Ιουλίου 19, 2018

Ποίηση

Πιάσε με αν μπορείς...και Κράτησε με..
Μπορείς;
Χμ...Δεν γίνεται υπέροχε μου, πονάει πολύ...
Πρέπει Να ζεις για να μπορείς..
Ακούς φίλε μου;
Αέρας και δύναμη που χτυπάει το κορμί..
ΦΩΝΗ μέσα στην ένταση...
Πιάσε τη δύναμη μου, δάμασε την...ΔΥΝΑΤΑ.....Ειναι η μελωδία του χρόνου, μα δεν την πιάνεις, γιατί 
χάνεται απόψε στο όνειρο της στιγμής και της σιωπής
Ήρθε μόνο γαι σένα έρωτα, αθόρυβα και ήσυχα..
Και ύστερα αναρωτιέσαι γιατί τόσος πόνος...τόσος ουρανός, τόση βροχή
Είναι ο αέρας της θέλησης, μάτια μου..μεγάλη απόφαση το πέταγμα στη ζωή..να μπερδεύεται μες στα σύννεφα
Αυτός του τίτλου...Ψάξε να βρείς το όνειρο Της νύχτας των σ΄αγαπώ..
Απλά να ξέρεις ότι βραδιάζει γρήγορα και ακολουθώ τη ζωή και τον πόνο γρήγορα, ακαριαία..'Ενα πέταγμα τίποτα άλλο
Μάτια μου χωρίς εξήγηση
Κρίμα να σε βλέπουν και να μην μιλούν....
Ψέμα στην αγάπη..
μα κράτησε με να σε αντέξω, να σε φιλήσω, να σε αγκαλιάσω μέσα στη μελωδία του ίσκιου μου
Να σε πονέσω μα τον Άγιο..
Πιάσε με αν μπορείς...μα πρέπει να μπορείς πέρα από τα σύννεφα!!

Γράφει η Μίκα Καππάτου
forwoman.gr

Ποίηση

Ορχάν Παμούκ 3, Την εποχή της αθωότητας 

Μουσείο της αθωότητας ή, θα ήθελες καλύτερα να πεις, «ήμασταν ευτυχισμένοι αν και δεν το ξέραμε». Είναι τα πράγματα, όμως, εδώ να το ψιθυρίζουν, στο Μουσείο της Αθωότητας του Ορχάν Παμούκ. Υπότιτλοι και παράγραφοι που κεφαλαιοποιούν το αυτονόητο, με μια ξέχωρη όμως αισθητική. Zaman θα πει χρόνος, και Time επίσης, single moments, μοναδικές στιγμές, ή άραγε μόνες στιγμές, στιγμές να επικάθονται στη γραμμή του χρόνου, «όλα» εκείνα, «όσα» εκείνα συνθέτουν την καθημερινότητα, ο δικός του Χαμένος Χρόνος, δεκάδες ρολόγια, δεκάδες κλειδιά, τόσες πεταλούδες δίπλα στα κλειδιά και τα ρολόγια· κάποιες φορές, κάποιες ιστορίες, κάποιες φράσεις· αρκούν οι φράσεις, τίποτα περισσότερο.

Ο αχός του Βοσπόρου, το κρώξιμο των γλάρων, το καράβι περνά απέναντι, η μπουρού του καραβιού, διακριτικά με βρίσκουν από σημείο σε σημείο ήχοι· ξεπηδούν από τα ντουλάπια της μνήμης, άλλα απλά ντουλάπια, άλλα με παλιοκαιρίτικη κορνίζα, σαν αυτές, ξέρετε, με τις φωτογραφίες των δικών μας ανθρώπων, γεμάτα τα καλά δωμάτια, τα σαλονάκια του πενήντα και του εξήντα, άλλα μικρά παράθυρα με κουρτινάκια -ίσα ένα βλέμμα πάνω στα αντικείμενα του καθημερινού του κόσμου- κι εκείνο,

Θεέ μου, το κομμάτι από τοίχο, φθαρμένος σοβάς και η κόχη, σύρριζα να περνούν οι σωλήνες της ύδρευσης, απάρτμεντς του Γαλατά, Ρωμιοί, Εβραίοι και Λεβαντίνοι, και γκαζόζα Μελτέμ.

Διακριτικά και τα βίντεο στους τοίχους, μιλούν για την παιδική του ηλικία και τη νιότη του, την δική μας παιδική ηλικία και τη δική μας νιότη, είναι εδώ όλα, μα όλα τα μικρά πράγματα που συνέθεσαν το πανόραμα της μνήμης, τα φάρμακα και τα ξυριστικά, να μιλούν για τον θάνατο του πατέρα, ο παλιός νιπτήρας, οι παίκτες και οι ηθοποιοί σε τόσα χαρτάκια, ραδιόφωνα και διαφημίσεις, ποτήρια, μαχαιροπήρουνα, αλατιέρες, τετράδια και μολύβια, τα πορτρέτα των αγαπημένων, το καλό φόρεμα της μητέρας και «της ζήτησα να με παντρευτεί» και οι γόβες και τα βήματα μέσα σε στοά ή, πάλι, απλώς σε έρημο δρόμο ώρα νυχτερινή, απόηχος βημάτων πιο κοντά, πιο μακριά, είναι η επανάληψη που δίνει στα βήματα μουσική σχεδόν στα όρια του πόνου.

Τέσσερις χιλιάδες διακόσια δέκα τρία αποτσίγαρα, αφήστε τα για το τέλος κι ας είναι στην αρχή και θα με καταλάβετε.

«Ήμασταν ευτυχισμένοι αν και δεν το ξέραμε», επιμένει ο Παμούκ.

«Ήμασταν ευτυχισμένοι ακριβώς γιατί δεν το ξέραμε;»

«Ήμασταν ευτυχισμένοι αφού έτσι νομίζουμε τώρα», θέλω να σου γράψω και να ρωτήσω «εκείνες οι μικρές καρτολίνες με τους ηθοποιούς, τις παίζατε κι εσείς στις κόχες των τραπεζιών;

Ποια θα πάει πιο μακριά, ποια θα πέσει πάνω στην άλλη να τη “φάει”. Ασκήσεις φρόνιμες για το μέλλον;»

O Oρχάν Παμούκ γεννήθηκε στην Kωνσταντινούπολη το 1952. Τελείωσε το λύκειο στη Pοβέρτειο σχολή, σπούδασε τρία χρόνια αρχιτεκτονική στο Πολυτεχνείο και το 1976 αποφοίτησε από το Ινστιτούτο Δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης. Άρχισε να γράφει το 1974. Το πρώτο του μυθιστόρημα, Ο Tζεβντέτ μπέη και οι γιοι του, βραβεύτηκε το 1979 στο διαγωνισμό μυθιστορήματος των εκδόσεων Mιλιέτ. Tο βιβλίο αυτό εκδόθηκε το 1982 και την επόμενη χρονιά πήρε το βραβείο μυθιστορήματος «Oρχάν Kεμάλ». Tο δεύτερο βιβλίο του, Tο σπίτι της σιωπής, μεταφράστηκε στα γαλλικά και το 1991 τιμήθηκε με το βραβείο «Prix de la découverte Européenne». Tο ιστορικό του μυθιστόρημα Το Λευκό Κάστρο μεγάλωσε τη φήμη του μέσα κι έξω από την Τουρκία. Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα Το μαύρο βιβλίο, ένα από τα πιο συζητημένα και πολυδιαβασμένα έργα της σύγχρονης τουρκικής λογοτεχνίας, Η καινούργια ζωή, το Με λένε Κόκκινο που απέσπασε το βραβείο «IMPAC, 2003» και το Ιστανμπούλ. Πόλη και αναμνήσεις. Δικά του έργα είναι ακόμη το Χιόνι και Το Μουσείο της Αθωότητας. Το 2006 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του. Το 2015 κέρδισε και το τουρκικό βραβείο λογοτεχνίας «Erdal Öz». Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 50 γλώσσες και στα ελληνικά κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ωκεανίδα. Ζει στην Κωνσταντινούπολη.

oanagnostis.gr

 

Ποίηση

Νοιώθεις;
Ναι, Εσένα..
Τι είναι αυτό;
Το σ΄αγαπώ..
Πες μου, πες μου τι γεύση έχει το δικό σου σ΄αγαπώ;
Έχει μια γεύση περίεργη, ζαχαρένια, ερωτική και γαργαλιστική......
Μπαίνει μέσα μου και εκεί μένει βρε παιδάκι μου....
Δεν ξεκολλά με τίποτα....
Θυμάσαι;;
Μπά μισάνοιχτη πόρτα είναι ο έρωτας, έρχεται και φεύγει
Με ρώτησες...Σωστά;
Είναι κάτι που σου μοιάζει...μένει μέσα μου τυραννικά, μένει...
Δεν μου είπες τι γεύση έχει, θα μου πεις;
Της τυραννίας...
Με τυραννάς, βασανιστικά..
Έρωτας...

Είναι για σένα, μόνο για σένα γλυκό μου..
Θα στο πω Μέλι μου..
Ανάσα του κορμιού μου, δικέ μου και ήλιε μου...
Σου φτάνει;
Φως λοιπόν;
Ναι! Φως!

Θα πρόσθετα ΖΩΗ!
Αυτό, αγκάλιασέ με τώρα - μη σταματάς ..
Πόσο πολύ - βασανάκι μου..

Αγάπά με, κλείσε τα μάτια και ονειρέψου
Να πάμε κάπου που θα είμαστε μόνο εμεις...Κανείς άλλος..
Να μην μαραίνεται η αγάπη μας..

Μου το υπόσχεσαι;
Πες μέλι μου, φωνή μου, επανάσταση και δύναμη μου

ΣΣΣ...
Κλείσε τα μάτια, έλα πιο κοντά μου, κούρνιασε στη ψυχή μου και ονειρέψου το!

 

Γράφει Μίκα Καππάτου

forwoman.gr

Ποίηση

Ράινερ Μαρία Ρίλκε,"Σβήσε τα μάτια μου"

Σβήσε τα μάτια μου· μπορώ να σε κοιτάζω,
τ’ αυτιά μου σφράγισέ τα, να σ’ ακούω μπορώ.

Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να ‘ρθω σ’ εσένα,
και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.

Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,
σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.

Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι.
Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, εγώ
μέσα στο αίμα μου θα σ’ έχω πάλι.
(Μετάφραση: Κωστής Παλαμάς)

Ποίηση

Υπάρχει μια παγίδα που μας έστησαν όταν ήμασταν μικρά παιδιά. Η παγίδα είναι μια ιδέα τόσο βαθιά ριζωμένη μέσα μας, που αποτελεί μέρος της κουλτούρας μας, άμεσα και έμμεσα.

«αξίζει μόνο ότι … επιτυγχάνεται με κόπο»

Ο καθένας αντιλαμβάνεται από την εμπειρία του ότι στην πραγματικότητα, αυτό δεν είναι σωστό, αλλά όλοι χτίζουμε τη ζωή μας σαν να ήταν μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Αυτό το σκεπτικό ταιριάζει με ένα κλινικό σύνδρομο το οποίο έχω ονομάσει «το σύνδρομο των στενών παπουτσιών».

Ένας άντρας μπαίνει σ’ ένα κατάστημα υποδημάτων, κι ένας ευγενικός υπάλληλος τον πλησιάζει. «Τι θα θέλατε, παρακαλώ;»

«Θα ήθελα ένα ζευγάρι μαύρα παπούτσια, σαν εκείνα στη βιτρίνα»

«Βεβαίως. Τι νούμερο φοράτε; Για να δω… Σαράντα ένα;»

«Όχι, θέλω τριάντα εννιά, παρακαλώ» «Συγγνώμη κύριε. Πάνε είκοσι χρόνια που κάνω αυτή τη δουλειά. Το νούμερο σας είναι μάλλον σαράντα ή σαράντα ένα».

«Ότι και να λέτε, εγώ θέλω το τριάντα εννιά». Ο πωλητής έκπληκτος, αλλά συμβιβασμένος του φέρνει τα παπούτσια. Ο πελάτης με μορφασμούς πόνου τα φοράει και κάνει μερικά βήματα πάνω στο χαλί, με μεγάλη δυσκολία.

«Ωραία, θα τα πάρω, και μάλιστα θα τα φορέσω τώρα».

Ο πελάτης βγαίνει από το κατάστημα και περπατάει ως τη δουλειά του. Είναι υπάλληλος τραπέζης. Στις τέσσερις το απόγευμα, ύστερα από έξι ώρες και βάλε όρθιος μέσα σ’ εκείνα τα παπούτσια, το πρόσωπό του είναι παραμορφωμένο, τα μάτια του κατακόκκινα και τα δάκρυα τρέχουν ποτάμι από τα μάτια του. Ο συνάδελφος στο διπλανό ταμείο τον παρακολουθεί όλο το απόγευμα και ανησυχεί. «Μα τι έχεις; Δεν αισθάνεσαι καλά;»

«Μην ανησυχείς, είναι τα παπούτσια. Με σφίγγουν»

«Γιατί; Βράχηκαν;»

«Όχι, είναι δύο νούμερα μικρότερα από αυτά που φοράω»

«Δεν σε καταλαβαίνω. Δεν σε πονάνε τα πόδια σου;»

«Με έχουν πεθάνει στον πόνο»

«Ε, τότε;»

«Θα σου εξηγήσω» λέει, ξεροκαταπίνοντας.

«Εγώ στη ζωή μου δεν έχω μεγάλες απολαύσεις. Στην πραγματικότητα, τον τελευταίο καιρό οι ευχάριστες στιγμές μου είναι ελάχιστες».

«Και λοιπόν;»

«Με αυτά τα παπούτσια υποφέρω. Πονάω φρικτά, είναι αλήθεια… Όμως, σε λίγες ώρες, όταν θα φτάσω σπίτι μου και θα τα βγάλω… φαντάζεσαι τι ηδονή θα νιώσω; Απόλαυση, αδερφέ μου, απόλαυση!»

Σε γενικές γραμμές αυτή είναι η αγωγή που παίρνουμε στην εκπαίδευσή μας. Μπορεί η ιστορία να παρουσιάζει τα πράγματα κάπως ακραία, ωστόσο αξίζει τον κόπο να δοκιμάσεις σαν να ήταν κοστούμι – για να δεις αν σου πάει –την παρακάτω άποψη:

«Δεν υπάρχει τίποτα αληθινά πολύτιμο που μπορεί να αποκτηθεί με το στανιό. Το ζόρι κράτα το για τη δυσκοιλιότητα».

________

Απόσπασμα από το βιβλίο “Να σου πω μια ιστορία” του Χόρχε Μπουκαϊ

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Ποίηση

Αν μπορείς να κρατάς το κεφάλι ψηλά όταν γύρω σου όλοι

τον εαυτό τους εχάσαν δειλά, και για τούτο μαζί σου τα βάζουν,

στον εαυτό σου αν μπορείς να ‘χεις πίστη όταν όλοι για σένα αμφιβάλλουν

μα κι αδιάφορος να ‘σαι κι ορθός στις δικές τους μπροστά αμφιβολίες,

αν μπορείς να υπομένεις χωρίς ν’ αποστάσεις ποτέ καρτερώντας,

ή μπλεγμένος με ψεύτες, μακριά να σταθείς, αν μπορείς απ’ το ψέμα

κι αν γενείς μισητός, να μη δείξεις στρατί στο δικό σου το μίσος,

κι ούτε τόσο καλός να φανείς κι ούτε τόσο σοφά να μιλήσεις,

αν μπορείς να ονειρεύεσαι δίχως να γίνεις του ονείρου σου σκλάβος,

αν μπορείς να στοχάζεσαι δίχως τη σκέψη να κάνεις σκοπό σου,

αν μπορείς την λαμπρήν ανταμώνοντας Νίκη ή τη μαύρη φουρτούνα,

να φερθείς με τον ίδιο τον τρόπο στους δυο κατεργάρηδες τούτους,

αν μπορείς να υποφέρεις ν’ ακούς την αλήθεια που ο ίδιος σου είπες,

στρεβλωμένη από αχρείους, να γενεί μια παγίδα για ηλίθιους ανθρώπους,

ή αν τα όσα η ζωή σού έχει δώσει αντικρίσεις συντρίμμια μπροστά σου,

κι αφού σκύψεις, ν’ αρχίσεις ξανά να τα χτίζεις με σκάρτα εργαλεία,

αν μπορείς να σωριάσεις μαζί τ’ αγαθά και τα κέρδη σου όλα,

κι αν τολμήσεις με μια σου ζαριά όλα για όλα να παίξεις

και να χάσεις τα πάντα και πάλι απ’ την πρώτη σου αρχή να κινήσεις,

και να μην ψιθυρίσεις ποτές ούτε λέξη για τα όσα έχεις χάσει,

κι αν μπορείς ν’ αναγκάσεις με βία, την καρδιά σου, τα νεύρα, το νου σου,

να δουλέψουν για σέναν ακόμα κι αφού τσακιστούνε στο μόχθο,

και ν’ αντέξεις σ’ αυτό σταθερά όταν τίποτε εντός σου δεν θα ‘χεις

άλλο εξόν απ’ τη θέληση που όρθια θα κράζει σε τούτα «Κρατάτε»,

αν μπορείς να μιλάς με τα πλήθη κι ακέριος στο ήθος να μένεις,

ή αν βρεθείς με ρηγάδες χωρίς τα μυαλά σου να πάρουν αέρα,

κι αν ποτέ, ούτε οι φίλοι ούτε οι εχθροί να σε κάνουν μπορούν να πονέσεις,

τον καθένα αν ζυγιάζεις σωστά και κανέναν πιο πρόσβαρα απ’ άλλον,

αν μπορείς να γεμίζεις το αμείλιχτο ένα λεφτό της κάθε ώρας

στην αξία των εξήντα μοιραίων δευτερόλεφτων της διαδρομής του,

τότε θα ‘ναι όλη η Γη σα δικιά σου, ως και κάθε που υπάρχει σε τούτη,

και —περισσότερο ακόμα— θε να ‘σαι ένας άνθρωπος πλέριος, παιδί μου.

Ράντυαρντ Κίπλινγκ
μτφρ. Άγγελος Δόξας (1900-1985)

lecturesbureau.gr/

Ποίηση

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ

Όταν μου απλώνεις το μικρό σου χέρι,
Που τόσα ανείπωτα λέει,
Σε ρώτησα ποτέ μου,
Αν μ’ αγαπάς;

Μα δεν θέλω να μ’ αγαπάς,
Θέλω μονάχα να σε νιώθω κοντά
Και πως εσύ καμιά φορά σιωπηλά και σιγανά
Το χέρι σου να μου απλώνεις.

Ποίηση

Μη μου παίρνεις το ρόδο,τη λόγχη που τινάζεις,

το νερό που ξάφνου χυμά απ’ τη χαρά σου,
το απότομο κύμα το αργυρό που γεννιέται μέσα σου.

Είναι σκληρός ο αγώνας μου και γυρνώ με μάτια κουρασμένα

θωρώντας κάποτε τη γη που δεν αλλάζει,
μα όταν έρχεται το γέλιο σου υψώνεται στον ουρανό γυρεύοντάς με και μου ανοίγει τις πόρτες όλες της ζωής.

Αγάπη μου, στις πιο μαύρες ώρες μου ανοίγει το γέλιο σου, κι αν ξάφνου δεις το αίμα μου να λεκιάζει τις πέτρες του δρόμου,
γέλα, γιατί το γέλιο σου θα ‘ναι στα χέρια μου σα δροσερό σπαθί.

Δίπλα στη θάλασσα του φθινοπώρου, το γέλιο σου ας αναβρύσει σα σιντριβάνι, όλο αφρό και την άνοιξη, αγάπη μου,
θέλω το γέλιο σου σαν τον ανθό που πρόσμενα, τον γαλανό ανθό, το ρόδο της βουερής πατρίδας μου.

Γέλα στη νύχτα, στη μέρα στο φεγγάρι, γέλα στις στριφτές στράτες του νησιού, γέλα σ’ αυτό το άγαρμπο
αγόρι που σ’ αγαπά,
μα όταν ανοίγω τα μάτια και τα κλείνω, όταν τα βήματά μου φεύγουν, όταν γυρνούν τα βήματά μου, αρνήσου μου το ψωμί, τον αγέρα, το φως, την άνοιξη, μα ποτέ το γέλιο σου γιατί θα πέθαινα

eliaslaughteracademy.com

Ποίηση

I.

Είμαι ένας άνθρωπος πληγωμένος.

Και θα ’θελα να φύγω
και τελικά να φτάσω,
Έλεος, εκεί που αγροικιέται
ο άνθρωπος που είναι με τον εαυτό του μόνος.

Δεν έχω παρά καλοσύνη κι έπαρση.

Και νιώθω εξόριστος ανάμεσα στους ανθρώπους.

Μα γι’ αυτούς μοχθώ.
Δεν είμαι άξιος στον εαυτό μου να επιστρέψω;

Κατοίκησα με ονόματα τη σιωπή.

Κομμάτιασα καρδιά και νου
για να πέσω στη σκλαβιά των λέξεων;

Και βασιλεύω πάνω σε φαντάσματα.

Ω, φύλλα ξερά,
ψυχή εδώ κι εκεί συρμένη…

Όχι, μισώ τον άνεμο που ’χει φωνή
πανάρχαιου θεριού.

Θεέ μου, αυτοί που σε ικετεύουν
μόνο κατ’ όνομα πια σε ξέρουν;

Μ’ έχεις διώξει από τη ζωή.

Θα με διώξεις κι απ’ το θάνατο;

Ανάξιος ίσως ο άνθρωπος ακόμα και για την ελπίδα.

Ξεράθηκε ως και η πηγή της τύψης;

Τι νόημα έχει η αμαρτία,
αν στην αγνότητα πια δεν οδηγεί;

Η σάρκα μόλις που θυμάται
πως κάποτε υπήρξε δυνατή.

Τρελή είναι και φθαρμένη η ψυχή.

Θεέ μου, κοίτα την αδυναμία μας.

Γυρεύουμε μια σιγουριά.

Ούτε που γελάς πια με μας;

Σπλαχνίσου μας, λοιπόν, σκληρότητα.

Δεν μπορώ πια να μένω εγκλωβισμένος
στην δίχως αγάπη πεθυμιά.

Ένα σημάδι δικαιοσύνης δείξε μας.

Ο νόμος σου ποιος είναι;

Κεραύνωσε τα ταπεινά μου πάθη,
λύτρωσέ με από τις αγωνίες.

Απόκαμα να ουρλιάζω δίχως φωνή.

`

II.

Σάρκα μελαγχολική
που κάποτε πάνω σου περίσσευε η χαρά,
μάτια απ’ το κουρασμένο ξύπνημα μισόκλειστα,
βλέπεις, ώριμη ψυχή,
τι θα γενώ, πέφτοντας μες στο χώμα;

Είναι μες στους ζωντανούς ο δρόμος των νεκρών,

χείμαρρος ίσκιων είμαστε,

αυτοί είναι ο σπόρος που στ’ όνειρο φυτρώνει.

Και το αλάργεμά τους είναι το μόνο που μας απομένει.

Δικός τους κι ο ίσκιος που βαραίνει στα ονόματα.

Η ελπίδα ενός σωρού από ίσκιους
είναι η μοίρα μας και τίποτ’ άλλο;

Και συ, Θεέ μου, δεν θα ’σουν παρά ένα όνειρο μονάχα;

Ένα όνειρο τουλάχιστον όπου, αλόγιστα,
ζητούμε να σου μοιάσουμε.

Γέννημα είναι καθαρής τρέλας.

Δεν τρεμοπαίζει στ’ ακροβλέφαρα
καθώς σε σύννεφα κλαδιών
τα πρωινά σπουργίτια.

Μέσα μας είναι κι ατονεί, μυστήρια πληγή.

`

III.

Το φως που μας κεντρίζει
είναι κλωστή ολοένα πιο λεπτή.

Δεν θαμπώνεις πιότερο, εάν δεν σκοτώνεις;

Δώσ’ μου την υπέρτατη τούτη χαρά.

`

IV.

Ο άνθρωπος, μονότονο σύμπαν,
θαρρεί πως αβγατίζει το βιος του
μα απ’ τα πυρετικά ταχέρια του
περνούν διαρκώς αγαθά πεπερασμένα

Στον αραχνένιο του ιστό
γαντζωμένος στο κενό,
δε φοβάται και δεν πλανεύεται
παρά απ’ την ίδια τη κραυγή του.

Γιατρεύει τη φθορά ορθώνοντας τάφους
και για να σε σκεφτεί, Αιώνιε,
άλλο δεν έχει απ’ τις βλαστήμιες.

(1928)

Ποίηση

Giuseppe Ungaretti, “La Pietà”

Και θα ’θελα να φύγω
και τελικά να φτάσω,
Έλεος, εκεί που αγροικιέται
ο άνθρωπος που είναι με τον εαυτό του μόνος.

Δεν έχω παρά καλοσύνηκιέπαρση.

Και νιώθω εξόριστος ανάμεσα στους ανθρώπους.

Μα γι’ αυτούς μοχθώ.
Δεν είμαι άξιος στον εαυτό μου να επιστρέψω;

Κατοίκησα με ονόματα τη σιωπή.

Κομμάτιασα καρδιά και νου
για να πέσω στη σκλαβιά των λέξεων;

Και βασιλεύω πάνω σε φαντάσματα.

Ω, φύλλα ξερά,
ψυχή εδώ κι εκεί συρμένη…

Όχι, μισώ τον άνεμο που ’χει φωνή
πανάρχαιου θεριού.

Θεέ μου, αυτοί που σε ικετεύουν
μόνο κατ’ όνομα πια σε ξέρουν;

Μ’ έχεις διώξει από τη ζωή.

Θα με διώξεις κι απ’ το θάνατο;

Ανάξιος ίσως ο άνθρωπος ακόμα και για την ελπίδα.

Ξεράθηκε ως και η πηγή της τύψης;

Τι νόημα έχει η αμαρτία,
αν στην αγνότητα πια δεν οδηγεί;

Η σάρκα μόλις που θυμάται
πως κάποτε υπήρξε δυνατή.

Τρελή είναι και φθαρμένη η ψυχή.

Θεέ μου, κοίτα την αδυναμία μας.

Γυρεύουμε μια σιγουριά.

Ούτε που γελάς πια με μας;

Σπλαχνίσου μας, λοιπόν, σκληρότητα.

Δεν μπορώ πια να μένω εγκλωβισμένος
στην δίχως αγάπη πεθυμιά.

Ένα σημάδι δικαιοσύνης δείξε μας.

Ο νόμος σου ποιος είναι;

Κεραύνωσε τα ταπεινά μου πάθη,
λύτρωσέ με από τις αγωνίες.

Απόκαμα να ουρλιάζω δίχως φωνή.

II.

Σάρκα μελαγχολική
που κάποτε πάνω σου περίσσευε η χαρά,
μάτια απ’ το κουρασμένο ξύπνημα μισόκλειστα,
βλέπεις, ώριμη ψυχή,
τι θα γενώ, πέφτοντας μες στο χώμα;

Είναι μες στους ζωντανούς ο δρόμος των νεκρών,

χείμαρρος ίσκιων είμαστε,

αυτοί είναι ο σπόρος που στ’ όνειρο φυτρώνει.

Και το αλάργεμά τους είναι το μόνο που μας απομένει.

Δικός τους κι ο ίσκιος που βαραίνει στα ονόματα.

Η ελπίδα ενός σωρού από ίσκιους
είναι η μοίρα μας και τίποτ’ άλλο;

Και συ, Θεέ μου, δεν θα ’σουν παρά ένα όνειρο μονάχα;

Ένα όνειρο τουλάχιστον όπου, αλόγιστα,
ζητούμε να σου μοιάσουμε.

Γέννημα είναι καθαρής τρέλας.

Δεν τρεμοπαίζει στ’ ακροβλέφαρα
καθώς σε σύννεφα κλαδιών
τα πρωινά σπουργίτια.

Μέσα μας είναι κι ατονεί, μυστήρια πληγή.

`

III.

Το φως που μας κεντρίζει
είναι κλωστή ολοένα πιο λεπτή.

Δεν θαμπώνεις πιότερο, εάν δεν σκοτώνεις;

Δώσ’ μου την υπέρτατη τούτη χαρά.

`

IV.

Ο άνθρωπος, μονότονο σύμπαν,
θαρρεί πως αβγατίζει το βιος του
μα απ’ τα πυρετικά ταχέρια του
περνούν διαρκώς αγαθά πεπερασμένα

Στον αραχνένιο του ιστό
γαντζωμένος στο κενό,
δε φοβάται και δεν πλανεύεται
παρά απ’ την ίδια τη κραυγή του.

Γιατρεύει τη φθορά ορθώνοντας τάφους
και για να σε σκεφτεί, Αιώνιε,
άλλο δεν έχει απ’ τις βλαστήμιες.

(1928)

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin