Giuseppe Ungaretti, “La Pietà”

Και θα ’θελα να φύγω
και τελικά να φτάσω,
Έλεος, εκεί που αγροικιέται
ο άνθρωπος που είναι με τον εαυτό του μόνος.

Δεν έχω παρά καλοσύνηκιέπαρση.

Και νιώθω εξόριστος ανάμεσα στους ανθρώπους.

Μα γι’ αυτούς μοχθώ.
Δεν είμαι άξιος στον εαυτό μου να επιστρέψω;

Κατοίκησα με ονόματα τη σιωπή.

Κομμάτιασα καρδιά και νου
για να πέσω στη σκλαβιά των λέξεων;

Και βασιλεύω πάνω σε φαντάσματα.

Ω, φύλλα ξερά,
ψυχή εδώ κι εκεί συρμένη…

Όχι, μισώ τον άνεμο που ’χει φωνή
πανάρχαιου θεριού.

Θεέ μου, αυτοί που σε ικετεύουν
μόνο κατ’ όνομα πια σε ξέρουν;

Μ’ έχεις διώξει από τη ζωή.

Θα με διώξεις κι απ’ το θάνατο;

Ανάξιος ίσως ο άνθρωπος ακόμα και για την ελπίδα.

Ξεράθηκε ως και η πηγή της τύψης;

Τι νόημα έχει η αμαρτία,
αν στην αγνότητα πια δεν οδηγεί;

Η σάρκα μόλις που θυμάται
πως κάποτε υπήρξε δυνατή.

Τρελή είναι και φθαρμένη η ψυχή.

Θεέ μου, κοίτα την αδυναμία μας.

Γυρεύουμε μια σιγουριά.

Ούτε που γελάς πια με μας;

Σπλαχνίσου μας, λοιπόν, σκληρότητα.

Δεν μπορώ πια να μένω εγκλωβισμένος
στην δίχως αγάπη πεθυμιά.

Ένα σημάδι δικαιοσύνης δείξε μας.

Ο νόμος σου ποιος είναι;

Κεραύνωσε τα ταπεινά μου πάθη,
λύτρωσέ με από τις αγωνίες.

Απόκαμα να ουρλιάζω δίχως φωνή.

II.

Σάρκα μελαγχολική
που κάποτε πάνω σου περίσσευε η χαρά,
μάτια απ’ το κουρασμένο ξύπνημα μισόκλειστα,
βλέπεις, ώριμη ψυχή,
τι θα γενώ, πέφτοντας μες στο χώμα;

Είναι μες στους ζωντανούς ο δρόμος των νεκρών,

χείμαρρος ίσκιων είμαστε,

αυτοί είναι ο σπόρος που στ’ όνειρο φυτρώνει.

Και το αλάργεμά τους είναι το μόνο που μας απομένει.

Δικός τους κι ο ίσκιος που βαραίνει στα ονόματα.

Η ελπίδα ενός σωρού από ίσκιους
είναι η μοίρα μας και τίποτ’ άλλο;

Και συ, Θεέ μου, δεν θα ’σουν παρά ένα όνειρο μονάχα;

Ένα όνειρο τουλάχιστον όπου, αλόγιστα,
ζητούμε να σου μοιάσουμε.

Γέννημα είναι καθαρής τρέλας.

Δεν τρεμοπαίζει στ’ ακροβλέφαρα
καθώς σε σύννεφα κλαδιών
τα πρωινά σπουργίτια.

Μέσα μας είναι κι ατονεί, μυστήρια πληγή.

`

III.

Το φως που μας κεντρίζει
είναι κλωστή ολοένα πιο λεπτή.

Δεν θαμπώνεις πιότερο, εάν δεν σκοτώνεις;

Δώσ’ μου την υπέρτατη τούτη χαρά.

`

IV.

Ο άνθρωπος, μονότονο σύμπαν,
θαρρεί πως αβγατίζει το βιος του
μα απ’ τα πυρετικά ταχέρια του
περνούν διαρκώς αγαθά πεπερασμένα

Στον αραχνένιο του ιστό
γαντζωμένος στο κενό,
δε φοβάται και δεν πλανεύεται
παρά απ’ την ίδια τη κραυγή του.

Γιατρεύει τη φθορά ορθώνοντας τάφους
και για να σε σκεφτεί, Αιώνιε,
άλλο δεν έχει απ’ τις βλαστήμιες.

(1928)