Νοεμβρίου 23, 2017

Ποίηση

Η Λιτανεία της ψυχής μου
Είναι η βόλτα στο διάβα της ζωής...
Αναπολώ το παιδί που βρίσκεται μέσα μου και,
Το κρύβω σαν θησαυρό

Γρατζουνάω τη σάρκα μου κάθε λίγο και αναρωτιέμαι...
Πόσοι ακόμα συνοδοιπόροι υπάρχουν;
Η λιτανεία της ψυχής είναι το σίγμα το τελικό..
εκεί που τελειώνει η διαδρομή

Διανύουμε το ΣΤΟΠ των σκέψεων και εξελίξεων..
Διανύουμε το τίποτα

Και τώρα;

Να θυμηθώ να σε φωνάξω
Να θυμηθώ να σ΄αγκαλιάσω
Να θυμηθώ να σ΄αγαπήσω
Να θυμηθώ να σε ξεχάσω
Να θυμηθώ να ερημώσω την αυλή μου
Να θυμηθώ να πω αλήθεια...
Να θυμηθώ να τραγουδήσω
Να θυμηθώ να χαρώ, να φύγω πέρα απ΄το σκουριασμένο ήλιο
στην αιωνιότητα της ψυχής που δεν έδωσα...

Να περάσω από εκεί που περνά ο δρόμος των ματιών...
Να θυμηθώ να ΕΙΜΑΙ εκεί για μένα, για σένα για όλους!

 

Γράφει Μίκα Καππάτου

forwoman.gr

Ποίηση

Πρώτο τραπέζι στήνεσαι για να με δεις και να σε δω
μεθύσι ειναι το βλέμμα σου απόψε
φωτιά η ανάσα σου αναστατώνει το πλάι μου...
Μα πόσο πια...ΖΕΙΣ!

Δεν με χωράει αυτός ο κόσμος απόψε, όχι βλέπω ορίζοντα
Μακριά.. πολύ μακριά....
Εκεί που χάνεται ο ΝΟΥΣ......
οι αγάπες μας αγάπη μου..

Απόψε θέλω να χορέψουμε αγκαλιά
να είσαι μόνο για μένα
και εγώ να ακολουθώ τη φωτιά σου
τα βήματα σου...

Λένε πως το καλύτερο αύριο
χτίζεται από δυο καρδιές, δυο ψυχές..
Εκεί κατακτάς την κορυφή
Είναι η στιγμή που βλέπουμε ΜΑΖΙ
το φεγγάρι, το φως της νύχτας
τον ουρανό, τα αστέρια....

Σςςς μη μιλάς...θέλω τη σιωπή σου
να ταξιδέψω, να αγγίξω
να ονειρευτώ το φως της ΝΥΧΤΑΣ
να ξέρεις κάτι...όλα ζουν, όλα μόνο αν τα θυμάσαι
Αυτό κάνω απόψε!


______________________________________
Μίκα Καππάτου
forwoman.gr

Ποίηση

-To ξανασκέφτηκα χθες βράδυ...Ύστερα από όσα είπες μου άρεσε αυτή σου η απόφαση. Με γύρισες πίσω αρκετά χρόνια, όταν έκανα και εγώ τις μικρές μου επαναστάσεις.....Όταν προσπαθούσα να βρω ένα μονοπάτι , κάτι, για να μπω μέσα στη ψυχή μου να μπορώ να με δαμάσω...Αυτό που οι άλλοι θα το έλεγαν "τίποτα" εγώ θα το έλεγα είναι "τα πάντα". Ήθελα να με βγάλω έξω από το πλήθος..

-Ξέρεις Μαρία, δεν υπάρχει τίποτα τυχαίο σε ότι συμβαίνει στις ζωές μας...Τίποτα..
Η ζωή έχει πολλές, μικρές νοητές γραμμούλες με αρχή και τέλος, δύο άκρα...Aν ενωθούν γίνεται ο κύκλος, και τότε μόνο θα μπούμε στο κέντρο του.....Έτσι μόνο θα ολοκληρωθεί αυτός ο θαυμάσιος κατα τ΄άλλα πίνακας της ψυχής μας.
-Ε Μαρία;
Να δαμάσω το Νου, τις σκέψεις μου, να ηρεμήσω...Να πετάξω τα περιττά μου και να νιώσω τη λύτρωση...
Να μπορώ να ακούω, να μπορώ να νιώθω, να μπορώ να βοηθάω....Όλους, όλο τον κόσμο, εμένα, εσένα την ίδια τη ψυχή.
Να είμαι "εκεί" κολλημένη στη γη συνειδητά και να αισθάνομαι δέος σε όλο αυτο το μεγαλειώδες που συμβαίνει...
-Ε Μαρία;
Να σηκώνω το βλέμμα μου ψηλά και να νιώθω απέραντη ευγνωμοσύνη...
Είναι δύσκολο, δύσκολο ταξίδι..Σου είπα χθες ότι ματώνω, γδέρνω τις σάρκες μου κάθε μέρα για να φύγει το παλιό, για να έλθει το καινούργιο..Πονάω, αιμορραγώ μα νιώθω τυχερή που έχω την ευκαρία και την δύναμη να το κάνω, νιώθω Αγάπη..
-Σε ζηλεύω, θέλει πολύ κόπο αυτή η απόφαση.......χαίρομαι για σένα, ίσως παίρνω κ εγώ λίγο από αυτό που μου λείπει
Την γενναιότητα σου....
-Πάτα γερά κ προχώρα το μονοπάτι που άρχισες να χαράζεις...Δες εκεί που θέλουν τα μάτια σου να δουν.
Ίσως σε ακολουθήσουν και άλλοι, και άλλοι.....Ίσως γίνουμε όλοι συνοδοιπόροι σου....Eίμαστε εδώ, όλοι παρόντες σε τούτο το ταξίδι προς το "φως", να ανθίσουμε παρέα. 
-Ε Μαρία;

Γράφει:
Μίκα Καππάτου
forwoman.gr

Ποίηση

 Ο Γκιμπράν Χαλίλ Γκιμπράν γεννήθηκε στις 6 Ιανουαρίου, 1883, στη μαρωνιτική οικογένεια των Γκιμπράν, στο Μπσαρί, της ορεινής περιοχής του Βόρειου Λιβάνου. Ο Λίβανος, οθωμανική επαρχία εκείνη την εποχή και τμήμα της μείζονος Συρίας (Συρία, Λίβανος και Παλαιστίνη) ήταν υποταγμένος στην οθωμανική κυριαρχία, η οποία είχε αποδώσει στο όρος Λίβανος σχετική διοικητική αυτονομία

. Ο μακρύς αγώνας των ανθρώπων του όρους Λίβανος για ανεξαρτησία επηρέασε ιδιαίτερα τον νεαρό Γκιμπράν, που έγινε αργότερα ενεργό μέλος του κινήματος για ανεξαρτησία. Το όρος Λίβανος κυριαρχείτο ιδιαίτερα από αναταραχές, εξαιτίας διάφορων εξωτερικών παρεμβάσεων που πυροδότησαν θρησκευτικό μίσος ανάμεσα στους χριστιανικούς -ιδιαίτερα τους Μαρωνίτες- και τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, διάσταση ενεργή ακόμη και σήμερα.

Ο Γκιμπράν αποδείχθηκε μοναχικό παιδί που απολάμβανε ιδιαίτερα το φυσικό περιβάλλον του ορεινού Μπεσχάρι, ειδικά τα βράχια, γεγονός που αποτυπώθηκε ως συμβολιστική επίδραση στα κείμενα και τα σκίτσα του.

Η επιπολαιότητα του πατέρα οδήγησε την οικογένεια σε φτώχεια και έτσι ο νεαρός Γκιμπράν δεν έλαβε επίσημη εκπαίδευση. Η μάθησή του περιορίστηκε στις συχνές του επισκέψεις στον ιερέα ενός χωριού, που τον δίδαξε τα ουσιώδη της θρησκείας και της Βίβλου, μαζί τη τη Συριακή και την Αραβική γλώσσα.

Αναγνωρίζοντας την ερευνητική φύση του νεαρού Γκιμπράν, ο ιερέας άρχισε επίσης να του διδάσκει τα προκαταρκτικά του αλφάβητου και της γλώσσας, ανοίγοντάς του ουσιαστικά τον κόσμο της ιστορίας, της επιστήμης και της λογοτεχνίας.

Ας διαβάσουμε τις πιο σημαντικές φράσεις του.

Όποιος δεν ξέρει και δεν ξέρει πως δεν ξέρει, είναι τρελός, απόφυγε τον.

Όποιος δεν ξέρει και ξέρει πως δεν ξέρει, είναι παιδί, μόρφωσέ το.

Όποιος ξέρει και δεν ξέρει πως ξέρει, κοιμάται, ξύπνα τον.

Όποιος ξέρει και ξέρει πως ξέρει, είναι σοφός, ακολούθησε τον.

Το έθνος να λυπάστε αν φοράει ρούχο που δεν το ύφανε.

Ψωμί αν τρώει, αλλά όχι απ’ τη σοδειά του.

Κρασί αν πίνει, αλλά όχι από το πατητήρι του.

Το πιο βασανιστικό μαρτύριο δεν είναι η κόλαση.

Κόλαση είναι η άδεια καρδιά.

Την αυγή μπορείς να την φτάσεις μόνο περπατώντας το μονοπάτι της νύχτας.

Γενναιοδωρία δεν είναι να μου δίνεις αυτό που εγώ χρειάζομαι περισσότερο από σένα, αλλά αυτό που εσύ χρειάζεσαι περισσότερο από μένα.

Ο πραγματικά σοφός δάσκαλος δεν είναι αυτός που σε σπρώχνει μέσα στον οίκο της σοφίας, αλλά αυτός που σε οδηγεί στο κατώφλι του μυαλού σου.

Διαλέγουμε τις χαρές και τις λύπες μας πολύ πριν τις ζήσουμε.

Να πιστεύεις στα όνειρα, γιατί σ’ αυτά είναι κρυμμένη η πύλη της αιωνιότητας.

Και ο Θεός είπε «αγάπα τον εχθρό σου»!

Και τον υπάκουσα και αγάπησα τον εαυτό μου.

Η σοφία παύει να είναι σοφία, όταν γίνεται πολύ περήφανη για να κλάψει, πολύ σοβαρή για να γελάσει και πολύ εγωιστική για να αναζητήσει κάτι περισσότερο από την ίδια.

Γενναιοδωρία είναι να δίνεις περισσότερα από αυτά που μπορείς.

Υπερηφάνεια είναι να παίρνεις λιγότερα από αυτά που χρειάζεσαι.

Ζωή χωρίς αγάπη είναι σαν δέντρο χωρίς άνθη και καρπούς.

Υπερβολή είναι μια αλήθεια που έχασε την ψυχραιμία της.

Η ζωή χωρίς ελευθερία είναι σαν σώμα χωρίς ψυχή.

Η αγάπη και η αμφιβολία δεν μιλιούνται ποτέ μεταξύ τους.

Η λογική, όταν κυβερνά μόνη της, είναι μια περιοριστική δύναμη.

Κάθε δράκος γεννά και έναν Άγιο Γεώργιο που θα σκοτώσει τον δράκο.

Αν η καρδιά σου είναι ένα ηφαίστειο, πώς περιμένεις να ανθίσουν εκεί λουλούδια;

Η λίγη γνώση που ενεργεί αξίζει απείρως περισσότερο από την πολλή γνώση που αδρανεί.

Ο πιο αξιολύπητος από όλους τους ανθρώπους είναι αυτός που μετατρέπει τα όνειρά του σε ασήμι και χρυσάφι. Αν δεχτώ τη λιακάδα και τη ζέστη, πρέπει να δεχτώ επίσης τη βροντή και τον κεραυνό.

Η επιθυμία είναι το μισό της ζωής. Η αδιαφορία είναι το μισό του θανάτου.

Κάθε άνθρωπος στη γη είναι απόγονος όλων των αρχόντων και όλων των σκλάβων που έζησαν ως τώρα.

Τα λόγια μας δεν είναι παρά ψίχουλα που πέφτουν κάτω από το μεγάλο γλέντι του μυαλού.

Πιότερο αγαπητό το επιθυμητό από το αποχτημένο. 

Το χθες δεν είναι παρά η ανάμνηση του σήμερα, το αύριο είναι το όνειρο του σήμερα.

Ο θάνατος μοιάζει περισσότερο με ένα προφήτη που δεν τον τιμούν στον ίδιο του τον τόπο ή με έναν ποιητή που είναι ξένος για το λαό του.

Η πίστη είναι μια όαση στην καρδιά που το καραβάνι της σκέψης δεν θα τη φτάσει ποτέ.

Τα παιδιά σου δεν σου ανήκουν.

Είναι γιοι και κόρες της ίδιας της ζωής.

Για να καταλάβεις την καρδιά και το μυαλό ενός ανθρώπου, δες τι σε εμπνέει να κάνεις.

tilestwra.com

Ποίηση

Οχτώ χαικού για την αγάπη του φθινοπώρου

1
Η άδεια καρέκλα σε αναζητά
αυτή την ώρα που ζω
2
Παλιά πληγή αιμορραγεί
αγάπη, του άλλου πόνου μου
3
να ζεις πιο πέρα, εκεί
στης μουσικής
την έξαψη της νιότης
4
Έρημη καρδιά μου
ήρθαν τα κίτρινα φύλλα
της ψυχής
5
ουρανέ μου από ψηλά
σύννεφα πυκνώνουν γρήγορα
6
Ποτάμι τρέχει και
ακούγεται πιο πέρα
λήθης ζωή
7
θυμός που δακρύζει
όνειρα που σκορπίζουν
βρεγμένα στο χώμα
8
βροχή στο πρόσωπο
βροντές στον ουρανό
και φωνή ψηλά.

 

Γράφει Μίκα Καππάτου

forwoman.gr

Ποίηση

Έμαθα:
Πως να μεγαλώνεις
δεν σημαίνει μονάχα να «κλείνεις» χρόνια.
Πως η σιωπή
είναι η καλύτερη απάντηση όταν ακούς ανοησίες.
Πως να δουλεύεις
δεν σημαίνει μονάχα να κερδίζεις χρήματα.
Πως οι φίλοι
«αποκτούνται» δείχνοντας το πραγματικό μας πρόσωπο.
Πως οι αληθινοί και πραγματικοί φίλοι
βρίσκονται πάντα κοντά μας.
Πως τα χειρότερα πράγματα
«κρύβονται» μέσα σε μια καλή εμφάνιση.
Πως η φύση
είναι το πιο όμορφο δημιούργημα σε αυτή την ζωή.
Πως όταν σκέφτομαι πως γνωρίζω τα πάντα
ακόμη δεν γνωρίζω τίποτα.
Πως μια μοναδική ημέρα
μπορεί να είναι πολύ σπουδαιότερη από πολλά χρόνια.
Πως μπορείς να «συνομιλήσεις» με τα αστέρια.
Πως μπορείς να «εξομολογηθείς» στο φεγγάρι.
Πως μπορείς να ταξιδέψεις στο άπειρο.
Πως είναι υγιές να ακούς όμορφα και καλά λόγια.
Πως το να είσαι ευγενικός κάνει καλό στην υγεία.
Πως είναι αναγκαίο να ονειρεύεσαι.
Πως μπορείς να είσαι «παιδί» για όλη την ζωή.
Πως η ύπαρξή μας είναι ελεύθερη.
Πως ο Θεός δεν απαγορεύει τίποτα στο όνομα της αγάπης.
Πως το να κρίνεις και να κατακρίνεις τον εαυτό σου δεν έχει σημασία όταν αυτό που
πραγματικά έχει σημασία είναι η εσωτερική γαλήνη.
Και τέλος έμαθα πως δεν μπορείς να πεθάνεις για να μάθεις να ζεις.

William Shakespeare

Ποίηση

Ανακατεύοντας τα χρώματα στον .....Ουρανό......
Πράσινο, το χρώμα της χαλάρωσης, της ηρεμίας... θεραπεύει τα τραύματα του παρελθόντος..
Μωβ, το χρώμα της ανώτερης πνευματικής εξέλιξης, της τελειότητας, του οραματισμού...

Το μωβ συμβολίζει το τίμημα της γνώσης, είναι το χρώμα των εκλεκτών, της ταπεινότητας, της αυτοθυσίας.

Πνευματικό χρώμα με αποχρώσεις θλίψης και μελαγχολίας.
Και όλα αυτά γατζωμένα πάνω στα Κυριακάτικα σύννεφα...

Αυτό που νιώθεις, αυτό που σιγο-τραγουδάς...αυτό που ακολουθείς 

ή σε ακολουθεί..

Το χάδι του αέρα...

Η μυρωδιά της βροχής..

Το χώμα που ποτίζεται...

Η ζωή και ο σπόρος..

Η αναγέννηση, η γέννηση.

Κλείσε το μάτι στη πρόκληση τώρα!

μωβ και ταπεινότητα...

πράσινο για χαλάρωση.

Και όλα αυτά γατζωμένα πάνω στα γκρίζα σύννεφα της βροχής

Εσύ διαλέγεις, ότι σου κάνει..

γράφει η

Μίκα Καππάτου

forwoman.gr

Ποίηση

τις 15 Ιουνίου του 1763, γεννήθηκε ο ποιητής και βουδιστής ιερέας Kobayashi Issa, ένας από τους τέσσερις κορυφαίους του ιαπωνικού χαϊκού

*
Μια πεταλούδα στον κήπο. Το παιδάκι μπουσουλάει, εκείνη πετάει. Μπουσουλάει-πετάει…
*

Νύχτα. Φεγγάρι. Τα σαλιγκάρια τραγουδούν στο τσουκάλι.

*

Στο φρέσκο χορτάρι αφήνει η μοντέρνα γυναίκα τον τύπο των γλουτών της.

*

Ανάμεσα στα κόκκινα άνθη της δαμασκηνιάς στεγνώνει η γάτα η βρεγμένη.

*

Μια ζωή την έχουμε. Χλωρά καλάμια, παρακαλώ, στο νεκροκρέβατό μου.

*

Άνθισαν οι κερασιές. Κάτι πεθαίνει. Ετοιμαστείτε.

*

Φυσάει. Μας έπνιξε στη σκόνη ο θάνατος.

*

Μυρίζονται, μυρίζουν, οι ερωτευμένες γάτες.

*

Βρέχει άνοιξη στην πόρτα της αγάπης μου.

*

Όταν ερωτεύονται τα νιάτα, βρέχει στα ψηλά βουνά.

*

Κι η αγριόγατα στον έρωτα γατούλα είναι.

*

Βρόμικος, κοντός, σκονισμένος ο θάμνος. Κι όμως ανθίζει.

*

Έπεσε ένα φύλλο. Έβαλε το καπέλο του το σκυλί και πάει…

*

Ούτε κι αυτός έχει όρεξη να μαζέψει το χιόνι: το σκιάχτρο.

*

Μοιάζει σαν να διαβάζει ένα βιβλίο στον ουρανό της νύχτας: βατράχι.

*

Για να βγάλει το ψωμί του το αηδόνι πέφτουν τα φύλλα.

*

Τα παιδιά που παίζουν παριστάνοντας του κορμοράνους, είναι συχνά πιο όμορφα από τους κορμοράνους.

*

Δεν ξέρω οι άνθρωποι… πάντως τα σκιάχτρα κάποτε λυγίζουν.

*

Κοιμάται, ξυπνάει, χασμουριέται η γάτα και πάει να κάνει έρωτα.

*

Ζούμε σκαρφαλωμένοι στη σκεπή της κόλασης για να δούμε τα λουλούδια.

*

Άνοιξη στο καλύβι μου: μια ομίχλη σαν γιγάντια φιγούρα κάποιου που κοιμάται.

*

Ο τόπος μου: ακόμα κι η ομίχλη είναι αρχαία.

*

Η ζέστη σήμερα θολώνει τα πάντα: ετούτοι οι δυο τάφοι μοιάζουν με παλιούς καλούς φίλους.

*

Στο τέλος τέλος, το νέο χορτάρι είναι… ε, ναι, λοιπόν: νέο!

*

Όταν το αηδόνι κρύβεται στο πεύκο… τραγουδάει το πεύκο!

*

Τιθασεύοντας τη σάρκα κινείται ανάμεσα στ’ αγκάθια… το βατράχι.

*

Το γέρικο σκυλί κοιτάζει σαν ν’ ακούει τα σκουλήκια να τραγουδούν βαθιά στη γη.

*

Ο κόσμος: να βαράς μύγες σ’ ένα μικρό χέρσο χωράφι.

*

Ξημερώνει. Οι άνθρωποι φορούν τα πρόσωπά τους.

*

Όσο πετούν μπεκάτσες, οι άνθρωποι θα πεθαίνουν.

*

Το ίδιο σκοτάδι φορούν οι άνθρωποι, όταν πέφτουν τα φύλλα στα βουνά.

*

Όπου γυρίσω να κοιτάξω: βιολέτες. Τι μοναξιά κι αυτή!

*

Από πού έρχονται τα ουράνια τόξα;

*

Πώς άνθισαν έτσι τα λιβάδια; Κάτι κάνει εκεί κάτω ο νεκρός πατέρας μου.

*

Στο κεφάλι του αρχιερέα κάνουν έρωτα οι μύγες.

*

Πεθαίνουμε ένας ένας. Σε λίγο αρχίζει η γιορτή των καντηλιών.

*

Κάθε Πρωτοχρονιά, ξαναγίνομαι παιδί. Κάτι είναι κι αυτό!

*

Δύο πρώτου: γεράσανε κιόλας τα χέρια μου.

*

Ω θεέ της νέας χρονιάς, βοήθησέ μας ν’ αντέξουμε κι ετούτη τη χρονιά!

Ο ποιητής και βουδιστής ιερέας Kobayashi Issa, ένας από τους τέσσερις κορυφαίους του ιαπωνικού χαϊκού, γεννήθηκε στις 15 Ιουνίου του 1763, στο χωριό Kashiwabara –σήμερα τμήμα της πόλης Shinano-machi, της κεντρικής Ιαπωνίας– και έχασε τη μητέρα του σε ηλικία τριών ετών· ο πατέρας του ξαναπαντρεύτηκε, γεγονός που τον έκανε παιδί μοναχικό και αλλοπρόσαλλο. Δε γνωρίζουμε πού και πώς έμαθε γράμματα.

Ούτε πώς έγινε ιερέας. Από τα δεκατέσσερα μέχρι τα τριάντα οχτώ του χρόνια περιηγήθηκε την Ιαπωνία. Παντρεύτηκε δύο φορές και έχασε τρία παιδιά και την πρώτη του σύζυγο. Έγραψε περί τα 20.000 χαϊκού.

Η ποίησή του είναι σταθερά προσηλωμένη στην ανθρώπινη τραγωδία. Η ανθρώπινη ύπαρξη σχετίζεται με τη φύση ειρωνικά. Το μέγεθος του ανθρώπινου παραλογισμού φαίνεται από τη σύγκριση των πράξεών του με τις φυσικές διαδικασίες.

Ο Κομπαγιάσι Ίσα πέθανε στις 19 Νοεμβρίου 1827, στο σπίτι όπου γεννήθηκε.

μεταγραφή: Γιώργος Μπλάνας

Πηγή: diastixo

antikleidi.com

Ποίηση

Να σου γλείψω τα χέρια, να σου γλείψω τα πόδια –
η αγάπη κερδίζεται με την υποταγή.
Δεν ξέρω πως αντιλαμβάνεσαι εσύ τον έρωτα.
Δεν είναι μόνο μούσκεμα χειλιών,
φυτέματα αγκαλιασμάτων στις μασχάλες,
συσκότιση παραπόνου,
παρηγοριά σπασμών.
Είναι προπάντων επαλήθευση της μοναξιάς μας,
όταν επιχειρούμε να κουρνιάσουμε σε δυσκολοκατάχτητο κορμί.

Ποίηση

Δειλινό. Κόπασε το μελτέμι. Λαμποκοπάει η μουσκεμένη αμμουδιά κάθε που αποτραβιέται η θάλασσα. Το λοξό πεύκο συλλογιέται. Συλλογιόμαστε και μεις μαζί του, τραβάμε στον άμμο γραμμές, γράφουμε κάτι ψηφία, κάτι ζουγραφιές, μια γοργόνα, μια καρδιά, μια άγκυρα- έτσι, τι να πεις; Θέλεις κάτι να φτιάξεις, να δώσεις, για να γιομίσει ο καιρός, να ξανασάνεις.

Κρατάς στα χέρια την ημέρα σαν ένα γράμμα μέσα στον άσπρο φάκελο. Θα γράψεις τη διεύθυνση, δυο λέξεις μόνο: στους ανθρώπους.

Τίποτ’ άλλο. Θα ’ναι κει μέσα ένα κομμάτι θάλασσα, ένα άστρο, τρεις-τέσσερις πευκοβελόνες -η χαρά σου.

Και θα χαμογελάς στον ύπνο σου. Όπου να ’ναι θα πάρουν το γράμμα. Θα τ’ ανοίξουν. Θα ξεδιπλώσουν την θάλασσα. Διαβάζουν. Πώς φέγγουνε τα μάτια τους. Είναι λοιπόν τόσο δύσκολο να χαίρουνται οι άνθρωποι; «Ποιοί κλέβουν απ’ τα μάτια μας το φως;». Έτσι ρωτούσαμε άλλοτες. Τώρα το ξέρουμε. Δεν το ρωτάμε πια. Μονάχα πολεμάμε.
Ο ήλιος λέει: «Είμαι δικός σας

. Πάρτε με. Βγάλτε απ’ τη μέση κείνον που με φράζει» .

H θάλασσα λέει: «Είμαι δικιά σας». Το ίδιο κι ο αγέρας και το δέντρο και ο ουρανός κι η γης: «Πάρε με. Δούλεψέ με. Φτιάξε με και φτιάξε τη χαρά σου».
Γράφεις στον άμμο αριθμούς. Μετράς με την καρδιά σου τη χαρά του κόσμου. Μετράς την πίκρα του. Λογαριάζεις τα έξοδα της μέρας, τις έγνοιες σου, σα να λογαριάζεις τα έξοδα που ’κανες για ν’ αγοράσεις παιχνίδια στα παιδιά, φανέλες για τους φαντάρους, τσεμπέρια για τις μανάδες.

Ναι, κάτι φτιάξαμε. Κάνεις, τη σούμα: πιστεύω.
Ήσυχα, σιωπηλά η βραδιά μαζεύει τα χρώματα σαν την καλή νοικοκυρά που μαζεύει απ’ το σκοινί της πλύσης τα κόκκινα μεσοφόρια και τα πράσινα βρακιά, τις θαλασσιές ποδιές και τις μυριόπλουμες βελέντζες. Μια γλυκιά μυρουδιά. Φύκια και ρετσίνι. Νοτισμένη ζέστα. Κάπου αναμμένο κάρβουνο. Κει πίσω από το βουναλάκι θα σιδερώνει η βραδιά τη νυχτικιά της. Άναψε κιόλας τη λάμπα της. Το πρώτο αστέρι.
Αράζει μια τράτα. Τραβάνε σιωπηλά τα δίχτυα. Γυμνά τα πόδια μπήγουνται στον άμμο. Λοξά τα κορμιά. Τεντωμένα τα νεύρα. Τα μούσκουλα πετάγονται στα μπράτσα και στα μπούτια. Βαθιές χαρακιές αυλακώνουν τα λιοκαμμένα πρόσωπα. Δύο νέοι σταματάνε δίπλα τους. Κουβεντιάζουν,
-Τι μόχτος. Και μπορεί να μην πιάσουν μήτε ένα ψάρι.
-Μόχτος δίχως πλερωμή.
-Αλλιά σε κείνονε που δε μοχτεί καθόλου.
-Άδεια ζωή.
-Ναι.
-Τώρα μοχτούνε όλοι για μια φούχτα ανθρώπους.
-Είδες και πάλι τόσα φτιάξανε.
- Ναι, μα με πόση πίκρα, πόσα βάσανα…
-Σκέψου μεθαύριο που καθένας θα δουλεύει για όλους και όλοι για τον καθένανε. Τι βλογημένος μόχτος. Τι χαρούμενος μόχτος.
-Ω, τότες…
- Ναι, τώρα χρωστάμε να μοχτούμε για τούτο το τότες, για μας, για ούλο τον κόσμο. Για βάλτο με το νου σου. Να φτιάχνεις κάτι όχι για σένα και για δύο ή για πέντε άλλους. Να φτιάχνεις κάτι και να λες: «Αυτό ’ναι για όλους και για μένα». Να ξέρεις πως προσμένουνε να το δεχτούν χιλιάδες. Χιλιάδες νομάτοι να το χαίρουνται. Και συ να χαίρεσαι χιλιάδες χαρές. Για σκέψου το. Τι κέφι τότες να δουλεύεις. Τσιτώνεται η καρδιά. Φουσκώνουν της ψυχής τα μούσκουλα. Να δίνεις όλης της ψυχής σου τ’ αγαθά για να τα βρίσκεις χιλιαπλάσια στις ψυχές όλου του κόσμου.
-Ω, τότες, ναι.
-Και τώρα, ναι, για το τώρα που φτιάχνει το τότες.
Βραδιάζει για τα καλά. Οι ψαράδες τραβάνε τα δίχτυα. Πάνου στα λιοφρυγμένα τους γυμνά κορμιά τρεμουλιάζει ρίγες-ρίγες ή γαλαζωπή αντιφεγγιά της θάλασσας. Ένα τραγούδι αγαπημένο έρχεται από πέρα, απ’ τις σκηνές της ακρογιαλιάς:

Όσα βλέπουμε μπροστά μας
απ’ τα χρόνια τα παλιά
στη δουλειά μας τα χρωστάμε
ζήτω, ζήτω η εργατιά.

Μας ξέρει τούτο το τραγούδι. Το ξέρουμε. Χιλιάδες κόσμος έχει βάλει την καρδιά του μέσα σε τούτο τον απλό σκοπό. Η πίστη, τ’ όνειρο, ο αγώνας. Μια μεγάλη ιστορία. Πολύ καρδιοχτύπι, πολύ αίμα, πολλή ελπίδα κι ενθουσιασμός. Ακούμε τούτο το τραγούδι, κοιτάμε τους ψαράδες, θυμόμαστε κείνους τους άλλους ψαράδες, πίσω απ’ τα χρόνια, θυμόμαστε κείνον το γέρο περβολάρη που μοχτούσε ως τα στερνά του, κλαδεύοντας τα δέντρα, φυτεύοντας τα νια βλαστάρια, ποτίζοντας.
-Παππού, του λέγαμε. Δεν κάθεσαι μια σταλιά να ξανασάνεις;
-Έτσι ξανασαίνω, γιε μου.
-Και δεν κουράζεσαι;
-Άμα κάθουμαι κουράζομαι. Σα βουληθεί ο Θεός θα σταματήσω. Μα και κει πάνου λέω ναν του ζητήσω να μ’ αφήκει να περιποιέμαι τα δέντρα του. Και δε θα ’βγει ζημιωμένος. Θαν του φτιάξω, μάτια μ’, κάτι δεντρά που θαν του σπάνε τα ρουθούνια απ’ τη μοσκοβολιά τους.
-Και πού το ξέρεις, παππού, πως εκεί πάνου έχει δέντρα;
-Αμ’ δα στραβός είμαι και δε γλέπω; Τι άλλο, μαθές, είναι τ’ αστέρια πάρεξ τα λουλούδια πού ’χουνε τα δέντρα τ’ ουρανού; Πες λεμονιές, πες αχλαδιές, πες μηλίτσες. Και δεν σε παίρνει κάθε βράδυ η μοσκοβολιά που ’ρχεται από κει ψηλά; Το μεσονύχτι που κοιμάσαι στην ταράτσα σου περουνιάζουνε τα σπλάχνα τούτες οι ευωδιές. Μα κι αν δεν έχει πάλι, θα φυτέψω εγώ. Θα πάρω κάμποσους σπόρους στο μαντήλι μου.
Πότιζε το περβόλι και κουβέντιαζε. Καμάρωνε τα νιόβγαλτα δεντράκια. Έπλενε τα φύλλα. Στύλωνε τα στραβά κορμιά. Κάτι μουρμούριζε. Το νοτισμένο χώμα ευωδίαζε. Μια λεμονίτσα τέντωνε γυαλιστερά τα δυνατά της φύλλα.
- Τη βλέπεις τούτη δω την κοπελίτσα. Ξεφάντωσε. Να, να. Πέρσι ήταν μια σταλίτσα, τόση δα. Μ’ έφτανε ίσαμε δώ· λίγο πιό πάνου απ' το γόνα. Τώρα τραβάει τ' αψήλου, μου ’γινε της παντρειάς. Κοντεύει να με ξεπεράσει. Έ, έ, κυρά, μη βιάζεσαι. Βλέπεις, θέλει να διεί όξω απ' τη μάντρα. Καλά. Σώπα. Του χρόνου πια ποιός μας κρατάει; Έτσι να, κάθε κλαδάκι που φυτρώνει λέω πως κέρδισε ο ντουνιάς μια ζωή. Και περφανεύουμαι του λόου μου πως βόηθηξα και γώ το Θεό σε κάτι. Κάθε που ξεμυτίζει ένα καινούριο φύλλο λέω και ξεμυτίζει ένα φτερό στη ράχη μου.

Θαρρώ σε λίγο πως φτερό με το φτερό θα μου δεθούν φτερούγες και θα πετάξω ανάλαφρος πάνου απ' τα δέντρα. Μην το γελάς.

Τί 'τανε πέρσι τούτο δα; Μια σπιθαμή πράμα. Τώρα μου δίνει κάθε μεσημέρι δυο οργιές ίσκιο. Μπορούνε να σταλιάσουν μια χαρά δυο προβατίνες κάτου του. Του χρόνου θα κοιμάμαι γω στη σκιά του. Κι απέ θα δώσει και λουλούδι και καρπό. Κάτι μεγάλα ζουμερά λεμόνια. Θα φτιάχνουν σούπες που θα γλείφουνε τα χείλια τους. Έ, και σα λείψω εγώ τούτο το δέντρο το δικό μου θα μείνει. Άλλοι θα κάτσουνε στον ίσκιο του, άλλοι θα φάνε τα λεμόνια του, κι ας μη με συλλογιούνται εμένα, εγώ θα βρίσκουμαι ολοσούσουμος μέσ' στη χαρά τους, μέσα στον ίσκιο, μέσα στο λεμόνι.
Ναι, ναι και μέσα στο λεμόνι που οι άλλοι, λέω τ' αδέρφια μου, θα τρώνε και
θα χαίρουνται. Και γω θα χαίρουμαι. Μη δα είναι λίγο τούτο να;

Κείνος ο περβολάρης. Το τραγούδι απόμακρα, πάνου απ' τις σκηνές. Σπιθίζει η θάλασσα. Μέσα στα δίχτυα σπαρταρούν τα ψάρια, αστράφτουν. Ο άγιος μόχτος. Είναι μια δυνατή σιωπή μέσα στο βράδυ. Αντίκρυ ανάψανε τα φώτα. Ρίχνουμε και μείς τα δίχτυα της ψυχής μας μέσα στον ουρανό, μέσα στη θάλασσα, μέσα στον κόσμο. Να πιάσουμε ένα αστέρι, μια φωνή, κάποιο τραγούδι. Κάτι να δώσουμε και μείς, κάτι να πάρουμε. Ο φάκελος της μέρας κολλημένος. Μια απλή διεύθυνση: Στους ανθρώπους. Όχι. Στ' αδέρφια μας. Θα ξεδιπλώσουν τη θάλασσα. Θα διαβάσουν.

Πώς φέγγουνε τα μάτια τους. Χαμογελάνε. Ένα χαμόγελο δικό μας.

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος αρ. 19 του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα (1945)

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin