Ρουμπαγιάτ σημαίνει τετράστιχα, ένα ποιητικό σχήμα δημοφιλές στην Περσία. Ο όρος όμως συνδέεται κυρίως με τον μεγάλο ποιητή Ομάρ Καγιάμ.

Κάθε ρουμπάι, με τις συμπυκνωμένες του εικόνες ή/και νοήματα, αναπτύσσει ένα πλήρες νόημα μέσα στους τέσσερις ενδεκασύλλαβους στίχους που το αποτελούν.

Ο πρώτος, ο δεύτερος και ο τέταρτος στίχος ομοιοκαταληκτούν.

 

Με τη νηστεία και τη σιωπή λίγνεψε το φεγγάρι!

Φέρτε να το κεράσουμε, καινούργιο φως να πάρει!

Τώρα που του Ραμαζανιού πάψαν οι προσευχές,

σε λιτανεία θα πορευτούν κούπες με κεχριμπάρι.

 

Λεν, τα ουρί στον ουρανό είναι σωστοί αγγέλοι

μα 'γω καλύτερα ποθώ του σταφυλιού το μέλι.

Ό,τ' είν' μακριά είναι θαμπό κι ό,τι ψηλά μικραίνει,

κι απ' τα ουρί πιο σίγουρο το στρογγυλό βαρέλι!

 

Αν τύχει και ο θάνατος κάποια βραδιά με πάρει

πιωμένον από δυνατό κρασί, ρουμπίνι ή κεχριμπάρι,

πάνω από το μνήμα μου τόση ευωδιά θα βγαίνει

που θα μεθύσει όποιος διαβεί, γέρος ή παλικάρι!

 

Που όλο πίνω και μεθώ, λένε είν' αμαρτία.

Μεγάλη, σίγουρα, ο Θεός θα μου 'χει τιμωρία.

Όμως, αφού ο πάνσοφος όλα από πριν τα νιώθει,

μπεκρής πως θά 'μουν τό 'ξερε! Ν' αλλάξω, είν' απιστία!..

 

Χίλιες παγίδες, Κύριε, στήνεις σε κάθε βήμα

για να πιαστεί ο άνθρωπος της θέλησής σου θύμα.

Κι άμα πιαστεί, τον απειλείς και τονε φοβερίζεις.

Γιατί θυμώνεις; Τό 'ξερες από τα πριν το κρίμα.

 

Αν, όσοι ήπιαν, μέθυσαν και τη ζωή γλεντήσαν,

δεν μπαίνουν στον Παράδεισο γιατί πολύ αμαρτήσαν,

θε να γεμίσει η Κόλαση μπεκρήδες κι εραστές

και θά 'ναι στον Παράδεισο μονάχα όσοι δε ζήσαν!

 

Πικρή η κούπα της ζωής μου πίκρανε το στόμα,

γι' αυτό, γλυκό πίνω κρασί μ' άλικο πλάνο χρώμα.

Όποιος πεθαίνει χάνεται, κανένας μη θαρεί

πως είν' χρυσάφι και γι' αυτό τον κρύβουνε στο χώμα!

 

Χτες είδαμ' έναν κανατά που με ορμή χτυπούσε

ένα κομμάτι άργιλο κι ο άργιλος μιλούσε:

-Μη με χτυπάς... Μη με πονάς, μάστορα, σκέψου μόνο...

κάποτε ήμουν άνθρωπος πού 'πινε κι αγαπούσε.

 

Σαν μαριονέτες είμαστε οι άνθρωποι στη γη,

για να περνούν την ώρα τους με μας οι ουρανοί.

Παίζουμε λίγο, θλιβερό ή κωμικό, ένα έργο

κι ύστερα μας κλειδώνουνε στου Χάους το κουτί.