και άλλων...
Πού επικεντρωθήκατε κατά τη διάρκεια αυτής της έρευνας;
Σε ένα μεγάλο κομμάτι του έργου του, από όλες τις περιόδους της ζωής του, σε βιογραφικά στοιχεία, αλλά κυρίως στην επιστολογραφία του, η οποία ήταν πάρα πολύ πλούσια. Ήταν ένας μανιακός άνθρωπος ο Καζαντζάκης. Δεν σταματούσε να γράφει ποτέ. εργαζόταν αδιάκοπα και πολύ σκληρά. Ανακαλύψαμε μέχρι και τετράδιά του με υλικό που δεν έχει δημοσιευτεί ποτέ. Είχε απλώσει το συγγραφικό του έργο σε διάφορα είδη, σε θεατρικά, ακόμη και σε παιδικά βιβλία. Ας μην ξεχνάμε εξάλλου ότι με το μυθιστόρημα ασχολήθηκε μετά τα πενήντα. Ο Καζαντζάκης στα έργα του είναι «παρών».

Ποιες είναι οι δυσκολίες ενσάρκωσης ενός αληθινού και τόσο σημαντικού προσώπου;
Η μεγάλη δυσκολία είναι να μη μετατραπεί αυτό το πρόσωπο σε φορέα ιδεών από τον ηθοποιό. Διότι ήταν ένας άνθρωπος με δαιδαλώδη ζωή. Είχε διαρκείς φιλοσοφικές ανησυχίες, έκανε μακρινά ταξίδια, αναμετρήθηκε με τη θρησκεία, ασχολήθηκε ακόμη και με την πολιτική για λίγο. Ο ηθοποιός δεν πρέπει να ξεχνάει όμως πως ήταν κι ένας άνθρωπος με σάρκα και οστά – και αυτό θα πρέπει να ενσωματωθεί στην ερμηνεία του, ώστε να μη λείπει η ψυχή από το παίξιμό του.
Σε ποια περίοδο της ζωής του τον υποδύεστε;
Από τα εφηβικά χρόνια μέχρι και τα πενήντα του. Πολλά γεγονότα της ζωής του έχουν συμπτυχθεί, ποιητική αδεία, διότι η ταινία δεν είναι ντοκιμαντέρ. Χρειάζεται τεράστιος κινηματογραφικός χρόνος για να χωρέσει η ζωή του Καζαντζάκη σε εικόνες. Στην ουσία μιλάμε για την περίοδο που αποκρυσταλλώνονται οι πεποιθήσεις του και αρχίζει να παράγει τα πρώτα σπουδαία έργα του. Ακριβώς, από την πρώτη νιότη και τη φοιτητική ζωή μέχρι την ώριμη περίοδό του, οπότε γράφει τα κλασικά βιβλία του που είναι λίγο πολύ τα πιο γνωστά έργα του παγκοσμίως. Λίγοι γνωρίζουν τους ήρωες των θεατρικών του έργων, όπως ο Κούρος ή ο Φωκάς. Κατά βάση ο κόσμος ξέρει τον Καζαντζάκη ως μυθιστοριογράφο. Αλλά αυτά αποτελούν ένα μικρό κομμάτι της ζωής του.

Είχατε επαφή με κάποια μέλη της οικογένειάς του;
Δεν είναι πρόσωπα που μπορεί εύκολα να βρει κάποιος. Ήρθα σε επαφή με τη Νίκη Σταύρου, θετή­ εγγονή της Ελένης Καζαντζάκη, η οποία διευθύνει τον εκδοτικό οίκο Καζαντζάκη και είναι η μόνη που έχει το μεγαλύτερο μέρος του υλικού του συγγραφέα, τις πρωτότυπες εκδόσεις, προσωπικά αντικείμενα και άλλα πολλά. Διαθέτει όλον αυτόν τον πλούτο που για μένα ήταν πάρα πολύ χρήσιμος, όπως αντίστοιχα και τα όσα βρίσκονται στο Μουσείο Καζαντζάκη στην Κρήτη. Από ένα σημείο και μετά, βέβαια, όλο αυτό το υλικό παύει να έχει σημασία και προσπαθείς να μη μοιάσεις, να μη μιμείσαι, αλλά να συλλάβεις την ενέργεια αυτού του ανθρώπου, την οποία κανείς δεν μπορεί να σου περιγράψει.

Πώς σας κατεύθυνε ο Γιάννης Σμαραγδής ως προς αυτό;
Με τον Γιάννη είχαμε μια εξαιρετική συνεργασία από την πρώτη στιγμή. Δουλέψαμε πολύ δημιουργικά μαζί και διανύσαμε μια κοινή πορεία προς την ουσία του Καζαντζάκη, αναζητώντας τον καλύτερο δυνατό τρόπο για να αναπαραστήσουμε έναν σπουδαίο άνθρωπο όπως του αξίζει.
Για τις ανάγκες των γυρισμάτων ταξιδέψατε σε πολλά και διαφορετικά μέρη. Πού νιώσατε πιο κοντά στο πνεύμα του ρόλου σας;
Δεν θα ξεχάσω την αίσθηση που είχα όταν πήγαμε στη Αίγινα και μπήκα στο σπίτι του, παρότι δεν ήταν δυνατό να κάνουμε γύρισμα στο εσωτερικό του. Η αύρα του νησιού σε συνδυασμό με τη μακροχρόνια παρουσία του Καζαντζάκη εκεί με συγκίνησαν. Περισσότερο όμως τα ίδια τα κείμενα με άγγιξαν. ­Αυτά ήταν ο οδηγός μου.

Ποια έργα του ξεχωρίζετε μετά τη χρόνια ενασχόλησή σας με εκείνον;
Σίγουρα την «Αναφορά στον Γκρέκο», στην οποία πατάει και η ταινία. Είναι ίσως το πιο πυκνό, γλυκό και γεμάτο φως μυθιστόρημά του. Όλες οι αναζητήσεις και οι ανησυχίες του βρίσκονται εκεί.

Κινηματογράφος

Δεν Είμαι ο Νέγρος σου
Από Γιάννη Καντέα-Παπαδόπουλο

Ιστορική καταγραφή των φυλετικών διακρίσεων στις ΗΠΑ μέσω των εμπειριών του πολιτικού διανοητή Τζέιμς Μπόλντουιν. Αμείωτη ένταση και πάθος μετατρέπουν μια ιστορική και πολιτική αναδρομή σε κινηματογραφική απόλαυση.

Με τρεις φόνους ξεκινάει το υποψήφιο για Όσκαρ ντοκιμαντέρ του Ραούλ Πεκ («Όταν ο Μαρξ συνάντησε τον Ένγκελς»). Μέσα σε διάστημα πέντε ετών (1963-68) τρεις επιφανείς ακτιβιστές του κινήματος ενάντια στο φυλετικό διαχωρισμό στις ΗΠΑ, ο Μέντγκαρ Έβερς, ο Μάλκολμ Χ και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, βρέθηκαν αναπάντεχα (;) δολοφονημένοι. Συνδετικός κρίκος μεταξύ τους ήταν ο φίλος τους και πολιτικός διανοητής Τζέιμς Μπόλντουιν, ο οποίος εμπνεύστηκε από την απώλειά τους μια πανέξυπνη καταγραφή της ιστορίας των φυλετικών διακρίσεων στο –ημιτελές– «Remember this House», όπως την έζησε προσωπικά αλλά και από τη συμμετοχή του στο κίνημα.

Με οδηγό τις σημειώσεις του και αφηγητή τον Σάμιουελ Τζάκσον, ο Πεκ καταφέρνει να μετατρέψει σε ατόφια κινηματογραφική συγκίνηση την αναδρομή σε μία από τις πιο ταραχώδεις περιόδους της σύγχρονης αμερικανικής Ιστορίας και να κρατήσει αμείωτη την ένταση την ώρα που –με διαυγή και κοφτερό λόγο– ο ίδιος ο Μπόλντουιν μιλάει (σε πλάνα αρχείου) για ένα από τα εγγενή χαρακτηριστικά του αμερικανικού κράτους, το συστημικό ρατσισμό. Σε μια χώρα όπου, μέσω της εκπαίδευσης αλλά και του κινηματογράφου, διαιωνίζεται η «βεβαιότητα» πως μαύροι και λευκοί διεκδικούν ίσες ευκαιρίες, η πραγματικότητα στη δουλειά και στους δρόμους έρχεται να τη διαψεύσει.

Το χρώμα του δέρματος αρκεί για να χάσει ένας μαύρος τη δουλειά του ή να πέσει νεκρός από τους αδικαιολόγητους πυροβολισμούς κάποιου αστυνομικού. Πενήντα χρόνια μετά τα γεγονότα της ταινίας, οι συνθήκες δεν έχουν παρά ελάχιστα αλλάξει στη σύγχρονη Αμερική του Τραμπ και τα λόγια του Μπόλντουιν ακούγονται οδυνηρά κι επίκαιρα όταν ρωτούν ξεκάθαρα: «Θέλεις να αλλάξεις την κατάστασή σου ή όχι;»
Ελβετία, Γαλλία, ΗΠΑ. 2016. Διάρκεια: 93΄. Διανομή: AMA FILMS.

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin