Μαΐου 25, 2018

Ποίηση

Μη μου παίρνεις το ρόδο,τη λόγχη που τινάζεις,

το νερό που ξάφνου χυμά απ’ τη χαρά σου,
το απότομο κύμα το αργυρό που γεννιέται μέσα σου.

Είναι σκληρός ο αγώνας μου και γυρνώ με μάτια κουρασμένα

θωρώντας κάποτε τη γη που δεν αλλάζει,
μα όταν έρχεται το γέλιο σου υψώνεται στον ουρανό γυρεύοντάς με και μου ανοίγει τις πόρτες όλες της ζωής.

Αγάπη μου, στις πιο μαύρες ώρες μου ανοίγει το γέλιο σου, κι αν ξάφνου δεις το αίμα μου να λεκιάζει τις πέτρες του δρόμου,
γέλα, γιατί το γέλιο σου θα ‘ναι στα χέρια μου σα δροσερό σπαθί.

Δίπλα στη θάλασσα του φθινοπώρου, το γέλιο σου ας αναβρύσει σα σιντριβάνι, όλο αφρό και την άνοιξη, αγάπη μου,
θέλω το γέλιο σου σαν τον ανθό που πρόσμενα, τον γαλανό ανθό, το ρόδο της βουερής πατρίδας μου.

Γέλα στη νύχτα, στη μέρα στο φεγγάρι, γέλα στις στριφτές στράτες του νησιού, γέλα σ’ αυτό το άγαρμπο
αγόρι που σ’ αγαπά,
μα όταν ανοίγω τα μάτια και τα κλείνω, όταν τα βήματά μου φεύγουν, όταν γυρνούν τα βήματά μου, αρνήσου μου το ψωμί, τον αγέρα, το φως, την άνοιξη, μα ποτέ το γέλιο σου γιατί θα πέθαινα

eliaslaughteracademy.com

Ποίηση

I.

Είμαι ένας άνθρωπος πληγωμένος.

Και θα ’θελα να φύγω
και τελικά να φτάσω,
Έλεος, εκεί που αγροικιέται
ο άνθρωπος που είναι με τον εαυτό του μόνος.

Δεν έχω παρά καλοσύνη κι έπαρση.

Και νιώθω εξόριστος ανάμεσα στους ανθρώπους.

Μα γι’ αυτούς μοχθώ.
Δεν είμαι άξιος στον εαυτό μου να επιστρέψω;

Κατοίκησα με ονόματα τη σιωπή.

Κομμάτιασα καρδιά και νου
για να πέσω στη σκλαβιά των λέξεων;

Και βασιλεύω πάνω σε φαντάσματα.

Ω, φύλλα ξερά,
ψυχή εδώ κι εκεί συρμένη…

Όχι, μισώ τον άνεμο που ’χει φωνή
πανάρχαιου θεριού.

Θεέ μου, αυτοί που σε ικετεύουν
μόνο κατ’ όνομα πια σε ξέρουν;

Μ’ έχεις διώξει από τη ζωή.

Θα με διώξεις κι απ’ το θάνατο;

Ανάξιος ίσως ο άνθρωπος ακόμα και για την ελπίδα.

Ξεράθηκε ως και η πηγή της τύψης;

Τι νόημα έχει η αμαρτία,
αν στην αγνότητα πια δεν οδηγεί;

Η σάρκα μόλις που θυμάται
πως κάποτε υπήρξε δυνατή.

Τρελή είναι και φθαρμένη η ψυχή.

Θεέ μου, κοίτα την αδυναμία μας.

Γυρεύουμε μια σιγουριά.

Ούτε που γελάς πια με μας;

Σπλαχνίσου μας, λοιπόν, σκληρότητα.

Δεν μπορώ πια να μένω εγκλωβισμένος
στην δίχως αγάπη πεθυμιά.

Ένα σημάδι δικαιοσύνης δείξε μας.

Ο νόμος σου ποιος είναι;

Κεραύνωσε τα ταπεινά μου πάθη,
λύτρωσέ με από τις αγωνίες.

Απόκαμα να ουρλιάζω δίχως φωνή.

`

II.

Σάρκα μελαγχολική
που κάποτε πάνω σου περίσσευε η χαρά,
μάτια απ’ το κουρασμένο ξύπνημα μισόκλειστα,
βλέπεις, ώριμη ψυχή,
τι θα γενώ, πέφτοντας μες στο χώμα;

Είναι μες στους ζωντανούς ο δρόμος των νεκρών,

χείμαρρος ίσκιων είμαστε,

αυτοί είναι ο σπόρος που στ’ όνειρο φυτρώνει.

Και το αλάργεμά τους είναι το μόνο που μας απομένει.

Δικός τους κι ο ίσκιος που βαραίνει στα ονόματα.

Η ελπίδα ενός σωρού από ίσκιους
είναι η μοίρα μας και τίποτ’ άλλο;

Και συ, Θεέ μου, δεν θα ’σουν παρά ένα όνειρο μονάχα;

Ένα όνειρο τουλάχιστον όπου, αλόγιστα,
ζητούμε να σου μοιάσουμε.

Γέννημα είναι καθαρής τρέλας.

Δεν τρεμοπαίζει στ’ ακροβλέφαρα
καθώς σε σύννεφα κλαδιών
τα πρωινά σπουργίτια.

Μέσα μας είναι κι ατονεί, μυστήρια πληγή.

`

III.

Το φως που μας κεντρίζει
είναι κλωστή ολοένα πιο λεπτή.

Δεν θαμπώνεις πιότερο, εάν δεν σκοτώνεις;

Δώσ’ μου την υπέρτατη τούτη χαρά.

`

IV.

Ο άνθρωπος, μονότονο σύμπαν,
θαρρεί πως αβγατίζει το βιος του
μα απ’ τα πυρετικά ταχέρια του
περνούν διαρκώς αγαθά πεπερασμένα

Στον αραχνένιο του ιστό
γαντζωμένος στο κενό,
δε φοβάται και δεν πλανεύεται
παρά απ’ την ίδια τη κραυγή του.

Γιατρεύει τη φθορά ορθώνοντας τάφους
και για να σε σκεφτεί, Αιώνιε,
άλλο δεν έχει απ’ τις βλαστήμιες.

(1928)

Ποίηση

Giuseppe Ungaretti, “La Pietà”

Και θα ’θελα να φύγω
και τελικά να φτάσω,
Έλεος, εκεί που αγροικιέται
ο άνθρωπος που είναι με τον εαυτό του μόνος.

Δεν έχω παρά καλοσύνηκιέπαρση.

Και νιώθω εξόριστος ανάμεσα στους ανθρώπους.

Μα γι’ αυτούς μοχθώ.
Δεν είμαι άξιος στον εαυτό μου να επιστρέψω;

Κατοίκησα με ονόματα τη σιωπή.

Κομμάτιασα καρδιά και νου
για να πέσω στη σκλαβιά των λέξεων;

Και βασιλεύω πάνω σε φαντάσματα.

Ω, φύλλα ξερά,
ψυχή εδώ κι εκεί συρμένη…

Όχι, μισώ τον άνεμο που ’χει φωνή
πανάρχαιου θεριού.

Θεέ μου, αυτοί που σε ικετεύουν
μόνο κατ’ όνομα πια σε ξέρουν;

Μ’ έχεις διώξει από τη ζωή.

Θα με διώξεις κι απ’ το θάνατο;

Ανάξιος ίσως ο άνθρωπος ακόμα και για την ελπίδα.

Ξεράθηκε ως και η πηγή της τύψης;

Τι νόημα έχει η αμαρτία,
αν στην αγνότητα πια δεν οδηγεί;

Η σάρκα μόλις που θυμάται
πως κάποτε υπήρξε δυνατή.

Τρελή είναι και φθαρμένη η ψυχή.

Θεέ μου, κοίτα την αδυναμία μας.

Γυρεύουμε μια σιγουριά.

Ούτε που γελάς πια με μας;

Σπλαχνίσου μας, λοιπόν, σκληρότητα.

Δεν μπορώ πια να μένω εγκλωβισμένος
στην δίχως αγάπη πεθυμιά.

Ένα σημάδι δικαιοσύνης δείξε μας.

Ο νόμος σου ποιος είναι;

Κεραύνωσε τα ταπεινά μου πάθη,
λύτρωσέ με από τις αγωνίες.

Απόκαμα να ουρλιάζω δίχως φωνή.

II.

Σάρκα μελαγχολική
που κάποτε πάνω σου περίσσευε η χαρά,
μάτια απ’ το κουρασμένο ξύπνημα μισόκλειστα,
βλέπεις, ώριμη ψυχή,
τι θα γενώ, πέφτοντας μες στο χώμα;

Είναι μες στους ζωντανούς ο δρόμος των νεκρών,

χείμαρρος ίσκιων είμαστε,

αυτοί είναι ο σπόρος που στ’ όνειρο φυτρώνει.

Και το αλάργεμά τους είναι το μόνο που μας απομένει.

Δικός τους κι ο ίσκιος που βαραίνει στα ονόματα.

Η ελπίδα ενός σωρού από ίσκιους
είναι η μοίρα μας και τίποτ’ άλλο;

Και συ, Θεέ μου, δεν θα ’σουν παρά ένα όνειρο μονάχα;

Ένα όνειρο τουλάχιστον όπου, αλόγιστα,
ζητούμε να σου μοιάσουμε.

Γέννημα είναι καθαρής τρέλας.

Δεν τρεμοπαίζει στ’ ακροβλέφαρα
καθώς σε σύννεφα κλαδιών
τα πρωινά σπουργίτια.

Μέσα μας είναι κι ατονεί, μυστήρια πληγή.

`

III.

Το φως που μας κεντρίζει
είναι κλωστή ολοένα πιο λεπτή.

Δεν θαμπώνεις πιότερο, εάν δεν σκοτώνεις;

Δώσ’ μου την υπέρτατη τούτη χαρά.

`

IV.

Ο άνθρωπος, μονότονο σύμπαν,
θαρρεί πως αβγατίζει το βιος του
μα απ’ τα πυρετικά ταχέρια του
περνούν διαρκώς αγαθά πεπερασμένα

Στον αραχνένιο του ιστό
γαντζωμένος στο κενό,
δε φοβάται και δεν πλανεύεται
παρά απ’ την ίδια τη κραυγή του.

Γιατρεύει τη φθορά ορθώνοντας τάφους
και για να σε σκεφτεί, Αιώνιε,
άλλο δεν έχει απ’ τις βλαστήμιες.

(1928)

Ποίηση

Ο έρωτας σαν το κύμα
φέρνει και παίρνει
κεραυνοβόλος και αργόστροφος
ήρεμος σαν τη φαντασία
όταν βάζει σε τάξη τις λέξεις
Λάμπει όταν σκοτεινιάζει
Κενός και ξεχειλίζει αντιθέσεις
τέρας με φτερά αγγέλου
Πάντα όταν φεύγει ..ξανάρχεται
Μας αιφνιδιάζει σαν ξεχάσουμε τα αισθήματα
Έρχεται …
Αναρχικός και ατομικιστής
Πιστός και άθεος
Μας κυνηγάει έναν έναν
Μας δολοφονεί ..με τα παγωμένα του χέρια
Και δηλώνει
Δολοφόνος και αθώος.. μαζί

(Απόσπασμα από το ποίημα «Ο έρωτας σαν το κύμα» του Παλαιστίνιου ποιητή Μαχμούντ Νταρουίς)

Ποίηση

Κώστας Βάρναλης | Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί; Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν...
Οι πόνοι της Παναγιάς, που ερμήνευσε με την σπαρακτική φωνή του ο Νίκος Ξυλούρης, ραγίζουν την καρδιά.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

"Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν..."

Ένας στίχος που συγκλονίζει από το ποίημα :"Οι Πόνοι της Παναγιάς" Δημιουργός του, ο Κώστας Βάρναλης. Ο Έλληνας λογοτέχνης, ποιητής και δημοσιογράφος με θαυμαστό ποιητικό και συγγραφικό έργο. Δεν χαρακτηρίστηκε τυχαία ως ένας από τους κορυφαίους ποιητές και πεζογράφους όλων των εποχών. Το 1959 τιμήθηκε στην Ε.Σ.Σ.Δ με το διεθνές βραβείο γραμμάτων και τεχνών «Λένιν».

Το εν λόγω ποίημα, ανήκει στο πρώτο μέρος της ποιητικής σύνθεσης Σκλάβοι Πολιορκημένοι, η οποία εκδόθηκε το 1927. Aκολουθώντας τη δημοτική μας παράδοση, o ανεπανάληπτος ποιητής χρησιμοποιεί τη μορφή της Παναγιάς, θέλοντας να εκφράσει τον ανθρώπινο πόνο της μάνας. Η Παναγιά είναι κυριευμένη από υπέροχα συναισθήματα για το παιδί που θα φέρει στον κόσμο, αλλά και από αγωνία και κακό προαίσθημα για την τύχη που το περιμένει.

Λόγια που ραγίζουν την καρδιά και που αξίζει να θυμηθούμε τη Μεγάλη Εβδομάδα... Ο θρήνος της μάνας για το παιδί της...

Οι πόνοι της Παναγιάς

Μια λιόλουστη μέρα του χειμώνα η Παναγιά, στενεμένη από τους πόνους, αφήνει το σπιτικό της και βγαίνει στον κάμπο τρεκλίζοντας κι αγκομαχώντας.
Κάθεται χάμου στο πράσινο χορτάρι, που το φωτίζουνε δω κι εκεί άγριες βιολέτες, κυκλάμινα, κρόκοι· και σφίγγοντας την κοιλιά της με τα δυο της χέρια κλαίει και δέρνεται, κουνώντας τ’ άμαθο κορμί της δεξιά κι αριστερά, όπως οι μοιρολογίστρες της Ανατολής.
Σπιτάκι μου — στανάχωρο, και κάμαρά μου, — χαμηλή!
Πόνοι μού σφάζουν το κορμί, μα την ψυχή μου πιο πολλοί.
Πήρα το δρόμο το δρομί στον κάμπο να καθίσω.
Αντρούλη μου, σα δε με βρεις με την καρδιά σου την καλή,
5 ο πόνος, που με κυνηγά, θε να με φέρει πίσω.

Ω χώμα, που τραγουδιστά σε πίνει ο πεύκος ο βαθύς,
όσο που μπάρσαμο πικρό στα φύλλα του να σουρωθείς,
μέσα σου χώνομαι κι εγώ, τα σπλάχνα γλύκανέ μου.
Αχ, χάιδεψέ μου τα μαλλιά της κεφαλής μου της ξανθής,
10 πάρε τη σκέψη μου πολύ μακριά, πνοή του ανέμου!

Σαν καρδερίνα του Μαρτιού με τα φτερά τ’ αστραφτερά,
που σε βαθιά τριανταφυλλιά, πλάι σε τρεχάμενα νερά,
μ’ άχερα, λάσπη και μαλλί ζεστή φωλιά κρεμάει,
την κούνια σου, παιδάκι μου, με ξύλα φκιάνω ευωδερά
15 και βάνω προσκεφάλι σου τον ήλιο του Ανθομάη.

Ονείρατα, που γαλανά στο μισοξύπνι τ’ αυγινό
από τα μάτια τα γλαρά σαν τον αφρό, σαν τον αχνό
περνάτε μια και χάνεστε, σκήμα χωρίς και θώρι,
ελάτε κι άλλη μια φορά, πείτε μου να μην το ξεχνώ,
20 πως το παιδί, που καρτερώ, το πρώτο, θα ’ν’ αγόρι.

Κάνε ψαρά, πεζόβολο στ’ ακροθαλάσσι να πετάς,

κάνε σε κάδο τρυγητή γλυκά σταφύλια να πατάς·
κάνε γκαμήλες να ποτίζεις σ’ έρημο πηγάδι·
κάν’ αναγνώστη στο Ναό να ψέλνεις και να θυμιατάς —
πού σ’ είδα, γνώριμη αστραψιά στου νου μου το σκοτάδι;

Ήσουν ωραίος σαν άγγελος με δυο φτερούγες ανοιχτές,
η μια βυθούσε στ’ αύριο, η άλλη χανότανε στο χτες·
κάτι στο χέρι κράταγες, γιά φλάμπουρο γιά κρίνο
—χορός, που ζεστοκόπησε τις φλέβες μου τις τιναχτές!—
ό,τι ποθώ με πότισες κι ως αγιασμό το πίνω.

Μα γιατί μου ’δειξες, καλέ, δόξα πολλή για το παιδί;
Αχ, η καρδιά μου δε βαστά, το μέγα ψήλος ναν το δει!
Δεν τον αφήνω η Μάνα του μιαν πιθαμή να φύγει!
Μη μεγαλώσει μου ποτές κι όλα τα χρόνια, αυγή – βραδύ,
πάντα μωρό να σφίγγεται στου κόρφου μου τα ρίγη.

Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιό νησί του Ωκεανού, σε ποιάν κορφή ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις.
Ξέρω, πως θα ’χεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που μες στα βρόχια της οργής ταχιά θε να σπαράξεις.

Συ θα ’χεις μάτια γαλανά, θα ’χεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,
από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό.
Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.

Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό,
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι
κι ύστερ’ απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι θα κοιτώ
που θα παγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι…

Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής,
κι η Αλήθεια σού χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μην τα πεις.
Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.

Όχου, μου μπήγεις στην καρδιά, χίλια μαχαίρια και σπαθιά.
Στη γλώσσα μου ξεραίνεται το σάλιο, σαν πικρή αψιθιά!
—Ω! πώς βελάζεις ήσυχα, κοπάδι εσύ βουνίσο…
— Βοηθάτε, ουράνιες δύναμες, κι ανοίχτε μου την πιο βαθιά
την άβυσσο, μακριά απ’ τους λύκους να κρυφογεννήσω!

Ποίηση

«Ζυγίζω τα χρώματα και μου βγαίνει Παράδεισος»

Είναι εφτά και δέκα ακριβώς…
Κάποια πράγματα που βάλθηκα να κάνω μου έκλεψαν το χρόνο.
Τώρα ψάχνω τα χαμένα δευτερόλεπτα ανάμεσα
στο μισοσκόταδο των σκέψεων…
Ναι, ο χρόνος, αυτός που... ακόμη και τα όνειρα συντομεύει…
Για να προλάβει… λένε…

Κι εμένα,
όλες οι σκέψεις μου, πανάθεμά τες, σε όνειρα τελειώνουν.
Παραισθήσεις... κι ανάσες μονολογούν και τα γλυκαίνουν…
Τι να κάνω, όμως, με το χρόνο;
Το ξέρω εαυτέ μου, δεν θα το μάθω ποτέ!
Δεν θα σε μάθω ποτέ, εαυτέ μου!

Χάνομαι…
Ποιος άραγε θα μου δείξει πως θα βγω από το αδιέξοδο;
από το στρίμωγμα του τίποτα;
Να μου υποδείξει πότε (και κυρίως πώς) πρέπει να κάνω την υπέρβαση;

Δεν τρέφω αυταπάτες.
Δυστυχώς, όσο και να ξεγελάς τον καιρό
ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω για να κάνει τις «κατάλληλες συστάσεις».
Όσο κι αν προσπαθώ να υπογραμμίσω την παρουσία μου,
αυτό που κάνω είναι να την διαγράφω τελείως!

http://mithymnaios.blogspot.gr

Ποίηση

Όλοι έχουμε ξεσυνηθίσει σε τέτοιο βαθμό τη ζωή, που σε μερικές στιγμές αισθανόμαστε κάποια αηδία για την πραγματική ζωή και για τούτο την αποστρεφόμαστε όταν μας τη θυμίζουν.

Καταντήσαμε να θεωρούμε την πραγματική ζωή σαν αγγαρεία, σχεδόν σαν ένα επάγγελμα, και όλοι μέσα μας είμαστε της γνώμης ότι είναι προτιμότερο να ζει κανείς τη ζωή των βιβλίων.

Και γιατί ταραζόμαστε; Γιατί κάνουμε τόσες ανοησίες; Τι ζητούμε; Ούτε και οι ίδιοι το ξέρουμε! Θα υποφέραμε περισσότερο αν οι τρελοί μας πόθοι πραγματοποιούνταν.

Σταθείτε, προσπαθήστε, για παράδειγμα, να μας δώσετε περισσότερη ανεξαρτησία∙ βγάλτε από τη μέση τα εμπόδια, μεγαλώστε τον κύκλο της δράσης σας∙ χαλαρώστε την κηδεμονία, ε, λοιπόν, ναι, σας το διαβεβαιώνω, εμείς όλοι… θα ξαναζητήσουμε αμέσως την κηδεμονία.

Το ξέρω καλά πως θα φουρκιστείτε, πως θα μου βάλετε τις φωνές, πως θα χτυπήσετε τα πόδια σας στο πάτωμα. Μιλήστε λοιπόν, θα μου πείτε, για τον εαυτό σας μόνο, και για όλες σας τις αθλιότητες στο υπόγειο, μα δε χρειάζονται δικαιολογίες, δεν έχετε το δικαίωμα να πείτε «εμείς όλοι!».

Επιτρέψετε, κύριοι, γι’ αυτό το εμείς όλοι. Όσο για μένα, στη ζωή μου έφτασα στα άκρα εκείνο που εσείς δεν τολμάτε ούτε στο μισό δρόμο να φέρετε, από δειλία∙ κι ακόμα παίρνετε τη δειλία σας για φρονιμάδα, και παρηγοριόσαστε ξεγελώντας τον εαυτό σας. Γι’ αυτό το λόγο, ίσως να ‘μαι πιο ζωντανός από σας. Μα δώστε, παρακαλώ, περισσότερη προσοχή!

Δεν ξέρουμε ακόμη πού υπάρχει τώρα εκείνο που είναι ζωντανό, από τι είναι και πώς ονομάζεται. Αφήστε μας μόνους, χωρίς βιβλία, κι αμέσως θα πελαγώσουμε, θα τα μπερδέψουμε∙ δε θα ξέρουμε που να στηριχθούμε και σε τι ν’ αφοσιωθούμε, δε θα ξέρουμε τι πρέπει να αγαπήσουμε ή να μισήσουμε, τι πρέπει να εκτιμήσουμε ή να περιφρονήσουμε.

Βαριόμαστε ακόμη και που είμαστε άνθρωποι, άνθρωποι με σάρκα και οστά αληθινά, ντρεπόμαστε γι’ αυτό και το θεωρούμε ατιμία μας. Γυρεύουμε να γίνουμε ένας τύπος γενικού ανθρώπου που δεν υπήρξε ποτέ. Είμαστε πεθαμένοι μόλις γεννηθούμε, κι είναι χρόνια και χρόνια που μας γεννούν πατέρες που δεν είναι ζωντανοί, μια κατάσταση που μας ευχαριστεί όλο και πιο πολύ. Μας αρέσει.

Σε λίγο θα επινοήσουμε κάποιο τρόπο να γεννιόμαστε από μια ιδέα. Μα δε θέλω πια να γράφω μέσα απ’ το «υπόγειο»…

Πηγή: antikleidi.com

Thessaloniki Arts and Culture

Ποίηση

Έτσι όπως συχνά ο ήλιος με την εντυπωσιακή του λάμψη
διώχνει το θαμπό φεγγάρι, όσο και αν αντιστέκεται
στη σκοτεινή σπηλιά του, χωρίς να ακούσει
ούτε ένα τραγούδι από το αηδόνι
έτσι η ομορφιά σου μου σφραγίζει τα χείλη
και κάνει παράφωνα για μένα τα πιο όμορφα τραγούδια

Κι όπως την αυγή πάνω από τα λιβάδια
περνά ο άνεμος με τα ορμητικά του φτερά
και σπάει τα καλάμια με τα δυνατά φιλιά του
που αυτά μόνο, μπορούν να γίνουν όργανα τραγουδιού
έτσι τα ορμητικά μου πάθη, παραδέρνουν συνέχεια μέσα μου
και η τόσο μεγάλη αγάπη κάνει την αγάπη μου βουβή

Όμως τα μάτια μου σου έδειξαν εσένα
γιατί είμαι σιωπηλός και η λύρα μου ακούρδιστη
πριν γίνει ο χωρισμός μας μοιραίος
και πριν μας αναγκάσει να φύγουμε
εσύ για άλλα χείλη που τραγουδούν με αρμονία
κι εγώ εδώ να αναπολώ μάταια
φιλιά που δεν σου έδωσα, τραγούδια που δεν σου είπα…

Ποίηση

Νικητής του Nobel Λογοτεχνίας, 2017, τα γραπτά του Ishiguro βυθίζουν την ψυχή μας σε ζητήματα που αφορούν τη μνήμη, τον χρόνο και την αυταπάτη.

Ο Ishiguro είναι ο 114ος νικητής του πιο πολυπόθητου βραβείου στον χώρο της λογοτεχνίας, πατώντας στα χνάρια του Toni Morrison και του Pablo Neruda.

Γεννημένος στην Ιαπωνία, ο βρετανός συγγραφέας ενδεχομένως να θεώρησε ότι η απονομή του Βραβείου Nobel Λογοτεχνίας 2017 ήταν ίσως κάτι το ανέλπιστο, ωστόσο, αναμφισβήτητα είναι ένας από τους πιο πνευματικούς συγγραφείς της σύγχρονης εποχής.

Σας αφιερώνουμε ορισμένα από τα πιο γνωστά αποσπάσματα από τα βιβλία του, τα οποία, με ιδανικό τρόπο, αναδεικνύουν το πνεύμα και τη φήμη του, αποσπάσματα που έχουν γοητεύσει τους αναγνώστες του.

«Ίσως να είχα και μια άλλη ζωή κάπου αλλού, τώρα όμως έχω αυτήν».
― Kazuo Ishiguro

«Οι αναμνήσεις, ακόμη κι οι πιο αγαπημένες και οι πιο ανεκτίμητες, κάποια στιγμή σβήνουν, ξεθωριάζουν εκπληκτικά γρήγορα. Αλλά αυτό δε συμβαίνει μ’ εμένα. Οι αναμνήσεις μου, εκείνες οι πολύτιμες κι ανεκτίμητες αναμνήσεις μου, δεν ξεθωριάζουν ποτέ».
― Kazuo Ishiguro, Μη με αφήσεις ποτέ.

«Φαντάζομαι ότι κάπου υπάρχει ένα ποτάμι, τα νερά του τρέχουν ορμητικά και άγρια. Μέσα στο ποτάμι βρίσκονται δύο άνθρωποι, προσπαθούν απεγνωσμένα να κρατηθούν ο ένας από τον άλλον, κρατιούνται όσο πιο δυνατά γίνεται, αλλά στο τέλος δεν αντέχουν πια. Το ρεύμα είναι ισχυρό, αναγκάζονται να αφήσουν ο ένας τον άλλον, να χωριστούν. Έτσι συμβαίνει και με εμάς. Είναι τόσο κρίμα Kath, γιατί αγαπήσαμε ο ένας τον άλλον μια ζωή ολόκληρη. Αλλά στο τέλος, δεν θα μπορέσουμε να κρατήσουμε ο ένας τον άλλον, δεν θα καταφέρουμε να μείνουμε για πάντα μαζί».
― Kazuo Ishiguro, Μη με αφήσεις ποτέ.


« Μερικές φορές βυθίζομαι τόσο πολύ στον εαυτό μου, που συναντώ τυχαία κάποιον γνωστό στον δρόμο και τα χάνω, χρειάζομαι χρόνο για να προσαρμοστώ στην πραγματικότητα».
― Kazuo Ishiguro, Μη Με αφήσεις ποτέ.

«Αφαιρέσαμε την τέχνη σου διότι πιστέψαμε ότι θα αποκάλυπτε την ψυχή σου. Ή για να το θέσουμε πιο όμορφα, το κάναμε για να αποδείξουμε ότι δεν είχες καθόλου ψυχή».
― Kazuo Ishiguro, Μη Με Αφήσεις Ποτέ.

«Δεν είμαι σίγουρος κατά πόσον η ζωή μας είναι διαφορετική από τη ζωή των ανθρώπων που σώζουμε. Όλοι έχουμε ένα τέλος. Ίσως κανένας από εμάς να μην κατανοεί πλήρως τι έζησε κατά το παρελθόν, ίσως κανένας από εμάς δεν αισθάνεται ότι ο χρόνος που είχε ήταν αρκετός».
― Kazuo Ishiguro, Μη Με Αφήσεις Ποτέ.

«Μισόκλεισα τα μάτια μου και φαντάστηκα ότι εκείνο ήταν το σημείο όπου όλα αυτά που είχα χάσει από παιδί είχαν ξεθωριάσει, είχαν εξαφανιστεί∙ κι εγώ στεκόμουν εκεί, μπροστά σε αυτό το σημείο κι αν περίμενα κι άλλο, θα εμφανιζόταν ένα μικρό παιδί εκεί στον ορίζοντα, στο λιβάδι και το παιδί αυτό θα ερχόταν όλο και πιο κοντά μου, μέχρι να δω ότι ήταν ο Tommy, που θα με χαιρετούσε, ίσως να με φώναζε κιόλας».
― Kazuo Ishiguro, Μη Με Αφήσεις Ποτέ.

«Πρέπει να δεχτούμε ότι μερικές φορές η ζωή τα φέρνει έτσι τα πράγματα. Οι απόψεις των ανθρώπων, τα συναισθήματα τους, χάνονται, σβήνουν, κι έρχονται άλλα, νέα. Σε κάποιο σημείο αυτής της διαδρομής εμείς συνειδητοποιούμε ότι έχουμε μεγαλώσει».
― Kazuo Ishiguro, Μη Με Αφήσεις Ποτέ.

«Είναι εκείνη η στιγμή που αφήνοντας το πιόνι του σκακιού συνειδητοποιείς το λάθος που έχεις κάνει και σε πνίγει ο πανικός, διότι δεν μπορείς ακόμη να μετρήσεις το μέγεθος της καταστροφής που έχεις προκαλέσει στον εαυτό σου».
― Kazuo Ishiguro, Μη Με Αφήσεις Ποτέ.

«Δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι οι ζωές μας, που μέχρι τότε ήταν τόσο στενά συνυφασμένες, θα διαλύονταν και θα χώριζαν η μία από την άλλη με αυτόν τον τρόπο. Ωστόσο, η πραγματικότητα, νομίζω, είναι ότι υπήρξε μια ισχυρή παλίρροια που μας κρατούσε ενωμένους μέχρι εκείνη τη στιγμή κι απλώς χρειαζόταν κάτι για να αποτελειώσει το έργο. Αν το είχαμε καταλάβει τότε, ποιος ξέρει; ίσως κρατούσαμε πιο σφικτά ο ένας τον άλλον».
― Kazuo Ishiguro, Μη Με Αφήσεις Ποτέ.

«Λες ότι είσαι σίγουρος; Σίγουρος ότι είσαι ερωτευμένος; Πώς μπορείς να το ξέρεις; Νομίζεις ότι ο έρωτας είναι κάτι απλό;».
― Kazuo Ishiguro, Μη Με Αφήσεις Ποτέ.

«Κάθε παιδί θα πρέπει να ζήσει την αυταπάτη, αν είναι να μεγαλώσει χωρίς τραύματα».
― Kazuo Ishiguro, Μη Με Αφήσεις Ποτέ.

«Το μόνο που ξέρω είναι ότι σπατάλησα όλα αυτά τα χρόνια αναζητώντας κάτι, ένα είδος τρόπαιου, το οποίο θα κέρδιζα μόνο εάν το άξιζα πραγματικά. Αλλά δεν το θέλω πλέον, τώρα αναζητώ κάτι άλλο, ζεστό και τρυφερό, κάτι που θα με αγκαλιάσει τρυφερά, κάτι στο οποίο θα μπορώ να στηριχτώ, ανεξάρτητα από ό,τι κάνω, ανεξάρτητα από το τι έγινα. Κάτι που θα είναι εκεί, πάντα, σαν τον ουρανό της αυριανής μέρας. Αυτό αναζητώ και νομίζω ότι αυτό πρέπει να αναζητούμε όλοι μας. Αλλά σύντομα θα είναι αργά, θα είμαστε πολύ προγραμματισμένοι για να κατορθώσουμε να αλλάξουμε. Εάν δεν αδράξουμε την ευκαιρία τώρα, θα τη χάσουμε για πάντα, όλοι μας».
― Kazuo Ishiguro, Τότε που ήμασταν ορφανοί.

«Πάντα ήθελε να πιστεύει σε κάτι».
― Kazuo Ishiguro, Μη Με Αφήσεις Ποτέ.

«Ποιο είναι το νόημα να ανησυχούμε για το τι θα μπορούσαμε ή δεν θα μπορούσαμε να έχουμε κάνει για να ελέγξουμε τον δρόμο που πήρε η ζωή μας; Σίγουρα είναι αρκετό ότι άνθρωποι σαν εσένα κι εμένα τουλάχιστον προσπαθήσαμε και προσφέραμε κάτι αληθινό, κάτι πολύτιμο. Κι αν ορισμένοι από εμάς είναι έτοιμοι να θυσιάσουν πολλά πράγματα στη ζωή τους για να κυνηγήσουν αυτές τις προσδοκίες, σίγουρα αυτό από μόνο του, όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα, θα προκαλέσει υπερηφάνεια και ικανοποίηση»
― Kazuo Ishiguro, Απομεινάρια μια Ημέρας.

«Πράγματι – γιατί να μην το παραδεχτώ; — εκείνη τη στιγμή η καρδιά μου ράγισε».
― Kazuo Ishiguro, Απομεινάρια Μιας Ημέρας.

«Διότι ίσως, κατά κάποιον τρόπο, δεν το αφήσαμε πίσω μας, όπως είχαμε κάποτε σκεφθεί. Διότι, κάπου στο βάθος, ένα κομμάτι του εαυτού μας φοβήθηκε τον κόσμο γύρω μας και όσο κι αν σιχαθήκαμε τον εαυτό μας για αυτό – δεν μπορέσαμε να εγκαταλείψουμε ο ένας τον άλλον».
― Kazuo Ishiguro, Μη Με Αφήσεις Ποτέ.

«Το βράδυ είναι η ομορφότερη στιγμή της ημέρας. Έχεις τελειώσει όλες τις δουλειές της μέρας. Τώρα μπορείς να καθίσεις και να την απολαύσεις».
― Kazuo Ishiguro, Απομεινάρια Μίας Ημέρας.

«Το πρόβλημα, όπως το βλέπω εγώ, είναι ότι σου είπαν και δεν σου είπαν. Σου είπαν, αλλά δεν κατάλαβες και, τολμώ να πω, κάποιοι χαίρονται όταν αυτή η κατάσταση παραμένει έτσι».
― Kazuo Ishiguro, Μη Με Αφήσεις Ποτέ

«Ίσως ήδη από τότε που ήμασταν πέντε ή έξη, ακούγαμε έναν ψίθυρο μέσα μας, να λέει: «Κάποτε, ίσως πολύ σύντομα, θα νιώσεις πώς είναι». Οπότε περιμένουμε, ακόμη κι όταν δεν ξέρουμε τι είναι αυτό που περιμένουμε, εκείνη τη στιγμή που θα συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε διαφορετικοί από αυτούς∙ ότι υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι σε αυτόν τον κόσμο, όπως η Madame, που δεν μας μισούν ή δεν θέλουν το κακό μας, αλλά που ανατριχιάζουν στη σκέψη μας – ανατριχιάζουν με τον τρόπο και τον λόγο που ήρθαμε σε αυτόν τον κόσμο και – που τρέμουν στην ιδέα ότι το χέρι μας θα ακουμπήσει το δικό τους. Η πρώτη στιγμή που βλέπουμε τον εαυτό μας μέσα από τα μάτια ενός τέτοιου ατόμου, είναι μια ψυχρή στιγμή. Είναι σα να περνάμε μπροστά από έναν καθρέπτη, από τον οποίο περνάμε κάθε μέρα της ζωής μας και ξαφνικά μας δείχνει κάτι άλλο, κάτι που μας αναστατώνει και μας παραξενεύει».
― Kazuo Ishiguro, Μη Με Αφήσεις Ποτέ.

«Ξαφνικά είδα έναν νέο κόσμο να πλησιάζει με μεγάλη ταχύτητα. Έναν κόσμο πιο επιστημονικό, πιο αποτελεσματικό, ναι. Γεμάτος θεραπείες για τους αρρώστους. Έναν κόσμο πολύ ενδιαφέροντα, αλλά σκληρό, τραχύ. Και είδα κάπου κι ένα μικρό κοριτσάκι με τα μάτια ερμητικά κλειστά, να κρατά στο στήθος εκείνον τον παλαιό κόσμο, και βαθιά στην καρδιά της ήξερε ότι εκείνος ο κόσμος θα μας άφηνε πίσω, και δεν θα επέστρεφε ποτέ. Κι εκείνη τον κρατούσε και τον ικέτευε να μην την εγκαταλείψει».
― Kazuo Ishiguro, Μη Με Αφήσεις Ποτέ

«Κακόμοιρα πλάσματα. Τι σας κάναμε; Με όλα αυτά τα σχέδια και τα πλάνα μας;».
― Kazuo Ishiguro, Μη Με Αφήσεις Ποτέ.

«Πάντα βιαζόμαστε, αλλιώς είμαστε τόσο εξαντλημένοι που δεν μπορούμε να κάνουμε μια σωστή κουβέντα. Πολύ σύντομα, εκείνες οι ατελείωτες ώρες, τα ταξίδια, ο κακός ύπνος διαπερνούν το είναι μας και γίνονται μέρος του εαυτού μας, τόσο έντονα που ο καθένας μπορεί να τα διακρίνει από τη στάση μας, το βλέμμα μας, τις κινήσεις μας, την ομιλία μας».
― Kazuo Ishiguro, Μη Με Αφήσεις Ποτέ

«Ως συγγραφέας ενδιαφέρομαι για αυτό που λένε οι άνθρωποι ότι έχει συμβεί, όχι για αυτό που πράγματι συνέβη».
― Kazuo Ishiguro

«Εάν έχουμε την εντύπωση ότι είμαστε τέλειοι, δεν θα φτάσουμε ποτέ σε εκείνο το σημείο, σε εκείνο το ύψωμα που προσπαθούμε να κατακτήσουμε».
― Kazuo Ishiguro, Απομεινάρια Μίας Ημέρας.

«Αλλά τότε, και πάλι αναρωτήθηκα μήπως κι αυτό που νιώθουμε στην καρδιά μας σήμερα δεν μοιάζει με τις σταγόνες της βροχής που πέφτουν πάνω μας από τα βρεγμένα φύλλα, ακόμη κι αν η βροχή έχει σταματήσει. Αναρωτιέμαι, μήπως εάν χαθούν οι αναμνήσεις μας, δεν θα υπάρχει πλέον τίποτα εκτός από την αγάπη που σβήνει και πεθαίνει».
― Kazuo Ishiguro, Ο Θαμμένος Γίγαντας

«Δε νομίζω ότι ανταποκρίθηκα αμέσως, καθώς χρειάστηκα μια στιγμή για να αφομοιώσω τα λόγια της Miss Kenton. Επιπλέον, όπως ίσως κατανοείτε, οι επιπτώσεις ήταν τέτοιες που μου προκάλεσαν θλίψη. Πράγματι, γιατί να το κρύψω; Εκείνη τη στιγμή ένιωσα την καρδιά μου να ραγίζει» ― Kazuo Ishiguro, Απομεινάρια Μίας Ημέρας.

«Ίσως υπάρχουν και κάποιοι που περνάνε τη ζωή τους χωρίς ανησυχίες αυτού του είδους. Όμως για εκείνους που είναι όπως εμείς, η μοίρα μας είναι να αντιμετωπίζουμε τον κόσμο ως ορφανοί, κυνηγώντας για χρόνια τις σκιές των γονέων που έχουν εξαφανιστεί. Δεν μπορεί να γίνει τίποτα, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να προσπαθήσουμε και να ολοκληρώσουμε την αποστολή μας, όσο καλύτερα γίνεται, διότι μέχρι να έρθει η στιγμή που θα το κατορθώσουμε, δεν θα βρούμε ησυχία»
― Kazuo Ishiguro, Τότε Που Ήμασταν Ορφανοί.

Κείμενο – Απόδοση Λ.Τ.

http://share24.gr

Ποίηση

 

Το συγκεκριμένο ποίημα του Ρουμί μοιάζει με αντίδοτο σε ότι μας προκαλούν οι ανθρώπινες σχέσεις την εποχή του καταναλωτισμού που ζούμε και ίσως μοιάζει αντιφατικό να παίρνουμε συμβουλές αυτοβοήθειας από τον τραγουδιστή των Coldpaly ή απο κάποια άλλη διασημότητα που υπηρετεί τον καταναλωτισμό.

Ο Ρουμί μας λέει στο ποίημα του, πως κράτηση στον ξενώνα μας μπορεί να κάνουν απρόσμενοι επισκέπτες, όπως είναι η κατάθλιψη, η θλίψη και η κακία των άλλων, αλλά εμείς πρέπει να τις καλωσορίζουμε, να είμαστε δεκτικοί και να τις φιλοξενούμε ευχάριστα μέσα μας.


Πρέπει να ξέρουμε πως οι πέρσες μουσουλμάνοι μυστικιστές του 13ου αιώνα που ασχολήθηκαν με την ερωτική ποίηση παρακινούνταν από μια συνειδητή έλξη και από το έντονο πάθος, ίδιο με αυτό που αισθάνεται ένας εραστής, της εκστατικής κατάδυσης στο θείο. «Ο Ρουμί ήταν ένας φωτισμένος εραστής, ένας αληθινός άνθρωπος,» γράφει ο Μπαρκς στο βιβλίο “Rumi: The Book of Love». Η ερωτική του ποίηση έχει ως στόχο να απογυμνώσει τους εραστές από το εγώ τους και να τους κάνει να παραδοθούν ο ένας στον άλλον σαν μια οντότητα.

Η φιλοσοφία του Ρουμί στοχεύει στην τελική συγχώνευση με τη θεία ολότητα του σύμπαντος, μια φιλοσοφία που έχει βρεθεί ξανά στην επικαιρότητα από τους διάφορους πνευματικούς και διασημότητες τις τελευταίες δεκαετίες, από τον συγγραφέα και πνευματικό δάσκαλο Ντιπάκ Τσόπρα μέχρι την σχεδιάστρια μόδας Ντόνα Καράν. Μάλλον ειρωνικά γι’ αυτούς, η φιλοσοφία του Ρουμί απευθύνεται σε εκείνους που αναζητούν ένα αντίδοτο στο σύγχρονο καταναλωτισμό.

Ο Ρουμί αποτελεί μια εμπνευσμένη πηγή για τη σύγχρονη αναζήτηση της πνευματικότητας. Η ποίησή του μας ενθαρρύνει να ξεφύγουμε από τις υπερβολές του καταναλωτισμού και τα υλικά αγαθά και αντ’ αυτών να επικεντρωθούμε στις ανθρωπιστικές αξίες.

Σε μια κοινωνία που ο καθένας ψάχνει τρόπους αντιμετώπισης της κατάθλιψης που προέρχεται από τις σχέσεις , ο Ρουμί προτείνει μια διαφορετική κατανόηση της αγάπης και το ποίημα του “Ο Ξενώνας” αποτελεί μια σανίδα σωτηρίας για μας περισσότερο από ποτέ. Το έγραψε, μάλλον, με βάση τις εμπειρίες του ως παιδί, όταν ο ποιητής και η οικογένειά του αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους μετά την εισβολή των στρατευμάτων του Τζένγκις Χαν στο σημερινό Αφγανιστάν. Αλλά μπορείτε να συλλογιστείτε, διαβάζοντας το, τους δικούς σας επισκέπτες στον δικό σας ξενώνα

Ο Ξενώνας
Ο άνθρωπος είναι ένας ξενώνας.
Κάθε μέρα ένας καινούργιος ερχομός,
μια χαρά, μια θλίψη, μια κακία,
μια στιγμιαία συνειδητοποίηση φτάνει όπως ένας απρόσμενος επισκέπτης.
Υποδέξου τα όλα!
Ακόμα κι αν πρόκειται για ένα πλήθος καημών,
που βίαια αδειάζουν το σπίτι από τα έπιπλά του,
φέρσου σε κάθε καλεσμένο με αξιοπρέπεια,
θα μπορούσε κάλλιστα να σε ετοιμάζει
για μια χαρά καινούργια.
Τη νηφάλια σκέψη, την ντροπή, τη υστεροβουλία,
υποδέξου τες στην πόρτα χαμογελώντας και κάλεσέ τες μέσα.
Να είσαι ευγνώμων για καθετί που έρχεται,
γιατί έχει σταλεί ως οδηγός απ’ τον επέκεινα κόσμο.

http://share24.gr

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin