Αυγούστου 16, 2018

Ποίηση

Ράινερ Μαρία Ρίλκε,"Σβήσε τα μάτια μου"

Σβήσε τα μάτια μου· μπορώ να σε κοιτάζω,
τ’ αυτιά μου σφράγισέ τα, να σ’ ακούω μπορώ.

Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να ‘ρθω σ’ εσένα,
και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.

Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,
σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.

Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι.
Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, εγώ
μέσα στο αίμα μου θα σ’ έχω πάλι.
(Μετάφραση: Κωστής Παλαμάς)

Ποίηση

Υπάρχει μια παγίδα που μας έστησαν όταν ήμασταν μικρά παιδιά. Η παγίδα είναι μια ιδέα τόσο βαθιά ριζωμένη μέσα μας, που αποτελεί μέρος της κουλτούρας μας, άμεσα και έμμεσα.

«αξίζει μόνο ότι … επιτυγχάνεται με κόπο»

Ο καθένας αντιλαμβάνεται από την εμπειρία του ότι στην πραγματικότητα, αυτό δεν είναι σωστό, αλλά όλοι χτίζουμε τη ζωή μας σαν να ήταν μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Αυτό το σκεπτικό ταιριάζει με ένα κλινικό σύνδρομο το οποίο έχω ονομάσει «το σύνδρομο των στενών παπουτσιών».

Ένας άντρας μπαίνει σ’ ένα κατάστημα υποδημάτων, κι ένας ευγενικός υπάλληλος τον πλησιάζει. «Τι θα θέλατε, παρακαλώ;»

«Θα ήθελα ένα ζευγάρι μαύρα παπούτσια, σαν εκείνα στη βιτρίνα»

«Βεβαίως. Τι νούμερο φοράτε; Για να δω… Σαράντα ένα;»

«Όχι, θέλω τριάντα εννιά, παρακαλώ» «Συγγνώμη κύριε. Πάνε είκοσι χρόνια που κάνω αυτή τη δουλειά. Το νούμερο σας είναι μάλλον σαράντα ή σαράντα ένα».

«Ότι και να λέτε, εγώ θέλω το τριάντα εννιά». Ο πωλητής έκπληκτος, αλλά συμβιβασμένος του φέρνει τα παπούτσια. Ο πελάτης με μορφασμούς πόνου τα φοράει και κάνει μερικά βήματα πάνω στο χαλί, με μεγάλη δυσκολία.

«Ωραία, θα τα πάρω, και μάλιστα θα τα φορέσω τώρα».

Ο πελάτης βγαίνει από το κατάστημα και περπατάει ως τη δουλειά του. Είναι υπάλληλος τραπέζης. Στις τέσσερις το απόγευμα, ύστερα από έξι ώρες και βάλε όρθιος μέσα σ’ εκείνα τα παπούτσια, το πρόσωπό του είναι παραμορφωμένο, τα μάτια του κατακόκκινα και τα δάκρυα τρέχουν ποτάμι από τα μάτια του. Ο συνάδελφος στο διπλανό ταμείο τον παρακολουθεί όλο το απόγευμα και ανησυχεί. «Μα τι έχεις; Δεν αισθάνεσαι καλά;»

«Μην ανησυχείς, είναι τα παπούτσια. Με σφίγγουν»

«Γιατί; Βράχηκαν;»

«Όχι, είναι δύο νούμερα μικρότερα από αυτά που φοράω»

«Δεν σε καταλαβαίνω. Δεν σε πονάνε τα πόδια σου;»

«Με έχουν πεθάνει στον πόνο»

«Ε, τότε;»

«Θα σου εξηγήσω» λέει, ξεροκαταπίνοντας.

«Εγώ στη ζωή μου δεν έχω μεγάλες απολαύσεις. Στην πραγματικότητα, τον τελευταίο καιρό οι ευχάριστες στιγμές μου είναι ελάχιστες».

«Και λοιπόν;»

«Με αυτά τα παπούτσια υποφέρω. Πονάω φρικτά, είναι αλήθεια… Όμως, σε λίγες ώρες, όταν θα φτάσω σπίτι μου και θα τα βγάλω… φαντάζεσαι τι ηδονή θα νιώσω; Απόλαυση, αδερφέ μου, απόλαυση!»

Σε γενικές γραμμές αυτή είναι η αγωγή που παίρνουμε στην εκπαίδευσή μας. Μπορεί η ιστορία να παρουσιάζει τα πράγματα κάπως ακραία, ωστόσο αξίζει τον κόπο να δοκιμάσεις σαν να ήταν κοστούμι – για να δεις αν σου πάει –την παρακάτω άποψη:

«Δεν υπάρχει τίποτα αληθινά πολύτιμο που μπορεί να αποκτηθεί με το στανιό. Το ζόρι κράτα το για τη δυσκοιλιότητα».

________

Απόσπασμα από το βιβλίο “Να σου πω μια ιστορία” του Χόρχε Μπουκαϊ

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Ποίηση

Αν μπορείς να κρατάς το κεφάλι ψηλά όταν γύρω σου όλοι

τον εαυτό τους εχάσαν δειλά, και για τούτο μαζί σου τα βάζουν,

στον εαυτό σου αν μπορείς να ‘χεις πίστη όταν όλοι για σένα αμφιβάλλουν

μα κι αδιάφορος να ‘σαι κι ορθός στις δικές τους μπροστά αμφιβολίες,

αν μπορείς να υπομένεις χωρίς ν’ αποστάσεις ποτέ καρτερώντας,

ή μπλεγμένος με ψεύτες, μακριά να σταθείς, αν μπορείς απ’ το ψέμα

κι αν γενείς μισητός, να μη δείξεις στρατί στο δικό σου το μίσος,

κι ούτε τόσο καλός να φανείς κι ούτε τόσο σοφά να μιλήσεις,

αν μπορείς να ονειρεύεσαι δίχως να γίνεις του ονείρου σου σκλάβος,

αν μπορείς να στοχάζεσαι δίχως τη σκέψη να κάνεις σκοπό σου,

αν μπορείς την λαμπρήν ανταμώνοντας Νίκη ή τη μαύρη φουρτούνα,

να φερθείς με τον ίδιο τον τρόπο στους δυο κατεργάρηδες τούτους,

αν μπορείς να υποφέρεις ν’ ακούς την αλήθεια που ο ίδιος σου είπες,

στρεβλωμένη από αχρείους, να γενεί μια παγίδα για ηλίθιους ανθρώπους,

ή αν τα όσα η ζωή σού έχει δώσει αντικρίσεις συντρίμμια μπροστά σου,

κι αφού σκύψεις, ν’ αρχίσεις ξανά να τα χτίζεις με σκάρτα εργαλεία,

αν μπορείς να σωριάσεις μαζί τ’ αγαθά και τα κέρδη σου όλα,

κι αν τολμήσεις με μια σου ζαριά όλα για όλα να παίξεις

και να χάσεις τα πάντα και πάλι απ’ την πρώτη σου αρχή να κινήσεις,

και να μην ψιθυρίσεις ποτές ούτε λέξη για τα όσα έχεις χάσει,

κι αν μπορείς ν’ αναγκάσεις με βία, την καρδιά σου, τα νεύρα, το νου σου,

να δουλέψουν για σέναν ακόμα κι αφού τσακιστούνε στο μόχθο,

και ν’ αντέξεις σ’ αυτό σταθερά όταν τίποτε εντός σου δεν θα ‘χεις

άλλο εξόν απ’ τη θέληση που όρθια θα κράζει σε τούτα «Κρατάτε»,

αν μπορείς να μιλάς με τα πλήθη κι ακέριος στο ήθος να μένεις,

ή αν βρεθείς με ρηγάδες χωρίς τα μυαλά σου να πάρουν αέρα,

κι αν ποτέ, ούτε οι φίλοι ούτε οι εχθροί να σε κάνουν μπορούν να πονέσεις,

τον καθένα αν ζυγιάζεις σωστά και κανέναν πιο πρόσβαρα απ’ άλλον,

αν μπορείς να γεμίζεις το αμείλιχτο ένα λεφτό της κάθε ώρας

στην αξία των εξήντα μοιραίων δευτερόλεφτων της διαδρομής του,

τότε θα ‘ναι όλη η Γη σα δικιά σου, ως και κάθε που υπάρχει σε τούτη,

και —περισσότερο ακόμα— θε να ‘σαι ένας άνθρωπος πλέριος, παιδί μου.

Ράντυαρντ Κίπλινγκ
μτφρ. Άγγελος Δόξας (1900-1985)

lecturesbureau.gr/

Ποίηση

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ

Όταν μου απλώνεις το μικρό σου χέρι,
Που τόσα ανείπωτα λέει,
Σε ρώτησα ποτέ μου,
Αν μ’ αγαπάς;

Μα δεν θέλω να μ’ αγαπάς,
Θέλω μονάχα να σε νιώθω κοντά
Και πως εσύ καμιά φορά σιωπηλά και σιγανά
Το χέρι σου να μου απλώνεις.

Ποίηση

Μη μου παίρνεις το ρόδο,τη λόγχη που τινάζεις,

το νερό που ξάφνου χυμά απ’ τη χαρά σου,
το απότομο κύμα το αργυρό που γεννιέται μέσα σου.

Είναι σκληρός ο αγώνας μου και γυρνώ με μάτια κουρασμένα

θωρώντας κάποτε τη γη που δεν αλλάζει,
μα όταν έρχεται το γέλιο σου υψώνεται στον ουρανό γυρεύοντάς με και μου ανοίγει τις πόρτες όλες της ζωής.

Αγάπη μου, στις πιο μαύρες ώρες μου ανοίγει το γέλιο σου, κι αν ξάφνου δεις το αίμα μου να λεκιάζει τις πέτρες του δρόμου,
γέλα, γιατί το γέλιο σου θα ‘ναι στα χέρια μου σα δροσερό σπαθί.

Δίπλα στη θάλασσα του φθινοπώρου, το γέλιο σου ας αναβρύσει σα σιντριβάνι, όλο αφρό και την άνοιξη, αγάπη μου,
θέλω το γέλιο σου σαν τον ανθό που πρόσμενα, τον γαλανό ανθό, το ρόδο της βουερής πατρίδας μου.

Γέλα στη νύχτα, στη μέρα στο φεγγάρι, γέλα στις στριφτές στράτες του νησιού, γέλα σ’ αυτό το άγαρμπο
αγόρι που σ’ αγαπά,
μα όταν ανοίγω τα μάτια και τα κλείνω, όταν τα βήματά μου φεύγουν, όταν γυρνούν τα βήματά μου, αρνήσου μου το ψωμί, τον αγέρα, το φως, την άνοιξη, μα ποτέ το γέλιο σου γιατί θα πέθαινα

eliaslaughteracademy.com

Ποίηση

I.

Είμαι ένας άνθρωπος πληγωμένος.

Και θα ’θελα να φύγω
και τελικά να φτάσω,
Έλεος, εκεί που αγροικιέται
ο άνθρωπος που είναι με τον εαυτό του μόνος.

Δεν έχω παρά καλοσύνη κι έπαρση.

Και νιώθω εξόριστος ανάμεσα στους ανθρώπους.

Μα γι’ αυτούς μοχθώ.
Δεν είμαι άξιος στον εαυτό μου να επιστρέψω;

Κατοίκησα με ονόματα τη σιωπή.

Κομμάτιασα καρδιά και νου
για να πέσω στη σκλαβιά των λέξεων;

Και βασιλεύω πάνω σε φαντάσματα.

Ω, φύλλα ξερά,
ψυχή εδώ κι εκεί συρμένη…

Όχι, μισώ τον άνεμο που ’χει φωνή
πανάρχαιου θεριού.

Θεέ μου, αυτοί που σε ικετεύουν
μόνο κατ’ όνομα πια σε ξέρουν;

Μ’ έχεις διώξει από τη ζωή.

Θα με διώξεις κι απ’ το θάνατο;

Ανάξιος ίσως ο άνθρωπος ακόμα και για την ελπίδα.

Ξεράθηκε ως και η πηγή της τύψης;

Τι νόημα έχει η αμαρτία,
αν στην αγνότητα πια δεν οδηγεί;

Η σάρκα μόλις που θυμάται
πως κάποτε υπήρξε δυνατή.

Τρελή είναι και φθαρμένη η ψυχή.

Θεέ μου, κοίτα την αδυναμία μας.

Γυρεύουμε μια σιγουριά.

Ούτε που γελάς πια με μας;

Σπλαχνίσου μας, λοιπόν, σκληρότητα.

Δεν μπορώ πια να μένω εγκλωβισμένος
στην δίχως αγάπη πεθυμιά.

Ένα σημάδι δικαιοσύνης δείξε μας.

Ο νόμος σου ποιος είναι;

Κεραύνωσε τα ταπεινά μου πάθη,
λύτρωσέ με από τις αγωνίες.

Απόκαμα να ουρλιάζω δίχως φωνή.

`

II.

Σάρκα μελαγχολική
που κάποτε πάνω σου περίσσευε η χαρά,
μάτια απ’ το κουρασμένο ξύπνημα μισόκλειστα,
βλέπεις, ώριμη ψυχή,
τι θα γενώ, πέφτοντας μες στο χώμα;

Είναι μες στους ζωντανούς ο δρόμος των νεκρών,

χείμαρρος ίσκιων είμαστε,

αυτοί είναι ο σπόρος που στ’ όνειρο φυτρώνει.

Και το αλάργεμά τους είναι το μόνο που μας απομένει.

Δικός τους κι ο ίσκιος που βαραίνει στα ονόματα.

Η ελπίδα ενός σωρού από ίσκιους
είναι η μοίρα μας και τίποτ’ άλλο;

Και συ, Θεέ μου, δεν θα ’σουν παρά ένα όνειρο μονάχα;

Ένα όνειρο τουλάχιστον όπου, αλόγιστα,
ζητούμε να σου μοιάσουμε.

Γέννημα είναι καθαρής τρέλας.

Δεν τρεμοπαίζει στ’ ακροβλέφαρα
καθώς σε σύννεφα κλαδιών
τα πρωινά σπουργίτια.

Μέσα μας είναι κι ατονεί, μυστήρια πληγή.

`

III.

Το φως που μας κεντρίζει
είναι κλωστή ολοένα πιο λεπτή.

Δεν θαμπώνεις πιότερο, εάν δεν σκοτώνεις;

Δώσ’ μου την υπέρτατη τούτη χαρά.

`

IV.

Ο άνθρωπος, μονότονο σύμπαν,
θαρρεί πως αβγατίζει το βιος του
μα απ’ τα πυρετικά ταχέρια του
περνούν διαρκώς αγαθά πεπερασμένα

Στον αραχνένιο του ιστό
γαντζωμένος στο κενό,
δε φοβάται και δεν πλανεύεται
παρά απ’ την ίδια τη κραυγή του.

Γιατρεύει τη φθορά ορθώνοντας τάφους
και για να σε σκεφτεί, Αιώνιε,
άλλο δεν έχει απ’ τις βλαστήμιες.

(1928)

Ποίηση

Giuseppe Ungaretti, “La Pietà”

Και θα ’θελα να φύγω
και τελικά να φτάσω,
Έλεος, εκεί που αγροικιέται
ο άνθρωπος που είναι με τον εαυτό του μόνος.

Δεν έχω παρά καλοσύνηκιέπαρση.

Και νιώθω εξόριστος ανάμεσα στους ανθρώπους.

Μα γι’ αυτούς μοχθώ.
Δεν είμαι άξιος στον εαυτό μου να επιστρέψω;

Κατοίκησα με ονόματα τη σιωπή.

Κομμάτιασα καρδιά και νου
για να πέσω στη σκλαβιά των λέξεων;

Και βασιλεύω πάνω σε φαντάσματα.

Ω, φύλλα ξερά,
ψυχή εδώ κι εκεί συρμένη…

Όχι, μισώ τον άνεμο που ’χει φωνή
πανάρχαιου θεριού.

Θεέ μου, αυτοί που σε ικετεύουν
μόνο κατ’ όνομα πια σε ξέρουν;

Μ’ έχεις διώξει από τη ζωή.

Θα με διώξεις κι απ’ το θάνατο;

Ανάξιος ίσως ο άνθρωπος ακόμα και για την ελπίδα.

Ξεράθηκε ως και η πηγή της τύψης;

Τι νόημα έχει η αμαρτία,
αν στην αγνότητα πια δεν οδηγεί;

Η σάρκα μόλις που θυμάται
πως κάποτε υπήρξε δυνατή.

Τρελή είναι και φθαρμένη η ψυχή.

Θεέ μου, κοίτα την αδυναμία μας.

Γυρεύουμε μια σιγουριά.

Ούτε που γελάς πια με μας;

Σπλαχνίσου μας, λοιπόν, σκληρότητα.

Δεν μπορώ πια να μένω εγκλωβισμένος
στην δίχως αγάπη πεθυμιά.

Ένα σημάδι δικαιοσύνης δείξε μας.

Ο νόμος σου ποιος είναι;

Κεραύνωσε τα ταπεινά μου πάθη,
λύτρωσέ με από τις αγωνίες.

Απόκαμα να ουρλιάζω δίχως φωνή.

II.

Σάρκα μελαγχολική
που κάποτε πάνω σου περίσσευε η χαρά,
μάτια απ’ το κουρασμένο ξύπνημα μισόκλειστα,
βλέπεις, ώριμη ψυχή,
τι θα γενώ, πέφτοντας μες στο χώμα;

Είναι μες στους ζωντανούς ο δρόμος των νεκρών,

χείμαρρος ίσκιων είμαστε,

αυτοί είναι ο σπόρος που στ’ όνειρο φυτρώνει.

Και το αλάργεμά τους είναι το μόνο που μας απομένει.

Δικός τους κι ο ίσκιος που βαραίνει στα ονόματα.

Η ελπίδα ενός σωρού από ίσκιους
είναι η μοίρα μας και τίποτ’ άλλο;

Και συ, Θεέ μου, δεν θα ’σουν παρά ένα όνειρο μονάχα;

Ένα όνειρο τουλάχιστον όπου, αλόγιστα,
ζητούμε να σου μοιάσουμε.

Γέννημα είναι καθαρής τρέλας.

Δεν τρεμοπαίζει στ’ ακροβλέφαρα
καθώς σε σύννεφα κλαδιών
τα πρωινά σπουργίτια.

Μέσα μας είναι κι ατονεί, μυστήρια πληγή.

`

III.

Το φως που μας κεντρίζει
είναι κλωστή ολοένα πιο λεπτή.

Δεν θαμπώνεις πιότερο, εάν δεν σκοτώνεις;

Δώσ’ μου την υπέρτατη τούτη χαρά.

`

IV.

Ο άνθρωπος, μονότονο σύμπαν,
θαρρεί πως αβγατίζει το βιος του
μα απ’ τα πυρετικά ταχέρια του
περνούν διαρκώς αγαθά πεπερασμένα

Στον αραχνένιο του ιστό
γαντζωμένος στο κενό,
δε φοβάται και δεν πλανεύεται
παρά απ’ την ίδια τη κραυγή του.

Γιατρεύει τη φθορά ορθώνοντας τάφους
και για να σε σκεφτεί, Αιώνιε,
άλλο δεν έχει απ’ τις βλαστήμιες.

(1928)

Ποίηση

Ο έρωτας σαν το κύμα
φέρνει και παίρνει
κεραυνοβόλος και αργόστροφος
ήρεμος σαν τη φαντασία
όταν βάζει σε τάξη τις λέξεις
Λάμπει όταν σκοτεινιάζει
Κενός και ξεχειλίζει αντιθέσεις
τέρας με φτερά αγγέλου
Πάντα όταν φεύγει ..ξανάρχεται
Μας αιφνιδιάζει σαν ξεχάσουμε τα αισθήματα
Έρχεται …
Αναρχικός και ατομικιστής
Πιστός και άθεος
Μας κυνηγάει έναν έναν
Μας δολοφονεί ..με τα παγωμένα του χέρια
Και δηλώνει
Δολοφόνος και αθώος.. μαζί

(Απόσπασμα από το ποίημα «Ο έρωτας σαν το κύμα» του Παλαιστίνιου ποιητή Μαχμούντ Νταρουίς)

Ποίηση

Κώστας Βάρναλης | Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί; Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν...
Οι πόνοι της Παναγιάς, που ερμήνευσε με την σπαρακτική φωνή του ο Νίκος Ξυλούρης, ραγίζουν την καρδιά.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

"Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν..."

Ένας στίχος που συγκλονίζει από το ποίημα :"Οι Πόνοι της Παναγιάς" Δημιουργός του, ο Κώστας Βάρναλης. Ο Έλληνας λογοτέχνης, ποιητής και δημοσιογράφος με θαυμαστό ποιητικό και συγγραφικό έργο. Δεν χαρακτηρίστηκε τυχαία ως ένας από τους κορυφαίους ποιητές και πεζογράφους όλων των εποχών. Το 1959 τιμήθηκε στην Ε.Σ.Σ.Δ με το διεθνές βραβείο γραμμάτων και τεχνών «Λένιν».

Το εν λόγω ποίημα, ανήκει στο πρώτο μέρος της ποιητικής σύνθεσης Σκλάβοι Πολιορκημένοι, η οποία εκδόθηκε το 1927. Aκολουθώντας τη δημοτική μας παράδοση, o ανεπανάληπτος ποιητής χρησιμοποιεί τη μορφή της Παναγιάς, θέλοντας να εκφράσει τον ανθρώπινο πόνο της μάνας. Η Παναγιά είναι κυριευμένη από υπέροχα συναισθήματα για το παιδί που θα φέρει στον κόσμο, αλλά και από αγωνία και κακό προαίσθημα για την τύχη που το περιμένει.

Λόγια που ραγίζουν την καρδιά και που αξίζει να θυμηθούμε τη Μεγάλη Εβδομάδα... Ο θρήνος της μάνας για το παιδί της...

Οι πόνοι της Παναγιάς

Μια λιόλουστη μέρα του χειμώνα η Παναγιά, στενεμένη από τους πόνους, αφήνει το σπιτικό της και βγαίνει στον κάμπο τρεκλίζοντας κι αγκομαχώντας.
Κάθεται χάμου στο πράσινο χορτάρι, που το φωτίζουνε δω κι εκεί άγριες βιολέτες, κυκλάμινα, κρόκοι· και σφίγγοντας την κοιλιά της με τα δυο της χέρια κλαίει και δέρνεται, κουνώντας τ’ άμαθο κορμί της δεξιά κι αριστερά, όπως οι μοιρολογίστρες της Ανατολής.
Σπιτάκι μου — στανάχωρο, και κάμαρά μου, — χαμηλή!
Πόνοι μού σφάζουν το κορμί, μα την ψυχή μου πιο πολλοί.
Πήρα το δρόμο το δρομί στον κάμπο να καθίσω.
Αντρούλη μου, σα δε με βρεις με την καρδιά σου την καλή,
5 ο πόνος, που με κυνηγά, θε να με φέρει πίσω.

Ω χώμα, που τραγουδιστά σε πίνει ο πεύκος ο βαθύς,
όσο που μπάρσαμο πικρό στα φύλλα του να σουρωθείς,
μέσα σου χώνομαι κι εγώ, τα σπλάχνα γλύκανέ μου.
Αχ, χάιδεψέ μου τα μαλλιά της κεφαλής μου της ξανθής,
10 πάρε τη σκέψη μου πολύ μακριά, πνοή του ανέμου!

Σαν καρδερίνα του Μαρτιού με τα φτερά τ’ αστραφτερά,
που σε βαθιά τριανταφυλλιά, πλάι σε τρεχάμενα νερά,
μ’ άχερα, λάσπη και μαλλί ζεστή φωλιά κρεμάει,
την κούνια σου, παιδάκι μου, με ξύλα φκιάνω ευωδερά
15 και βάνω προσκεφάλι σου τον ήλιο του Ανθομάη.

Ονείρατα, που γαλανά στο μισοξύπνι τ’ αυγινό
από τα μάτια τα γλαρά σαν τον αφρό, σαν τον αχνό
περνάτε μια και χάνεστε, σκήμα χωρίς και θώρι,
ελάτε κι άλλη μια φορά, πείτε μου να μην το ξεχνώ,
20 πως το παιδί, που καρτερώ, το πρώτο, θα ’ν’ αγόρι.

Κάνε ψαρά, πεζόβολο στ’ ακροθαλάσσι να πετάς,

κάνε σε κάδο τρυγητή γλυκά σταφύλια να πατάς·
κάνε γκαμήλες να ποτίζεις σ’ έρημο πηγάδι·
κάν’ αναγνώστη στο Ναό να ψέλνεις και να θυμιατάς —
πού σ’ είδα, γνώριμη αστραψιά στου νου μου το σκοτάδι;

Ήσουν ωραίος σαν άγγελος με δυο φτερούγες ανοιχτές,
η μια βυθούσε στ’ αύριο, η άλλη χανότανε στο χτες·
κάτι στο χέρι κράταγες, γιά φλάμπουρο γιά κρίνο
—χορός, που ζεστοκόπησε τις φλέβες μου τις τιναχτές!—
ό,τι ποθώ με πότισες κι ως αγιασμό το πίνω.

Μα γιατί μου ’δειξες, καλέ, δόξα πολλή για το παιδί;
Αχ, η καρδιά μου δε βαστά, το μέγα ψήλος ναν το δει!
Δεν τον αφήνω η Μάνα του μιαν πιθαμή να φύγει!
Μη μεγαλώσει μου ποτές κι όλα τα χρόνια, αυγή – βραδύ,
πάντα μωρό να σφίγγεται στου κόρφου μου τα ρίγη.

Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιό νησί του Ωκεανού, σε ποιάν κορφή ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις.
Ξέρω, πως θα ’χεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που μες στα βρόχια της οργής ταχιά θε να σπαράξεις.

Συ θα ’χεις μάτια γαλανά, θα ’χεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,
από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό.
Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.

Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό,
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι
κι ύστερ’ απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι θα κοιτώ
που θα παγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι…

Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής,
κι η Αλήθεια σού χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μην τα πεις.
Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.

Όχου, μου μπήγεις στην καρδιά, χίλια μαχαίρια και σπαθιά.
Στη γλώσσα μου ξεραίνεται το σάλιο, σαν πικρή αψιθιά!
—Ω! πώς βελάζεις ήσυχα, κοπάδι εσύ βουνίσο…
— Βοηθάτε, ουράνιες δύναμες, κι ανοίχτε μου την πιο βαθιά
την άβυσσο, μακριά απ’ τους λύκους να κρυφογεννήσω!

Ποίηση

«Ζυγίζω τα χρώματα και μου βγαίνει Παράδεισος»

Είναι εφτά και δέκα ακριβώς…
Κάποια πράγματα που βάλθηκα να κάνω μου έκλεψαν το χρόνο.
Τώρα ψάχνω τα χαμένα δευτερόλεπτα ανάμεσα
στο μισοσκόταδο των σκέψεων…
Ναι, ο χρόνος, αυτός που... ακόμη και τα όνειρα συντομεύει…
Για να προλάβει… λένε…

Κι εμένα,
όλες οι σκέψεις μου, πανάθεμά τες, σε όνειρα τελειώνουν.
Παραισθήσεις... κι ανάσες μονολογούν και τα γλυκαίνουν…
Τι να κάνω, όμως, με το χρόνο;
Το ξέρω εαυτέ μου, δεν θα το μάθω ποτέ!
Δεν θα σε μάθω ποτέ, εαυτέ μου!

Χάνομαι…
Ποιος άραγε θα μου δείξει πως θα βγω από το αδιέξοδο;
από το στρίμωγμα του τίποτα;
Να μου υποδείξει πότε (και κυρίως πώς) πρέπει να κάνω την υπέρβαση;

Δεν τρέφω αυταπάτες.
Δυστυχώς, όσο και να ξεγελάς τον καιρό
ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω για να κάνει τις «κατάλληλες συστάσεις».
Όσο κι αν προσπαθώ να υπογραμμίσω την παρουσία μου,
αυτό που κάνω είναι να την διαγράφω τελείως!

http://mithymnaios.blogspot.gr

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin