Σεπτεμβρίου 22, 2018

Ποίηση

Γράφει Μίκα Καππάτου

Μ΄αρέσει η ιδέα σου...
Ναι, πριν μας προλάβει τούτη δω η εποχή, πριν έλθει το φθινόπωρο να θυμηθείς να κοιμηθούμε ένα βράδυ στην θάλασσα, στην αμμουδιά - θυμάσαι; όπως τότε που ήμασταν παιδιά λίγο πριν ανοίξουν τα σχολεία....
Θυμήσου να πάρουμε τη κιθάρα και όπως κοιτάμε τον ουρανό να σιγοτραγουδάμε, παρέα με τα όνειρα, το αγαπημένο μας τραγούδι
Λίγο πριν φθινοπωριάσει....
Μη με ρωτάς γιατί;;; Δεν υπάρχει γιατί στις μικρές στιγμές της ζωής....
Το γλυκό αεράκι να μας χτυπά απαλά, να χαιδεύει το δέρμα, τα μάτια,το πρόσωπο, το σώμα, τη ψυχή...
Μη με ρωτάς γιατί ,θα μείνουμε στη στιγμή να απολαύσουμε τα άστρα, τον ουρανό, το σύμπαν λίγο πριν το φθινόπωρο
Να θυμηθείς να απολαύσουμε το φως μες στο σκοτάδι της θάλασσας...

Θυμάσαι; Όπως τότε που ήμασταν παιδιά
Όχι, μη το πεις σε κανέναν, και αν καποια στιγμή πυκνώσουν τα σύννεφα και ρίξει βροχή θα μπούμε στη θάλασσα να προστατευτούμε και ας βρέχεται το πρόσωπο, να μας μεθύσει η δυνατή μπόρα..
Τότε ξέρεις;;

Να θυμηθείς να ανοίξεις την αγκαλιά σου σαν πουλί που πετά βαρετά και συνηθισμένα στον ουρανό του μεσημεριού, να κουρνιάσω, να ζεσταθώ, να γίνει το βάλσαμο μου...
Ναι, πριν μας προλάβει το φθινόπωρο να θυμηθείς να κοιμηθούμε ένα βράδυ στην αμμουδιά.

(Aπόσπασμα)

Μίκα Καππάτου
ForWoman.gr

Ποίηση

Γράφει η Μίκα Καππάτου
- 1 -
Κόσμος μεγάλος
κοντά σου να σκύβει
 νεκρή αγάπη
- 2 -
Μαύρο χιόνι τριγύρω
 παντού σκεπάζει
περσινός νους
- 3-
Αβάσταχτος ουρανός
υποψία έρωτα
μετάξια ψεύτικα
- 4 -
γλιστρά το φεγγάρι
γέρνει κουρασμένα
σαν γιασεμί 
- 5 -
Μαντάτο του αέρα
φθάνει στα αστέρια
αθώα, άτολμα
- 6 -
ονειροπερπατώντας
θαρρώ βιάζεται
φιλί στεγνό
- 7 -
Μοναξιά αδέσποτη
γυροφέρνει
σκέψη, αλλόκοτη
- 8 -
Ξημερώνει φθινόπωρο
στα σύννεφα πάνω
θλιμμένη ματιά
- 9 -
Γλάροι περπατούν
σε μπλε κοχύλια
αναστάτωση

 

Το χαϊκού είναι η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο και προέρχεται από την Ιαπωνία του Μεσαίωνα. Στην πραγματικότητα είναι μια ποιητική φόρμα που αποτελείται από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνται σε τρεις στίχους ή σε έναν χωρισμένο με κενά, και συνήθως περιγράφει μια στιγμιαία εμπειρία, μια αίσθηση, ένα συναίσθημα, μια εικόνα της φύσης κλπ, την οποία ο ποιητής επιθυμεί να διατηρήσει στις συνειδήσεις των αναγνωστών του.

Ως όρος το χαϊκού καθιερώνεται πιθανότατα στα τέλη του 19ου αι. από τον Μασαόκα Σίκι, ποιητή, εκδότη και εκμοντερνιστή του είδους, ενώ εισηγητής των χαϊκού στην Ελλάδα είναι ο Γιώργος Σεφέρης («Δεκαέξι χαϊκού», Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937) ).

Μίκα Καππάτου - forwoman.gr

Ποίηση

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε σήμερα δε με ορίζει.

Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μας μούτζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά σε μια σπηλιά στην Αλταμίρα

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ πού μ’ είδες;
Στην άμμο πάνω σ’ είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες

Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ’ την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις, Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα

Ποίηση

Έρωτας (Τάσος Λειβαδίτης)
Όλη τη νύχτα πάλεψαν απεγνωσμένα να σωθούν απ’ τον εαυτό τους,
δαγκώθηκαν, στα νύχια τους μείναν κομμάτια δέρμα, γδαρθήκανε
σαν δυο ανυπεράσπιστοι εχθροί, σε μια στιγμή, αλλόφρονες, ματωμένοι,
βγάλανε μια κραυγή
σα ναυαγοί, που, λίγο πριν ξεψυχήσουν, θαρρούν πως βλέπουν φώτα,
κάπου μακριά.

Κι όταν ξημέρωσε, τα σώματά τους σα δυο μεγάλα ψαροκόκαλα
ξεβρασμένα στην όχθη ενός καινούργιου μάταιου πρωινού

Τάσος Λειβαδίτης, Έρωτας (απόσπασμα)

Ποίηση

Από Μίκα Καππάτου

Εσύ με κάλεσες, να μιλήσουμε. Εγώ στο είπα προχθές για άλλη μια φορά, τελειώσαμε για πάντα και παντοτεινά.
Να μιλήσουμε, έτσι για να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε, ίσως μια τελευταία προσπάθεια όπως είπες
Γιατί προσπάθεια;
Τι να πρσπαθήσουμε;
Ένα σχοινί στο λαιμό μου ήσουν όλα αυτά τα χρόνια που πότε το άφηνες χαλαρό για να ανασαίνω και να ζω, και πότε το έκλεινες σφιχτά γύρω μου  για να σβήνεις τη ζωή μου να μην σαλεύω καν...
Μιλάς για λάθη, σφάλματα για πεπρωμένο που δεν φοβάται 
Όλα ήταν ψέματα
Έγιναν όλα μια θάλασσα φουρτιουνιασμένη, μπερδεμένη, θολή σκοτεινή.
Ποτέ δεν θα σ΄αφήσω μου έλεγες, και γω σε πίστευα, σε άκουγα, σε έπινα, χανόμουνα στο βήμα σου
Σε λίγο ξημερώνει, μείνε λίγο στην αγκαλιά μου, στα μάτια μου, στη ζωή μου
Τι να προσπαθήσουμε; Ήθελα να φύγω μακρυά
Όλα ήταν ψέματα
Σε θέλω, η αγάπη μας θα είναι αιώνια, αγάπα με πέρα από τα όρια του θεού, σ΄αγαπώ πέρα από τους αέρηδες, μα πως;
Όλα ήταν ψέμματα
Ξεεψυχώ στη ψυχή σου, ψυχή, στη ψυχή μου. Έπαιξες, ήμουν ακίνητη στους δικούς σου ερωτικούς χάρτες, σκιές που τρυπώνουν στο μυαλό μου, δεν ωφελεί
Τι να προσπαθήσουμε;
Όλα ήταν ψέματα
Παγωνιά, ένιωθα παγωνιά, ζητιάνευα την αγάπη σου και μου ΄δινες το λίγο, και περίμενα σιωπηλά κολημένη σε μια ξέρα..το λίγο 
Ποτέ δεν θα σ΄αφήσω και εγω σε πίστευα, και πέρασαν τα χρόνια, πέντε...Ξέρεις τι σημαίνει πέντε χρόνια, μέρες, ώρες, στιγμές, στείρα γη, κόλαση γεμάτη ξερούς και άχρωμους ανθούς
Ζητούσα λίγο από τον ουρανό σου και μου ΄δινες ένα μικρό σύννεφο..το πιο μικρό το πιο αδύναμο. Πόση αγωνία, καρφιά που συνεχώς έμπηγες μέσα μου
Ύστερα μου ΄λεγες κοιμήσου κοντά μου, στην αγκαλιά μου και ήθελα να σε πιστεύω και έγερνα στη τεράστια φυλακής φωλιά σου
Τι να προσπαθήσουμε;
Όλα ήταν ψέματα, ένα τελευταίο σ, αγαπώ θα σου πω σήμερα λες
Το τελευταίο σ, αγαπώ
Πέταξα, με τα δικά μου φτερά αυτά που με έκανες και βοήθησες να φτιάξω
Φτερά δύναμης.
Δεν σε πιστεύω πια, ότι κι αν πεις
Δεν χρειάζομαι τα λόγια σου, τις πράξεις, τα όνειρα, τις υποσχέσεις, την αγκαλιά σου.
Φύλαγα καραούλι για να σε δω, μπερδευόμουν , κάθε τόσο, σε έψαχνα, δεν σ΄αγαπώ 
Τι να προσπαθήσουμε;
Όλα ήταν ψέματα
Φεύγω παρέα με μένα και χάνομαι στους δικούς μου δρόμους βολτάροντας βιαστικά γιατί ξέρεις, η ζωή δεν μπορεί να περιμένει
Κουράστηκα φίλε να ακουμπώ στις πλάτες σου, στην άστεγη ανηφόρα σου. 
Βαρέθηκα πια, η αγάπη πάει αλλού όσο και να σπαράζεις ψυχή, ψυχή μου.
Δραπέτευσε - δραπέτευσα και το σώψυχο μου πήρε μπρος, η πιο μεγάλη μου κατάκτηση ως τώρα, το πιο μεγάλο μου ταξίδι, τ΄ακούς;
Φύσηξε άνεμος και πήγα αλλού!
Συγχώρά με που δεν άντεξα να κολυμπώ στη άδεια θάλασσα
Συγχώρά με που δεν ακολούθησα τα γκρίζα όνειρα, τους σκοτεινούς σου φάρους, ακόμα περιμένω να φανερωθούν καμπύλες αδέσποτων δρόμων για να διαβούμε - Όχι δεν μου λείπεις, πόσο να προσπαθήσουμε;

 

(Απόσπασμα από Τη Συλλογή - Γιγάντια Γη  2004)

Γράφει η Μίκα Καππάτου
forwoman.gr

Ποίηση

Γράφει η ΜίΚα Καππάτου

Δεν το χωράει ο νους μου....Σάββατο βράδυ και εγώ μέσα κλεισμένη στη σοφίτα να κλείνω βαλίτσες....
Τελειώνει η άδεια και με πιάνει μια θίψη, κάτι σαν στενοχώρια...
Μετά ψύχραιμα ξανακοιτώ τον κατάλογο με τις δουλειές και τα πράγματα που πρέπει να κουβαλήσω....Προσέχω μήπως μου ξεφύγει ΚΑΤΙ...
Σιγά μη ξεχάσω Κάτι....Γατόνι η Νησιώτισσα.....

Κάτι; σαν τι δηλαδή;
Κουράστηκα, κοιτώ το ρολόι και βλέπω 11 βράδυ...ή όπως λέει η Άλεξ 23.00
Τι άλλο έχω να κάνω...Α ναι, οι φορτιστές και οι άσπρες πέτρες που μάζεψα από τη παραλία του Λουρδά εκείνες τις αυγουλερές.

Να μην ξεχάσω το μέλι που μου έδωσαν στο χωριό που πήγα τις προάλλες. Ντόπιο, χρυσοκίτρινο  - χρυσοπορτοκαλί αρωματικό, μικτό ανθέων με θυμάρι του βουνού, του "Μεγάλου ΒουΝού"
Θα το γεύομαι το χειμώνα με τις ιώσεις και θα σκέφτομαι καλοκαίρι στο νησί..
Όχι πράγματι βοηθάει το λαιμό!
Τι έχουμε λοιπόν;
Ναι, μαύρα σύννεφα η σκέψη μου, θολό το σκηνικό.....Διακοπές τέλος...Πάλι δουλειά..
Ύστερα, σκέφτομαι πως σαν και μένα πολλοί και πολλές....Στρατιές και πλήθος....
Όλοι ζούμε κάτι τέτοιο στο τέλος των διακοπών μας..Η στιγμή που κλείνει Η βαλίτσα και παίρνεις το δρόμο της επιστροφής άλλο πράμα, δύσπεπτο...

Ξανά στη πόλη και στη δράση...Η ανατροπή του χαλαρού.
Πρωινό ξύπνημα, πρωινό - πρόγευμα - πρόγραμμα και ρουτίνα.

Μα που πήγε το ημερολόγιο μου;;; Η επόμενη αργία; Αντέχω μέχρι τότε;..
Ότι έγινε έγινε.

Και κάπως έτσι η βαλίτσα κλείδωσε και η νύχτα προχώρησε..
Όμως έχει και τα καλά του αυτό το τέλος...
Μια νέα σεζόν, σχέδια, όνειρα, στόχοι..
Όχι δεν θα τα βάψω μαύρα βρε αδελφέ, Όχι!

Τα Xριστούγεννα πλησιάζουν, θα κλείσω τα μάτια και θα σκεφτώ δια - κοπές, σκι στις χιονισμένες πλαγιές του βουνού ή το απέραντο γαλάζιο μου, το χαμένο βλέμμα καρφωμένο στη γραμμή που χωρίζει τα μπλε της θάλασσας και του ουρανού.
Λοιπόν κορίτσια μου, από Δευτέρα ξεκινάμε δουλειά και έχουμε και λέμε... αποτοξίνωση, γυμναστήριο, οπωσδήποτε ραντεβού στην αισθητικό μας για καθαρισμό προσώπου - ίσως και την μάσκα φρούτων που μας είχε προτείνει την άνοιξη, κομμωτήριο για ενυδάτωση τρίχας και ας κλείσουμε και εκείνα τα εισιτήρια που λέγαμε στο ιστορικό ΠΑΛΛΑΣ της οδού Βουκουρεστίου για να δούμε τις εμβληματικές "Μάγισσες της Σμύρνης" από τον Σταμάτη Φασουλή.

Ε; Τι λέτε;

Ωραία ακούγονται τα σχέδια μα οι σκέψεις μου σιγά σιγά με αφήνουν, λιγοστεύουν...ήδη μεσάνυχτα περασμένα.
Έχω ταξίδι το πρωί, να κοιμηθώ ακούγοντας τον φιλαράκο γρύλο μου τον πεδινό!

Τι Ευτυχία!
Νομίζω πως Η Ζωή Είναι Όμορφη - Πανέμορφη και προπαντός οι Στιγμές της, μα Λίγη και μικρή.

Γι αυτό να ζω - ζείτε και το μόνο που χρειάζεται είναι αγάπη - άντε και λίγο μέλι απ΄το βουνό!

 

ΜίKα Καππάτου - forwoman.gr

Ποίηση

 Γράφει Μίκα Καππάτου

- 1-

Ουρανέ εσύ

χρώματα γκρι παντού

βυθίζομαι σκότος

 -2-

Ευωδιαστό χώμα

βρεγμένο με δάκρυ

πιο πέρα ο κήπος

 -3-

Φεγγάρι θλιμμένο

παιδί του σεπτέμβρη

βροχή σιγανή

 -4-

Πουλί κόκκινο

της δύσης

γυρίζει σιωπηλό

 -5-

Άρωμα λεμονιάς

φθινόπωρο πάλι

πέφτουν τα φύλλα

 -6-

Απλώνεις το χέρι

μοναχός περπατάς

στη γαλήνη σου

 -7-

Πιες το κρασί

 και μέθα μπορείς

στροβιλίζεσαι τη νύχτα

 -8-

σε ψάχνω παντού

χαράζω τον δρόμο

κι ανθίζεις στην έρημο

 -9-

Εσύ που είσαι;

ματώνει η σκέψη

κλαίνε τ΄αστέρια

 

Το χαϊκού είναι η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο και προέρχεται από την Ιαπωνία του Μεσαίωνα. Στην πραγματικότητα είναι μια ποιητική φόρμα που αποτελείται από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνται σε τρεις στίχους ή σε έναν χωρισμένο με κενά, και συνήθως περιγράφει μια στιγμιαία εμπειρία, μια αίσθηση, ένα συναίσθημα, μια εικόνα της φύσης κλπ, την οποία ο ποιητής επιθυμεί να διατηρήσει στις συνειδήσεις των αναγνωστών του.

Ως όρος το χαϊκού καθιερώνεται πιθανότατα στα τέλη του 19ου αι. από τον Μασαόκα Σίκι, ποιητή, εκδότη και εκμοντερνιστή του είδους, ενώ εισηγητής των χαϊκού στην Ελλάδα είναι ο Γιώργος Σεφέρης («Δεκαέξι χαϊκού», Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937) ).

Μίκα Καππάτου - forwoman.gr

Ποίηση

Γιώργος Σεφέρης – αποσπάσματα από την αλληλογραφία στην αγαπημένη

“H αγάπη μου ξεπέρασε πια τα λόγια και έχω την εντύπωση πως, αν ήμουν αλλιώτικος θα μ’ αγαπούσες λιγότερο”...

“πιστεύω πως εσύ είσαι η ζωή μου. Αν το θέλεις να κάνω τη ζωή μου μακριά σου, βέβαια θα την κάνω-γιατί το δικό σου θέλημα θα γίνει και όχι το δικό μου-δε θα το κάνω όμως χωρίς εσένα. Αισθάνομαι πως μαζί σου άνοιξε ένας άγνωστος δρόμος μπροστά μου..”

“ένα πράγμα με πείραξε, με πλήγωσε βαθιά μέσα στο γράμμα σου. Πώς μπόρεσες, έπειτα από τόση αγάπη, να αισθανθείς ξαφνικά μόνη σου. Aυτό το “μόνη μου έπρεπε” είναι κάτι, πώς να το πω, που με ατιμάζει”

“μ’ έχεις κλείσει σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, όπου ακούω τη φωνή σου χωρίς να μπορώ να διακρίνω τα λόγια σου. Τον τελευταίο καιρό έχεις χαθεί…Η τελευταία εβδομάδα ήταν άθλια. Βλέπεις, μόλις δεν είναι ο ένας πολύ κοντά στον άλλον, τίποτε δε γίνεται.”

“αν έχω την τύχη να σου δώσω κάτι που να κρατήσεις μέσα σου από την αληθινή ζωή, αν μπορέσω να σε κάνω να νιώσεις ότι έχουμε κάτι μέσα μας που είναι μεγάλη αμαρτία να το εξευτελίζουμε, θα είναι αρκετό. Κι αυτά όλα που σου γράφω, τόσο ήρεμα τώρα, με κάνουν να συλλογίζομαι πως δεν είναι δυνατό να μην είναι κανείς απάνθρωπος, όταν είναι απάνθρωπη η ζωή.”

“Αισθάνομαι πως τρέχω με μια ιλιγγιώδη ταχύτητα, πως κάποιος, ίσως εσύ, μου φωνάζει “Σταμάτησε. Σταμάτησε”. Ίσως αυτός που μου φωνάζει έχει δίκιο, αλλά αισθάνομαι ακόμη πως, αν σταματήσω απότομα, είναι καταστροφή.

-τρελό μου παιδί, όλα αυτά τίποτα δεν ξέρουν να πουν, άμα έρθω κοντά σου ίσως καταλάβεις κάτι περισσότερο….”

“…Ποτέ δε φανταζόμουν πως θα μπορούσα ν’ αγαπήσω έτσι. Μου είναι αδύνατο να σου εξηγήσω τι είναι αυτό το τρομερά δυνατό και ζωντανό πράγμα που κρατώ μέσα στην ψυχή μου και μέσα στη σάρκα μου. Είμαι κάποτε σαν τρελός από τον πόνο και αισθάνομαι πως όλοι οι άλλοι μου δρόμοι έξω απ αυτόν τον πόνο, είναι κομμένοι. Πως μόνο απ’ αυτόν μπορώ πια να περάσω.”

“Καληνύχτα, αγάπη, έλα στον ύπνο μου.
Ποτέ δεν έρχεσαι στον ύπνο μου. Σε συλλογίζομαι τόσο πολύ τη μέρα.”

“κι αν σου γράφω έτσι που σου γράφω, δεν είναι για να με καταλάβεις, αλλά για να με νιώσεις λίγο πιο κοντά σου όπως , αν ήταν βολετό να σε χαϊδέψω. Τίποτε άλλο”

“Άκουσα τον εαυτό μου να ψιθυρίζει «Θεέ μου πόσο την αγαπώ» κι αμέσως έπειτα μια ιδέα θανάτου φανερώθηκε κοντά κοντά μ’ αυτή τη φράση. Δυο πράγματα θα μπορούσαν να με σώσουν όπως είμαι τώρα. Να σ’ έχω, είτε να κινδυνέψω τη ζωή μου. Δυστυχώς είμαι περιτριγυρισμένος από άπειρη ασφάλεια και το άλλο δε γίνεται, γιατί εγώ δε το θέλω να γίνει, όπως τουλάχιστον έχω πείσει τον εαυτό μου”

“Όλες αυτές τις μέρες σε συλλογίζομαι χωρίς μια στιγμή διακοπή. Κάθε δουλειά με συνέχεια μού είναι αδύνατη. Είσαι εκεί πάντα μπροστά στα μάτια μου, με κρατάς προσηλωμένο. Κάποτε μέσα στην αδειανή μου παλάμη έρχεται κι ακουμπά το μικρό σου στήθος. Είναι ένας βαθύς και μυτερός πόνος ως την άκρη της καρδιάς”

“ας σε κρατήσω κι έπειτα όλα θα είναι καλά…αγαπημένη μου αγάπη”

“όταν αγαπά κανείς και δεν έχει τον άνθρωπο του, πρέπει να βρει τρόπο να μην ξυπνά ποτέ του…”

“…μου λείπεις. Σε πήρε το τραίνο και σε πάει όλο και πιο μακριά. Μια βραδιά χαμένη, χαμένη αφού δεν είσαι κοντά μου…”

“..είμαι πονεμένος σ’ όλες τις μεριές και στο σώμα και στο πνεύμα. Δεν μπορώ να κάνω έναν συλλογισμό στοιχειώδη χωρίς να ρθεις ξαφνικά να τον κόψεις..”

“μου φαίνεται πώς κάθε γράμμα είναι το τελευταίο, και πως, αν δε σου δώσω ό,τι μπορώ να σου δώσω σε μια στιγμή, δε θα μπορέσω να σου το δώσω ποτέ.”

“τέτοια ώρα πριν ένα χρόνο ξεκίνησα να σ΄εύρω. Φανερώθηκες μέσα από ένα τίποτε-θυμάσαι; δεν μπορούσα να εξηγήσω από πού βγήκες. Ένας χρόνος και τι μαρτύριο. Σε θέλω. Ας ήσουν εδώ, ας παρουσιαζόσουν όπως εκείνη την αυγή κι ας με κάρφωναν έπειτα με τα εφτά καρφιά πάνω στα σανίδια του παραθύρου που είναι μπροστά μου..”

“Η αυγή με κρυφοκοιτάζει από τα κλειστά παντζούρια. Ξύπνησα μέσα σε μια διακοπή-ένα λάκκο της λογικής μου και της ψυχραιμίας μου-είμαι μόνο μία φωνή και μία επιθυμία. Δεν είμαι τίποτε άλλο παρά ένας άνθρωπος που πονεί διαβολεμένα. Δεν ξέρω τίποτε άλλο παρά πως ξύπνησα καίγοντας και δεν ήσουν πλάι μου. Και είναι μεγάλη κόλαση αυτό, και μου είναι αδιάφορα όλα τα άλλα”

“Είμαι βαρύς από ένα σωρό συναισθήματα που δε θέλω να ξεσπάσουν. Μία μέρα, αργότερα-ποιος ξέρει αν μας είναι γραφτή λίγη γαλήνη ακόμη-θα είμαι κοντά σου, θα κλείσω τα μάτια και θα τα αφήσω να βγουν…φαίνεται σήμερα σ’ αγαπώ σιωπηλά.”

“όταν πάει να πάρει κανείς μια μεγάλη απόφαση, ποτέ δεν μπορεί να τα δει όλα. Βλέπει έναν κύκλο σαν το μισοφέγγαρο, μισό φωτεινό και μισό σκοτεινό. Πάνω στο φωτεινό μέρος βάζει όλη του τη λογική. Πάνω στο σκοτεινό όλη του την παλικαριά και την πίστη….”

“Πόσα πράγματα που έχω να σου πώ ή να σου δείξω και που δε μ’ άφησε η λαχανιασμένη ζωή μας. Όλα τα πράγματα που λέει κανείς όταν πέσει λίγη μπουνάτσα, όταν ξεδιψάσει λίγο, και είναι σίγουρος πως δε θα χάσει τον άνθρωπό του…”

“…Αν είχα χρήματα, λες.
Μα αν είχα οτιδήποτε απ΄αυτά που δεν έχω, δε θα είχα εσένα.
Έτσι αγαπώ όλη μου τη ζωή γιατί ήρθε ως εσένα, τέτοια που ήταν κι όχι άλλη…”

“…Χτές πρώτη φορά, το βράδυ, ύστερα απο τόσον καιρό έπιασα λίγη λογοτεχνική δουλειά. Ήταν σα να είχες νυστάξει μέσα στη σκέψη μου και να σ΄είχε πάρει ο ύπνος.”

“…ξέρεις πόσο πολύ είναι για μένα οι λίγες στιγμές μαζί σου;”

“…σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…”

“Σε συλλογίζομαι.
Σήμερα το πρωί ξυπνώντας ήσουν εκεί. Θα σε ξαναβρώ πάλι σε κάποια γωνιά του σπιτιού μου να ξεμυτίζεις.
Κι όλα αυτά είναι ό,τι είναι.
Κάποτε βαριά….”

“αν μπορώ να σου δώσω μια μικρή χαρά, πρέπει να σου τη δώσω αμέσως. Μακάρι κάθε μέρα να μπορούσα. Κάθε μέρα ως την τελευταία στιγμή. Μ’ έκανες να σκεφτώ ένα πράγμα που σκεπτόμουν πολύ λίγο άλλοτε, την ευτυχία”

“και μαζί να ήμασταν από το πρωί ως το βράδυ, δε θα έφτανε. Θα έπρεπε να καταπιεί ο ένας τον άλλον. Κι όλα αυτά είναι υπερβολικά φρικαλέα για να μ’ αρέσουν”

“όπως δεν μπορείς να καταλάβεις το ψάρι, αν δεν είσαι ψάρι ή το πουλί, αν δεν είσαι πουλί, έτσι δεν μπορείς να καταλάβεις το μοναχό άνθρωπο, αν δεν είσαι μοναχός. Πώς να με καταλάβεις λοιπόν, χρυσή μου;”

“αγάπη μου, θα με συγχωρήσεις γι’ αυτά, που είναι δύσκολο να ειπωθούν σε μια γυναίκα. Είμαι ένας άνθρωπος που δεν έχει πεποίθηση στα συναισθήματά του όταν τα πνίγει η επιθυμία η σωματική, όπως συμβαίνει τώρα μ’ εμένα”

“πού να είσαι τώρα; Εδώ έξι, στην Αθήνα επτά. Πού να είσαι; Πάντα το ίδιο ερώτημα, μόνο η επιθυμία είναι λιγότερη ή περισσότερη. Κάποτε τη μισώ. Δε μ’ αφήνει να σ’ αγαπώ όπως θέλω , δε μ’ αφήνει να ξέρω καν πώς σ’ αγαπώ. Κοντά και μακριά είναι βάσανο οι αισθήσεις. Πώς να είναι άνθρωπος κανείς;”

“θα ήθελα τρεις μέρες κοντά σου χωρίς λέξη. Λέξη…”

“φοβούμαι μήπως συνηθίσω έτσι πάντα από μακριά να σ αγαπώ..”

“Αναρωτιέμαι καμιά φορά πως θα μιλούσες, αν ήσουν κοντά μου. Πόσα λίγα πράγματα μπορεί να φτιάξει η φαντασία. Ρωτιέμαι ακόμη πως θα ήσουν, εσύ, ζωντανή, κοντά μου…”

“δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω τώρα, παρά αυτές τις ανόητες λέξεις. Και πάλι, δε θα σου τις έγραφα, αν δε με παρακινούσε η ελπίδα πως κάποτε, έστω και για μια στιγμή, όταν σου κρατήσω το χέρι, δυο άνθρωποι, μέσα σ αυτόν τον ψόφιο κόσμο που μας τριγυρίζει, θα μπορέσουν να νιώσουν ότι ανασαίνουν επιτέλους, έξω απ’ όλα-κάποτε, όταν αυτά που λέμε τώρα πάρουν μια ανθρώπινη υπόσταση και πάψουν να τριγυρνούν σα φαντάσματα”

Ποίηση

Γράφει Η Μίκα Καππάτου

Είναι να φτάσουμε ίσα με δω....

Και αν έλθουμε βλέπεις χυμούς τ΄ουρανού να χύνονται στο Μύρτο.
Ναι, όλοι οι θεοί βρέθηκαν σε τούτη δω τη γη.. Φτάνεις και νιώθεις ελεύθερα, μια θύελλα στα σωθικά που ξεσηκώνει...
Στέκεσαι ψηλά γελάς, με μάτι γυμνό, φλογερό, μ΄ανέμους και τριανταμία μέρες, οι μέρες του Αυγούστου...
Μεθάει ο Μύρτος από όλους μας και εμείς μ΄αυτόν τα καλοκαίρια, κάθε φορά
Χρυσοστιγμές στο δείλι...

Τόσες ευχές που κρέμονται στο σύρμα..
κοίτα πάνω στο κύμα, πλέουνε σκάφη και σταχτιά φύκια βότσαλα κάθε λογής...
κοίτα ευχές στην αντηλιά με πρόσωπα ηλιοκαμμένα από τον ήλιο

Τι ευτυχία σ' αυτον τον τόπο σαστίζεις μόλις φτάσεις
Αφρίζει η αγάπη, το φιλί - τίποτα δε πάει χαμένο
ευχές στο σύρμα κάτω στο Μύρτο - χρωματιστά λουκέτα σε μέρη απόκρημνα.

 

Μίκα Καππάτου

forwoman.gr

Ποίηση

Τόσο πολύ τη μέθυσε ο χυμός του ήλιου
που έγειρε το κεφάλι της και δέχτηκε να γίνει,
σιγά-σιγά: η μικρή Πορτοκαλένια!

Eτσι καθώς γλαυκόλαμψαν οι εφτά ουρανοί,
έτσι καθώς αγγίξαν μια φωτιά τα κρύσταλλα,
έτσι καθώς αστραψανε χελιδονοουρές,
σάστησαν πάνω οι άγγελοι και κάτω οι κοπελιές,
σάστησαν πάνω οι πελαργοί και κάτω τα παγόνια,
κι όλα μαζί συνάχτηκάν κι όλα μαζί την είδαν,
κι όλα μαζί τη φώναξαν: Πορτοκαλένια!
Μεθάει το κλήμα κι ο σκορπιός, μεθάει ο κόσμος όλος,
όμως της μέρας η κεντιά τον πόνο δεν αφήνει.
Τη λέει ο νάνος ερωδιός μέσα στα σκουληκάκια,
τη λέει ο χτύπος του νερού μες στις χρυσοστιγμές,
τη λέει κ’ η δρόσο στου καλού βοριά το απανωχείλι:

-Σήκω μικρή, μικρή, μικρή πορτοκαλένια!
Oπως σε ξέρει το φιλί κανένας δεν σε ξέρει.
Μήτε σε ξέρει ο γελαστός θεός,
που με το χέρι του ανοιχτό στη φλογερή αντηλιά
γυμνή σε δείχνει στους τριανταδυό ανέμους!

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin