Ιανουαρίου 17, 2018

Ποίηση

Οχτώ χαικού για την αγάπη του φθινοπώρου

1
Η άδεια καρέκλα σε αναζητά
αυτή την ώρα που ζω
2
Παλιά πληγή αιμορραγεί
αγάπη, του άλλου πόνου μου
3
να ζεις πιο πέρα, εκεί
στης μουσικής
την έξαψη της νιότης
4
Έρημη καρδιά μου
ήρθαν τα κίτρινα φύλλα
της ψυχής
5
ουρανέ μου από ψηλά
σύννεφα πυκνώνουν γρήγορα
6
Ποτάμι τρέχει και
ακούγεται πιο πέρα
λήθης ζωή
7
θυμός που δακρύζει
όνειρα που σκορπίζουν
βρεγμένα στο χώμα
8
βροχή στο πρόσωπο
βροντές στον ουρανό
και φωνή ψηλά.

 

Γράφει Μίκα Καππάτου

forwoman.gr

Ποίηση

Έμαθα:
Πως να μεγαλώνεις
δεν σημαίνει μονάχα να «κλείνεις» χρόνια.
Πως η σιωπή
είναι η καλύτερη απάντηση όταν ακούς ανοησίες.
Πως να δουλεύεις
δεν σημαίνει μονάχα να κερδίζεις χρήματα.
Πως οι φίλοι
«αποκτούνται» δείχνοντας το πραγματικό μας πρόσωπο.
Πως οι αληθινοί και πραγματικοί φίλοι
βρίσκονται πάντα κοντά μας.
Πως τα χειρότερα πράγματα
«κρύβονται» μέσα σε μια καλή εμφάνιση.
Πως η φύση
είναι το πιο όμορφο δημιούργημα σε αυτή την ζωή.
Πως όταν σκέφτομαι πως γνωρίζω τα πάντα
ακόμη δεν γνωρίζω τίποτα.
Πως μια μοναδική ημέρα
μπορεί να είναι πολύ σπουδαιότερη από πολλά χρόνια.
Πως μπορείς να «συνομιλήσεις» με τα αστέρια.
Πως μπορείς να «εξομολογηθείς» στο φεγγάρι.
Πως μπορείς να ταξιδέψεις στο άπειρο.
Πως είναι υγιές να ακούς όμορφα και καλά λόγια.
Πως το να είσαι ευγενικός κάνει καλό στην υγεία.
Πως είναι αναγκαίο να ονειρεύεσαι.
Πως μπορείς να είσαι «παιδί» για όλη την ζωή.
Πως η ύπαρξή μας είναι ελεύθερη.
Πως ο Θεός δεν απαγορεύει τίποτα στο όνομα της αγάπης.
Πως το να κρίνεις και να κατακρίνεις τον εαυτό σου δεν έχει σημασία όταν αυτό που
πραγματικά έχει σημασία είναι η εσωτερική γαλήνη.
Και τέλος έμαθα πως δεν μπορείς να πεθάνεις για να μάθεις να ζεις.

William Shakespeare

Ποίηση

Ανακατεύοντας τα χρώματα στον .....Ουρανό......
Πράσινο, το χρώμα της χαλάρωσης, της ηρεμίας... θεραπεύει τα τραύματα του παρελθόντος..
Μωβ, το χρώμα της ανώτερης πνευματικής εξέλιξης, της τελειότητας, του οραματισμού...

Το μωβ συμβολίζει το τίμημα της γνώσης, είναι το χρώμα των εκλεκτών, της ταπεινότητας, της αυτοθυσίας.

Πνευματικό χρώμα με αποχρώσεις θλίψης και μελαγχολίας.
Και όλα αυτά γατζωμένα πάνω στα Κυριακάτικα σύννεφα...

Αυτό που νιώθεις, αυτό που σιγο-τραγουδάς...αυτό που ακολουθείς 

ή σε ακολουθεί..

Το χάδι του αέρα...

Η μυρωδιά της βροχής..

Το χώμα που ποτίζεται...

Η ζωή και ο σπόρος..

Η αναγέννηση, η γέννηση.

Κλείσε το μάτι στη πρόκληση τώρα!

μωβ και ταπεινότητα...

πράσινο για χαλάρωση.

Και όλα αυτά γατζωμένα πάνω στα γκρίζα σύννεφα της βροχής

Εσύ διαλέγεις, ότι σου κάνει..

γράφει η

Μίκα Καππάτου

forwoman.gr

Ποίηση

τις 15 Ιουνίου του 1763, γεννήθηκε ο ποιητής και βουδιστής ιερέας Kobayashi Issa, ένας από τους τέσσερις κορυφαίους του ιαπωνικού χαϊκού

*
Μια πεταλούδα στον κήπο. Το παιδάκι μπουσουλάει, εκείνη πετάει. Μπουσουλάει-πετάει…
*

Νύχτα. Φεγγάρι. Τα σαλιγκάρια τραγουδούν στο τσουκάλι.

*

Στο φρέσκο χορτάρι αφήνει η μοντέρνα γυναίκα τον τύπο των γλουτών της.

*

Ανάμεσα στα κόκκινα άνθη της δαμασκηνιάς στεγνώνει η γάτα η βρεγμένη.

*

Μια ζωή την έχουμε. Χλωρά καλάμια, παρακαλώ, στο νεκροκρέβατό μου.

*

Άνθισαν οι κερασιές. Κάτι πεθαίνει. Ετοιμαστείτε.

*

Φυσάει. Μας έπνιξε στη σκόνη ο θάνατος.

*

Μυρίζονται, μυρίζουν, οι ερωτευμένες γάτες.

*

Βρέχει άνοιξη στην πόρτα της αγάπης μου.

*

Όταν ερωτεύονται τα νιάτα, βρέχει στα ψηλά βουνά.

*

Κι η αγριόγατα στον έρωτα γατούλα είναι.

*

Βρόμικος, κοντός, σκονισμένος ο θάμνος. Κι όμως ανθίζει.

*

Έπεσε ένα φύλλο. Έβαλε το καπέλο του το σκυλί και πάει…

*

Ούτε κι αυτός έχει όρεξη να μαζέψει το χιόνι: το σκιάχτρο.

*

Μοιάζει σαν να διαβάζει ένα βιβλίο στον ουρανό της νύχτας: βατράχι.

*

Για να βγάλει το ψωμί του το αηδόνι πέφτουν τα φύλλα.

*

Τα παιδιά που παίζουν παριστάνοντας του κορμοράνους, είναι συχνά πιο όμορφα από τους κορμοράνους.

*

Δεν ξέρω οι άνθρωποι… πάντως τα σκιάχτρα κάποτε λυγίζουν.

*

Κοιμάται, ξυπνάει, χασμουριέται η γάτα και πάει να κάνει έρωτα.

*

Ζούμε σκαρφαλωμένοι στη σκεπή της κόλασης για να δούμε τα λουλούδια.

*

Άνοιξη στο καλύβι μου: μια ομίχλη σαν γιγάντια φιγούρα κάποιου που κοιμάται.

*

Ο τόπος μου: ακόμα κι η ομίχλη είναι αρχαία.

*

Η ζέστη σήμερα θολώνει τα πάντα: ετούτοι οι δυο τάφοι μοιάζουν με παλιούς καλούς φίλους.

*

Στο τέλος τέλος, το νέο χορτάρι είναι… ε, ναι, λοιπόν: νέο!

*

Όταν το αηδόνι κρύβεται στο πεύκο… τραγουδάει το πεύκο!

*

Τιθασεύοντας τη σάρκα κινείται ανάμεσα στ’ αγκάθια… το βατράχι.

*

Το γέρικο σκυλί κοιτάζει σαν ν’ ακούει τα σκουλήκια να τραγουδούν βαθιά στη γη.

*

Ο κόσμος: να βαράς μύγες σ’ ένα μικρό χέρσο χωράφι.

*

Ξημερώνει. Οι άνθρωποι φορούν τα πρόσωπά τους.

*

Όσο πετούν μπεκάτσες, οι άνθρωποι θα πεθαίνουν.

*

Το ίδιο σκοτάδι φορούν οι άνθρωποι, όταν πέφτουν τα φύλλα στα βουνά.

*

Όπου γυρίσω να κοιτάξω: βιολέτες. Τι μοναξιά κι αυτή!

*

Από πού έρχονται τα ουράνια τόξα;

*

Πώς άνθισαν έτσι τα λιβάδια; Κάτι κάνει εκεί κάτω ο νεκρός πατέρας μου.

*

Στο κεφάλι του αρχιερέα κάνουν έρωτα οι μύγες.

*

Πεθαίνουμε ένας ένας. Σε λίγο αρχίζει η γιορτή των καντηλιών.

*

Κάθε Πρωτοχρονιά, ξαναγίνομαι παιδί. Κάτι είναι κι αυτό!

*

Δύο πρώτου: γεράσανε κιόλας τα χέρια μου.

*

Ω θεέ της νέας χρονιάς, βοήθησέ μας ν’ αντέξουμε κι ετούτη τη χρονιά!

Ο ποιητής και βουδιστής ιερέας Kobayashi Issa, ένας από τους τέσσερις κορυφαίους του ιαπωνικού χαϊκού, γεννήθηκε στις 15 Ιουνίου του 1763, στο χωριό Kashiwabara –σήμερα τμήμα της πόλης Shinano-machi, της κεντρικής Ιαπωνίας– και έχασε τη μητέρα του σε ηλικία τριών ετών· ο πατέρας του ξαναπαντρεύτηκε, γεγονός που τον έκανε παιδί μοναχικό και αλλοπρόσαλλο. Δε γνωρίζουμε πού και πώς έμαθε γράμματα.

Ούτε πώς έγινε ιερέας. Από τα δεκατέσσερα μέχρι τα τριάντα οχτώ του χρόνια περιηγήθηκε την Ιαπωνία. Παντρεύτηκε δύο φορές και έχασε τρία παιδιά και την πρώτη του σύζυγο. Έγραψε περί τα 20.000 χαϊκού.

Η ποίησή του είναι σταθερά προσηλωμένη στην ανθρώπινη τραγωδία. Η ανθρώπινη ύπαρξη σχετίζεται με τη φύση ειρωνικά. Το μέγεθος του ανθρώπινου παραλογισμού φαίνεται από τη σύγκριση των πράξεών του με τις φυσικές διαδικασίες.

Ο Κομπαγιάσι Ίσα πέθανε στις 19 Νοεμβρίου 1827, στο σπίτι όπου γεννήθηκε.

μεταγραφή: Γιώργος Μπλάνας

Πηγή: diastixo

antikleidi.com

Ποίηση

Να σου γλείψω τα χέρια, να σου γλείψω τα πόδια –
η αγάπη κερδίζεται με την υποταγή.
Δεν ξέρω πως αντιλαμβάνεσαι εσύ τον έρωτα.
Δεν είναι μόνο μούσκεμα χειλιών,
φυτέματα αγκαλιασμάτων στις μασχάλες,
συσκότιση παραπόνου,
παρηγοριά σπασμών.
Είναι προπάντων επαλήθευση της μοναξιάς μας,
όταν επιχειρούμε να κουρνιάσουμε σε δυσκολοκατάχτητο κορμί.

Ποίηση

Δειλινό. Κόπασε το μελτέμι. Λαμποκοπάει η μουσκεμένη αμμουδιά κάθε που αποτραβιέται η θάλασσα. Το λοξό πεύκο συλλογιέται. Συλλογιόμαστε και μεις μαζί του, τραβάμε στον άμμο γραμμές, γράφουμε κάτι ψηφία, κάτι ζουγραφιές, μια γοργόνα, μια καρδιά, μια άγκυρα- έτσι, τι να πεις; Θέλεις κάτι να φτιάξεις, να δώσεις, για να γιομίσει ο καιρός, να ξανασάνεις.

Κρατάς στα χέρια την ημέρα σαν ένα γράμμα μέσα στον άσπρο φάκελο. Θα γράψεις τη διεύθυνση, δυο λέξεις μόνο: στους ανθρώπους.

Τίποτ’ άλλο. Θα ’ναι κει μέσα ένα κομμάτι θάλασσα, ένα άστρο, τρεις-τέσσερις πευκοβελόνες -η χαρά σου.

Και θα χαμογελάς στον ύπνο σου. Όπου να ’ναι θα πάρουν το γράμμα. Θα τ’ ανοίξουν. Θα ξεδιπλώσουν την θάλασσα. Διαβάζουν. Πώς φέγγουνε τα μάτια τους. Είναι λοιπόν τόσο δύσκολο να χαίρουνται οι άνθρωποι; «Ποιοί κλέβουν απ’ τα μάτια μας το φως;». Έτσι ρωτούσαμε άλλοτες. Τώρα το ξέρουμε. Δεν το ρωτάμε πια. Μονάχα πολεμάμε.
Ο ήλιος λέει: «Είμαι δικός σας

. Πάρτε με. Βγάλτε απ’ τη μέση κείνον που με φράζει» .

H θάλασσα λέει: «Είμαι δικιά σας». Το ίδιο κι ο αγέρας και το δέντρο και ο ουρανός κι η γης: «Πάρε με. Δούλεψέ με. Φτιάξε με και φτιάξε τη χαρά σου».
Γράφεις στον άμμο αριθμούς. Μετράς με την καρδιά σου τη χαρά του κόσμου. Μετράς την πίκρα του. Λογαριάζεις τα έξοδα της μέρας, τις έγνοιες σου, σα να λογαριάζεις τα έξοδα που ’κανες για ν’ αγοράσεις παιχνίδια στα παιδιά, φανέλες για τους φαντάρους, τσεμπέρια για τις μανάδες.

Ναι, κάτι φτιάξαμε. Κάνεις, τη σούμα: πιστεύω.
Ήσυχα, σιωπηλά η βραδιά μαζεύει τα χρώματα σαν την καλή νοικοκυρά που μαζεύει απ’ το σκοινί της πλύσης τα κόκκινα μεσοφόρια και τα πράσινα βρακιά, τις θαλασσιές ποδιές και τις μυριόπλουμες βελέντζες. Μια γλυκιά μυρουδιά. Φύκια και ρετσίνι. Νοτισμένη ζέστα. Κάπου αναμμένο κάρβουνο. Κει πίσω από το βουναλάκι θα σιδερώνει η βραδιά τη νυχτικιά της. Άναψε κιόλας τη λάμπα της. Το πρώτο αστέρι.
Αράζει μια τράτα. Τραβάνε σιωπηλά τα δίχτυα. Γυμνά τα πόδια μπήγουνται στον άμμο. Λοξά τα κορμιά. Τεντωμένα τα νεύρα. Τα μούσκουλα πετάγονται στα μπράτσα και στα μπούτια. Βαθιές χαρακιές αυλακώνουν τα λιοκαμμένα πρόσωπα. Δύο νέοι σταματάνε δίπλα τους. Κουβεντιάζουν,
-Τι μόχτος. Και μπορεί να μην πιάσουν μήτε ένα ψάρι.
-Μόχτος δίχως πλερωμή.
-Αλλιά σε κείνονε που δε μοχτεί καθόλου.
-Άδεια ζωή.
-Ναι.
-Τώρα μοχτούνε όλοι για μια φούχτα ανθρώπους.
-Είδες και πάλι τόσα φτιάξανε.
- Ναι, μα με πόση πίκρα, πόσα βάσανα…
-Σκέψου μεθαύριο που καθένας θα δουλεύει για όλους και όλοι για τον καθένανε. Τι βλογημένος μόχτος. Τι χαρούμενος μόχτος.
-Ω, τότες…
- Ναι, τώρα χρωστάμε να μοχτούμε για τούτο το τότες, για μας, για ούλο τον κόσμο. Για βάλτο με το νου σου. Να φτιάχνεις κάτι όχι για σένα και για δύο ή για πέντε άλλους. Να φτιάχνεις κάτι και να λες: «Αυτό ’ναι για όλους και για μένα». Να ξέρεις πως προσμένουνε να το δεχτούν χιλιάδες. Χιλιάδες νομάτοι να το χαίρουνται. Και συ να χαίρεσαι χιλιάδες χαρές. Για σκέψου το. Τι κέφι τότες να δουλεύεις. Τσιτώνεται η καρδιά. Φουσκώνουν της ψυχής τα μούσκουλα. Να δίνεις όλης της ψυχής σου τ’ αγαθά για να τα βρίσκεις χιλιαπλάσια στις ψυχές όλου του κόσμου.
-Ω, τότες, ναι.
-Και τώρα, ναι, για το τώρα που φτιάχνει το τότες.
Βραδιάζει για τα καλά. Οι ψαράδες τραβάνε τα δίχτυα. Πάνου στα λιοφρυγμένα τους γυμνά κορμιά τρεμουλιάζει ρίγες-ρίγες ή γαλαζωπή αντιφεγγιά της θάλασσας. Ένα τραγούδι αγαπημένο έρχεται από πέρα, απ’ τις σκηνές της ακρογιαλιάς:

Όσα βλέπουμε μπροστά μας
απ’ τα χρόνια τα παλιά
στη δουλειά μας τα χρωστάμε
ζήτω, ζήτω η εργατιά.

Μας ξέρει τούτο το τραγούδι. Το ξέρουμε. Χιλιάδες κόσμος έχει βάλει την καρδιά του μέσα σε τούτο τον απλό σκοπό. Η πίστη, τ’ όνειρο, ο αγώνας. Μια μεγάλη ιστορία. Πολύ καρδιοχτύπι, πολύ αίμα, πολλή ελπίδα κι ενθουσιασμός. Ακούμε τούτο το τραγούδι, κοιτάμε τους ψαράδες, θυμόμαστε κείνους τους άλλους ψαράδες, πίσω απ’ τα χρόνια, θυμόμαστε κείνον το γέρο περβολάρη που μοχτούσε ως τα στερνά του, κλαδεύοντας τα δέντρα, φυτεύοντας τα νια βλαστάρια, ποτίζοντας.
-Παππού, του λέγαμε. Δεν κάθεσαι μια σταλιά να ξανασάνεις;
-Έτσι ξανασαίνω, γιε μου.
-Και δεν κουράζεσαι;
-Άμα κάθουμαι κουράζομαι. Σα βουληθεί ο Θεός θα σταματήσω. Μα και κει πάνου λέω ναν του ζητήσω να μ’ αφήκει να περιποιέμαι τα δέντρα του. Και δε θα ’βγει ζημιωμένος. Θαν του φτιάξω, μάτια μ’, κάτι δεντρά που θαν του σπάνε τα ρουθούνια απ’ τη μοσκοβολιά τους.
-Και πού το ξέρεις, παππού, πως εκεί πάνου έχει δέντρα;
-Αμ’ δα στραβός είμαι και δε γλέπω; Τι άλλο, μαθές, είναι τ’ αστέρια πάρεξ τα λουλούδια πού ’χουνε τα δέντρα τ’ ουρανού; Πες λεμονιές, πες αχλαδιές, πες μηλίτσες. Και δεν σε παίρνει κάθε βράδυ η μοσκοβολιά που ’ρχεται από κει ψηλά; Το μεσονύχτι που κοιμάσαι στην ταράτσα σου περουνιάζουνε τα σπλάχνα τούτες οι ευωδιές. Μα κι αν δεν έχει πάλι, θα φυτέψω εγώ. Θα πάρω κάμποσους σπόρους στο μαντήλι μου.
Πότιζε το περβόλι και κουβέντιαζε. Καμάρωνε τα νιόβγαλτα δεντράκια. Έπλενε τα φύλλα. Στύλωνε τα στραβά κορμιά. Κάτι μουρμούριζε. Το νοτισμένο χώμα ευωδίαζε. Μια λεμονίτσα τέντωνε γυαλιστερά τα δυνατά της φύλλα.
- Τη βλέπεις τούτη δω την κοπελίτσα. Ξεφάντωσε. Να, να. Πέρσι ήταν μια σταλίτσα, τόση δα. Μ’ έφτανε ίσαμε δώ· λίγο πιό πάνου απ' το γόνα. Τώρα τραβάει τ' αψήλου, μου ’γινε της παντρειάς. Κοντεύει να με ξεπεράσει. Έ, έ, κυρά, μη βιάζεσαι. Βλέπεις, θέλει να διεί όξω απ' τη μάντρα. Καλά. Σώπα. Του χρόνου πια ποιός μας κρατάει; Έτσι να, κάθε κλαδάκι που φυτρώνει λέω πως κέρδισε ο ντουνιάς μια ζωή. Και περφανεύουμαι του λόου μου πως βόηθηξα και γώ το Θεό σε κάτι. Κάθε που ξεμυτίζει ένα καινούριο φύλλο λέω και ξεμυτίζει ένα φτερό στη ράχη μου.

Θαρρώ σε λίγο πως φτερό με το φτερό θα μου δεθούν φτερούγες και θα πετάξω ανάλαφρος πάνου απ' τα δέντρα. Μην το γελάς.

Τί 'τανε πέρσι τούτο δα; Μια σπιθαμή πράμα. Τώρα μου δίνει κάθε μεσημέρι δυο οργιές ίσκιο. Μπορούνε να σταλιάσουν μια χαρά δυο προβατίνες κάτου του. Του χρόνου θα κοιμάμαι γω στη σκιά του. Κι απέ θα δώσει και λουλούδι και καρπό. Κάτι μεγάλα ζουμερά λεμόνια. Θα φτιάχνουν σούπες που θα γλείφουνε τα χείλια τους. Έ, και σα λείψω εγώ τούτο το δέντρο το δικό μου θα μείνει. Άλλοι θα κάτσουνε στον ίσκιο του, άλλοι θα φάνε τα λεμόνια του, κι ας μη με συλλογιούνται εμένα, εγώ θα βρίσκουμαι ολοσούσουμος μέσ' στη χαρά τους, μέσα στον ίσκιο, μέσα στο λεμόνι.
Ναι, ναι και μέσα στο λεμόνι που οι άλλοι, λέω τ' αδέρφια μου, θα τρώνε και
θα χαίρουνται. Και γω θα χαίρουμαι. Μη δα είναι λίγο τούτο να;

Κείνος ο περβολάρης. Το τραγούδι απόμακρα, πάνου απ' τις σκηνές. Σπιθίζει η θάλασσα. Μέσα στα δίχτυα σπαρταρούν τα ψάρια, αστράφτουν. Ο άγιος μόχτος. Είναι μια δυνατή σιωπή μέσα στο βράδυ. Αντίκρυ ανάψανε τα φώτα. Ρίχνουμε και μείς τα δίχτυα της ψυχής μας μέσα στον ουρανό, μέσα στη θάλασσα, μέσα στον κόσμο. Να πιάσουμε ένα αστέρι, μια φωνή, κάποιο τραγούδι. Κάτι να δώσουμε και μείς, κάτι να πάρουμε. Ο φάκελος της μέρας κολλημένος. Μια απλή διεύθυνση: Στους ανθρώπους. Όχι. Στ' αδέρφια μας. Θα ξεδιπλώσουν τη θάλασσα. Θα διαβάσουν.

Πώς φέγγουνε τα μάτια τους. Χαμογελάνε. Ένα χαμόγελο δικό μας.

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος αρ. 19 του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα (1945)

Ποίηση

Είναι το όνειρο, είναι ο στόχος, η επιθυμία..
Είναι αυτό που τρομάζει τους περισσότερους...
Η διάγνωση, η διαπίστωση, το τώρα της σκόνης της ψυχής το «νοικοκύρεμα»
Η σκόνη στα μάτια της ψυχής απόψε..
Ε και;;; Παίζει, αγωνίζεται, πνίγεται στους δρόμους της ανάσας μου
Τι κρίμα, πάει χαμένη στους δρόμους 
Της το είπα να μην γιορτάζει ...
Είναι το όνειρο της ταχύτητας, του καθωσπρεπισμού..
Μα τι αγωνία, πάει χαμένει ας πάει
 εκει να δεις απόσταση, απόρριψη
Μα δεν μπορώ να ζω έτσι, παράπονο μου
Τώρα έρχεται η φωνή της συναυλίας να λέει...Επιθυμία με χρυσά γράμματα!
Και αυτη η μυρωδιά της βροχής απόψε.....
Με κάνει ανήμπορη να σκεφτώ πόσο πολύ σ΄αγαπώ...
Ναι πολύ...
Ο στόχος είναι η φωνή και η επιθυμία μου μαζί με τη μυρωδιά της καταιγίδας..
Αχ μη χαθώ απόψε...παράπονο μου για να σου πω σ΄αγαπώ...
Απόψε νύχτα της βροχής, της διάγνωσης και της απόστασης.....είσαι πολύ μακριά..
Η σκέψη της ψυχής αλλάζει λίγο λίγο με πόνο και κόπο
γδέρνοντας τη σάρκα μου!

Γράφει η Μίκα Καππάτου

forwoman.gr

Ποίηση


Χαλίλ ΓκιμπράνΝα είσαι ευγνώμων για τις δύσκολες στιγμές. Σου έδειξαν πόσο δυνατός μπορείς να είσαι.


Στο παγκόσμιο κοινό είναι γνωστός ως «ο άνθρωπος από το Λίβανο»… Ο σπουδαίος ποιητής, φιλόσοφος και καλλιτέχνης. Xαλίλ Γκιμπράν..
Ένα από τα αριστουργήματα που έγραψε, είναι και το έργο του «Ο Κήπος του Προφήτη» που εκδόθηκε το 1923.

Ας διαβάσουμε απόσπασμα από αυτό, καθώς και μερικές φράσεις του από τη σημαντική πνευματική κληρονομιά που μας άφησε…

«Το έθνος να λυπάστε αν φορεί ένδυμα που δεν το ύφανε.

Ψωμί αν τρώει αλλά όχι απ` τη σοδειά του.

Κρασί αν πίνει, αλλά όχι από το πατητήρι του.

Το έθνος να λυπάστε που δεν υψώνει τη φωνή παρά μονάχα στη πομπή της κηδείας.

Που δεν συμφιλιώνεται παρά μονάχα μες τα ερείπιά του.

Που δεν επαναστατεί παρά μονάχα σαν βρεθεί ο λαιμός του ανάμεσα στο

σπαθί και την πέτρα.

Το έθνος να λυπάστε που έχει αλεπού για πολιτικό, απατεώνα για

φιλόσοφο, μπαλώματα και απομιμήσεις είναι η τέχνη του.

Το έθνος να λυπάστε που έχει σοφούς από χρόνια βουβαμένους.»

Να είσαι ευγνώμων για τις δύσκολες στιγμές. Σου έδειξαν πόσο δυνατός μπορείς να είσαι.



Η καλοσύνη είναι αρετή των δυνατών των ανθρώπων.

Δεν υπάρχει απόλυτη αλήθεια.

Είναι οι μικρόψυχοι άνθρωποι εκείνοι που προσπαθούν να εξευτελίσουν τους άλλους.

Το κακό που κάνουν άλλοι σε σένα, είναι πιο εύκολο να το ξεχάσεις, από το κακό που κάνεις εσύ σε άλλους.

Μπορεί να ξεχνάς εκείνους που σε έκαναν να γελάσεις, αλλά δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσεις εκείνους που ήταν δίπλα σου στις πιο σκοτεινές στιγμές.

Τα απλά πράγματα στη ζωή, είναι και τα πιο συναρπαστικά.

Η αγάπη είναι ζωή. Και η ζωή αγάπη.

Πάντα να βάζεις αγάπη στη δουλειά σου.

Για να καταλάβεις την καρδιά και το μυαλό ενός ανθρώπου, δες τι σε εμπνέει να κάνεις.

Η αληθινή αγάπη ποτέ δεν είναι κτητική.

Προσπάθησε να αντιμετωπίζεις τους κακούς τρόπους των ανθρώπων με ευχάριστο τρόπο.

Η αγάπη συνδέει τα πάντα μέσα σε μια απόλυτη αρμονία.

Δες και τη θετική πλευρά της ζωής.

Δεν βλέπουμε τα πράγματα όπως είναι στην πραγματικότητα. Τα βλέπουμε σύμφωνα με το ποιοι είμαστε εμείς.

Η αληθινή αγάπη δημιουργείται όταν δυο άνθρωποι βρεθούν κοντά, πρώτα στο πνεύμα.

Αφήστε χώρο στις σχέσεις σας.

Αν προσεύχεσαι όταν βρέχει, θυμήσου να προσευχηθείς και όταν έχει λιακάδα.

Όταν δίνεις ολόκληρο τον εαυτό σου, τότε δίνεις πραγματικά.

Η αληθινή ομορφιά πηγάζει από μέσα μας.



Τα παιδιά σου δεν σου ανήκουν. Είναι γιοι και κόρες, της ίδιας της ζωής.
Κάθε σχέση πρέπει να είναι ελεύθερη από δεσμά.

Να είσαι ευγνώμων για τα καλά και τα άσχημα στη ζωή σου. Και τα δύο σου δίδαξαν κάτι.

Η στάση σου απέναντι στη ζωή, θα καθορίσει και τη στάση της ζωής απέναντί σου.

Ο φίλος που βρίσκεται μακριά, καμιά φορά είναι πιο κοντά σου από εκείνον που ζει στη διπλανή πόρτα.

klik.gr

spiritalive.gr

Ποίηση

Η Λιτανεία της ψυχής μου
Είναι η βόλτα στο διάβα της ζωής...
Αναπολώ το παιδί που βρίσκεται μέσα μου και, 
Το κρύβω σαν θησαυρό

Γρατζουνάω τη σάρκα μου κάθε λίγο και αναρωτιέμαι...
Πόσοι ακόμα συνοδοιπόροι υπάρχουν;
Η λιτανεία της ψυχής είναι το σίγμα το τελικό..
εκεί που τελειώνει η διαδρομή

Διανύουμε το ΣΤΟΠ των σκέψεων και εξελίξεων..
Διανύουμε το τίποτα

Και τώρα;

Να θυμηθώ να σε φωνάξω
Να θυμηθώ να σ΄αγκαλιάσω
Να θυμηθώ να σ΄αγαπήσω
Να θυμηθώ να σε ξεχάσω
Να θυμηθώ να ερημώσω την αυλή μου
Να θυμηθώ να πω αλήθεια...
Να θυμηθώ να τραγουδήσω
Να θυμηθώ να χαρώ, να φύγω πέρα απ΄το σκουριασμένο ήλιο
στην αιωνιότητα της ψυχής που δεν έδωσα...

Να περάσω από εκεί που περνά ο δρόμος των ματιών...
Να θυμηθώ να ΕΙΜΑΙ εκεί  για μένα, για σένα για όλους!

 

Της Μίκας Καππάτου

forwoman.gr

Ποίηση

Έξω φυσάει δυνατά αυτός ο αέρας πια λυσσομανάει θεέ μου...
και εγώ μέσα, περιμένω το κακό να ρθει..Κλείνω τ αυτιά μου , σε εκλιπαρώ σταμάτα, φοβάμαι.
Έρχονται στη μνήμη μου στιγμές-οι στιγμές μας, από εκείνο το χειμώνα που ήμασταν μαζί..
Βάζω λίγο κόκκινο κρασί στο ποτήρι μου, ακούγωντας το αγαπημένο μας τραγούδι και χαλαρώνω
Έξω τρομακτικά....
Είναι η στιγμή που νιώθω ότι έρχεσαι ξανά και ξανά...να χτυπάς τη πόρτα..
Πόσο έντονα νιώθω.... Ο φόβος, η νοσταλγία, η προσμονή, οι αναμνήσεις, η ελπίδα
Ναι χτυπάς τη πόρτα μου..
Πόσο θα΄θελα να ήσουν εδώ..
Πόσο θα΄θελα να μ΄άγκαλιάζεις..
Πόσο θα΄θελα να μ΄αγαπάς..
Χέρια μου λυπημένα, μαζεμένα και μάλλον άδεια...
Φυσάει απόψε δυνατά ο αέρας, σαν να θέλει κάτι να μου πει..
Μήπως μου στειλες μήνυμα;
Μήπως γύρισες, γυρνάς;
Μου ΄ρχεται αυτή την άδεια αγκαλιά να τη βάψω με κόκκινο χρώμα..
Το κόκκινο της φωτιάς, του πάθους, της αγάπης...Έτσι μπας και γυρίσεις...
Μέχρι να τελειώσω το κρασί μου, σε περιμένω μέσα στο κόκκινο του έρωτα...
Να σε τυλίξω παντού να ζεσταθείς!
Με το ύφασμα της πίστης και της καρδιάς μου σε μια  κόκκινη αγκαλιά...
Αρκεί να ρθεις...

Από Μίκα Καππάτου

forwoman.gr

Η ταινία της εβδομάδος

Maria by Callas

Ντοκιμαντέρ για τη σπουδαιότερη σοπράνο του προηγούμενου αιώνα. 

 

 

 

 

 

 

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin