Νοεμβρίου 23, 2017

Ποίηση

Σήκω και δώσε μου κρασί τα λόγια είναι χαμένα
απόψε το χειλάκι σου θα 'ναι το παν για μένα
κι όσο για τα ταξίματα και για τα κρίματά μου
τα βλέπω σαν τα κατσαρά μαλλιά σου μπερδεμένα

Για 'κείνα που δεν έκανα και που 'χω καμωμένα
αν έχω τη ζωή σωστά είτε στραβά παρμένα
αυτό θα 'ν' το μαράζι μου κρασί λοιπόν, ποιος ξέρει
μη βγαίνει τούτ' η αναπνοή στερνή φορά από μένα

Όταν θελήσει η μοίρα μου τον κόσμο αυτό ν' αφήσω
και κάθ' ελπίδα για ζωή απ' την καρδιά μου σβήσω
μια κούπα από τη στάχτη μου να φτιάξετε συντρόφοι
σαν θα γεμίζει με κρασί μπορεί να ξαναζήσω.

OMAR KHAYYAM( περσης φιλοσοφος- ποιητης )

Ο Ομάρ Χαγιάμ, είναι πιο γνωστός στη Δύση σαν φιλόσοφος και ποιητής. Η φιλοσοφία του είναι αποτυπωμένη στο ποιητικό του έργο, που αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από 750 περίπου ρουμπαγιάτ (τετράστιχα). Τα ρουμπαγιάτ δε γράφτηκαν για να δημοσιευτούν· είναι απαύγασμα της σταδιακά αυξανόμενης πείρας και του φιλοσοφικού στοχασμού του Ομάρ Χαγιάμ από τα νεανικά του χρόνια ως το θάνατό του

. Όλα τα Ρουμπαγιάτ ξεχειλίζουν από ένα πνεύμα πεσσιμισμού και μελαγχολίας, συνέπεια του σφοδρού μεταφυσικού άγχους που κυρίευε βαθμιαία τον Ομάρ Χαγιάμ, όσο περισσότερο αυτός εμβάθυνε στα γνωστά σ' όλους μας προβλήματα που εξετάζει η φιλοσοφία. Γ

ια να εξανεμιστεί αυτό το άγχος, ο ποιητής προτείνει σαν λύση - όπως τουλάχιστον φαίνεται στο έργο του - το κρασί, που έχει τις γνωστές σ' όλους μας ιδιότητες να θάβει βαθιά στη λήθη όλες μας τις έγνοιες.

Ποίηση

Μαργαριταρένιο Περιδέραιο

Μητέρα, θα πλέξω μαργαριταρένιο περιδέραιο για το λαιμό μου
με τα δάκρυα της θλίψης μου .

Τ’ αστέρια κατεργάστηκαν αστραγαλίδες από φως για να στολίσουνε τα πόδια τους ,
μα εμένα τα δικά μου θενά κρέμονται απ’ τα στήθια σου .

Πλούτη και δόξα τα χρωστώ σε σένα
κι είναι για σένα που τα δίνω ή τα κρατάω .
Όμως η θλίψη μου αυτή είν’ όλη δικιά μου ,
Κι όταν σου την προσφέρω σαν αφιέρωση
συ μ’ ανταμείβεις με τη χάρη τη δική σου .

``````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````

Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ

Δυσφήμιση

Προς τί αυτά τα δάκρυα στα μάτια σου, παιδί μου ;
Τι απαίσιο από μέρος τους πάντοτε να σε βρίζουν για το τίποτε !
Μουντζούρωσες τα δάκτυλα σου και το πρόσωπο, γράφοντας , με μελάνη –
γι’ αυτό σε λένε βρώμικο ;
Ω, τρισκατάρατοι ! Θα τολμούσαν να πουν βρώμικη την πανσέληνο έτσι απλά γιατί κηλίδωσε το πρόσωπό της με μελάνη ;
Για κάθε ψύλλου πήδημα σε κατηγορούν, παιδί μου . Κάνουν αμάν
για να σε ψέξουν για το τίποτε .
Έσκισες, παίζοντας, τα ρούχα σου – γι’ αυτό σε λεν
απεριποίητο ;
Ω, τρισκατάρατοι ! Μα πώς θα ‘λέγαν το φθινοπωριάτικο πρωινό που χαμογελά
μέσ’ από τα κουρελιασμένα σύννεφα ;
Μη δίνεις σημασία σ' ό,τι κι αν σου λεν, παιδί μου .
Φτιάχνουν ένα μακρύ κατάλογο με τις αταξίες σου .
Όλοι το ξέρουν που σ’ αρέσουν οι απολαύσεις – γι’ αυτό σε λένε
άπληστο ;
Ω, τρισκατάρατοι ! Τότε τι θα 'χαν να μας πουν κι εμάς που σ’ αγαπάμε ;

``````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````

Θάνατος

Ω συ της ζωής στερνό πλήρωμα ,
Θάνατε, θάνατέ μου, έλα στ’ αυτί μου και ψιθύρισε !

Μέρα τη μέρα εσένα είχα στο νου μονάχα ,
για σένα υπέφερα τις χαρές της ζωής και τις λύπες .

Ό,τι κι αν είμαι, ό,τι κι αν έχω, κι αν ελπίζω κι όλη μου η αγάπη
κυλούσαν πάντα προς το μέρος σου κρυφά και ύπουλα .

Μονάχα μια στερνή ματιά απ’ τα μάτια σου
και η ζωή μου θα ‘ναι στα χέρια σου για πάντα .

Τα λουλούδια πλεχθήκαν
και το στεφάνι περιμένει τη μελλόνυμφη.

Μετά το γάμο η νύφη το σπίτι της θα εγκαταλείψει
να πάει να βρει τον κύρη της μόνη στην ερημιά της νύχτας.

Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ

http://www.poemhunter.com/rabindranath-tagore/poems/

Ποίηση

Πιστεύω σε εκείνον που χτίζει, κι αγεροκρέμεται μες στον ουρανό,σαν Θεός, και κατευνάζει το χάος,

Πιστεύω σε εκείνον που θερίζει, και το δρεπάνι του κυματίζει ολόφωτο
σαν τα λαγόνια της αγαπημένης μου.
Πιστεύω σε εκείνον που αγαπάει, όπως πιστεύω και σε εκείνον που μισεί.
Πιστεύω σε εκείνον που αμαρτάνει και ζητάει με δάκρυα να τον συγχωρέσουν
πιστεύω και σε εκείνον που αμαρτάνει συχωρνάει μονάχος τον εαυτό του
και προχωράει.
symvolo-piistis-inglden.gr-boy-sunrise-flower-sun-night-god-pray-500
Πιστεύω και στη νύχτα που ξαναδίνει τα πράγματα μες στην καρδιά σου.
Πιστεύω στο αλάτι και στο κάρβουνο, στις μέλισσες και τα παιδιά.
Πιστεύω στις πολιτείες, που η βουή τους, σαν τους ραψωδούς,
έξω απ’ το παράθυρό σου, τραγουδάει την οδύσσεια της καθημερινότητας.
Πιστεύω και στη σιωπή, τα βράδια, στους κάμπους,
όταν ακούς ν’ αναστενάζουν από γήινη ευτυχία τα καρπούζια,
πιστεύω στους αντρείους, όπως πιστεύω και στους δειλούς,
και τρέχω μ’ εκείνον που χυμάει στην έφοδο και πέφτει μες στις σφαίρες και το θρίαμβο,
και πέφτω κι εγώ μαζί του,
και φεύγω με εκείνον που λιποτακτεί και κλαίει, και που είναι απ’ όλους
περιφρονημένος – μα ζωντανός.
Και κλαίω κι εγώ μαζί του.
Η αφθονία της πίστης μου είναι ένας άλλος, έκτος, δίχως όνομα, ωκεανός,
που ταξιδεύω πάνω του
χωρίς χάρτες και τιμόνια, με μόνο την καρδιά για οδηγό,
γιατί η αγάπη που έχω μέσα μου μπορεί κι ένα ακυβέρνητο καράβι
να το οδηγήσει στο δρόμο το σωστό.
Πιστεύω στα κατώφλια, στα γυμνά ποδάρια, στους σιδερένιους γερανούς και τα πορτοκάλια.
Πιστεύω και στον ανθρωπάκο, στη γωνιά του δρόμου, που βγάζει το καπέλο του
και χαιρετάει ταπεινά, την ώρα που οι άλλοι τον σκουντάν και τον χλευάζουν.
Και δοξάζομαι κι εγώ μαζί του.
Πιστεύω στους μεγάλους εφευρέτες, τους ήρωες, τους ποιητές,
που αλλάζουνε, με μια χειρονομία, τη γεωγραφία και τα πεπρωμένα
πιστεύω και στα ταπεινά βόδια που σηκώνουνε στη ράχη τους,
σα δόξα, το αιώνια ανάλλαχτο κι ολοπόρφυρο δειλινό.
symvolo-piistis-inglden.gr-boy-sunrise--girl-pray
Πιστεύω σε σας που κρατάτε ψηλά τις σημαίες και προχωράτε μες στον ενάντιο άνεμο,
πιστεύω και σε σένα που σηκώνεις σαν σημαία την καρδιά σου,
και προχωράς μες στο ενάντιο πλήθος.
Πιστεύω στο άπειρο, μπορώ να κάθομαι ώρες και να διαβάζω τον ουρανό,
τα χείλη μου είναι βαριά απ’ την κερήθρα των άστρων
και συχνά έστειλα την ψυχή μου να παραθερίσει στο άγνωστο.
Πιστεύω και στη γλυκιά ετούτη γη, γεμάτη μαχαιρώματα
και ζεστούς γυναικείους κόρφους,
Πιστεύω στο χώμα, αυτό το χώμα που πατάω και που με καρτερεί
εκεί κάτω, μες στη σκοτεινιά, όπου σαλεύουν οι ρίζες,
κοιμούνται οι νεκροί, και τραγουδάνε κιόλας μεθυσμένα τ’ αυριανά κρασιά,
πιστεύω και σε κείνα που δεν πιστεύω,
Αμήν
Τάσος Λειβαδίτης από τη συλλογή
«Σύμβολο Πίστεως «

Ποίηση

20 υπέροχα ποιήματα-αποσπάσματα μεγάλων ποιητών για τον έρωτα..

1. Τζόις Μανσούρ (1928-1986)

Άσε με να σ’ αγαπώ
αγαπώ τη γεύση απ’το παχύ σου αίμα
το κρατώ καιρό μέσα στο δίχως δόντια στόμα μου
η πυράδα του μου καίει το λαρύγγι
αγαπώ τον ιδρώτα σου
μ’αρέσει να χαϊδεύω τις μασχάλες σου
περίρρυτες από χαρά
άσε με να σ’ αγαπώ
άσε με να γλείφω τα κλειστά σου μάτια
άσε με να τα τρυπήσω με τη σουβλερή μου γλώσσα
και τη γούβα τους να γεμίσω με το θριαμβευτικό μου
σάλιο
άσε με να σε τυφλώσω.

(Μτφ.: Έκτωρ Κακναβάτος)

2,3,4. Ε. Ε. κάμμινγκς (1894-1962)

μου αρέσει το σώμα μου όταν είναι με το σώμα
σου. Τόσο που είναι φρέσκο αυτό το πράγμα.
Μύες καλύτεροι, νευρώνες περισσότεροι.
μου αρέσει το σώμα σου. μου αρέσει αυτό που κάνει,
μου αρέσουν τα πώς του. μου αρέσει απ’ το σώμα σου να νιώθω τη σπονδ
υλική στήλη και κόκαλα, και την τρεμουλιαστή
κρουστο-απαλό τητά του και που εγώ θα το
ξανά και ξανά και ξανά
φιλήσω, μου αρέσει να φιλώ αυτό κι εκείνο σου,
μου αρέσει, αργά να χαϊδεύω το, χνούδι φουντωτό το
γουνάκι ηλεκτρισμένο σου, και τι-ν’-αυτό που βγαίνει
από τη χωρισμένη σάρκα … Και μάτια μεγάλα ερωτο-ψίχουλα,
και ίσως μου αρέσει το ρίγος
του από κάτω μου εσύ τόσο, που, αλήθεια, φρέσκο πόσο

* * *

σε πείσμα του οτιδήποτε
αναπνέει και κινείται, μια κι ο Θάνατος
(με χέρια λευκά μακρύτατα
που στρώνουν κάθε ζάρα)
ολοσχερώς θα λειάνει τον νου μας
-πριν βγω απ’ την κάμαρά μου
γυρνώ, και(γέρνοντας
μες στο πρωινό)φιλάω,
το μαξιλάρι αυτό, αγάπη μου,
όπου τα κεφάλια μας ζούσαν και ήταν.

(Μτφ.: Βασίλης Αμανατίδης)

* * *
(απόσπασμα)

κρατώ την καρδιά σου μαζί μου (την κρατώ μες
στην καρδιά μου) δεν την αποχωρίζομαι ποτέ (όπου
κι αν πάω πηγαίνεις κι εσύ, καλή μου, κι ό,τι γίνεται
από μένα μόνο είναι δικό σου έργο, αγαπημένη μου)
δεν φοβάμαι
καμία μοίρα (γιατί εσύ είσαι η μοίρα μου, γλυκιά μου) δεν θέλω
κανέναν κόσμο (γιατί ομορφιά μου εσύ είσαι ο κόσμος μου, ο αληθινός)
και είσαι εσύ ό,τι από πάντα σημαίνει ένα φεγγάρι
κι ό,τι ένας ήλιος πάντα θα τραγουδάει είσαι εσύ

(Μτφ.: Χάρης Βλαβιανός)

5. Κώστας Καρυωτάκης (1896-1928)
Αγάπη

Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι.
Και με είδε μια αχτίδα
Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
Πώς μ’ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!
Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι
δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ που μ’ είχε πέτρα κάνει ο πόνος.

6. Μαρία Πολυδούρη (1902-1930)
Μόνο γιατί μ’αγάπησες

Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες
στα περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες.
Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο
κ’ έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.
Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν
με την ψυχή στο βλέμμα,
περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο
της ύπαρξής μου στέμμα,
μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν.
Μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες
και στη ματιά σου να περνάη
είδα τη λυγερή σκιά μου, ως όνειρο
να παίζει, να πονάη,
μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες.
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε
γι’ αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου.
Σα να μ’ ακολουθούσες όπου πήγαινα,
σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα,
γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.
Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου
μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.
Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου
μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,
μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.
Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες
έζησα, να πληθαίνω
τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες
κ’ έτσι γλυκά πεθαίνω
μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες.

7. Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)
Το Μονόγραμμα (απόσπασμα)

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ’ ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει- ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει –ακούς;
Είμ’εγώ που φωνάζω κι ειμ’ εγώ που κλαίω. Μ’ ακούς
Σ’αγαπώ, σ’αγαπώ, μ’ ακούς

8. Ναζίμ Χικμέτ (1902-1963)

Να γελάσεις απ’ τα βάθη των χρυσών σου ματιών
είμαστε μες στο δικό μας κόσμο.
Η πιο όμορφη θάλασσα
είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει.
Τα πιο όμορφα παιδιά
δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα.
Τις πιο όμορφες μέρες μας
δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα.
Κι αυτό που θέλω να σου πω,
το πιο όμορφο απ’ όλα,
δε σ’ τό ‘χω πει ακόμα.

(Μτφ. Γιάννης Ρίτσος)

9. Γ. Χ. Ώντεν (1907-1973)
Πένθιμο Μπλουζ

Κόψτε τα τηλέφωνα, πάψτε τα ρολόγια,
Το πιάνο κλείστε, πνίξτε τύμπανα και λόγια.
Δώστε ένα κόκαλο στο σκύλο να ησυχάσει.
Ο θρήνος άρχισε, το φέρετρο ας περάσει.
Τ’ αεροπλάνα από πάνω μας στενάζουν
«Πέθανε τώρα αυτός» στον ουρανό να γράψουν
Μαβιέ κορδέλες βάλτε στ’ άσπρα περιστέρια,
Οι τροχονόμοι μαύρα γάντια έχουν στα χέρια.
Ανατολή και δύση μου, βορρά και νότε,
Χαρά της Κυριακής, της εβδομάδας μόχθε.
Ήσουν φωνή, τραγούδι μου, μέρα, σκοτάδι,
Πίστευα αιώνια τη δική μας την αγάπη…
Τ’ αστέρια δεν τα λαχταρώ, πάρτε τα, σβήστε
Τον ήλιο ρίξτε τον και το φεγγάρι κρύψτε.
Αδειάστε τον ωκεανό, κάψτε τα δάση,
Τίποτα πια καλό, ποτέ, δε θα χαράξει.

(Μτφ. Ερρίκος Σοφράς)

10,11. Κωνσταντίνος Καβάφης (1863-1933)

Επέστρεφε

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με—
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα·
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται…
* * *

Για νάρθουν

Ένα κερί αρκεί. Το φως του το αμυδρό
αρμόζει πιο καλά, θάναι πιο συμπαθές
σαν έρθουν της Aγάπης, σαν έρθουν η Σκιές.
Ένα κερί αρκεί. Η κάμαρη απόψι
να μη έχει φως πολύ. Μέσα στην ρέμβην όλως
και την υποβολή, και με το λίγο φως —
μέσα στην ρέμβην έτσι θα οραματισθώ
για νάρθουν της Aγάπης, για νάρθουν η Σκιές.


12. Ελίζαμπεθ Μπάρετ Μπράουνινγκ (1806-1861)

XLIII

Πώς σ’ αγαπώ; Άσε με να μετρήσω τρόπους.
Σε αγαπώ στο βάθος και στο πλάτος και στο ύψος
Που η ψυχή μου μπορεί να κατακτήσει, όταν νιώθει αμήχανη
Για τους σκοπούς της ύπαρξης και της γοητείας της ιδεατής.
Σε αγαπώ στο επίπεδο της καθημερινής
Της πλέον ήρεμης ανάγκης, στο φως του ήλιου και του κεριού.
Σε αγαπώ ελεύθερα, όπως όταν οι άνθρωποι αγωνίζονται για τη νίκη του καλού
Σε αγαπώ αγνά, όπως όταν γυρίζουν από προσευχή.
Σε αγαπώ με ένα πάθος που έβαλα σε χρήση
Μες στις παλιές μου λύπες και με μια πίστη
από την ηλικία μου την παιδική.
Σε αγαπώ με μιαν αγάπη που φαινόταν πως θα χάσω
Με τους χαμένους μου άγιους – Σε αγαπώ με την αναπνοή,
Με τα χαμόγελα και τα δάκρυα όλης της ζωής μου! Κι αν ο Θεός θελήσει,
Μετά τον θάνατο θα σ’ αγαπώ ακόμα πιο πολύ

(Μτφ.: Χρίστος Γούδης)

13. Σαπφώ (630/612-570 π.Χ.)

Ο έρωτας συγκλόνισε
την καρδιά μου όπως ο άνεμος που κατεβαίνει από το βουνό
τραντάζει τις βελανιδιές

(Μτφ.: Χάρης Βλαβιανός)



14. Πάμπλο Νερούδα (1904-1973)

Δε σ’ αγαπώ σαν να ‘σουν ρόδο αλατιού, τοπάζι,
σαΐτα από γαρούφαλα που τη φωτιά πληθαίνουν:
σ’ αγαπώ ως αγαπιούνται κάποια πράγματα σκούρα,
μυστικά, μέσ’ από την ψυχή και τον ίσκιο.
Σ’ αγαπώ καθώς κάποιο φυτό που δεν ανθίζει,
μα που μέσα του κρύβει το λουλουδόφως όλο,
και ζει απ’ τον έρωτά σου σκοτεινό στο κορμί μου
τ’ άρωμα που σφιγμένο μ’ ανέβηκε απ’ το χώμα.
Σ’ αγαπώ μη γνωρίζοντας πώς, από πού και πότε,
σ’ αγαπώ στα ίσια δίχως πρόβλημα ή περηφάνια:
σ’ αγαπώ έτσι γιατί δεν ξέρω μ’ άλλον τρόπο,
παρά μ’ ετούτον όπου δεν είμαι μήτε είσαι,
που το χέρι σου πάνω μου το νιώθω σαν δικό μου,
που όταν κοιμάμαι κλείνουν και τα δικά σου μάτια.

(Μτφ.: Ηλίας Ματθαίου)

15. Μάριο Μπενεδέτι (1920-2009)
Ακόμη

Εξακολουθώ να μην πιστεύω
έρχεσαι δίπλα μου
και η νύχτα είναι μια χούφτα
αστεριών και ευθυμίας
δακτύλων γεύσεις ακούω και βλέπω
το πρόσωπό σου το μεγάλο σου διασκελισμό
τα χέρια σου, και ακόμα
ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω
ότι η επιστροφή σου έχει πολλά
να κάνει με σένα και με μένα
και για ξόρκι το λέω
και για τις αμφιβολίες το τραγουδώ
κανείς ποτέ δεν θα σε αντικαταστήσει
και τα πιο ασήμαντα πράγματα
αλλάζουν σε θεμελιώδεις
επειδή γυρνάς στο σπίτι
ωστόσο εξακολουθώ να
αμφιβάλλω σε αυτήν την τύχη
γιατί ο ουρανός σε έχει
μου φαίνεται φαντασία.
Αλλά έρχεσαι και είναι σίγουρο
και έρχεσαι με το βλέμμα σου
και γι’ αυτό η άφιξή σου
κάνει μαγικό το μέλλον
ακόμη και αν δεν είναι πάντα κατανοητές
οι ενοχές μου και οι καταστροφές μου
αλλά ξέρω ότι στα χέρια σου
ο κόσμος έχει νόημα
και αν φιλήσω με τόλμη
και το μυστήριο των χειλιών σου
δεν θα υπάρχουν αμφιβολίες ή άσχημες γεύσεις
θα σ ‘αγαπώ περισσότερο ακόμη.

16. Έμιλι Ντίκινσον (1830-1886)

Θα τον ξεχάσουμε, καρδιά
Εσύ κι εγώ απόψε!
Ξέχνα τη θέρμη που έδωσε
Το φως θα το ξεχάσω εγώ
Και σαν τελειώσει η προσευχή
Πες μου, κι εγώ κι οι σκέψεις
Θα ξεθωριάσουμε εμείς
Μόνο μονάχα μην αργείς!
Όσο εσύ καθυστερείς
Ραγίζει η μνήμη επιρρεπής

(Μτφ.: Κρυσταλλία Κατσαρού)

17. Ρόμπερτ Μπερνς (1759-1796)

Είν’ η αγάπη μου σαν ένα πορφυρένιο ρόδο
Που μόλις ξεπετάχτηκε τον πρώτο μήνα του καλοκαιριού:
Είν’ η αγάπη μου σαν τη μελωδία
Που παίζεται γλυκά σ’ ένα ρυθμό αρμονικού συντονισμού.
Τόσ’ όμορφη είσαι εσύ, γλυκειά μου αγαπημένη,
Τόσο βαθειά εγώ σε αγαπώ:
Κι ακόμα θε’ να σ’ αγαπώ, ακριβή μου,
Μέχρι να λείψει το θαλασσινό νερό.
Μέχρι που ολότελα οι θάλασσες στερέψουν, ακριβή μου,
Κι οι βράχοι λιώσουν με του ήλιου το λαμπρό το φως:
Κι εγώ θα σ’ αγαπώ ακόμα, ακριβή μου,
Ενώ κινούμενη άμμος θα’ ναι της ζωή μου η οδός
Να ‘σαι καλά μοναδική μου αγαπημένη
Ένα αντίο προσωρινά!
Και θα ξανάρθω, ακριβή μου αγαπημένη.
Έστω κι αν βρίσκομαι δέκα χιλιάδες μίλια μακριά.

(Μτφ.: Χρίστος Γούδης)

18. Γουέντι Κόουπ (1945-)
Λουλούδια

Κάποιοι άνδρες δεν το σκέφτονται, λοιπόν.
Εσύ όμως ναι: ερχόσουν κι μού έλεγες ότι σχεδόν
Μου αγόρασες λουλούδια αλλά
Κάτι είχε πάει στραβά.
Το ανθοπωλείο ήταν κλειστό. Ή απλά αμφέβαλες-
Με σκέψεις που το δικό σου, το δικό μου το μυαλό,
Ανακαλύπτουν συνεχώς. Σκέφτηκες κι ανέβαλες,
Πως δεν θα ήθελα τα άνθη σου· φοβάμαι.
Τότε, είχα χαμογελάσει και σε αγκάλιασα, θυμάμαι.
Τώρα μονάχα να χαμογελώ μπορώ.
Αλλά δες, τα λουλούδια που σχεδόν έφερες εδώ
Άντεξαν όλον τούτο τον καιρό.

(Μτφ.: Θοδωρής Ρακόπουλος)

19. Χουάν Ραμόν Χιμένεθ (1881-1958)
Ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα

Το στόμα σου φύτεψε
μ’ εκείνο το φιλί στο δικό μου
ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα,
κι οι ρίζες τους τρων την καρδιά μου.
Είταν φθινόπωρο. Ο άμετρος ουρανός
άρπαξε με τον ήλιο του
όλο το χρυσάφι –κίονες λάμψεων–
από τη ζωή.
Το καλοκαίρι ήρθε σκληρό·
το μπουκέτο μάδησε,
μα άφησε να σπάσουν στα μάτια μου
δύο μπουμπούκια πόνος.

(Μτφ.: Γιώργος Κεντρωτής)

20. Μάτση Χατζηλαζάρου (1914-1987)
Αντίστροφη Αφιέρωση (απόσπασμα)

εσένα σ’ έχω Δεινόσαυρο από τους πιο εκπληκτικούς
εσένα σ’ έχω βότσαλο φρούτο απαλό που τ’ ωρίμασε η θάλασσα
σ’ ερωτεύω
σε ζηλεύω
σε γιασεμί
σε καλπασμό αλόγου μες στο δάσος το φθινόπωρο
με φοράω νέγρικο προσωπείο για να μας θέλεις εσύ
με κεντρίζεις μεταξένια άσπρο μου κουκούλι
με κοιτάζεις πολύ προσεκτικά
tu m’ abysses
tu m’ oasis
je te gougouch
je me tombeau bientôt
εσένα σ’ έχω δέκα ανθρώπους του Giacometti
σ’ έχω κόνδορα καθώς απλώνεσαι πάνω από τις Άνδεις
σ’ έχω θάλασσα γύρω τριγύρω από τα νησιά του Πάσχα
εσύ σπλάχνο μου πως με γεννάς
σε μίσχος
σε φόρμιγξ
με φλοισβίζεις
σε ζαργάνα α μ’ αρέσει
δυο κροταλίες όρθιοι στρίβουν και ξαναστρίβουν γλιστρώντας ο ένας γύρω
απ’ τον άλλο όταν σταματήσουν η περίπτυξή τους είναι το μονό-
γραμμά σου
tu m’ es Mallarmé Rimbaud Apollinaire
je te Wellingtonia
je t’ocarina
εγώ σε Τσεπέλοβο Πάπιγκο Ελαφότοπο
εγώ σε Βίκο με τα γιοφύρια του κει που διαβαίνει ο χρόνος
σ’ έχω πει και ψέματα για να τους ξεγελάσουμε
εγώ σ’ έχω άρωμα έρωτα
σ’ έχω μαύρο λιοντάρι
σε ονειροβάτησα μαζί μου ως το γκρεμό
εσέ ασύλληπτο θυμάμαι και τον ύπνο μου χάνω
εσύ μάχες και ένσαρκα άλογα του Uccello
εσύ δωρητής (δεξιά κάτω της εικόνας) εκείνου του μικρού κίτρινου αγριο-
λούλουδου
εσύ κένταυρου ζέση
εσύ συντεχνία ολάκερη που έργα ποιείς διαβαίνοντας εν τη ανωνυμία
je te ouf quelle chaleur
tu m’ accèdes partout presque
je te glycine
εσύ φεγγάρι που ένα σύννεφο αναβοσβήνει
εσύ δε βαριέσαι παράτα το το σύμπαν έτσι που το’ χουμε αλαζονήσει
και δαύτο πώς να συναντηθούμε ποτέ
εσύ σε τρυφερό λόγο με το λόγο έτσι δεν είναι πες
εσύ σελίδα μου
εσύ μολύβι μου ερμηνευτή μου
σε ανοίγω συρτάρια
πώς γιατί δεν ήρθες τόσες φορές
σε ξεμάκρυνα εγώ λέω τώρα
δίχως τέλος λυπάμαι
σε κρυάδα γνώρισες ποτέ την καρδιά μου
σε μιαν έκπαγλη χρονιά ανταμώσαμε
σε ληστεύω από αλλουνού τα χέρια
σε ακούω από δω από κει
σε σιωπώ μες στην απέραντη τρυφερότητα
σιγά σιγά να καταλαγιάσουμε
όλα δεν τα’ χω πει
ΜΕ ΕΚΡΙΖΩΝΕΙΣ

Ποίηση

Κλαίω...
Κλαίω, μου λείπεις... και NAI μου λείπεις..
Θρηνώ, σαν να έχεις φύγει...Η φωνή της απώλειας, Έχεις φύγει....
Κάθε φορά είΣαι απώλεια...και βαριά-αναστενάζω στα όσα προβΛήματα, και προσκυνώ στην ύπαρξη Αυτής της γεύσης που με κόπο στήνω μέσα στη καταιγίδα...Απώλεια..
Κοίτα, απόλαυσε μου είχες πει....Έχει πολύ κόπο όλο αυτο...Ξέρεις αυτό το φιλί, το πέταγμα, το μούδιασμα.. Αρκεί που ΝΑ είσαι εδώ να ακΟΥω, αυτή την υπέροχη ΑΝΑΣΑ...Η γεύση της ύπαρξης!

Και γίνεσαι ποίημα μέσα σε ένα στίχο...Τεράστιο

Και το ρολόι;;;
Ότι θέλει κάνει, αρκεί η λέξη σου, το ανακάτεμα της ύπαρξης και ο χτύπος να μη γίνεται χρόνος.. Λέγεται χρόνος στη διαδρομή...

Όλα, ένα συναίσθημα μπερδεμένο, μια διαμαρτυρία μέσα στην ημέρα...Ίσως τραγούδι καθώς βρέχει
ΠαρασκΕυή ΑΠΟΓΕΥΜΑ, η ώρα της πορείας μέσα στα σ΄αγαπώ και εδώ ο παλμός και η ένταση...
Αχ..,μίλα μου πάλι...πες μου σ΄αγαπώ..., το έχω ανάγκη..όΛα μπερδεύονται...ίσως εγωισμός...Ίσως Θεός..

φωτο-γράφισε το...ΕΔΩ πορεία και πανό
Με Πολύ σκοτάδι και πάλι εδώ καρδιά μου.....Με έλεγχο - γέλα - τρέλα μου, βάλε ένταση
Σάγαπώ στο δρόμο, μέσα στο...πλήθος..Βάλε  φως όνειρο, μη φοβάσαι, το φως ........

 

Γράφει:
Mίκα Καππάτου
forwoman.gr

Ποίηση

Ασκητική - Πρόλογος

Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.

Ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η επιστροφή· ταυτόχρονα το ξεκίνημα κι ο γυρισμός· κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος.

Μα κι ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η προσπάθεια να δημιουργήσουμε, να συνθέσουμε, να κάμουμε την ύλη ζωή· κάθε στιγμή γεννιούμαστε. Γι΄ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία.

Στα πρόσκαιρα ζωντανά σώματα τα δυο τούτα ρέματα παλεύουν:
α) ο ανήφορος, προς τη σύνθεση, προς τη ζωή, προς την αθανασία·
β) ο κατήφορος, προς την αποσύνθεση, προς την ύλη, προς το θάνατο.

Και τα δυο ρέματα πηγάζουν από τα έγκατα της αρχέγονης ουσίας. Στην αρχή η ζωή ξαφνιάζει· σαν παράνομη φαίνεται, σαν παρά φύση, σαν εφήμερη αντίδραση στις σκοτεινές αιώνιες πηγές· μα βαθύτερα νιώθουμε: η Ζωή είναι κι αυτή άναρχη, ακατάλυτη φόρα του Σύμπαντου.

Αλλιώς, πούθε η περανθρώπινη δύναμη που μας σφεντονίζει από το αγέννητο στο γεννητό και μας γκαρδιώνει· φυτά, ζώα, ανθρώπους· στον αγώνα; Και τα δυο αντίδρομα ρέματα είναι άγια.

Χρέος μας λοιπόν να συλλάβουμε τ΄ όραμα που χωράει κι εναρμονίζει τις δυο τεράστιες τούτες άναρχες, ακατάλυτες Ορμές· και με τ΄ όραμα τούτο να ρυθμίσουμε το στοχασμό μας και την πράξη.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ΣΚΑΛΟΠΑΤΙ: ΕΓΩ

Δεν είμαι καλός, δεν είμαι αγνός, δεν είμαι ήσυχος! Αβάσταχτη είναι η ευτυχία κι η δυστυχία μου, είμαι γιομάτος άναρθρες φωνές και σκοτάδι· κυλιούμαι όλο δάκρυα κι αίματα μέσα στη ζεστή τούτη φάτνη της σάρκας μου.

Φοβούμαι να μιλήσω. Στολίζουμαι με ψεύτικα φτερά, φωνάζω, τραγουδώ, κλαίω, για να συμπνίγω την ανήλεη κραυγή της καρδιάς μου.

Δεν είμαι το φως, είμαι η νύχτα· μα μια φλόγα λοχίζει ανάμεσα στα σωθικά μου και με τρώει. Είμαι η νύχτα που την τρώει το φως.

Με κίντυνο, βαρυγκομώντας, τρεκλίζοντας μέσα στο σκοτάδι, πασκίζω να τιναχτώ από τον ύπνο, να σταθώ λίγη ώρα, όσο μπορώ, ορθιος.

Μια μικρή ανυπόταχτη πνοή μάχεται μέσα μου απελπισμένα να νικήσει την ευτυχία, την κούραση και το θάνατο.

Γυμνάζω σαν άλογο πολεμικό το σώμα μου, το συντηρώ λιτό, γερό, πρόθυμο. Το σκληραγωγώ και το σπλαχνίζουμαι. Αλλο άλογο δεν έχω.

Συντηρώ το μυαλό μου ακοίμητο, λαγαρό, ανήλεο. Το αμολώ να παλεύει ακατάλυτα και να κατατρώει, φως αυτό, το σκοτάδι της σάρκας. Αλλο αργαστήρι να κάνω το σκοτάδι φως δεν έχω.

Συντηρώ την καρδιά μου φλεγόμενη, γενναία, ανήσυχη. Νιώθω στην καρδιά μου όλες τίς ταραχές και τις αντινομίες, τις χαρές και τις πίκρες της ζωής. Μα αγωνίζουμαι να τις υποτάξω σ΄ ένα ρυθμό ανώτερο από το νου, σκληρότερο από την καρδιά μου. Στο ρυθμό του Σύμπαντου που ανηφορίζει.

Η Κραυγή κηρύχνει μέσα μου επιστράτεψη. Φωνάζει: «Εγώ, η Κραυγή, είμαι ο Κύριος ο Θεός σου! Δεν είμαι καταφύγι. Δεν είμαι σπίτι κι ελπίδα. Δεν είμαι Πατέρας, δεν είμαι Γιος, δεν είμαι Πνέμα. Είμαι ο Στρατηγός σου!

«Δέν είσαι δούλος μου μήτε παιχνίδι στις απαλάμες μου. Δεν είσαι φίλος μου, δεν είσαι παιδί μου. Είσαι ο σύντροφος μου στη μάχη.

«Κράτα γενναία τα στενά που σου μπιστεύτηκα· μην τα προδώσεις! Χρέος έχεις και μπορείς στο δικό σου τον τομέα να γίνεις ήρωας.

«Αγάπα τον κίντυνο. Τι είναι το πιο δύσκολο; Αυτό θέλω! Ποιο δρόμο να πάρεις; Τον πιο κακοτράχαλον ανήφορο. Αυτόν παίρνω κι εγώ· ακλούθα μου!

«Να μάθεις να υπακούς. Μονάχα όποιος υπακούει σε ανώτερο του ρυθμό είναι λεύτερος.

«Να μάθεις να προστάζεις. Μονάχα όποιος μπορεί να προστάζει είναι αντιπρόσωπος μου απάνω στη γης ετούτη.

«Ν΄ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω.

«Ν΄ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους· να ζητάς συντρόφους!

«Να ΄σαι ανήσυχος, αφχαρίστητος, απροσάρμοστος πάντα. Όταν μια συνήθεια καταντήσει βολική, να τη συντρίβεις. Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η ευχαρίστηση.

«Που πάμε; Θα νικήσουμε ποτέ; Προς τι όλη τούτη η μάχη; Σώπα! Οι πολεμιστές ποτέ δε ρωτούνε!»

Σκύβω κι αφουκράζουμαι την πολεμική τούτη Κραυγή στα σωθικά μου. Αρχίζω και μαντεύω το πρόσωπο του Αρχηγού, ξεκαθαρίζω τη φωνή του, δέχουμαι με χαρά και με τρόμο τις σκληρές εντολές του.

Ναι, ναι, δεν είμαι τίποτα. Ένας αχνός φωσφορισμός απάνω στην ογρή πεδιάδα, ένα άθλιο σκουλήκι που σούρνεται κι αγαπάει, φωνάζει και μιλάει για φτερούγες, μια ώρα, δυο ώρες, κι ύστερα το στόμα του φράζει με χώματα. Αλλη απόκριση οι σκοτεινές δυνάμες δε δίνουν.

Μα μέσα μου, μια Κραυγή ανώτερη μου φωνάζει αθάνατη. Τι, θέλοντας και μη, είμαι κι εγώ, σίγουρα, ένα κομμάτι από τ΄ ορατό κι αόρατο Σύμπαντο. Είμαστε ένα. Οι δυνάμες που δουλεύουν εντός μου, οι δυνάμες που με σπρώχνουν και ζω, οι δυνάμες που με σπρώχνουν και πεθαίνω είναι, σίγουρα, και δικές του δυνάμες.

Δεν είμαι ένα μετέωρο αρίζωτο στον κόσμο. Είμαι χώμα από το χώμα του και πνοή από την πνοή του.

Δε φοβούμαι μοναχός, δεν ελπίζω μοναχός, δε φωνάζω μοναχός μου. Μια παράταξη μεγάλη, μια φόρα του Σύμπαντου φοβάται, ελπίζει, φωνάζει μαζί μου.

Είμαι ένα πρόχειρο γιοφύρι, και Κάποιος αποπάνω μου περνάει και γκρεμίζουμαι ξοπίσω του.

Ένας Αγωνιστής με διαπερνάει, τρώει τη σάρκα μου και το μυαλό μου, ν΄ ανοίξει δρόμο, να γλιτώσει από μένα.

Όχι εγώ, Αυτός φωνάζει!

Ποίηση

Η καρδιά μου ποθεί να ενωθεί με το τραγούδι σου,

όμως μάταια αγωνίζεται να βρει φωνή.

Θα ήθελα ν’ ακουστώ,

μα τα λόγια μου δεν γίνονται τραγούδι κι’ αναφωνώ αποθαρρημένος,

ω Κύριε,

έχεις αιχμαλωτίσει την καρδιά μου στα απέραντα δίχτυα του τραγουδιού σου

Ω ζωή της ζωής μου!

Θα προσπαθώ πάντα να κρατώ καθαρό το κορμί μου,

αφού ξέρω πως το αγγίζει παντού η ζωντανή πνοή σου.

Θα προσπαθώ πάντα να κρατώ μακριά από τον λογισμό μου,

κάθε τι που δεν είναι αληθινό,

αφού ξέρω πως εσύ είσαι η αλήθεια που έχει ανάψει το φως του λογικού μέσα στο πνεύμα μου.

Θα προσπαθώ πάντα να διώχνω μακριά από την καρδιά μου ο τι είναι κακό και να κρατώ ολάνθιστη την αγάπη μου, αφού ξέρω ότι εσύ έχεις στήσει τον θρόνο σου στα άδυτα της καρδιάς μου.

Και η καθημερινή μου έγνοια θα είναι να φανερώνεσαι εσύ πάντα μέσα από τα έργα μου, αφού ξέρω πως είναι η παντοδυναμία σου που μου δίνει δύναμη σε ο τι κι’ αν κάνω.

Παρακαλώ μονάχα να μακροθυμήσεις,

για να καθίσω λίγο κοντά σου.

Το έργο που έχω αρχίσει θα το τελειώσω αργότερα.

Μακριά από τη θέα του προσώπου σου,

η καρδιά μου δεν βρίσκει ησυχία ούτε ανάπαυση

και το έργο μου με παιδεύει ασταμάτητα

στην απέραντη θάλασσα του μόχθου.

Σήμερα ήρθε το καλοκαίρι στο παράθυρο μου

με τα θροΐσματα και τα ψιθυρίσματα του,

οι μέλισσες τραγουδούν τον έρωτα στην αυλή του ανθισμένου κήπου.

Τώρα είναι η στιγμή να καθίσω κοντά σου,

πρόσωπο με πρόσωπο και να σου τραγουδήσω την προσφορά της ζωής

μου σ’ αυτή τη σιωπηλή,

πάμπλουτη ώρα του στοχασμού.

Δεν μπορώ να επαναλάβω το τραγούδι σου Κύριε,

το αφουγκράζομαι μόνο με βουβό θαυμασμό.

Η λάμψη της μουσικής σου φωτίζει τον κόσμο.

Η ζωοδόχος πνοή της μουσικής σου γεμίζει τους ουρανούς.

Το άγιο κύμα της μουσικής σου

διαπερνά θραύοντας τους πέτρινους φράχτες

και συνεχίζει ορμητικά τον δρόμο του.

Η καρδιά μου ποθεί να ενωθεί με το τραγούδι σου,

όμως μάταια αγωνίζεται να βρει φωνή.

Θα ήθελα ν’ ακουστώ,

μα τα λόγια μου δεν γίνονται τραγούδι

κι’ αναφωνώ αποθαρρημένος,

ω Κύριε,

έχεις αιχμαλωτίσει την καρδιά μου

στα απέραντα δίχτυα του τραγουδιού σου.

Απόσπασμα

Λυρικές Προσφορές 1-5 από 103

Rabindranath Tagore [1861 - 1941]
Ινδός ποιητής, συγγραφέας και φιλόσοφος
Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας, 1910

Ποίηση

Όλη τη νύχτα κοιμήθηκα μαζί σου κοντά στη θάλασσα, στο νησί.

Ήσουν άγρια και γλυκιά ανάμεσα στην ηδονή και στον ύπνο ανάμεσα στη φωτιά και στο νερό.
Ίσως πολύ αργά ενώθηκαν τα όνειρά μας, στα ψηλά ή στα βαθιά, στα ψηλά σαν κλαδιά που κουνάει ο ίδιος άνεμος, στα χαμηλά σαν κόκκινες ρίζες που αγγίζονται.

Ίσως το όνειρό σου χωρίστηκε από το δικό μου και στη σκοτεινή θάλασσα με έψαχνε όπως πρώτα υπήρχες όταν δεν ακόμα, όταν χωρίς να σε διακρίνω έπλεα στο πλάι σου, και τα μάτια σου έψαχναν αυτό που τώρα – ψωμί, κρασί, έρωτα και θυμό – σου δίνω με γεμάτα χέρια, γιατί εσύ είσαι το κύπελλο που περίμενε τα δώρα της ζωής μου.

Κοιμήθηκα μαζί σου όλη τη νύχτα, ενώ η σκοτεινή γη γυρίζει με ζωντανούς και νεκρούς, και σαν ξύπνησα ξάφνου καταμεσής στη σκιά το μπράτσο μου τύλιγε τη μέση σου.

Ούτε η νύχτα, ούτε ο ύπνος μπόρεσαν να μας χωρίσουν.
Κοιμήθηκα μαζί σου και ξύπνησα με το στόμα σου βγαλμένο από τον ύπνο να μου δίνει τη γεύση από τη γη, από τη θάλασσα, από τα φύκια, από το βάθος της ζωής σου, και δέχτηκα το φιλί σου μουσκεμένο από την αυγή σαν να έφθανε από τη θάλασσα που μας περιβάλλει.

Από το βιβλίο, «Πάμπλο Νερούδα - ερωτικά ποιήματα»

Ποίηση

Ήμουν καλό παιδί, μα δεν χρειαζόταν και τόσο...τελικά. Αυτά παθαίνουν όσοι κουβαλούν αυτόν τον "σπουδαίο τίτλο" ......

Πρωί ακόμη λίγο πριν τις 10 ψάχνω να βρω στα κουτιά αποθήκευσης το πτυχίο μου. Πριν 25 χρόνια το είχα "κρύψει" σε κάποιο από αυτά. Που να θυμάμαι, όλα τα έχω κάνει μαντάρα.
Κάποια στιγμή μέσα στην ημέρα "έπεσε" στα χέρια μου.
Έπεσε όμως.... έτσι ακριβώς όπως το λέω....
Τότε που το "απέκτησα" μόλις τέλειωσα την σχολή μου, ούτε που ασχολήθηκα με αυτό. Περισσότερο χαιρόμουν με το μωρο που είχα στην κοιλιά μου, παρά με το πτυχίο.
Πέρασαν τα χρόνια και έγινα μαμά. Αυτός και αν είναι τίτλος. Το πιο σπουδαίο που έκανα στο πέρασμα μου μέχρι τώρα.
Το μωρό έγινε άντρας, εργάζεται σήμερα και μένει με την κοπέλα του αλλού.
Εκεί που ήμασταν τρεις γίναμε δύο πάλι, έτσι ακριβώς όπως είχαμε ξεκινήσει...

Μετά από τόσα χρόνια θα έλεγα " Και τώρα οι δυο μας".....
Στη πορεία κατάλαβα ότι ήμασταν τρεις ξανά.....

Αυτά είναι απο τα "ωραία ξαφνικά-δώρα" που συμβαίνουν στον έγγαμο βίο....
Αποτέλεσμα;;;

ΧΩΡΙΣΜΟΣ

Ένας χωρισμός σαν να αποκεφαλίζεσαι, σαν να κόβονται τα πόδια και να μην μπορείς να στηριχτείς και να πατήσεις. Ισορροπίες ΜΗΔΕΝ.

Ξαφνικά καλείσαι να αντιμετωπίσεις την ζωή που δεν έζησες τόσα χρόνια.
Μπαίνεις στην "βιοπάλη" ή στη "ζούγκλα" αν θες της ζωής.

Από που να αρχίσω όμως;;
Δύσκολο να αποφασίσω....

Το όπλο μου ένα πτυχίο πριν πολλά χρόνια πριν. 'Ενα επάγγελμα που μου άρεσε αλλά ποτέ δεν πρόλαβα να εξασκήσω..
Συναισθήματα πολλά και διάφορα...

ΜΟΝΗ...

Τελικά νομίζω πως μ΄αρέσει...
Έχει πλεονεκτήματα δεν μπορώ να πω...
Ξεκινάς απο την αρχή...Μηδενίζεις το "κοντέρ"

Οικογένεια, φίλους, έξοδοι, διασκέδαση, ενημέρωση, δουλειά και ότι άλλο κάνουμε όλες οι μεσήλικες- χωρισμένες-προδομένες-εργαζόμενες μάνες σ΄αυτή τη γη..

Σε ευχαριστώ λοιπόν αγαπημένε πρώην φίλε-σύζυγε μου που με χώρισες, που πήγες με άλλην, που πρόδωσες τον μεγάλο εφηβικό έρωτα μας, που δεν στάθηκες δίπλα μου τώρα στην εμηννόπαυση, που δεν ήσουν κοντά στον γιο σου να τον ακούς στα "γκομενικα" που ήθελε να σου λέει, και τόσα άλλα.

Σε ευχαριστώ που με έκανες να ξαναβγάλω το πτυχίο μου στην "πιάτσα".
Σε ευχαριστώ που έγινα γυναίκα-χρήσιμη κάπου.... ή σε κάποιον άλλον.
Σε ευχαριστώ που με χώρισες γιατί έτσι άρχισα να ζω.
Σε ευχαριστώ που βλέπω ότι η ζωή μετά τα 50 τελικά είναι απλά ΥΠΕΡΟΧΗ.
Σε ευχαριστώ που μετά τον χωρισμό μας εξασκώ το επάγγελμα μου.
Σε ευχαριστώ που με χώρισες για να συναντήσω εμένα....

Αγαπημένε πρώην φίλε-σύζυγε μου.....
Σε σενα ΟΜΙΛΩ...
Σε ευχαριστώ για ΟΛΑ.

Τώρα είμαι ελεύθερη!

Είμαι ΕΔΩ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΩ ΑΚΟΜΑ

Υ.Γ

Το αφιερώνω σε όλες τις γυναίκες-φίλες που "αντιμετωπίζουν" τα "ίδια" θέματα..
Η ζωή να ξέρετε, έχει πολλές διαδρομές....
Κάποια, μπορεί να σας "ταιριάζει"...
Αν την βρείτε, απλά ακολουθήστε την!

Μίκα Καππάτου
forwoman.gr

Ποίηση

Πόνος...απώλεια...
Λεξεις που τρομάζουν...
Διαβάζοντας τα μηνύματα σας, τρομάζω σε αυτή την ενέργεια...

Πόσο θα μπορούσαν να μοιάζουν αυτά τα δύο....

Έχουν σχέση και τα δύο συναισθήματα...

Και Πόνος και Απώλεια, και έλλειψη και αγκαλιά και φιλί και ματιά και πόνος....και να που φεύγεις...
Και όλα τελικά είναι αγάπη, έλλειψη, φυγή..
Καρδιά μέσα ΣΑΝ αστραπή...πονάει πολύ...
Μεθύσι πριν το μεθύσι..
Έλλειψη, λάθος ,εποικινωνία, έξοδος με ανημποριά παρέα στη βροχή..Έρωτας πριν τον νοιώσεις..
Αιφνιδιασμός στη καταιγίδα
Άν μάθεις να αγαπάς - μη φοβάσαι τίποτα..

Ναι σωστά, καλά τα λες....Υποκλίνομαι...ΣΣΣσσσ..

Μη φοβάσαι τίποτα....

Έτσι μου είπαν να λέω...Αυτή κι αν είναι εκπαίδευση..

 

Γράφει

Μίκα Καππάτου

forwoman.gr

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin