Φεβρουαρίου 20, 2018

Κινηματογράφος

Η νέα ταινία Αντίδοτο στην Ευεξία, του Γκορ Βερμπίνσκι, κυκλοφορεί στις ελληνικές αίθουσες την Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017 από την Odeon.

Ο βραβευμένος με Όσκαρ σκηνοθέτης, Γκορ Βερμπίνσκι («The Ring: Σήμα Κινδύνου»), δημιουργεί μία συναρπαστική και προκλητική ταινία, που ερευνά την αληθινή έννοια της ευεξίας και τις παγίδες που κρύβουν η φιλαργυρία και η εμμονή για δύναμη.

Σύνοψη

Από τον οραματιστή σκηνοθέτη, Γκορ Βερμπίνσκι, το «Αντίδοτο στην Ευεξία», είναι ένα ανατριχιαστικό και σοκαριστικό ψυχολογικό θρίλερ . Ο Ντέιν Ντεχάαν υποδύεται τον Λόκχαρτ, έναν φιλόδοξο χρηματιστή της Wall Street, ο οποίος στέλνεται από την εταιρία του σε ένα απομονωμένο θεραπευτικό σπα στις Άλπεις. Ο Λόκχαρτ έχει μία αποστολή: πρέπει να πείσει τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εταιρίας, τον Πέμπροκ (Χάρι Γκρένερ), που βρίσκεται ως ασθενής στο σπα, κι έχει δηλώσει στο προσωπικό της εταιρίας του ότι δεν έχει καμία πρόθεση να γυρίσει στη Νέα Υόρκη, να επιστρέψει στα καθήκοντά του. Ο Λόκχαρτ φτάνει στο ήσυχο σανατόριο, όπου οι ασθενείς υποτίθεται ότι λαμβάνουν μία θαυματουργή θεραπεία. Στην πραγματικότητα όμως, αυτοί φαίνεται ότι αρρωσταίνουν ακόμη περισσότερο…

Μόνο όταν γνωρίζουμε τι μας αρρωσταίνει, μπορούμε να το θεραπεύσουμε

Όταν ξεκίνησε να δουλεύει το «Αντίδοτο στην Ευεξία», ο Βερμπίνσκι ήθελε να δημιουργήσει ένα θρίλερ με το βάθος, τη διορατικότητα και τη δύναμη κλασικών ταινιών, όπως το «Η Λάμψη» του Στάνλει Κιούμπρικ και «Το Μωρό της Ρόζμαρι» του Ρομάν Πολάνσκι. Η ιδέα μια γρήγορης πανάκειας, η άρρωστη σύγχρονη κοινωνία και η εμμονή με την τέλεια υγεία ήταν μερικά από τα θέματα που ασκούσαν μεγάλη γοητεία στον Βερμπίνσκι, η φιλμογραφία του οποίου περιλαμβάνει την τεράστια επιτυχία «Οι Πειρατές της Καραϊβικής» και το βραβευμένο με Όσκαρ animation, «Rango».

«Αρχίσαμε να εξερευνούμε την ιδέα ενός σπα ευεξίας στις Άλπεις, ενός κέντρου υγείας που στην πραγματικότητα δεν σε κάνει καλά», λέει ο Βερμπίνσκι, «και σιγά σιγά το εξελίξαμε από εκεί. Γρήγορα η ιδέα του αναπόφευκτου άρχισε να μας απασχολεί. Αυτή η αίσθηση ότι υπάρχει μια ασθένεια, κάτι σαν μαύρη κηλίδα στην ακτινογραφία σου, που δεν λέει να φύγει με τίποτα!».

Ο Βερμπίνσκι έβαλε κάτω τις ιδέες του μαζί με τον σεναριογράφο Τζάστιν Χέιθ (“The Lone Ranger”, “Revolutionary Road”). «Είχα μια ιδέα που μου τριγύριζε το μυαλό αρκετό καιρό από διάφορες επιρροές , αλλά κυρίως προήλθε από μία υποψία που είχα σχετικά με ένα φάρμακο», λέει ο Χέιθ, που εμπνεύστηκε από τη δουλειά του Γερμανού συγγραφέα Τόμας Μαν και του ψυχιάτρου Καρλ Γιούνγκ. «Η ταινία έχει να κάνει με τη μόλυνση τόσο του μυαλού όσο και του σώματός μας στη σύγχρονη κοινωνία και την εμμονή μας με την κάθαρση ως αποτέλεσμα».

Ο κορυφαίος κινηματογραφιστής

Ένας μοναδικός αφηγητής και μάστορας του σκηνοθετικού ρυθμού, o Γκορ δημιουργεί μια ανησυχητική και δυσοίωνη ατμόσφαιρα καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας, βυθίζοντας το κοινό στον κόσμο του σπα, όπου τίποτα δεν είναι ξεκάθαρο. «Είναι ενδιαφέρον επειδή πιστεύω ότι όσο πιο αινιγματικό κάνεις κάτι, και κυρίως στο συγκεκριμένο είδος, τόσο πιο εύκολα μπορείς να χρησιμοποιήσεις τη λογική-όνειρο», εξηγεί ο Βερμπίνσκι. «Τα πράγματα μπορούν να παραμείνουν αινιγματικά επειδή έχεις την αίσθηση ότι υπάρχει και κάποια άλλη δύναμη. Ότι συμβαίνει κάτι αναπόφευκτο. Για μένα αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα- να προσπαθήσεις να κάνεις τα πάντα να έχουν την αίσθηση ότι υπάρχει αυτή η αρρώστια που δεν φεύγει. Αντιθέτως σε τραβάει ακόμη πιο κοντά της».

Η ευκαιρία να συνεργαστούν με τον Γκορ ήταν για όλους συναρπαστική, από τους ηθοποιούς μέχρι την ομάδα παραγωγής. Ο Τζάστιν Χέιθ περιγράφει την εμπειρία ως «απόλαυση. Είναι ο καλύτερος! Ο Γκορ είναι ασυμβίβαστος, αλλά μόνο και πάντα προς αναζήτηση της τέλειας ταινίας. Δεν μπαίνει ποτέ στη μέση το Εγώ. Ο σχεδιασμός της παραγωγής και του ήχου έχουν μεγάλη δύναμη σε αυτό το είδος ταινιών και ο Γκορ είναι κορυφαίος και στα δύο».

«Μου άρεσε πολύ που δούλεψα με τον Γκορ», λέει ο Ντέιν Ντεχάαν. «Ήταν πραγματικά το κάτι άλλο. Κάποιοι άνθρωποι έχουν φωτογραφική μνήμη, ο Γκορ έχει κινηματογραφική μνήμη. Ξέρει ακριβώς τι κάνει. Έχει τον απόλυτο έλεγχο για όλα, τον φωτισμό, τα props, την ηθοποιία. Είναι λες κι έχει όλη την ταινία στο μυαλό του. Είναι επίσης ένας σκηνοθέτης που μπορείς να εμπιστευτείς πολύ εύκολα επειδή ξέρει ακριβώς τι θέλει. Η δική μου δουλειά ήταν να δώσω ζωή σε αυτό που είχε φανταστεί, με έναν τρόπο που δεν είχα δοκιμάσει ποτέ. Ήταν απίστευτο να δουλεύω μαζί του».

Ο βετεράνος Βρετανός ηθοποιός Τζέισον Άιζακς παρατηρεί ότι ο Βερμπίνσκι είναι ένας σκηνοθέτης με μια μοναδική προοπτική. «Όσο μιλούσα με τον Γκορ, γινόταν ξεκάθαρο ότι τον ενδιέφερε να κρατάει το στοιχείο της έκπληξης ζωντανό για όλους ανά πάσα στιγμή. Ο Γκορ είναι μοναδικός όταν σκηνοθετεί. Γνωρίζει ακριβώς το πώς θα γίνουν όλες οι σκηνές. Ερχόταν στο πλατό με ένα τεράστιο πίνακα με storyboards που μόνο αυτός μπορούσε να ερμηνεύσει, κάτι που έκανε εμάς τους ηθοποιούς να αισθανόμαστε μεγάλη ασφάλεια. Κι εάν είχαμε κάποιες ιδέες, ήταν πάντα ανοιχτός στο να τις ακούσει».

Λίγα λόγια για τους ηθοποιούς

Ένας από τους νεότερους και πιο συναρπαστικούς ηθοποιούς του Χόλιγουντ, ο χαρισματικός Ντέιν Ντεχάαν (“Kill Your Darlings”, “The Amazing Spider-Man 2”, “Life”) ήταν ενθουσιασμένος που θα υποδυόταν τον Λόκχαρτ και που θα δούλευε με τον Βερμπίνσκι. «Το να ακούω το όραμα του Γκορ και το πόσο παθιασμένος ήταν με αυτό, και μετά να διαβάζω το σενάριο και να αντιλαμβάνομαι πόσο απαιτητικός ήταν ο ρόλος μου – αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσα να αντισταθώ. Ο χαρακτήρας που υποδύομαι περνάει από τόσες φάσεις κατά τη διάρκεια της ταινίας, που είναι τρελό. Για εμένα ήταν και μια ευκαιρία να συνεργαστώ με ένα εξαιρετικό σκηνοθέτη».

Ο Γκορ ξεχώρισε τον Ντεχάαν στην ταινία «Στο τέλος του Δρόμου». «Τον βρήκα πολύ ενδιαφέροντα, φωτογενή και ειλικρινή. Δεν μπορούσα να τον βγάλω από το μυαλό μου. Τον ήθελα για τον ρόλο του Λόκχαρτ. Έχει επίσης μια φανταστική ηθική πάνω στη δουλειά, κάτι που ήθελα πολύ σε αυτή την ταινία, που στην ουσία είναι σαν να κάνουμε μάγια. Δεν πρέπει να ανοιγοκλείσεις καθόλου τα μάτια. Το κοινό βρίσκεται εκεί με ακονισμένα μαχαίρια! Ο Ντέιν είναι εκπληκτικός επειδή πάντα βρίσκει κάτι αληθινό. Αν πρέπει να βρεις το μάντρα που τον αντιπροσωπεύει θα ήταν: “μην προσποιείσαι. Να είσαι αληθινός”».

Ο Τζέισον Άιζακς (ο Λούσιους Μαλφόι στις ταινίες Harry Potter, “Black Hawk Down”, “Armageddon”, “The Patriot”) ήταν απόλυτα ταιριαστός για τον ρόλο του χαρισματικού και αινιγματικού γιατρού Βόλμερ. Οι ασθενείς του φαίνονται χαρούμενοι, αλλά γιατί δεν γίνονται καλύτερα; Και τι συμβαίνει πίσω από τις πόρτες του μυστήριου σανατόριου;

Ο Βόλμερ τραβάει τον Λόκχαρτ στον σκοτεινό ιστό του και τον πείθει ότι χρειάζεται θεραπεία. «Ο Βόλμερ μπορεί να είναι ή να μην είναι φαύλος. Μπορεί να είναι απλά ένας άνθρωπος που έτυχε να μάθει το μυστικό της ευτυχίας. Αυτό μόνο ο Λόκχαρτ μπορεί να το ανακαλύψει. Υπάρχει κάτι άβολο με την εμμονή του Βόλμερ για εξαγνισμό – τα πάντα στο σανατόριο είναι άσπρα και αποστειρωμένα. Η ταινία είναι ένα είδος μυστηρίου», προσθέτει ο Άιζακς. «Είναι μια διασκεδαστική, σκοτεινή και μακάβρια διαδρομή. Όταν διάβασα το σενάριο είχα την αντίδραση που εύχομαι να έχει και το κοινό: απλά ήθελα να μάθω τι θα γίνει. Ποτέ δεν ήμουν σίγουρος ποιος έκανε τι, εάν ο Λόκχαρτ ήταν τρελός ή ένας σταυροφόρος».

Από την αρχή σχεδόν της ταινίας, ο Λόκχαρτ γίνεται φίλος με την μυστηριώδη Χάνα (Μία Γκοθ) και μαζί αποφασίζουν να αποκαλύψουν τα μυστικά του ινστιτούτου και της ιστορίας του. Η ταλαντούχα Γκοθ, γνωστή από τον ρόλο της στο “The Survivalist”, φέρνει μία σημαντική, ωμή αθωότητα στον ρόλο της Χάνα. Ούσα η πιο νέα ασθενής, η Χάνα έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στο ινστιτούτο Βόλμερ. Ο γιατρός Βόλμερ την φροντίζει κι εκείνη γνωρίζει ελάχιστα για τον έξω κόσμο. «Ήταν η πιο συναρπαστική ιστορία που είχα διαβάσει ποτέ», σχολιάζει η ηθοποιός. «Η Χάνα περνάει μια φάση μεταμόρφωσης πολύ έντονη και επώδυνη. Πολέμησα με όλο μου το είναι για να είμαι κομμάτι αυτής της ταινίας».

«Όταν πρωτογνωρίζουμε την Χάνα, φαίνεται εντελώς αφελής και προστατευμένη», λέει η Γκοθ για τον χαρακτήρα της. «Ποτέ δεν ενθαρρύνθηκε ή δεν ένιωσε την ανάγκη να αναρωτηθεί τι είναι αυτό που ο Βόλμερ και το σανατόριο εκπροσωπούνε. Κι αυτό κυρίως επειδή η Χάνα έχει αυτή την απίστευτη ικανότητα να βλέπει το καλό και την ομορφιά σε όλα τα πράγματα γύρω της. Σε κάποιο επίπεδο, υπάρχει μία σχέση πατέρας-κόρης ανάμεσα στον Βόλμερ και την ίδια. Όταν όμως γνωρίζει τον Λόκχαρτ, αρχίζουν να αμφισβητούν μαζί τα πάντα. Επιφανειακά αυτό σημαίνει τον Βόλμερ, το σανατόριο και τον κόσμο του, κι εσωτερικά σχετικά με το ποιοι είναι σαν άτομα και τι ακριβώς θέλουν και χρειάζονται».

Τι μας αρρωσταίνει: είναι η θεραπεία χειρότερη από την ασθένεια;

Το «Αντίδοτο στην Ευεξία» είναι μία καθηλωτική ταινία, που εξετάζει ιδέες σχετικά με τον σκοπό της ζωής και τον τρόπο που οι άνθρωποι πολύ συχνά δεν έχουν τον χρόνο σκεφτούν τι πραγματικά θέλουν για τους εαυτούς τους.

«Νομίζω ότι η ταινία ουσιαστικά είναι ένας σχολιασμός στην ευεξία», λέει ο Ντεχάαν. «Η ουσιαστική ερώτηση είναι: ποια είναι η ασθένεια; Μπορεί η ασθένεια να είναι η απόρροια του τι συμβαίνει όταν αναλώνεσαι στην φιλοδοξία και τις εγωπαθείς επιθυμίες για πλούτο και κοινωνική άνοδο σε αυτόν τον κόσμο».

Η ταινία εξετάζει τη σημασία του να ζεις μια ζωή με νόημα. «Κοιτάζουμε το σύμπαν. Κοιτάζουμε τα αστέρια. Ποιο είναι το νόημα σε όλα αυτά; Αυτή είναι η υπαρξιακή κρίση στην πιο αγνή μορφή της. Δεν είναι ότι η ταινία παρέχει την απάντηση, αλλά αυτό που λέει είναι: ίσως ήρθε η στιγμή να κάνετε μια παύση, να σταματήσετε για ένα λεπτό».

Σκηνοθεσία: Γκορ Βερμπίνσκι
Σενάριο: Τζάστιν Χέιθ
Ηθοποιοί: Ντέιν Ντεχάαν
Τζέισον Άιζακς
Μία Γκοθ
Χάρι Γκρένερ
Σίλια Ίμρι
Άντριαν Σίλερ

Διάρκεια: 146’

Πληροφορίες
Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017 στους κινηματογράφους από την Odeon

 

Κινηματογράφος

Λυρική, ατμοσφαιρική όσο και απλούστατη στη δραματουργία και στα νοήματά της δραμεντί φεστιβαλικής κοπής.

Μόνιμη θαμώνας του Φεστιβάλ Κανών, η 48χρονη Ναόμι Καβάσε έχει σκηνοθετήσει οκτώ μινιμαλιστικά, λυρικά δράματα από τα οποία μόνο το «Πληγωμένο Δάσος» (2007 ) έχει φτάσει στη χώρα μας. Πιο αφηγηματική εδώ, πραγματεύεται τη σχέση φύσης και πολιτισμού («άκου τις ιστορίες που σου λέει το φασόλι» ) αλλά και τις έννοιες της απώλειας, της κοινωνικής περιθωριοποίησης και της ανθρώπινης επικοινωνίας μέσα από την ιστορία ενός λακωνικού διαχειριστή υπαίθριας καντίνας (ο Μασατόσι Ναγκάσε του «Paterson» ), ο οποίος προσλαμβάνει ως υπάλληλο μια καλοσυνάτη ηλικιωμένη που εμφανίζεται από το πουθενά και φτιάχνει εξαιρετική σάλτσα φασολιού.

Με απροσδόκητο τρόπο αναπτύσσεται μεταξύ τους μια βαθιά, ιδιαίτερη σχέση ζωής, σε μια τρυφερή, ατμοσφαιρική όσο και απλούστατη στη δραματουργία και στα νοήματά της δραμεντί φεστιβαλικής κοπής και απλοϊκών συμβολισμών (το καναρίνι στο κλουβί ).
Ιαπωνία, Γαλλία. 2016. Διάρκεια: 113΄

Κινηματογράφος

Ποιητική και σε πολλά σημεία μυθοπλαστική βιογραφία, η οποία αποδίδει με πρωτότυπο τρόπο το πνεύμα του σπουδαίου λογοτέχνη, ενώ στοχάζεται πολυδιάστατα πάνω στην καλλιτεχνική δημιουργία και την αληθινή ζωή.

Ο 41χρονος Πάμπλο Λαραΐν της «τριλογίας του Πινοσέτ» («Tony Manero», «Post Mortem», «No» ) και της «Μυστικής Λέσχης» έγινε γνωστός μέσα από μια σειρά ταινιών που, εμπνευσμένες από αληθινά γεγονότα, διαπλέκουν με δημιουργικό τρόπο την Ιστορία και τους ήρωές της, πραγματικούς ή μυθοπλαστικούς χαρακτήρες οι οποίοι κάποια στιγμή βρίσκονται παγιδευμένοι στα γρανάζια της.

Πριν από το αγγλόφωνο σκηνοθετικό ντεμπούτο του με την «Jackie», η οποία προβλήθηκε πρώτη στη χώρα μας, επιχειρεί να σκιτσάρει το κινηματογραφικό πορτρέτο του σπουδαιότερου λογοτέχνη της πατρίδας του, του νομπελίστα Πάμπλο Νερούδα. Όπως και στην «Jackie», κι εδώ η προσέγγισή του κάθε άλλο παρά ακαδημαϊκή και περιγραφική είναι, χωρίς όμως να θυμίζει και σε κάτι την αντισυμβατική βιογραφία της χήρας Κένεντι.
Οι δύο ταινίες μοιράζονται στο βάθος την προσπάθεια ενός ιστορικά σημαντικού προσώπου να επιβληθεί στην πραγματικότητα μέσω μιας εικόνας, ενός προσωπείου κι ενός ρόλου, την οποία προσπαθεί να χειριστεί, να σκηνοθετήσει δηλαδή το ίδιο. Αλλά στην επιφάνεια είναι διαφορετικά, καθώς στην «Jackie» ο Λαραΐν κοιτάζει μετωπικά –στην κυριολεξία– την ηρωίδα του (θυμηθείτε τα πλάνα της συνέντευξης ) κινούμενος από έξω προς τα μέσα, ενώ στον «Νερούδα» υιοθετεί μια διαφορετική προσέγγιση (διαρκείς κινήσεις της κάμερας, χρώματα εποχής, ατμόσφαιρα παλιάς ταινίας ), ξεκινώντας από το μυαλό του πρωταγωνιστή, τη φαντασία του καλύτερα, και προχωρώντας προς την ιστορική πραγματικότητα.

Αυτή έχει να κάνει με το 1948, τότε που η αμερικανόφιλη κυβέρνηση του προέδρου Γκαμπριέλ Γκονζάλες Βιδέλα έθεσε εκτός νόμου το χιλιανό κομουνιστικό κόμμα και ανέθεσε στον φιλόδοξο αστυνομικό Όσκαρ Περουσονό να συλλάβει τον γερουσιαστή και ήδη διάσημο ποιητή Πάμπλο Νερούδα. Ο Περουσονό είναι ο αφηγητής της ταινίας αλλά κι ένας νερουδιανός ήρωας, μέσα από τις σκέψεις του οποίου ο Λαραΐν προσεγγίζει τον σκηνοθέτη όλης αυτής της δραματικής καταδίωξης, που δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον Νερούδα.

Αν προχωρήσουμε βαθύτερα, θα προδώσουμε κρίσιμα στοιχεία της πλοκής, γι’ αυτό ας περιοριστούμε στο να επισημάνουμε τον πρωτότυπο τρόπο με τον οποίο το πανέξυπνο αυτό σενάριο του Γκιγέρμο Καλντερόν («Μυστική Λέσχη» ) βάζει τον Νερούδα να βιογραφεί τον εαυτό του. Τη στιγμή που ο ποιητής/πολιτικός χτίζει το μύθο του, επισημαίνει από μόνος του το μεγαλείο και τις αντιφάσεις του, ενώ ο Λαραΐν περνάει από το ψυχολογικό δράμα στην πικρή σάτιρα και από εκεί στο αστυνομικό θρίλερ, υπενθυμίζοντάς μας διαρκώς την «κατασκευή» της όλης ιστορίας, η οποία ξεκινά ως μυθοπλασία μα καταλήγει ως ιστορική πραγματικότητα. Μπορεί λοιπόν η τέχνη να αλλάξει την αληθινή ζωή; Ο Λαραΐν και ο «Νερούδα» του όχι μόνον απαντούν θετικά, αλλά μας δείχνουν και τον τρόπο.
Χιλή, Γαλλία, Αργεντινή. 2016. Διάρκεια: 107΄. Διανομή: STRADA FILMS.

Κινηματογράφος

Τρία χρόνια μετά το φιλμ του «Μόνο Οι Εραστές Μένουν Ζωντανοί», ο Τζιμ Τζάρμους επιστρέφει ανανεωμένος με τη νέα του δημιουργία: «Paterson».

Ο κορυφαίος εκπρόσωπος του Αμερικάνικου ανεξάρτητου σινεμά, μας προσφέρει απλόχερα μια γενναιόδωρη ιστορία και μας δείχνει γιατί οι μικρές ανθρώπινες στιγμές της καθημερινότητας μας, είναι τελικά και οι πιο πολύτιμες στη ζωή. Στην ταινία πρωταγωνιστούν, ο ταλαντούχος Άνταμ Ντράιβερ και η πάντα γοητευτική Γκολσιφτέ Φαραχανί. Με αφορμή την κυκλοφορία της ταινίες στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες από την Πέμπτη 5 Ιανουαρίου, παρουσιάζουμε μία συνέντευξη που παραχώρησε στη δημοσιογράφο Stephanie Zacharek, του περιοδικού Time.

Paterson
Σκηνοθεσία - Σενάριο: Τζιμ Τζάρμους
Ηθοποιοί: Άνταμ Ντράιβερ, Γκολσεφτί Φαραχανί, Μπάρι Χένλεϊ, Κλιφ Σμιθ, Τσάστεν Χάρμον, Ουίλλιαμ Τζάκσον Χάρπερ
Φωτογραφία: Φρέντερικ Ελμς
Μοντάζ: Αφόνσο Γκονκάλβες
Μουσική: Σκερλ
Παραγωγοί: Τζόσουα Άστραχαν, Κάρτερ Λόγκαν
Χώρα: Η.Π.Α.
Έτος: 2016
Διάρκεια: 113 λεπτά

 

Κεντρικός χαρακτήρας του έργου είναι ένας οδηγός λεωφορείου (Άνταμ Ντράιβερ) ο οποίος ονομάζεται Πάτερσον, μένει στην μικρή πόλη Πάτερσον του Νιού Τζέρσεϊ και στον ελεύθερό του χρόνο γράφει εκπληκτικά ποιήματα. Η όμορφη γυναίκα του (Γκολσιφτέ Φαραχανί) ονειρεύεται να γίνει σταρ της ηλεκτρικής κιθάρας και ταυτόχρονα ζαχαροπλάστρια σπιτικών κέικ, ενώ ο ιδιόρρυθμος σκύλος τους είναι πάντα έτοιμος για τις χειρότερες σκανταλιές. Ο Πάτερσον αγαπά τη Λόρα, κι αυτή τον αγαπά. Αυτός επικροτεί τις νεόκοπες φιλοδοξίες της. Αυτή υποστηρίζει το ταλέντο του στην ποίηση.

 

Η ταινία μας μυεί στην ποίηση με αναπάντεχο χιούμορ. Το φιλμ «Paterson» (2016), παρατηρεί σιωπηρά τους θριάμβους και τις ήττες της καθημερινής ζωής, όπως και την ποίηση που κρύβεται στις πιο μικρές λεπτομέρειες. Στο φιλμ πρωταγωνιστεί ο εξαιρετικός Άνταμ Ντράιβερ (Frances Ha - 2012, Star Wars: Episode VII The Force Awakens - 2015) και η αξιόλογη Ιρανή ηθοποιός, Γκολσιφτέ Φαραχανί (About Elly - 2009, Κοτόπουλο με Δαμάσκηνα - 2011, Η Πέτρα της Υπομονής - 2012).

Πώς αποφασίσατε να κάνετε μια ταινία για τους ποιητές και την ποίηση;

Είχα επισκεφθεί το Πάτερσον πριν 25 χρόνια, καλεσμένος του γιατρού και ποιητή Ουίλλιαμς Κάρλος Ουίλλιαμς, του οποίου το έργο μου άρεσε πολύ. Περπάτησα μέχρι τους καταρράκτες και επισκέφθηκα τη βιομηχανική ζώνη της πόλης. Είναι ένα συναρπαστικό μέρος, σαν όραμα του Αλεξάντερ Χάμιλτον γύρω από τη δύναμη του βιομηχανικού τοπίου που συνθέτει μια ουτοπική πόλη. Με εξέπληξε επίσης και ο πλουραλισμός των κατοίκων του. Από το βιβλίο «Πάτερσον» του Ουίλλιαμς - παρεμπιπτόντως δεν είναι από τα αγαπημένα μου - όπου ένας άντρας αποτελεί μια μεταφορά για την πόλη και το αντίστροφο, σκέφτηκα ότι θα έχει ενδιαφέρον να γράψω μια ταινία με πρωταγωνιστή έναν άντρα της εργατικής τάξης του Πάτερσον που είναι καλός ποιητής αλλά όχι γνωστός. Για πολλά χρόνια είχα την ιδέα αυτή σε μια κόλλα χαρτί στο συρτάρι μου και κατά καιρούς την ξαναδιάβαζα. Κι έφτασε η στιγμή να την κάνω ταινία.

 

Στην ταινία, το Πάτερσον δείχνει μια φανταστική πόλη, που παρά τις δυσχέρειές της παραμένει ζωντανή.

Δεν έκανα ντοκιμαντέρ, αλλά μια ταινία που θέλει να δείξει με τον πιο όμορφο τρόπο τα ουσιώδη σημεία της πόλης. Προσπαθήσαμε να κινηματογραφήσουμε με τον διευθυντή παραγωγής Μαρκ Φρίντμπεργκ τα θετικά σημεία της πόλης, τους ωραίους ανθρώπους, την αισιοδοξία, την καλλιτεχνική της πλευράς, χωρίς να επικεντρωθούμε ή να αναδείξουμε τα σημεία εκείνα που την αποσυνθέτουν πλήρως.

Μέσα από τις διαδρομές τους λεωφορείου της ταινίας, δείχνετε σημεία της πόλης που αποδεικνύουν την οικονομική ύφεση χωρίς όμως να γίνονται αυτά τα πλάνα δυσάρεστα και μελαγχολικά. Πώς το καταφέρατε αυτό;

Το κέντρο του Πάτερσον είναι ένα ζωντανό μέρος, όπου αναμειγνύονται οι διαφορετικές κουλτούρες και άνθρωποι κάθε προέλευσης και τάξης. Φτηνά ρουχάδικα, μεξικάνικα ρεστοράν, αραβικά καταστήματα ειδών, κινέζικο φαστ φουντ, φαγητό σε πακέτο, κ.ά. Μου αρέσει όλο αυτό. Όπως και το να κοιτάς όλη αυτήν την εικόνα και τους ανθρώπους μέσα από το παράθυρο ενός λεωφορείου. Αγάπησα τα γυρίσματα του λεωφορείου που κράτησαν περίπου μια εβδομάδα και έδωσαν μια όμορφη, θεατρική ματιά στην ταινία μας.

Ο Άνταμ Ντράιβερ ήταν εξαιρετικός στον ρόλο του. Πώς καταλήξατε σε αυτόν;

Τον είχα δει σε πολλά και διαφορετικά πράγματα. Στο «Girls», στην τηλεόραση, στο «Inside Llewyn Davis», σε συνεντεύξεις του, στο «Frances Ha» και αλλού. Αγάπησα το πρόσωπό του και την ησυχία του. Η δουλειά μαζί του ήταν μεγάλη εμπειρία γιατί ήταν κάπως αντιδραστική. Ο ίδιος δεν μοιάζει και τόσο... ηθοποιός. Δεν βλέπει ποτέ τις ταινίες του, δεν του αρέσει να βλέπει τον εαυτό του στην οθόνη. Θέλει να κάνει αυτή τη δουλειά δουλεύοντας φυσικά τον χαρακτήρα που έχει να υποδυθεί. Δεν θέλει να αναρωτιέται πώς είναι, αλλά να γίνεται ένα με τον χαρακτήρα του έργου του. Ο Άνταμ μου θυμίζει πολύ τον Ρόμπερτ Μίτσαμ. Είναι ιδιαίτερη, αντιδραστική περίπτωση. Δεν θέλει να υποκρίνεται, αλλά να γίνεται πιστευτός.

Σε γενικές γραμμές πάντως, καταφέρνετε να παίρνετε τα καλύτερα στοιχεία των ηθοποιών σας.

Η καθοδήγηση του ηθοποιού με ιντριγκάρει πολύ. Είναι όλοι διαφορετικοί μεταξύ τους, είναι περίπλοκοι και πρέπει να χρησιμοποιείς κάθε φορά διαφορετικά εργαλεία για να τους καθοδηγήσεις. Είναι μια εμπειρία ζωής, δύσκολη βέβαια αλλά με πολύ συναίσθημα. Τους συμπαθώ πολύ ακόμη και φέρονται πότε-πότε παιδιάστικα, ανώριμα ή με νεύρα.

 

O Πάτερσον είναι ένας χαρακτήρας που κάνει τέχνη μόνο για τον εαυτό του, χωρίς να τον ενδιαφέρει να εκτεθεί. Πώς σχολιάζετε εσείς αυτή τη συμπεριφορά του;

Πάντοτε υποστήριζα ότι πρέπει να εμπιστευόμαστε πρώτα τον εαυτό μας και αν κάνουμε τέχνη να ικανοποιούμε αυτόν. Να συνεργαζόμαστε μαζί του και να κάνουμε το καλύτερο δυνατό. Η επαφή με τον έξω κόσμο μόνο απορρύθμιση προκαλεί. Αυτή που χρειάζεται να εξασκούμε είναι τη διαίσθησή μας. Από τις πρώτες μου ταινίες έλεγα, ότι κάνουμε κινηματογράφο για τον εαυτό μας και μόνο. Αυτό μάλιστα είχε προκαλέσει και μια διαμάχη μου με τον Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, έναν σκηνοθέτη που θαυμάζω για τη συμβολή του στην ιστορία και την ομορφιά του σινεμά, όταν πριν πολλά χρόνια είχαμε βρεθεί μαζί σε μια εκπομπή στην Ολλανδία. Μου είχε πει τότε θυμωμένος, μετά από μια τέτοια δήλωσή μου, ότι είναι κατακριτέο και ελιτίστικο να μην σκέφτομαι τον κόσμο αλλά μόνο τον εαυτό μου. Και του απάντησα, ότι είναι σεβαστά όσα μου λέει αλλά εγώ δεν θέλω να περάσω ένα μήνυμα στον κόσμο, αλλά να τον κάνω να αισθανθεί όσα αισθάνομαι εγώ για την ταινία αυτή. Έτσι έκανα και το «Πάτερσον», επηρεασμένος από την ποιητική σχολή της Νέας Υόρκης περί της ιδέας της γραφής από ένα άτομο: ο ποιητής στέκεται στην κορυφή του βουνού και λέει: Εδώ είναι αυτό που πιστεύω.

Σαν την ιδέα του Φρανκ ‘Ο Χάρα για το ποίημα που ανήκει σε έναν άνθρωπο και μόνο;

Ναι, είναι κάτι που προέρχεται από τους Ουίλλιαμς Κάρλος Ουίλλιαμς και Γουάλας Στίβενς επίσης. Δεν νιώθω ότι οι ταινίες μου πρέπει να έχουν ένα μεγάφωνο που να φωνάζουν τι είναι. Οι ταινίες μου είναι οριακές και δεν αγωνιούν να «χτυπήσουν» μεγάλο κοινό, διαφορετικά θα έχουν αποτύχει παταγωδώς.

Μπορείς να μας πεις τους αγαπημένους σου ποιητές.

Θα σε εκπλήξω. Μου αρέσει ο Δάντης, ο οποίος θεωρώ ότι έγραφε σε μια γλώσσα του δρόμου, σαν το σύγχρονο χιπ χοπ δηλαδή. Τον διαβάζω σε καλή μετάφραση γιατί δεν ξέρω ιταλικά. Μου αρέσει ο Αρθούρος Ρεμπό, ένας επαναστάτης καλλιτέχνης, ένας παράξενο παιδί που έγραψε αριστουργήματα μόλις 19 χρονών. Μου αρέσει ο Γουάλας Στίβενς, όπως κι από τη σχολή της Νέας Υόρκης ο Φρανκ Ο’ Χάρα, ο Τζον Άσμπερι, κ.ά.


Έχοντας πραγματοποιήσει την παγκόσμια πρεμιέρα του τον Μάιο στο Επίσημο Διαγωνιστικό Τμήμα του 69ου Διεθνούς Κινηματογραφικού Φεστιβάλ των Καννών, το φιλμ «Paterson» του Τζιμ Τζάρμους, αποτέλεσε την επίσημη Ταινία Έναρξης του 57ου Διεθνούς Κινηματογραφικού Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, όπου και είχαμε την ευκαιρία να το απολαύσουμε.

Η ταινία 'ηδη κυκλοφορεί στις Κινηματογραφικές Αίθουσες της χώρας, από την Πέμπτη 5 Ιανουαρίου του 2017, σε διανομή της εταιρείας ΑΜΑ Films.

Γ. Ρούσσος

vxs.gr

 

 

 

Κινηματογράφος

Δύο νεαροί με έντονα κινητικά προβλήματα γίνονται φίλοι με έναν ανάπηρο πρώην πυροσβέστη, ο οποίος έχει μόλις βγει από τη φυλακή και δουλεύει για έναν Σέρβο έμπορο ναρκωτικών. Χρυσός Αλέξανδρος και βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για ένα ανορθόδοξο όσο και δυναμικό γκανγκστερικό θρίλερ, που είναι ταυτόχρονα ένα ευαίσθητο δράμα και μια συγκινητική ιστορία ενηλικίωσης.


Μετά τα πρόσφατα «Λευκός Θεός» και «Ο Γιος του Σαούλ», ακόμη ένα πρωτότυπο δράμα νεαρού σκηνοθέτη πιστοποιεί το σφρίγος του σύγχρονου ουγγρικού σινεμά. Η δεύτερη ταινία του Ατίλα Τιλ, ο οποίος έκανε ντεμπούτο με την κοινωνική δραμεντί «Panic» (2008 ), ξεκινάει από μια απόλυτα ριψοκίνδυνη ιδέα που φλερτάρει με τη μελοδραματική εκμετάλλευση. Οι ήρωές του είναι άνθρωποι με ειδικές ανάγκες, καθηλωμένοι σε αναπηρικό καροτσάκι, κάτι που όμως δεν τους εμποδίζει να συγκροτήσουν μια ανορθόδοξη, αλλά αποτελεσματική ομάδα εκτελεστών!

Αρχηγός τους ο Ρουπάζοφ, ένας κακόθυμος, κυνικός πρώην πυροσβέστης που μόλις αποφυλακίζεται αναλαμβάνει δουλειές για τον Ράντος, έναν Σέρβο έμπορο ναρκωτικών.
Στην πρώτη εξ αυτών, η οποία καταλήγει στη δολοφονία τεσσάρων μελών μιας αντίπαλης συμμορίας, χρησιμοποιεί για βοηθούς δύο αθώους νεαρούς τροφίμους κέντρου αποκατάστασης. Τον Ζόλι, ο οποίος λόγω σοβαρών προβλημάτων στη σπονδυλική στήλη είναι καθηλωμένος σε καροτσάκι, και τον Μπάρμπα, ασθενή με μέτριας έντασης εγκεφαλική παράλυση, δυσκολία στην κίνηση και το παράξενο χόμπι να ψεκάζει αποσμητικό πάνω από τα ρούχα του όταν είναι αγχωμένος.

Την πρώτη αποστολή διαδέχεται άλλη μία, η δολοφονία ενός «βρόμικου» μεγαλοδικηγόρου, αλλά η παρουσία των δύο νεαρών ενοχλεί τον Ράντος, ο οποίος επιβάλλει στον Ρουπάζοφ να τους ξεφορτωθεί… μια και καλή.

Ο αυθεντικός τίτλος του φιλμ, κάτι σαν «Από το Βάθος της Καρδιάς­ μου», αποδίδει πολύ καλύτερα τις προθέσεις του Τιλ από το αγγλόφωνο «Φόνοι Επί Τροχών». Διότι­, ενώ όλα όσα παρακολουθούμε περιγράφονται με αμεσότητα και νεύρο, μερικές σεκάνς δε είναι ιδιαίτερα αγωνιώδεις, το σκηνοθετικό βλέμμα είναι από τη μία ειρωνικό­, με διάθεση έντονου μαύρου χιού­μορ και από την άλλη τρυφερό και ειλικρινά ευαίσθητο στις κωμικοτραγικές περιπέτειες των τριών­ ηρώων. Ηρώων που πλημμυρίζουν οργή, απόγνωση αλλά κι ένα συγκινητικό πνεύμα αλληλοκατανόησης που φτάνει να γίνει μάθημα ζωής.

Όπως και ο τρόπος με τον ο οποίο ο Τιλ προσεγγίζει τους τρεις «ελλειμματικούς» πρωταγωνιστές. σκηνοθετικά κοιτάζοντας τα πάντα από το ύψος του βλέμματός τους, το οποίο γίνεται και το «φυσιολογικό» βλέμμα της ταινίας, ενώ σεναριακά τους μετατρέπει έξυπνα σε ένα είδος υπερηρώων (η ιδέα και η αφηγηματική χρήση του κόμικς είναι αριστουργηματική ).

Και όλα αυτά με μια αφοπλιστική αίσθηση ρεαλισμού, την οποία ενισχύει η ερμηνευτική παρουσία του έμπειρου Ζάμπολκς Θούροζι («Λευκός Θεός» ), του νεαρού αθλητή με ειδικές ανάγκες Ζόλταν Φενιβέσι και του ηθοποιού, δραματουργού και ποιητή Άνταμ Φέκετε, ο οποίος μοιράζεται τα προβλήματα υγείας του ήρωά του Μπάρμπα. Δικαίως οι τρεις τους μοιράστηκαν το βραβείο ερμηνείας στο τελευταίο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όπου η ταινία απέσπασε και τον Χρυσό Αλέξανδρο.
Ουγγαρία. 2016. Διάρκεια: 105΄.

Κινηματογράφος

 

Κοινωνική ΈγχρωμηΔιάρκεια: 110'
Παραγωγή: Αμερικάνικη Σκηνοθεσία: Μπάρι Τζέκινς

Πρωταγωνιστούν: Μαχερσάλα Άλι, Ναόμι Χάρις, Σαρίφ Ερπ, Τζανέλ Μονέ, Ντουάν Σάντερσον, Τρέβαντ Ρόουντς, Άστον Σάντερς

Μια διαχρονική ιστορία ανθρώπινης επαφής κι αυτογνωσίας, το Moonlight εξιστορεί τη ζωή ενός άντρα από την παιδική του ηλικία έως και την ενηλικίωση, καθώς παλεύει να βρει τη θέση του στον κόσμο. Ένα ζωτικό πορτρέτο, σε τρία κεφάλαια, της σύγχρονης ζωής ενός αφροαμερικανού κι ένας ποιητικός διαλογισμός επάνω στην ταυτότητα, την οικογένεια, τη φιλία, την αγάπη, πλημμυρισμένος με βαθιά συμπόνοια και καθολικές αλήθειες.

Το συγκλονιστικό όραμα του Μπάρι Τζένκινς συγκινεί με την απεικόνιση των στιγμών, των ανθρώπων και των αγνώστων δυνάμεων που πλάθουν τη ζωή μας και μας καθορίζουν.

Η αρχή

To Moonlight ξεκίνησε ως ιδέα για σχολική εργασία από τον αξιοσέβαστο θεατρικό συγγραφέα Ταρέλ Άλβιν ΜακΚρέινι, μέλος της θεατρικής εταιρίας Steppenwolf του Σικάγο. Το θεατρικό του έργο με τίτλο « In Moonlight Black Boys Look Blue» παρουσιάστηκε πρώτη φορά στο φεστιβάλ Borscht στο Μαϊάμι, στα πλαίσια παρουσίασης έργων ντόπιων καλλιτεχνών, που αντιπροσωπεύουν την πολιτιστική ταυτότητα της πόλης μέσα από ιστορίες που διαφοροποιούνται από την τυπική της απεικόνιση.

To 2013, η παραγωγός Αντέλ Ρομάνσκι βοηθούσε τον Μπάρι Τζένκινς να επιλέξει ανάμεσα στα αναρίθμητα project που είχε στο μυαλό του για να σκηνοθετήσει, μετά το Medicine for Melancholy. Οι δυο τους, φίλοι από το πανεπιστήμιο, βρισκόντουσαν συχνά έως ότου οι ιδέες τους πήραν μορφή. Μία από αυτές ήταν και το έργο του ΜακΚρέινι: «Ο Ταρέλ συνέλαβε με εκπληκτικό τρόπο τι σημαίνει να είσαι ένα φτωχό μαύρο παιδί που μεγαλώνει στα προάστια του Μαϊάμι», εξηγεί ο Τζένκινς. «Το είδα σαν ευκαιρία να δώσω ζωή σε κάποιες από τις δικές μου παιδικές αναμνήσεις , μέσα από την υπέροχη φωνή του Ταρέλ. Οι ρίζες των εμπειριών του ήταν οι ρίζες των εμπειριών μου- ήταν ο τέλειος γάμος».

Συμπτωματικά, ο Τζένκινς μεγάλωσε στην ίδια γειτονιά με τον ΜακΚρέινι, τη γειτονιά του Moonlight. Δε γνώριζαν ο ένας τον άλλον σαν παιδιά, αλλά η ζωή τους έμοιαζε τρομακτικά. Πήγαν στα ίδια σχολεία, έγιναν και οι δύο καλλιτέχνες με δύο βασικά θέματα να διακατέχουν τα έργα τους: ταυτότητα και σεξουαλικότητα. Μεγάλωσαν και οι δύο παρακολουθώντας τις μητέρες τους να παλεύουν με το σοβαρό τους εθισμό στα ναρκωτικά. Η μητέρα του Τζένκινς επιβίωσε και είναι φορέας του AIDS τα τελευταία 24 χρόνια, ενώ η μητέρα του ΜακΚρέινι υπέκυψε στον ίδιο ιό.

 

Οι ρίζες του Moonlight

Το πρωτότυπο έργο του ΜακΚρέινι είχε στο επίκεντρο του έναν έμπορο ναρκωτικών που παίρνει υπό την προστασία του ένα νεαρό αγόρι, ταλαιπωρημένο από την παρενόχληση των συμμαθητών του, τον εθισμό της μητέρας του, τη μοναξιά και τη διαφορετικότητα. Οι σκηνές εναλάσσονται μεταξύ παιδικής ηλικίας κι εφηβείας στο “In Moonlight Black Boys Look Blue”, το οποίο εξετάζει ενδελεχώς τη σεξουαλικότητα του πρωταγωνιστή του, Σάιρον, καθώς μεγαλώνει. «Ήταν πολύ σημαντικό για μένα να δείξω από την αρχή τη συμμετοχή της κοινωνίας στη ζωή του Σάιρον» αναφέρει ο ΜακΚρέιν. «Η κοινωνία γνωρίζει πράγματα για εκείνον που ο ίδιος ακόμη δεν έχει μάθει. Οι άνθρωποι επιθυμούν να τον κατηγοριοποιήσουν πριν καν μάθει τι σημαίνει αυτό. Αυτό συμβαίνει σε όλους μας, είτε είμαστε λευκοί, μαύροι, άνδρες, γυναίκες, ετερόφυλοι ή ομοφυλόφιλοι. Υπάρχουν στιγμές που η κοινωνία αποφασίζει να μας ανακοινώσει ως τι μας βλέπει. Ο τρόπος που ανταποκρινόμαστε κάνει τη μάχη αληθινή, καθορίζει τη ζωή μας».

Για τη διασκευή του σεναρίου, ο Τζένκινς θέλησε να προσθέσει ακόμη ένα κεφάλαιο στη ζωή του Σάιρον- αυτό της ενηλικίωσης. Το Moonlight ξεκινάει με το Σάιρον σε ηλικία 10 ετών, που τον βρίσκει και τον παίρνει υπό την προστασία του ο Χουάν, μαζί με την κοπέλα του, Τερέσα. Στο δεύτερο κεφάλαιο, ο Σάιρον γνωρίζει τον έρωτα στο πρόσωπο του συμμαθητή του Κέβιν, βλέπει τη μητέρα του να εξασθενεί όλο και περισσότερο και βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα γεγονός που θα αλλάξει την πορεία της ζωής του. Το τρίτο κεφάλαιο ακολουθεί το Σάιρον στην ενηλικίωση – είναι γνωστός πλέον ως Black.

Η Ρομάνσκι μαγεύτηκε από τη διασκευή του Τζένκινς, το γεμάτο συναίσθημα σενάριο του για την ενηλικίωση στη γη του πυρός. Παρότι το Moonlight λαμβάνει χώρα σε ένα πολύ συγκεκριμένο μέρος, τα θέματα του βρίσκουν το κοινό τους σε οποιονδήποτε στον κόσμο ένοιωσε κάποια στιγμή ότι δεν ανήκει πουθενά. «Το σενάριο μου ράγισε την καρδιά» λέει η Ρομάνσκι. «Η ιστορία του Σάιρον ήταν κάτι με το οποίο μπορούσα να ταυτιστώ, παρόλο που είμαι γυναίκα και λευκή. Ο πυρήνας της ιστορίας είναι η διαφορετικότητα».

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές του Moonlight, είναι ότι μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από έναν ετερόφυλο άντρα, που δούλεψε επάνω στο υλικό ενός ανοιχτά ομοφυλόφιλου- παρόλα αυτά η σεξουαλικότητα δεν είναι αυτό που χαρακτηρίζει την ταινία χάρη στους λεπτούς χειρισμούς του Τζένκινς. Το Moonlight ξεπερνά τις ταμπέλες και τους χαρακτηρισμούς, είναι μια παγκόσμια ιστορία, δοσμένη μέσα από την προσωπική μάχη ενός νεαρού. «Ο Μπάρι είναι ένας πολύ εσωστρεφής άνθρωπος»εξηγεί η Ρομάνσκι. «Δεν του αρέσει να ανοίγεται, παρά μόνο στους λίγους ανθρώπους που εμπιστεύεται. Το Moonlight του επέτρεψε να πει μια ιστορία που είναι μοναδική για τον ίδιο και την ιστορία του και κατάφερε να το κάνει με μια διασκευασμένη ιστορία του Ταρέλ».

Οι παραγωγοί Τζέρεμι Κλάινερ και Ντίντι Γκάρντνερ, αντιπρόεδροι της Plan B Entertainment του Μπραντ Πιτ, ήταν θαυμαστές του Τζένκινς από το Medicine for Melancholy. Οι δυο παραγωγοί γνωρίστηκαν με το Τζένκινς στο φεστιβάλ της Τελουρίντ το 2013, όπου κι άρχισαν να συζητούν ενδεχόμενη συνεργασία, κάτι που πραγματοποιήθηκε όταν τους παρέδωσε αργότερα το σενάριο για το Moonlight.

 

Το καστ

Το κάστινγκ για την ταινία ξεκίνησε με την απόφαση του Τζένκινς να δείξει την εξέλιξη του Σάιρον, από τα 10 του χρόνια έως τα 30, χωρίς να αλλάζει κανένας ηθοποιός ηλικιακά στο καθένα από τα τρία κεφάλαια. Η πρόκληση για τους υπεύθυνους κάστινγκ ήταν να βρουν τρεις ηθοποιούς που θα μετέδιδαν τα ίδια συναισθήματα στη διάρκεια των χρόνων, χωρίς καν αυτοί να συναντιούνται στα γυρίσματα. Ο Τζένκινς απευθύνθηκε στη casting director Γέσι Ραμίρεζ, η οποία υπήρξε δημόσιος λειτουργός για νέους και είχε μια ιδιαίτερη γνώση κι εμπειρία. «Αυτό με τράβηξε στο σενάριο» σχολιάζει η Ραμίρεζ. «Ο Σάιρον χρειαζόταν κάποιον να τον βοηθήσει. Γνωρίζω αυτά τα παιδιά. Έχω δουλέψει μαζί τους».

Οι δημιουργοί γνώριζαν από νωρίς ότι όποιος θα υποδυόταν τον μικρό Σάιρον (Little) έπρεπε να είναι ντόπιος. Ο Τζένκινς και η Ρομάνσκι χτένισαν τους δρόμους της πόλης, αναρτώντας αγγελίες, πηγαίνοντας σε σε σχολεία και γειτονιές, αναζητώντας πάντα το μικρό αγόρι που θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες τους. Ανακάλυψαν το Χίμπερτ κι έδειξαν την κασέτα του στους υπόλοιπους- η Ραμίρεζ εντυπωσιάστηκε αμέσως από την ευαισθησία και την περιέργεια του μικρού αγοριού. Όλοι ένιωθαν βέβαιοι ότι αυτός ήταν ο Little.

Για τον έφηβο Σάιρον, η Ραμίρεζ διεύρυνε την αναζήτηση της σε όλη τη χώρα. Επιλέχθηκε ο Άστον Σάντερς, τον οποίο η Ραμίρεζ ανακάλυψε σε μία από τις αναρίθμητες οντισιόν στο Λος Άντζελες. Ο Σάντερς είχε ένα προηγούμενο μικρό ρόλο στο Straight outta Compton, αλλά ξεχώρισε για την ακινησία, για την απάθεια που έδειξε στην οντισιόν- βασικά χαρακτηριστικά για το νεαρό Σάιρον.

Ο Τρέβαντ Ρόουντς , πρώην αθλητής του στίβου από τη Λουιζιάνα, πέρασε από οντισιόν αρχικά για το ρόλο του ενήλικου Κέβιν, αλλά η οντισιόν του διακόπηκε όταν η Ραμίρεζ, ο Τζένκινς και η Ρομάνσκι είδαν αμέσως ότι ήταν ιδανικός για το ρόλο του Black, τον ενήλικο πια Σάιρον. “Δε μου συμβαίνει συχνά να πιστεύω τόσο πολύ σε έναν ηθοποιό, από τη στιγμή που μπαίνει στο δωμάτιο, αλλά ο Τρέβαντ ήταν ιδιαίτερος», λέει η Ραμίρεζ.

«Ο Σάιρον είναι ένας άντρας που κρύβει τον πραγματικό του εαυτό γιατί φοβάται» λέει ο Ρόουντς. «Ο τίτλος Moonlight αναφέρεται στο φως που πέφτει στο απόλυτο σκοτάδι. Ο καθένας μας στη ζωή αντιμετωπίζει κάτι αντίστοιχο, είτε πρόκειται για μικρό διάστημα, είτε για μια ολόκληρη ζωή. Οποιοσδήποτε ισχυρίζεται ότι δεν έχει φορέσει ποτέ κάποιου είδος προσωπείο ζει στο σκοτάδι».

Για το Χουάν, τον έμπορο ναρκωτικών που προστατεύει το Σάιρον, έπρεπε να βρεθεί ένας ηθοποιός που θα ήταν ταυτόχρονα σκληρός, αλλά και στοργικός. Οι δημιουργοί βρήκαν τον Χουάν στο πρόσωπο του Μαχερσάλα Άλι, ο οποίος είναι ιδιαίτερα γνωστός από το ρόλο του ως Ρέμι Ντάντον στο House of cards, καθώς και τα Επαναστάτης, The Hunger games: Επανάσταση και τη τηλεοπτική σειρά του Netflix, Luke Cage.

Η Βρετανίδα ηθοποιός Ναόμι Χάρις, είναι η μητέρα του Σάιρον και ο μόνος χαρακτήρας που εμφανίζεται και στα τρία κεφάλαια. Η Χάρις είχε κερδίσει την προσοχή της Ραμίρεζ πολλά χρόνια πριν, με το ρόλο της στο 28 Ημέρες μετά του Ντάνι Μπόιλ. Για τη Χάρις, απόφοιτο του Cambridge, που δεν πίνει, δεν καπνίζει και δεν κάνει ναρκωτικά, ήταν μια ιδιαίτερη πρόκληση ο χαρακτήρας της Πόλα: “Η Πόλα είναι μια εργαζόμενη γυναίκα με σοβαρό εθισμό στα ναρκωτικά. Επιλέγει διαρκώς τον εθισμό από το γιο της. Ένας πολύ σημαντικός παράγοντας όταν υποδύομαι ένα χαρακτήρα είναι να μάθω να συμπάσχω μαζί τους. Έπρεπε να βρω μια βαθιά σύνδεση και κατανόηση για τις επιλογές της για να τη ενσαρκώσω», λέει η ίδια.

 

Το Μαϊάμι υποδύεται τον εαυτό του

Ο Τζένκινς και το συνεργείο του γύρισαν το Moonlight σε μια περιοχή του Μαΐάμι, γνωστή ως Liberty Square, μέρος του συστήματος δημόσιας στέγασης Liberty City. Η περιοχή θεωρείται μια από τις πιο επικίνδυνες σε ολόκληρη την Αμερική. «Θέλαμε η ιστορία μας να είναι αυθεντική, οπότε πήγαμε σε γειτονιές και περιοχές που θα ήταν αυθεντικές για τις ζωές των χαρακτήρων μας» σημειώνει η Ρομάνσκι. «Για κάποιους από το συνεργείο μας, ήταν η πρώτη φορά που πήγαιναν σε αυτές τις γειτονιές, παρόλο που ήταν μόνιμοι κάτοικοι της πόλης».

Το Moonlight είναι μια παγκόσμια ιστορία αγάπης, οικογένειας και συμφιλίωσης, που έρχεται να απελευθερώσει οποιονδήποτε έχει νοιώσει παράταιρος ή μόνος, ή έχει νοιώσει παγιδευμένος στα συναισθήματα του και λαχταρά την αλλαγή. Συνοψίζει ο Τζένκινς: «Είναι μια βιωματική, πειραματική ταινία στην οποία οι χαρακτήρες διαπραγματεύονται συνεχώς τι θα επιτρέψουν στον εαυτό τους να νιώσουν. Αυτό που εκπέμπουν τελικά στον κόσμο είναι η διαδικασία που καθορίζει την ταυτότητα τους. Είναι απίστευτο να παρακολουθείς κάποιον να λαχταρά για κάτι εσωτερικά και να μην έχει το θάρρος να το εκφράσει».

 

Βιογραφικά συντελεστών

Η Ναόμι Χάρις (Πόλα) είναι Βρετανίδα ηθοποιός που έκανε αίσθηση όταν εμφανίστηκε το 2002 στο 28 Μέρες Μετά του Ντάνι Μπόιλ, ενώ ήταν υποψήφια για Βραβείο Bafta Καλύτερης Πρωτοεμφανιζόμενης Ηθοποιού για το ρόλο της ως Τία Ντάλμα στους Πειρατές της Καραϊβικής. Ακολούθησε ο θρυλικός ρόλος της Μις Μάνιπενι στο Skyfall του Σαμ Μέντες, και στο Spectre που ακολούθησε. Το 2013 ήταν υποψήφια για βραβείο NAACP και δύο Βραβεία του London Critics’ Circle για τη μαγευτική ενσάρκωση της Γουίνι Μαντέλα στο Μαντέλα: Ο Δρόμος προς την Ελευθερία. Ανάμεσα στις πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους δουλειές της Χάρις, περιλαμβάνονται οι Miami Vice, Ένας Προδότης Ανάμεσά μας, Ο Αριστερόχειρας , Sex,Drugs & Rock&Roll, The First Grader και το Φρανκενστάιν του Ντάνι Μπόιλ για το θέατρο. Πρόσφατα εμφανίστηκε στο Κρυφή Ομορφιά του Ντέιβιντ Φρανκέλ, ενώ τελευταία της δουλειά είναι το Jungle Book: Origins. Απόφοιτος του Πανεπιστημίου του Cambridge, η Χάρις σπούδασε υποκριτκή στη Θεατρική Σχολή του Μπρίστολ, Old Vic.

Ο Μαχερσάλα Άλι (Χουάν) έχει μετατραπεί τα τελευταία χρόνια, σε έναν από τους πιο περιζήτητους ηθοποιούς του Χόλιγουντ. Στις πιο πρόσφατες δουλειές του περιλαμβάνονται το Luke Cage για το Netflix, ενώ για τη μεγάλη οθόνη το Hidden Figures του Θίοντορ Μέλφι και Ο Επαναστάτης (2016). Προηγήθηκε ο ρόλος του ως Μπογκς στις ταινίες The Hunger Games, στο πλευρό των Τζένιφερ Λόρενς, Ντόναλντ Σάδερλαντ και Τζούλιαν Μουρ. Ο Άλι έγινε ιδιαίτερα γνωστός με το ρόλο του ως Ρέμι Ντάντον για τη πολυβραβευμένη σειρά του Netflix, House of Cards. Ο Άλι ήταν υποψήφιος για Βραβείο Έμι για την ερμηνεία του στη σειρά. Στις προηγούμενες δουλειές του περιλαμβάνονται τα Στο τέλος του δρόμου του Ντέρεκ Σιαφράνς, οι Παράνομες πράξεις του Γουέιν Κρέιμερ, το Go for Sisters του Τζον Σέιλ και Η απίστευτη ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον του Ντέιβιντ Φίντσερ. Στην τηλεόραση , εμφανίστηκε στο The wronged man, για το οποίο έλαβε και μια υποψηφιότητα για Βραβείο NAACP Καλύτερου Ηθοποιού. Εμφανίστηκε επίσης στα Alphas και The 440 για τρεις σεζόν. Για το θέατρο, ο Άλι έχει συμμετάσχει στις παραγωγές Blues for an Alabama Sky, The School for Scandal, A Lie of the Mind, A Doll’s House, Monkey in the Middle, The Merchant of Venice, The New Place, και Secret Injury, Secret Revenge. Επίσης στα The Great White Hope, The Long Walk , Jack and Jill και Smart People, για το οποίο έλαβε εξαιρετικές κριτικές. Με καταγωγή από το Χέιγουορντ της Καλιφόρνια, σπούδασε Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο St. Mary’s, ενώ πήρε το πτυχίο του στην υποκριτική από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.

Ο Μπάρι Τζένκινς (σενάριο/σκηνοθεσία) γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Μαϊάμι. Μετά τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Φλόριντα, μετακόμισε στο Λος Άντζελες για να δουλέψει στο πλευρό του Ντάρνελ Μάρτιν στo Their Eyes Were Watching God. Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, Medicine for Melancholy, κυκλοφόρησε το 2009, και η εφημερίδα The New York Times την αποθέωσε ως καλύτερη ταινία της χρονιάς. Το 2010, ο Τζένκινς ίδρυσε τη Strike Anywhere Films, μαζί με άλλους συναδέλφους του. Υποψήφιος πολλάκις για Βραβείο Spirit και Gotham, ο Τζένκινς έχει εργαστεί πρόσφατα στη σειρά του HBO, The Leftovers. Η εφημερίδα The New York Times, επανήλθε φέτος, βάζοντας το Τζένκινς στη λίστα με τους «20 σκηνοθέτες που πρέπει να παρακολουθείτε». Το Moonlight είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του.

Ο Τάρελ Άλβιν ΜακΚρέινι έγινε ιδιαίτερα γνωστός με την τριλογία που έγραψε για το θέατρο The Brother/Sister, η οποία αποτελείται από τα The Brothers Size, In the Red and Brown Water, και Marcus; or the Secret of Sweet. Ο ΜακΚρέινι εκτός από την υποτροφία MacArthur “Genius” που έχει λάβει, είναι επίσης αποδέκτης των Βραβείων Καλύτερου Θεατρικού Σεναρίου Whiting, Steinberg, Evening Standard, the New York Times, Paula Vogel, Windham Campbell, καθώς και το Βραβείο Doris Duke. Ήταν μόνιμος συνεργάτης της θεατρικής εταιρίας Royal Shakespeare από το 2008 έως το 2010, και πρώην σεναριογράφος για τους New Dramatists. Είναι μέλος της θεατρικής εταιρίας at Steppenwolf Theatre Company και του Teo Castellanos/D-Projects στο Μαΐάμι. Ο ΜακΚρέινι είναι απόφοιτος των σχολών New World School of the Arts, της θεατρικής σχολής του Πανεπιστημίου DePaul, και της δραματικής σχολής του Yale. Πρόσφατα ξεκίνησε να διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Μαϊάμι.

Συντελεστές: Μαχερσάλα Άλι, Ναόμι Χάρις, Σαρίφ Ερπ, Τζανέλ Μονέ, Ντουάν Σάντερσον, Τρέβαντ Ρόουντς, Άστον Σάντερς, Άλεξ Χίμπερτ


6 Υποψηφιότητες για Χρυσή Σφαίρα:

Καλύτερης Ταινίας/Δράμα, Σκηνοθεσίας, Σεναρίου, Β' Ανδρικού & Β' Γυναικείου Ρόλου, Μουσικής επένδυσης.

Κινηματογράφος

Η συμμετοχή του 67χρονου ηθοποιού στο νεο-γουέστερν «Πάση Θυσία» και η σίγουρη υποψηφιότητά του για Όσκαρ β΄ αντρικού ρόλου μας προσφέρει μια θαυμάσια ευκαιρία να μιλήσουμε για έναν από τους πλέον αντισυμβατικούς και προικισμένους σύγχρονους ηθοποιούς.


Ανυπέρβλητο coolness, ανεπιτήδευτη αμεσότητα, σούπερ χαλαρότητα, καλλιτεχνική πολυμορφία... Αυτά είναι μόνο μερικά από τα ερμηνευτικά χαρακτηριστικά του Τζεφ Μπρίτζες, στοιχεία που τον έχουν αναδείξει εδώ και μερικές δεκαετίες απόλυτο icon της άλλης Αμερικής. Ο 67χρονος ηθοποιός είναι ένας αυθεντικός alternative star, ο οποίος εφαρμόζει τους δικούς του κανόνες στον παραμορφωτικό κόσμο της show business. Το ότι είναι παντρεμένος με τη Σούζαν Γκέστον εδώ και σαράντα ολόκληρα χρόνια αποτελεί ένα από τα σπάνια παραδείγματα χολιγουντιανής νηφαλιότητας.
Η προσήλωση σε μια γυναίκα –ενώ τον κυνηγούν τουλάχιστον χιλιάδες– είναι δείγμα της απαράμιλλης ντιουντοσύνης του (μετάφραση του νεολογισμού «dudeness», που προήλθε από την ερμηνεία του στον «Μεγάλο Λεμπόφσκι» ). Εκτός όμως από την ίδια σύζυγο, ο Τζεφ έχει και τον ίδιο κασκαντέρ τα τελευταία σαράντα χρόνια, τον Τεξανό Λόιντ Κάτλερ, με τον οποίο είναι πλέον φίλοι! Και αν τα αναφέρουμε αυτά είναι γιατί η εμπιστοσύνη και η συνέπεια στις επιλογές είναι άγνωστες λέξεις στον εφήμερο κόσμο της showbiz. Αλλά, είπαμε, ο Μπρίτζες βρίσκεται εκεί με τους δικούς του όρους και χαλαρούς ρυθμούς, κάτι σαν μόνιμος ρέμπελος λαθρεπιβάτης στην υπέρλαμπρη χολιγουντιανή ταχεία. Γι’ αυτό και ο cool σταρ, ο οποίος έχει ασπαστεί το βουδισμό (αλήθεια ποιος­ εκπλήσσεται με αυτό; ), έχει αποκτήσει με το σπαθί του το δικαίωμα να γεράσει όμορφα στον μποτοξαρισμένο κόσμο του θεάματος που προσπαθεί ατελέσφορα να «παγώσει» το χρόνο.
Ξεκινώντας την καριέ­ρα του ως ένας από τους μορφο­νιούς τους αμερικανικού σινεμά («Η Τελευταία Παράσταση» ), εξελίχτηκε στη δεκαετία του ’80 σε αρσενικό sex symbol («Έρωτας Δίχως Αύριο» ), για να γίνει τελικά ανυπέρβλητος Hollywood hippy («Μεγάλος Λεμπόφσκι» ) με ροκάδικη γενειάδα και πλούσια κόμη. Ένας αστέρας που ουδέποτε φοβήθηκε να αλλάξει εμφάνιση, μενταλιτέ κι ερμηνευτικό προσανατολισμό, ενώ έχει αντιτάξει με επιτυχία την υποκριτική υποκειμενικότητα στον υστερικό χαμαιλεοντισμό της Μεθόδου...
Ερμηνευτικός δαρβινισμός

Αν θέλει κάποιος να θεμελιώσει τη θεωρία της «ερμηνευτικής εξέλιξης», είναι υποχρεωμένος να κοιτάξει την περίπτωση του Τζεφ Μπρίτζες. Σε ηλικία μόλις 21 ετών κάνει εκρηκτικό κινηματογραφικό ξεκίνημα παίρνοντας τον πρώτο του μεγάλο ρόλο στο δράμα ενηλικίωσης «Η Τελευταία Παράσταση» του Πίτερ Μπογκντάνοβιτς (1971 ). Το αποτέλεσμα είναι η πρώτη οσκαρική υποψηφιότητα της καριέρας του! Από εκεί και πέρα, βέβαια, η ακαδημία δεν ξαναϋπήρξε ποτέ τόσο γενναιόδωρη μαζί του. Μπορεί η παρθενική του υποψηφιότητα α΄ αντρικού ρόλου να ήρθε το 1984 με το «Στάρμαν» του Τζον Κάρπεντερ, σε μια από κάθε άποψη «εξωγήινη» ερμηνεία, όμως αρκετοί επιφανείς ρόλοι του υπήρξαν οσκαρικά άσφαιροι. Όπως λ.χ. η συνάντησή του στην οθόνη πέντε χρόνια αργότερα με τον αδερφό του Μπο Μπρίτζες και τη Μισέλ Φάιφερ στις σεναριακά αδύναμες, αλλά ερμηνευτικά και μουσικά παθιασμένες «Σχέσεις Πάθους» του Στιβ Κλοβς.
Αν όμως θέλει κάποιος να δώσει έναν ορισμό της οσκαρικής αδικίας, αυτή δεν είναι άλλη από την κραυγαλέα περίπτωση του «Μεγάλου Λεμπόφσκι» των αδερφών Κοέν το 1998. Η μοναδικής ακρίβειας εικονογράφηση της άλλης Αμερικής στο πρόσωπο του απερίγραπτου slacker με το ψευδώνυμο «The Dude» ήταν γραφτό να τρυπώσει κατευθείαν στο σύμπαν του καλτ, χωρίς να περάσει από το στάδιο της συναδελφικής αναγνώρισης. Δεν πειράζει όμως... Αυτός ο ρόλος έχει περάσει πλέον στους μύθους της ποπ κουλτούρας. Όπου βρεθεί ο Μπρίτζες δεν χάνει την ευκαιρία να μιλήσει για τον ρόλο που προσέγγισε περισσότερο από τον καθέναν την απερίγραπτη coolness του: «Είχα πολλά κοινά με τον Λεμπόφσκι, ειδικά όταν ήμουν νεότερος.

Πολλά από τα ρούχα που φόρεσα στον ρόλο είναι δικά μου, όπως οι σαγιονάρες και τα T-shirts». Συμπληρώνει, μάλιστα, ότι του αρέσει περισσότερο να ερμηνεύει το περιθώριο της κοινωνίας και να ανακαλύπτει τις σκοτεινές πλευρές της. Σίγουρα δεν μπορείς να τη χαρακτηρίσεις ορθόδοξη οσκαρική στρατηγική αυτήν! Βέβαια, η τεράστια κινηματογραφική αδικία αποκαταστάθηκε από την ακαδημία σχεδόν μία δεκαετία αργότερα με τη βράβευσή του στο «Crazy Heart» του Σκοτ Κούπερ. Κι εκεί ο Μπρίτζες ενσάρκωσε άλλον έναν ηττημένο (τραγουδιστή ) της βάναυσα ανταγωνιστικής κοινωνίας μας. Άρα δεν άλλαξε ο Τζεφ. Τα γούστα της ακαδημίας αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν σε αυτόν.
Πάση θυσία υποψήφιος για Όσκαρ

Όποτε ο 67χρονος ηθοποιός ταξίδεψε στην αμερικανική ενδοχώρα, οι ερμηνείες του υπήρξαν τουλάχιστον απολαυστικές. Εκτός από το «Crazy Heart», έχει καταγραφεί­ αρκετές φορές στην κινηματογραφική ιστορία ως ατίθασος καουμπόης: από την πρώιμη «Σκληρή Συμμορία» (1972 ) του Ρόμπερτ Μπέντον μέχρι το ξεκαρδιστικό­ γουέστερν των Κοέν «Αληθινό­ Θράσος» (2010 ), την τελευταία του οσκαρική υποψηφιότητα. Τώρα υποδύεται τον Μάρκους Χάμιλτον στο «Πάση Θυσία», έναν βαθιά σαρκαστικό Τέξας ρέιντζερ που αναλαμβάνει την τελευταία του υπόθεση προτού συνταξιοδοτηθεί. Μαζί με τον συνάδελφό του Αλμπέρτο βρίσκονται στο κατόπι δύο ληστών μικρών τραπεζών.
Ο Τζεφ Μπρίτζες αποκαλύπτει εδώ την άλλη όψη των ΗΠΑ, αυτήν που κρύβεται στον «θαυματουργό» Νότο, όπου η παράδοση της οπλοκατοχής και της αυτοδικίας, ο ρατσισμός, η αρπαγή της γης από τις τράπεζες και η κοινωνική αδικία βασιλεύουν και καλλιεργούν το έδαφος για κάθε λογής πολιτικά φρούτα – όπως, καλή ώρα, ο Ντόναλντ Τραμπ. Και κάπως έτσι η έβδομη οσκαρική υποψηφιότητα για το alternative American icon είναι σχεδόν σίγουρη. Dude in Dolby Theater again!

Από Γιάγκο Αντίοχο

Κινηματογράφος

Οκτώ ταινίες περιλαμβάνει η κινηματογραφική εβδομάδα που ξεκινά σήμερα, με τους Τζεφ Μπρίτζες, Ρέιτσελ Βάις και τον... γκαζωμένο Βιν Ντίζελ να δίνουν το παρών στις αίθουσες.

Πάση Θυσία
Νεο-γουέστερν με τον Τζεφ Μπρίτζες, υποψήφιο για τρεις Χρυσές Σφαίρες. Σε μια ιστορία για τη σύγκρουση της Παλαιάς με τη Νέα Δύση, δυο αδέλφια, ο Τόμπι, ένας συνηθισμένος, διαζευγμένος πατέρας που προσπαθεί να φτιάξει μια καλύτερη ζωή για το γιο του, και ο Τάνερ, ένας ευέξαπτος, πρώην κατάδικος θα συνεργαστούν, για να ληστέψουν τα υποκαταστήματα της τράπεζας που έχει κάνει κατάσχεση στην οικογενειακή τους περιουσία. Η εκδίκηση φαίνεται δική τους μέχρι τη στιγμή που θα βρεθούν στο στόχαστρο ενός αμείλικτου, αθυρόστομου Τεξανού ρέιντζερ που ψάχνει για έναν τελευταίο θρίαμβο, την παραμονή της συνταξιοδότησης του.

Ετερος Εγώ
Εγκλήματα, πυθαγόρεια λογική κι ένα ελληνικό θρίλερ μυστηρίου. Ο καθηγητής εγκληματολογίας Δημήτρης Λαΐνης αναλαμβάνει να λύσει το μυστήριο που κρύβεται πίσω από τους πέντε φόνους, οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους. Αναπάντεχοι σύμμαχοι του Λαΐνη στο να ξεμπλέξει το πολύπλοκο και επικίνδυνο αυτό κουβάρι, η θεωρία του Πυθαγόρα κι ένας καθηγητής μαθηματικών. Θα καταφέρει να λύσει το μυστήριο και να αποκαλύψει την αλήθεια;

Άρνηση
Δικαστικό δράμα πάνω στο Ολοκαύτωμα με τους Ρέιτσελ Βάις, Τίμοθι Σπολ και Τομ Γουίλκινσον. Βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, η ταινία αφηγείται την ιστορία της δικαστικής μάχης που έδωσε η Ντέμπορα Ι.Λίπσταντ προς τιμήν της αλήθειας ενάντια στον Ντέβιντ Έρβινγκ, ο οποίος την μήνυσε για συκοφαντική δυσφήμιση όταν εκείνη τον κατηγόρησε για άρνηση του Ολοκαυτώματος. Βάσει του αγγλικού νομικού συστήματος, στις περιπτώσεις αυτές, η ευθύνη της εύρεσης αποδείξεων βαραίνει τον κατηγορούμενο, άρα η Λίπσταντ και η νομική της ομάδα έπρεπε να αποδείξουν ότι το Ολοκαύτωμα συνέβη όντως. ΧΧΧ: Επανεκκίνηση
Ο Βιν Ντίζελ επιστρέφει ως πράκτορας Ξάντερ Κέιτζ. Στην τρίτη του ταινία, o απόλυτος πράκτορας του προγράμματος xXx ζει και βασιλεύει, αφού ο θάνατός του ήταν σκόπιμα σκηνοθετημένος ώστε να μπορέσει να αποτραβηχτεί και να ζήσει μια φυσιολογική ζωή. Όμως, ένα καταστρεπτικό όπλο με την ονομασία το Κουτί της Πανδώρας, που στα λάθος χέρια μπορεί να αποβεί μοιραίο για την ανθρωπότητα, τον φέρνει ξανά στη δράση. Ο Ζάντερ, μαζί με μια ομάδα εξίσου αντισυμβατικών χαρακτήρων, αναλαμβάνει να σώσει τον κόσμο εμποδίζοντας τον ανελέητο Ζιάνγκ και τη συμμορία του να αποκτήσει το επικίνδυνο αυτό όπλο. Μαγια η Μέλισσα – η Ταινία
Η μικρή μέλισσα στην πρώτη κινηματογραφική της περιπέτεια. Η δραστήρια και γεμάτη περιέργεια μικρή Μάγια κάνει παρέα με τον Φλιπ την ακρίδα, τον Κερτ το σκαθάρι, ακόμα και τον Στινγκ, τη νεαρή σφήκα, αδιαφορώντας για τους περιοριστικούς κανόνες της κυψέλης της. Όταν κάποιος κλέβει τον βασιλικό πολτό, όλες οι υποψίες πέφτουν στις σφήκες και η Μάγια με την αλλόκοτη παρέα της μπαίνει στο στόχαστρο ως συνεργός τους. Μόνο ο καλόκαρδος Βίλυ την πιστεύει και μετά από ένα περιπετειώδες ταξίδι παρέα με τους υπόλοιπους φίλους της η Μάγια καταφέρνει να λύσει το μυστήριο και να συμφιλιώσει τους κατοίκους του μεγάλου και πλούσιου λιβαδιού. Καλή Σύζυγος
Σέρβικο κοινωνικό δράμα με τη Μιργιάνα Καράνοβιτς σε ρόλο πρωταγωνίστριας και σκηνοθέτη. Η Μιλένα είναι μια μέσης ηλικίας νοικοκυρά και μητέρα, που ζει μια τακτοποιημένη ζωή στα προάστια του Βελιγραδίου.Είναι αφοσιωμένη στα συζυγικά της καθήκοντα κι όταν δεν έχει πρόβα στην τοπική χορωδία, περιποιείται τον εαυτό της, μαγειρεύει και δεξιώνεται τους φίλους της οικογένειας. Όμως μια ξεχασμένη βιντεοκασέτα θα ανατρέψει την ηρεμία της καθημερινότητάς της και η Μιλένα θα αναγκαστεί να πάρει αποφάσεις που θα συνταράξουν την ζωή όλων. Με τα Μάτια Ανοιχτά
Μουσική και πολιτική συναντιούνται σε ένα γαλλο-τυνησιακό δράμα με πολλά φεστιβαλικά βραβεία. Τυνησία, 2010. Η δεκαοκτάχρονη Φάρα μόλις τέλειωσε το σχολείο και η οικογένεια της ήδη την φαντάζεται να σπουδάζει Ιατρική. Εκείνη όμως έχει άλλα όνειρα. Τραγουδάει σε ένα συγκρότημα με πολιτικό στίχο που μόλις ξεκινά να δίνει συναυλίες . Είναι παθιασμένη με τη ζωή, πίνει αλκοόλ, ανακαλύπτει τον έρωτα και την πόλη της τη νύχτα αντίθετα με τις επιθυμίες της πιο συντηρητικής μητέρας της Χαγιέτ που γνωρίζει πολύ καλά την σκοτεινή πλευρά της πατρίδας της και τα όρια της συντηρητικής κοινωνίας της. Υπόθεση Φριτς Μπάουερ
Η βιογραφία του ανθρώπου που κυνήγησε κι έφερε στο δικαστήριο τον ναζί Άντολφ Άιχμαν. Στην Γερμανία του 1957, ο εισαγγελέας Φριτς Μπάουερ έχει σημαντικά στοιχεία ότι ο συνταγματάρχης των SS και ‘αρχιτέκτονας του Ολοκαυτώματος' Αδόλφος Άιχμαν, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τις μαζικές απελάσεις των Εβραίων, φέρεται να κρύβεται στο Μπουένος Άιρες. Ο Μπάουερ, ο οποίος είναι ο ίδιος Εβραίος, έχει προσπαθήσει να οδηγήσει στο δικαστήριο τα εγκλήματα του Τρίτου Ράιχ, μετά την επιστροφή του από την εξορία στη Δανία. Εξαιτίας της δυσπιστίας του στο γερμανικό σύστημα δικαιοσύνης, ο δραστήριος εισαγγελέας έρχεται σε επαφή με τη Μοσάντ, το Ινστιτούτο Πληροφοριών και Ειδικών Αποστολών του Ισραήλ, διαπράττοντας προδοσία...

Κινηματογράφος

Αν και γιος αστυνομικού, επιστρέφοντας από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Τζο Κάφλιν διαλέγει τη ζωή του παράνομου και γρήγορα γίνεται ένας από τους πιο διαβόητους γκάνγκστερ στη Βοστόνη της Ποτοαπαγόρευσης. Νουάρ που αποτίνει έναν ξέπνοο και καθαρά περιγραφικό φόρο τιμής στις γκανγκστερικές ταινίες της χρυσής χολιγουντιανής εποχής.

Από τους σπουδαιότερους Αμερικανούς συγγρα­φείς αστυνομικών θρίλερ (crime fiction ), ο Ντένις Λεχέιν έχει δει τέσσερα μυθιστορήματα κι ένα διήγημά του να μεταφέρονται στη μεγάλη οθόνη. Και μάλιστα από auteurs πρώτης γραμμής όπως ο Κλιντ Ίστγουντ («Σκοτεινό Ποτάμι» ) και ο Μάρτιν Σκορσέζε («Το Νησί των Καταραμένων» ) αλλά και ο Μπεν Άφλεκ, ο οποίος μετά το επιτυχημένο σκηνοθετικό ντεμπούτο του με το «Χωρίς Ίχνη» διασκευάζει και πάλι τον αγαπημένο του συγγραφέα. Το γραμμένο το 2012 «Live by night» αφηγείται την ιστορία του Τζο Κάφλιν, του ιρλανδικής καταγωγής γιου ενός αστυνομικού επιθεωρητή, ο οποίος επιστρέφοντας στη Βοστόνη από τον Μεγάλο Πόλεμο διαλέγει τη ζωή του παράνομου, γεγονός που δεν αργεί να τον στείλει στη φυλακή. Βγαίνοντας από εκεί κι έχοντας στο νου του την εκδίκηση, θα αναδειχτεί σε έναν από τους μεγαλύτερους γκάνγκστερ της εποχής της Ποτοαπαγόρευσης και θα ελέγξει το οργανωμένο έγκλημα στην Τάμπα της Φλόριντα.

Στην ηχώ του κλασικού φιλμ νουάρ «They Live by Night» του Νίκολας Ρέι (1948 ), το βιβλίο του Λεχέιν και η ταινία του Άφλεκ αποτίνουν φόρο τιμής στις γκανγκστερικές περιπέτειες της χρυσής χολιγουντιανής εποχής. Μιλούν για την αστραφτερή αλλά και τη σκοτεινή όψη του αμερικανικού ονείρου, ενώ θίγουν θέματα που απασχολούν­ τον δημιουργό Άφλεκ (κυρίως­ στα «Χωρίς Ίχνη» και «The Town» ), όπως το δίκαιο και η κατάρα του αίματος, η έννοια της τιμής, τα όρια της ηθικής και η περιγραφή ενός κόσμου, της σύγχρονης Αμερικής, χτισμένου πάνω στην ευρεία έννοια της αμαρτίας – τη βία και το έγκλημα.
Μόνο που εδώ ο μέχρι τώρα στιβαρός σκηνοθέτης, σεναριογράφος, παραγωγός και πρωταγωνιστής μοιάζει να παρακολουθεί από απόσταση το όλο δράμα, περιγραφικός αφηγητής μιας ιστορίας επιφανειακά γοητευτικής και άλλο τόσο διδακτικής, φορτωμένης βολικές συμπτώσεις κι εύκολες αλληγορίες. Με ένα οσκαρικά πολυβραβευμένο τεχνικό επιτελείο (από τον φωτογράφο Ρόμπερτ Ρίτσαρντσον μέχρι τον μοντέρ Γουίλιαμ Γκόλντενμπεργκ ) υπεύθυνο για τις προβλέψιμα καλογυαλισμένες εικόνες, γεμάτες νοσταλγικό στιλ, όχι όμως ένταση και αληθινό συναίσθημα.
ΗΠΑ. 2016. Διάρκεια: 128΄. Διανομή: TANWEER.

Κινηματογράφος

Ο Εμποράκος
Από Χρήστο Μήτση 

Βραβείο σεναρίου και αντρικής ερμηνείας στις Κάνες για ένα αριστοτεχνικά σκηνοθετημένο και σεναριακά κεντημένο κοινωνικό δράμα πολλαπλών αναγνώσεων, το οποίο «ξαναδιαβάζει» δημιουργικά το αριστουργηματικό θεατρικό του Άρθουρ Μίλερ.

Ο Γουίλι Λόμαν αποτελεί εμβληματική μορφή του σύγχρονου θεάτρου. Όχι μόνο γιατί είναι ένας γραμμένος με βάθος κι ευαισθησία χαρακτήρας, αλλά γιατί, ως πρωταγωνιστής του έργου του Άρθουρ Μίλερ «Ο Θάνατος του εμποράκου», αντιπροσωπεύει ιδανικά το ανθρώπινο κόστος της μεταμόρφωσης της Αμερικής σε αυτό που γνωρίζουμε σήμερα: τη μεταπολεμική κοινωνία της αφθονίας, της κατα­νάλωσης, του ανταγωνισμού και μιας νέας μεσοαστικής τάξης. Μιας­ τάξης απελευθερωμένης από το αγροτικό κι εργατικό παρελθόν της, δομημένη πάνω σε φιλελεύθερες σχέσεις κι εμφορούμενη από νέες ηθικές αξίες. Έχοντας φτάσει πλέον μέχρι την Τεχεράνη, η παγκοσμιοποίηση τη μεταμορφώνει με το ρυθμό που η αστική Αμερική άλλαζε όψη (και ψυχή ) την εποχή των Λόμαν και Μίλερ.
Έτσι ο «Εμποράκος» του Ασγκάρ Φαραντί ξεκινάει με μια πολυκατοικία στα όρια της κατάρρευσης, γεγονός που αναγκάζει τον δάσκαλο­ Εμάντ και τη σύζυγό του Ράνα να μετακομίσουν. Το νεαρό ζευγάρι, το οποίο υποδύεται τους Γουίλι και Λίντα Λόμαν σε ένα ερασιτεχνικό ανέβασμα του «Θανάτου του εμποράκου», βρίσκει ένα βολικό καινούργιο διαμέρισμα, από το οποίο όμως η προηγούμενη ένοικος δεν έχει μαζέψει ακόμη τα πράγματά της. Αναζητώντας τη, θα μάθουν πως πρόκειται για μια γυναίκα «με πολλούς αρσενικούς επισκέπτες», ένας από τους οποίους θα περάσει από το διαμέρισμα σε λάθος στιγμή και θα βρει μόνη τη Ράνα στο μπάνιο.

Η εξέλιξη θα αναστατώσει την ευαίσθητη ισορροπία του ζευγαριού και θα σπρώξει τον Εμάντ στην πεισματική αναζήτηση του εισβολέα. Ενός άλλου εμποράκου/Γουίλι Λόμαν όπως αποδεικνύεται, παγιδευμένου στις δικές του ενοχές και αυταπάτες. Μπορεί ο Εμάντ, άνθρωπος της εκπαίδευσης και του πολιτισμού, να τον καταλάβει αφού μάλιστα «τον υποδύεται» στη θεατρική σκηνή; Ο σκηνοθέτης του αριστουργηματικού «Ένας Χωρισμός» συνεχίζει να στοχάζεται πάνω σε αρχετυπικά­ ηθικά διλήμματα, τοποθετώντας τα σταθερά σε συγκεκριμένο ιστορικό­ και κοινωνικό πλαίσιο. Με διακριτικές σκηνοθετικές παρεμβάσεις πλουτίζει σκηνή τη σκηνή το σεναριακά πολυεπίπεδο δράμα του, που εξαρχής οριοθετεί το αυστηρό θεο­κρατικό και φαλλοκρατικό βλέμμα υπό το οποίο εξελίσσεται.
Από τα κοντινά πλάνα στις ρωγμές του τοίχου μέχρι το πώς στρώνει η Ράνα το κρεβάτι (πώς πετάει το μαξιλάρι του Εμάντ ), από τις σιωπές και τα βλέμματα μέχρι τις θεατρικές μεταμφιέσεις, περιπλέκει όλο και ασφυκτικότερα το αδιέξοδο δράμα των χαρακτήρων, περιγράφοντας έναν προς έναν τους λόγους του ηθικού και του ψυχολογικού εγκλωβισμού τους. (Μέσω του εισβολέα ο Εμάντ εκδικείται στην πραγματικότητα τη Ράνα; ) Τέλος, ανανεώνει ευρηματικά τα θαρραλέα ερωτήματα του Άρθουρ Μίλερ και κοιτάζει στα μάτια το θλιμμένο ιρανικό (νεο-αμερικανικό ) όνειρο, κερδίζοντας τα βραβεία σεναρίου και αντρικού ρόλου στις Κάνες, όπως και μια θέση στη βραχεία λίστα των εννέα υποψηφίων για το ξενόγλωσσσο Όσκαρ ταινιών.

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin