Αυγούστου 16, 2018

Ποίηση

“Tόσες φορές στη ζωή μου, η πραγματικότητα με είχε απογοητεύσει, γιατί τη στιγμή που την συνελάμβανα, η φαντασία μου, που ήταν το μόνο όργανό μου για να χαρώ την ομορφιά, δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της, σύμφωνα με τον αδήριτο νόμο που λέει πως δεν μπορεί κανείς να φαντάζεται παρά μόνον αυτό που είναι απόν.

Και να που ξαφνικά το αποτέλεσμα αυτού τού σκληρού νόμου βρέθηκε εξουδετερωμένο, από ένα υπέροχο τέχνασμα τής φύσης, που έκανε να φαντάζει μια αίσθηση – ο θόρυβος τού πιρουνιού και τού σφυριού, ο ίδιος τίτλος βιβλίου κ.λ.π. -ταυτοχρόνως στο παρελθόν, πράγμα που επέτρεπε στη φαντασία μου να το γευτεί, και στο παρόν, όπου η πραγματική ενεργοποίηση των αισθήσεών μου από τον θόρυβο, την επαφή με το ύφασμα κ.λ.π. είχε προσθέσει στα όνειρα τής φαντασίας αυτό που συνήθως τούς λείπει, την ιδέα τής ύπαρξης, και χάρη σ’ αυτήν την υπεκφυγή είχε επιτρέψει στον εαυτό μου να αποκτήσει, να απομονώσει, να ακινητοποιήσει – για το διάστημα μιας αστραπής – αυτό που δεν συλλαμβάνει ποτέ: ένα κομμάτι καθαρού χρόνου.

Το ον που αναγεννήθηκε μέσα μου, όταν με τέτοια ανατριχίλα χαράς είχα ακούσει τον θόρυβο, κοινό και για το κουτάλι που ακουμπάει στο πιάτο και για το σφυρί που χτυπάει τον τροχό, όταν είχα νοιώσει την ανισότητα των βημάτων μου πάνω στα σκαλοπάτια τής αυλής των Γκερμάντ και τού βαπτιστηρίου τού Αγίου Μάρκου, αυτό το ον δεν τρέφεται παρά με την ουσία των πραγμάτων, μόνο σ’ αυτήν βρίσκει την επιβίωσή του, τις απολαύσεις του. Μαραίνεται στην παρατήρηση τού παρόντος, το οποίο δεν μπορούν να τού προσφέρουν οι αισθήσεις, στην αντιμετώπιση ενός παρελθόντος, το οποίο η ευφυία του αποστεγνώνει, στην αναμονή ενός μέλλοντος, το οποίο η θέληση κατασκευάζει με τα θραύσματα τού παρόντος και τού παρελθόντος, από την πραγματικότητα των οποίων και πάλι αφαιρεί, κρατώντας από αυτά ό,τι ταιριάζει στον ωφελιμιστικό σκοπό, στενά ανθρώπινο, που τούς αποδίδει.

Αλλά αρκεί ένας θόρυβος, μια μυρουδιά, που ακούστηκε ή μυρίστηκε κάποτε, να παρουσιαστούν ξανά, ταυτοχρόνως μέσα στο παρόν και μέσα στο παρελθόν, πραγματικοί χωρίς να είναι επίκαιροι, ιδανικοί χωρίς να είναι αφηρημένοι, ώστε αμέσως η διαρκής και συνήθως κρυμμένη ουσία των πραγμάτων να βρεθεί ελεύθερη και ο πραγματικός εαυτός μας, που ενίοτε για καιρό έμοιαζε νεκρός, αλλά δεν ήταν τελείως, να ξυπνήσει, να ζωντανέψει δεχόμενος την θεία τροφή που τού προσφέρεται. Ένα λεπτό απελευθερωμένο από την τάξη τού χρόνου επαναδημιούργησε μέσα μας, για να μπορέσει αυτός να το νοιώσει, τον άνθρωπο απελευθερωμένο από την τάξη τού χρόνου. Και γι αυτό είναι κατανοητό να εμπιστεύεται τη χαρά του, ακόμα κι αν η γεύση απλώς ενός μπισκότου δεν μπορεί να περικλείει τις αιτίες αυτής τής χαράς, είναι κατανοητό η λέξη “θάνατος” να μην έχει νόημα γι’ αυτόν. Αφού βρίσκεται έξω από τον χρόνο, τι μπορεί να φοβάται από το μέλλον; Σ’ αυτήν την στοχαστική παρατήρηση τής ουσίας των πραγμάτων ήμουν τώρα αποφασισμένος να προσκολληθώ, να την αποτυπώσω, αλλά πώς; Με ποιo μέσο;

“Δεν ήθελα πια να αφήσω το εαυτό μου σε ψευδαισθήσεις για άλλη μια φορά, γιατί επρόκειτο να γνωρίσω πλέον, αν ήταν πράγματι δυνατόν να πετύχω αυτό που, πάντοτε απογοητευμένος όπως ήμουν απ’ την παρουσία των τόπων και των ανθρώπων, είχα (μολονότι για μια φορά ένα κομμάτι μουσικής τού Βεντέιγ πήγε να με πείσει για το αντίθετο) πιστέψει ως ακατόρθωτο. Δεν επρόκειτο λοιπόν να πειραματιστώ και πάλι προς την κατεύθυνση που από καιρό ήξερα πως δεν οδηγεί πουθενά. Εντυπώσεις σαν αυτές που γύρευα να αποτυπώσω δεν μπορούσαν παρά να εξαφανιστούν, αν ερχόντουσαν σε επαφή με μιαν άμεση απόλαυση που υπήρξε ανίκανη να τις γεννήσει. Ο μόνος τρόπος να τις γευτώ περισσότερο, ήταν να προσπαθήσω να τις γνωρίσω περισσότερο εκεί όπου βρισκόντουσαν, δηλαδή μέσα μου, να τις αποσαφηνίσω μέχρι τα βάθη τους…

“Διότι οι αλήθειες τις οποίες η ευφυία συλλαμβάνει ευθέως, στο ξέφωτο τού κόσμου, έχουν κάτι το λιγότερο βαθύ, το λιγότερο αναγκαίο από αυτές που η ζωή, άσχετα από εμάς, μάς μετέδωσε μέσα σε μιαν εντύπωση, υλική αφού μπήκε από τις αισθήσεις μας, τής οποίας όμως μπορούμε να ανασύρουμε το πνεύμα. Στο κάτω-κάτω και στη μια και στην άλλη περίπτωση, είτε πρόκειται για εντυπώσεις σαν κι αυτές που μούχε δώσει η θέα των καμπαναριών τής Μαρτενβίλ, είτε για υποσυνείδητες μνήμες σαν την ανισότητα των σκαλοπατιών ή σαν την γεύση των μπισκότων, έπρεπε να προσπαθήσω να τις ερμηνεύσω σαν σημεία ισάριθμων νόμων και ιδεών, επιχειρώντας να σκεφτώ, δηλαδή να βγάλω απ’ το σκοτάδι, αυτό που είχα νοιώσει, να το μετατρέψω σε ένα πνευματικό αντίστοιχο. Άρα, αυτό το μέσον που μού φαινόταν το μοναδικό, τι άλλο ήταν από το να κάνω ένα έργο τέχνης;

“Όσο για το εσωτερικό βιβλίο με τα άγνωστα σημεία (σημεία ανάγλυφα, τα οποία η προσοχή μου ερευνώντας το ασυνείδητό μου, επρόκειτο να ερευνήσει, σαν ένας δύτης που ψάχνει) για την ανάγνωση των οποίων κανένας δεν μπορούσε να με βοηθήσει με κάποιον κανόνα, αυτή η ανάγνωση συνιστούσε μια πράξη δημιουργίας όπου κανείς δεν μπορεί να μάς υποκαταστήσει, ούτε ακόμα και να συνεργαστεί μαζί μας. Γι αυτό πόσοι δεν αποφεύγουν το γράψιμο! Πόσες υποχρεώσεις δεν αναλαμβάνουν για να αποφύγουν αυτήν! Κάθε γεγονός, είτε είναι η υπόθεση Ντρέυφους είτε ο πόλεμος, είχε προσφέρει νέες δικαιολογίες στους συγγραφείς για να μην αποκρυπτογραφήσουν αυτό το βιβλίο. Ήθελαν να εξασφαλίσουν τον θρίαμβο τού Δικαίου, να ξανακάνουν την ηθική ενότητα τού Έθνους, δεν είχαν καιρό να σκεφτούν τη λογοτεχνία. Αλλά δεν ήταν παρά δικαιολογίες, γιατί δεν είχαν, ή δεν είχαν πια, ιδιοφυία, δηλαδή ένστικτο. Διότι το ένστικτο υποδεικνύει το καθήκον και η ευφυία προσφέρει τις δικαιολογίες για να το αποφεύγουμε. Μόνο που οι δικαιολογίες δεν υπάρχουν στην τέχνη, οι προθέσεις δεν μετράνε…

“Και ίσως να είναι πιο πολύ η ποιότητα τής γλώσσας παρά το είδος τής αισθητικής που μας κάνει και μπορούμε να κρίνουμε τον βαθμό τον οποίο έφτασε η καλλιτεχνική και ηθική δουλειά. Αλλά, και αντιθέτως, αυτή η ποιότητα τής γλώσσας, που οι θεωρητικοί νομίζουν ότι μπορούν να αγνοήσουν, δεν αποδεικνύει, για τους θαυμαστές των θεωρητικών, μεγάλη καλλιτεχνική αξία, αξία που για να την καταλάβουν έχουν ανάγκη να την δουν να εκφράζεται απευθείας και στην οποία δεν οδηγούνται από την ομορφιά μιας εικόνας. Eξ ου και ο χονδροειδής πειρασμός για τον συγγραφέα να γράφει έργα διανοουμενίστικα. Μεγάλη έλλειψη λεπτότητας. Ένα έργο όπου υπάρχουν θεωρίες είναι σαν ένα αντικείμενο πάνω στο οποίο ξέχασαν την ετικέτα με την τιμή αγοράς του. Κάνουν λογικές κατασκευές, δηλαδή αλητεύουν, κάθε φορά που δεν έχουν τη δύναμη να πιεστούν να οδηγήσουν μιαν εντύπωση από όλα τα διαδοχικά στάδια που θα καταλήξουν στην αποτύπωση της, στην έκφρασή τους…

“Ακόμα και μέσα στις καλλιτεχνικές χαρές, που αναζητεί κανείς για την εντύπωση που δίνουν, καταφέρνουμε όσο γίνεται γρηγορότερα να παραμερίσουμε, ως μη δυνάμενο να εκφραστεί, αυτό ακριβώς που είναι η ίδια αυτή η εντύπωση, και να προσκολληθούμε σ’ αυτό που μας επιτρέπει απλώς να νοιώσουμε την απόλαυση, χωρίς να την γνωρίσουμε εις βάθος, και να νομίζουμε ότι το μεταδίδουμε σε άλλους εραστές τής τέχνης, με τούς οποίους ο διάλογος θα είναι εφικτός, μια και θα τούς μιλάμε για ένα πράγμα που είναι το ίδιο και γι αυτούς και για μάς, αφού προηγουμένως θα έχουμε αφαιρέσει την προσωπική ρίζα τής ίδιας τής εντύπωσής μας.

Και στις στιγμές που είμαστε οι πλέον ανιδιοτελείς θεατές τής φύσης, τής κοινωνίας, τού έρωτα και αυτής τής τέχνης, όπως κάθε εντύπωση είναι διπλή, μισοχωμένη στο αντικείμενο, με το άλλο μισό να συνεχίζει μέσα μας, το οποίο μόνον εμείς οι ίδιοι θα μπορούσαμε να γνωρίσουμε, βιαζόμαστε να παραμελήσουμε αυτό το δεύτερο, το μόνο στο οποίο θάπρεπε να προσκολληθούμε, και δεν υπολογίζουμε παρά το άλλο μισό, το οποίο επειδή δεν μπορεί να ερευνηθεί σε βάθος, αφού είναι εξωτερικό, δεν θάναι για μας αιτία καμιάς κόπωσης: το μικρό αυλάκι που η θέα ενός λουλουδιού ή μιας εκκλησίας χάραξε μέσα μας, βρίσκουμε πως είναι πολύ δύσκολο να επιχειρήσουμε να το διακρίνουμε. Αλλά ξαναπαίζουμε το μουσικό κομμάτι, ξαναγυρνάμε να δούμε την εκκλησία, έως ότου -μέσα σ’ αυτή τη φυγή μακριά απ΄ την ίδια τη ζωή μας που δεν έχουμε το θάρρος να αντικρίσουμε και που ονομάζεται πολυμάθεια – τα μάθουμε τόσο καλά, όσο ο πιο σοφός εραστής τής μουσικής ή τής αρχαιολογίας.

Έτσι, πόσοι περιορίζονται σ’ αυτό χωρίς να βγάζουν τίποτα από την εντύπωσή τους, και γερνούν άχρηστοι και ανικανοποίητοι σαν εργένηδες τής Τέχνης. Έχουν τις λύπες πούχουν οι παρθένες και οι τεμπέληδες, τούς οποίους θα γιάτρευε η γονιμοποίηση και η εργασία. Είναι πιο ενθουσιασμένοι για τα έργα τέχνης από τους πραγματικούς καλλιτέχνες, γιατί ο ενθουσιασμός τους με το να μην είναι προϊόν μιας σκληρής εργασίας εμβάθυνσης, ξεχύνεται προς τα έξω, ανάβει τις συζητήσεις τους, κοκκινίζει τα πρόσωπά τους. Νομίζουν ότι εκπληρούν μια πράξη ουρλιάζοντας με όλη τους τη δύναμη: “Μπράβο, μπράβο” μετά την εκτέλεση ενός έργου που αγαπούν……………….. Εν τούτοις όσο γελοίοι κι αν είναι δεν είναι τελείως για περιφρόνηση. Είναι οι πρώτες δοκιμές τής φύσης που θέλει να δημιουργήσει τον καλλιτέχνη, εξίσου άμορφες, εξίσου καταδικασμένες όσο τα πρώτα ζώα που προηγήθηκαν των σημερινών ειδών και που δεν ήταν φτιαγμένα για να διαρκέσουν… Όσο για την απόλαυση που δίνει σε ένα πραγματικά σωστό πνεύμα, σε μια πραγματική ζωντανή καρδιά, η ωραία σκέψη ενός μεγάλου, είναι δίχως άλλο τελείως υγιής, αλλά, όσο πολύτιμοι κι αν είναι οι άνθρωποι που τη γεύονται πραγματικά (πόσοι τέτοιοι υπάρχουν μέσα σε είκοσι χρόνια;) τούς περιορίζει εντούτοις στο να μην είναι παρά η πλήρης συνείδηση κάποιου άλλου…

“Το μεγαλείο τής αληθινής τέχνης είναι να ξαναβρούμε, να ξανακερδίσουμε, να μάς κάνει να γνωρίσουμε, αυτήν την πραγματικότητα μακριά από την οποία ζούμε, από την οποία απομακρυνόμαστε όλο και περισσότερο, στο βαθμό που διογκώνεται και αδιαβροχοποιείται η συμβατική γνώση που βάζουμε στη θέση της, αυτήν την πραγματικότητα που κινδυνεύουμε να πεθάνουμε χωρίς να έχουμε γνωρίσει, και που πολύ απλά είναι η ζωή μας…

“Το ύφος είναι για τον συγγραφέα, όπως και το χρώμα για τον ζωγράφο, θέμα όχι τεχνικής, αλλά οράματος. Είναι η αποκάλυψη, που θάταν αδύνατη με μέσα ευθέα και συνειδητά, τής ποιοτικής διαφοράς που υπάρχει ανάμεσα στο πώς στον καθένα μας παρουσιάζεται ο κόσμος, διαφορά που αν δεν υπήρχε η τέχνη, θα έμενε το αιώνιο μυστικό τού καθενός μας. Μόνο με την τέχνη μπορούμε να βγούμε από τον εαυτό μας, να γνωρίσουμε αυτό που βλέπει ένας άλλος από αυτόν τον κόσμο που δεν είναι ίδιος με τον δικό μας, και τού οποίου τα τοπία θα μάς έμεναν για πάντα το ίδιο άγνωστα μ’ αυτά που μπορεί να υπάρχουν στη σελήνη. Χάρη στην τέχνη αντί να βλέπουμε έναν μόνο κόσμο, τον δικό μας, τον βλέπουμε να πολλαπλασιάζεται, και όσοι πρωτότυποι καλλιτέχνες υπάρχουν, τόσους κόσμους έχουμε στη διάθεσή μας, πιο διαφορετικούς μεταξύ τους από αυτούς που βρίσκονται στο σύμπαν, και πολλούς αιώνες μετά που έσβησε η εστία από όπου έφεγγαν, είτε λέγονταν Ρέμπραντ είτε Βέρμερ, μάς στέλνουν ακόμα την ειδική ακτίνα τους…
“Και όπως η τέχνη επανασυνθέτει ακριβώς τη ζωή, γύρω απ΄ τις αλήθειες στις οποίες φτάσαμε μέσα μας θα κινείται πάντα μια ατμόσφαιρα ποίησης, η γλυκύτητα ενός μυστηρίου που δεν είναι παρά τα ερείπια τής σκιάς που χρειάστηκε να διασχίσουμε, η ένδειξη, σημειωμένη με ακρίβεια, όπως με ένα βαθύμετρο, τού βάθους τού έργου…

“Είναι τα πάθη μας που σχεδιάζουν τα βιβλία μας, η ενδιάμεση ανάπαυλα που τα γράφει…

“Η φαντασία, η σκέψη μπορούν μα είναι από μόνες τους αξιοθαύμαστες μηχανές, αλλά μπορεί να μένουν αδρανείς. Όταν υποφέρεις μπαίνουν μπρος…

“Αυτός ο συγγραφέας ………………θάπρεπε να ετοιμάσει το βιβλίο του με προσοχή, με συνεχείς ανασυγκροτήσεις δυνάμεων, όπως σε μιαν επίθεση, να το υπομένει όπως μια κούραση, να το δέχεται όπως έναν κανόνα, να το κατασκευάζει όπως μιαν εκκλησία, να το ακολουθεί όπως μια δίαιτα, να το υπερνικά όπως ένα εμπόδιο, να το κατακτά όπως μια φιλία, να το θρέφει όπως ένα παιδί, να το δημιουργεί όπως έναν κόσμο, χωρίς να παραβλέψει αυτά τα μυστήρια που δεν έχουν την εξήγησή τους παρά σε άλλους κόσμους, των οποίων η προαίσθηση είναι αυτό που μάς συγκινεί στη ζωή και στην τέχνη. Και μέσα σ’ αυτά τα μεγάλα βιβλία, υπάρχουν τμήματα που δεν υπήρξε χρόνος παρά μόνον για να σχεδιασθούν, και που πιθανόν δεν θα τελειώσουν ποτέ εξαιτίας τού ίδιου τού εύρους των σχεδίων τού αρχιτέκτονα. Πόσες μεγάλες εκκλησίες δεν έμειναν ημιτελείς! Το θρέφουμε, τού ενισχύουμε τα αδύνατα σημεία, το συντηρούμε, αλλά ύστερα, αυτό είναι που μεγαλώνει, που υποδεικνύει τον τάφο μας, τον προστατεύει από τις φήμες και για λίγο χρόνο από τη λήθη. Αλλά, για να ξαναγυρίσω στον εαυτό μου, σκεφτόμουνα πιο ταπεινά το βιβλίο μου, και θάταν ανακρίβεια να πω ότι σκεφτόμουνα αυτούς που θα το διάβαζαν, τούς αναγνώστες μου. Γιατί δεν θα ήταν κατ’ εμέ, αναγνώστες μου, αλλά οι ίδιοι οι αναγνώστες τού εαυτού τους, αφού το βιβλίο μου δεν είναι τίποτε άλλο από ένα είδος μεγεθυντικού φακού, όπως αυτός που πουλούσε ο οπτικός τού Κομπραί. Το βιβλίο μου χάρη στο οποίο θα τούς έδινα το μέσον να διαβάσουν εντός τους…

“Οι πιο μεγάλοι μας φόβοι, όπως οι πιο μεγάλες μας ελπίδες, δεν ξεπερνούν τις δυνάμεις μας, και μπορούμε να καταφέρουμε να κυριαρχήσουμε πάνω στους πρώτους και να πραγματοποιήσουμε τις δεύτερες…

“Είχα ζήσει όπως ένας ζωγράφος που ανεβαίνει ένα μονοπάτι πάνω από μια λίμνη, τής οποίας τη θέα τού κρύβει ένα παραπέτασμα βράχων και δέντρων. Από ένα άνοιγμα την αντικρίζει, την έχει όλη μπροστά του, παίρνει τα πινέλα του. Αλλά ήδη έρχεται η νύχτα και δεν μπορεί πια να ζωγραφίσει και δεν θα ξημερώσει ποτέ πια…

“Ήξερα πολύ καλά ότι το μυαλό μου ήταν ένα πλούσιο σε κοιτάσματα μεταλλείο, όπου υπήρχε μια μεγάλη έκταση από διάφορα πολύτιμα μέταλλα. Θάχα όμως τον καιρό να τα εκμεταλλευτώ; Ήμουνα ο μόνος ικανός να το κάνω. Για δύο λόγους: με τον θάνατό μου θα χανόταν όχι μόνον ο μοναδικός εργάτης ικανός να εξορύξει τα μεταλλεύματα, αλλά και το ίδιο το κοίτασμα…

“Χωρίς αμφιβολία όταν κάποιος είναι ερωτευμένος με ένα έργο τέχνης θάθελε να κάνει κάτι ολόιδιο. Πρέπει όμως να θυσιάζει τον έρωτα εκείνης τής στιγμής, να μη σκέπτεται το γούστο του, αλλά μιαν αλήθεια που δεν μάς ζητάει τις προτιμήσεις μας και που μας απαγορεύει να τις σκεφτόμαστε. Και μόνον αν την ακολουθήσεις θα συναντήσεις μερικές φορές αυτό που εγκατέλειψες.”

Αποσπάσματα από το πολύτομο έργο του Μάρσελ Προυστ, “Αναζητώντας το Χαμένο Χρόνο” και συγκεκριμένα από τον τελευταίο τόμο, ” Ο Ανακτηθείς Χρόνος”

Πηγή: http://erleichda-7.blogspot.com

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Ποίηση

Κι η σημερινή μέρα είναι άλλη μέρα....

"Δέξου το χρώμα όπως σου δίνεται,
μάθε πώς σου δίνεται το καθένα,
μερικά φυτά βάφουν,
άλλα παίρνουν δύναμη από αλλού,
από τη στάχτη του δέντρου,
τα πετρώματα της γης,
δώσε δύναμη σε αδύναμα, παιδί μου,
και τα χρώματα θα γίνουν καλά.

Θα έρθει το κόκκινο της δύσης,
το κίτρινο της ζεστής άμμου,
θα έρθει το πράσινο, η ζωή του φυτού,
θα έρθει το μαύρο από τα σύννεφα που φέρνουν
τη βροχή, θα έρθει.

'Όλα τα χρώματα θα έρθουν, παιδί μου...
Μα μη θελήσεις να επαναλάβεις ένα χρώμα σαν το παλιό".

 

Η σημερινή μέρα είναι άλλη μέρα.
Τα χρώματα που θα έρθουν είναι πολλά,
κανένα δεν είναι το ίδιο με το άλλο
κι όσα καινούρια έρθουν, θα είναι καλά...

Ινδιάνοι Ναβάχο - προσευχή

 

Από το facebook 

https://www.facebook.com/mikaelakap

http://www.forwoman.gr/

Ποίηση

Έρωτας, Θάνατος, Ειρωνεία και Αμφισβήτηση στον Ομάρ Καγιάμ

από Ερανιστής

Ο Omar Khayyam (1048-1131) ήταν Ιρανός μαθηματικός, αστρονόμος, φιλόσοφος και ποιητής. Είναι από τους πιο γνωστούς εκφραστές της ανατολικής πνευματικής υπεροχής κατά την Χρυσή Εποχή των Αράβων.

Ακολουθούν μερικά από τα τετράστιχά του (Ρουμπαγιάτ) μεταφρασμένα από τον Παύλο Γνευτό (εκδ. Ερατώ, 1997)

20

Και τους αγίους και τους σοφούς με όλο τους το κόμμα

Τους στρώσαν σε κατάψυχρο να κοιμηθούνε στρώμα

Πουν’ τώρα οι προφητείες τους; Και πώς τα στόματά τους

Που βγάζανε λόγια σοφά στουπώθηκαν με χώμα;

21

Για μένα που των μυστικών ανοιγοκλείει η θύρα

Όμοια και λύπη και χαρά μαζί τα δυο τα επήρα

Μια και στον κόσμο αυτόν εδώ όλα ένα τέλος θάχουν,

Πάμε παιδιά στο καπηλειό να φέρουμε μια γύρα

22

Το δυνατότερο κρασί που ο χρόνος έχει φτάσει,

Όλοι μας γύρω επίναμε σε χωματένιο τάσι,

Κι ήπιαμε μια φορά…και δύο. Μα ύστερα ένας ένας

Σιωπηλά μας ξέφυγε να πάει…να ησυχάσει.

23

Είδα μια θύρα σφαλιστή όμως κλειδιά δεν είδα.

Και παραπέτασμα βαρύ χωρίς καμιά θυρίδα.

Για το Εγώ και για το Συ μιλούσαν…κι εσωπάσαν.

Και μες στης Νύχτας τη Σιγή πετούσε η νυχτερίδα.

40

Κ’ όντας σας φέρνουν το κρασί σε κύπελ’ ασημένια

Δεν είναι κρίμα, πίνετε χωρίς φροντίδα κ’ έννοια.

Και μη θαρρείτε ο Πλάστης μας πως σκέπτεται μονάχα

Για το δικό σας μούτσουνο και τα δικά μου γένια.

41

Στέκει η καρδιά μου κι απορεί. Δεν ξέρει που να γύρει

Προς την Ταβέρνα ή στο Τζαμί; Κοράνι ή ποτήρι;

Μα είναι θαρρώ καλύτερα να κάθεται κανένας

Γερός στο καπηλειό παρά τρελός στο μοναστήρι.

42

Εγώ δεν είμαι άνθρωπος να τρέμω αν ξεψυχήσω.

Ποιος ξέρει αν πέρα μια ζωή καλύτερη δεν ζήσω.

Δώρο που μου το δώρισε στη γέννησή μου ο Πλάστης.

Σαν θάρθει η ώρα να χαθώ θα σου το δώκω πίσω.

43

Οι αύρες πλέκουν για τη Γη την Άνοιξη στεφάνι

Κ’ όλων τα μάτια καρτερούν να βρέξει, να γλυκάνει

Το λευκό χέρι του Μωυσή τους κλάδους ασημώνει

Και του Χριστού το πέρασμα μοσχοβολάει λιβάνι.

70

Τριανταφυλλένιο μάγουλο, χέρια ολόασπρα κρίνα.

Κορμάκι που σαν είδωλο το προσκυνάει η Κίνα,

Στη Βαβυλώνα ο βασιλιάς μαζί σου αποτρελάθη

Και τον γελάνε τα παιδιά, και τόνε δέρν’ η πείνα.

71

Τ’ άστρα για σένα εδιάλεξαν το θρόνο του Χοσρόη.

Και τ’ άλογο, που ακράτητο τα χαλινάρια τρώει.

Κουρσάρος ανυπόταχτος. Ω Σάχη, κοίταζέ το.

Όπου πατάει το πόδι του βγάνει χρυσάφι η χλόη.

72

Είν’ η Ζωή παράξενο που φεύγει καραβάνι.

Που της θυμίζει τη χαρά της Μοίρας το δρεπάνι.

Πες μου, γιατί να θλίβεστε και συλλογιέστε τ’ Άυριο;

Κέρνα μας, κέρνα κεραστή, κι η Νύχτα μας προκάνει.

73

Φέρτε μου, φίλοι μου, κρασί ρουμπίνι στο πλευρό μου

Με το χυμό του πλύνετε το χλωμοπρόσωπό μου,

Και σαν πεθάνω με κρασί το σώμα μου ας μου πλύνουν

Και πλέξετε από κλήματα το νεκροκρέβατό μου.

82

Κι αυτό το βάζο που θωρείς βουβό και λυπημένο

Ήταν κι αυτό ένας εραστής σε χρόνο περασμένο.

Και τούτο εδώ το πιάσιμο που βλέπεις στο πλευρό του,

Χέρι ήτανε, που αγκάλιαζε λαιμό χαριτωμένο.

84

Κάμε όπως κάμνουν οι σοφοί και μη πολυπλανάσαι

Παράτησε τις προσευχές και τις νηστείες σπάσε

Και πρόσεχε, Ομάρ Καγιάμ, έργα σωστά να κάμεις.

Μέθα, και πήγαινε μακριά, καλός μονάχα να’ σαι.

88

Ω έρωτα, νάταν βολετό να γίνει όπως το νιώθω.

Του κόσμου το σχεδίασμα να σπάσω μ’ ένα γρόθο

Και να το παίρναμε ύστερα εγώ και συ στη Μοίρα.

Να μας το πλάσει αρμονιστά με της καρδιάς τον πόθο.

101

Μια και πηγαίνει ο δρόμος μας προς το νεκροταφείο

Δίχως αγάπη και κρασί ειν’ η ζωή φορτίο.

Φιλόσοφε, πες μας λοιπόν, τι σκέπτεσαι για τούτα;

Το κέρδος ποιο να ξέρουμε του κόσμου το βιβλίο;

103

Φίλοι μου, σαν θα βρίσκεστε σε γλέντι ή πανηγύρι,

Κι έρθ’ η Χαρά με το κρασί που το χορό θα σύρει,

Μην το ξεχνάτε μια φορά παρέα σας πως ήμουν.

Σαν θ’άρθει ο γύρος μου…στη Γη αδειάστ’ ένα ποτήρι.

http://eranistis.net

Ποίηση

Και;;

Και αν σε έχω απέναντι;
Δεν σε φοβάμαι...
Κλαίω

ΚΑΙ;;;;
Δεν νοιάζομαι διόλου..
Προσέχω να ξέρεις τι λέω..

Τι λέω σε σένα, σε ένα μήνυμα με τραγούδι..
Κρυφά λόγια που πασπαλίζουν τα αυτιά μου
Ε ΚΑΙ;;
Παραπατούν τα βήματα μου,

χάνω το φως μου μόλις με δεις ΝΑ παραδίδομαι...

και το χρώμα των ματιών σου χάνω...
ξεχνώ, ενώ περπατώ στο μονοπάτι της νύχτας....της ψυχής μου!

Κάτι γεννιέται, κάτι ανασαίνει, μα χάνεται απόψε, χάνεται..
Είναι που σ΄αγαπώ και φωνάζουν τα σωθηκά μου...
καίγονται...Θεός-φωτιά και αλήθεια ΠΑΝΤΟΥ.........

Χάνομαι στο δυνατό κύμα που χτυπά στο βράχο... βροχή μου, με βουλιάζεις..
με παρασέρνεις και η δύναμη του φιλιού
του μεταξιού...
Το άγγιγμα σου...βροχή και αταξία

Μου το είπαν όπως περνούσα απέναντι

ΠΑΩ ΣΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ της όχθης..

Μη τρομάζεις.
Ζούμε χωριστά έτσι κι αλλιώς..

Ζω στο ήχο του χρώματος σου..
Στη καρδιά σου, Σήκω πάνω..

Στο ψέμα σου
Στον ιστό σου!!

Κοίτα, περπατώ στη Φλέβα σου και ισορροπώ στην άκρη της δύναμης του μαχαιριού που κρατάς....

Κοίτα με που Ισορροπώ με βρεγμένα βήματα....ιερά...

Γράφει  Αναδημοσίευση)

Μίκα Καππάτου

 

 

forwoman.gr

Ποίηση

Υπάρχουν φορές που έχω την ανάγκη να σου πω σ΄άγαπώ, τον αγαπώ, σε θέλω μου λείπεις, λείπει-λύπη

Υπάρχουν φορές που αυτά τα βασανιστικά σ΄αγαπώ πάνε και έρχονται, φεύγουν ή
στήνουν χορό τρέχοντας..

Τρομαχτικό να βασανίζονται για να χωρέσουν όλα μαζί μες στη σκηνή της σκέψης μου..
δύσκολο πολύ που φεύγουν κιόλας, κρίμα...

Ναι! Φεύγουν πολλές φορές, χάνονται πάνω στο χορό, στο ξημέρωμα..
Υπάρχουν φορές που με πνίγουν, φθάνουν μέχρι πάνω στο κεφάλι..
θέε μου βόηθα λίγο να βγει ο ήλιος, να τα φωτίσει ή κάπου να πάνε.

Μου αρέσει η μυρωδιά του αιώνιου έρωτα, μη νομίζεις...

Και έκλεινα τα μάτια όταν παθιασμένα με φιλούσες...
Φίλα με πάλι, μια αρχή ξανά και μετά σκότωσέ με!

Υπάρχουν φορές που κάνει κρύο όταν σκέφτομαι που λείπεις-λύπη..
Ναι, υπάρχουν φορές που θέλω να πω σ΄αγαπώ, μου έρχονται στο νου
μου περισσεύουν, μαζεύονται πολλά και δεν χωρούν πουθενά τελικά!

Γράφει (Αναδημοσίευση)

Μίκα Καππάτου

 

forwoman.gr

Ποίηση

Η αγάπη είναι ένα ανήμερο θεριό που τρώει τη ζωή μας. Μα μόλις φύγει, καταλαβαίνουμε ότι αυτή ήταν η ζωή μας. Λοιπόν; Σ’ άφησε; Σε πρόδωσε; Καλύτερα έτσι. Θα ‘χεις κουράγιο να ξαναδοκιμάσεις. Αν έμενε κι ανακάλυπτες τι ψεύτικο μικροπραγματάκι ήταν, θα πληγωνόσουν για πάντα.

Η αγάπη είναι μεγάλη όταν την περιμένουμε ή όταν τη χάνουμε. Όταν την έχουμε, μας ξεφεύγει. Χάνουμε την αίσθησή της. Και την ξαναποκτούμε μόνο όταν τη χάσουμε. Κοίταξε να ζήσεις την αγάπη που έχασες. Να χαρείς την αγάπη που περιμένεις. Κάν’ την τραγούδια, ξενύχτια. Κάν’ την βιβλία, αταξίες. Μόνο μην τη μοιρολογάς. Είναι σαν να τη βρίζεις. Σαν να της κλείνεις τον δρόμο να ξανάρθει.

Κοίταξε με προσεκτικά και θα καταλάβεις. Για την αγάπη μιας γυναίκας έγινα ποιητής. Δεν τη συγκίνησα. Έγινα κλόουν, καραγκιόζης, Ρωμαίος, Νίγκελ, Άμλετ… Κείνη προσπέρασε πλάι απ’ τις τραγικές μεταμορφώσεις μου αγέρωχη και πήγε να θαφτεί στο άγνωστο. Ήταν τρελή; Ήταν άρρωστη; Χαλασμένη απ’ τα βιβλία; Δεν ξέρω. Ένα πράγμα ξέρω: πως μ’ έκανε δυστυχισμένο.

Εκείνοι που είναι για να γίνουν μεγάλοι όχι μόνο δεν τους χρειάζεται η δυστυχία αλλά και τους μπαίνει εμπόδιο. Γιατί τώρα σ’ τα είπα όλα αυτά; Για να σε φέρω στα συγκαλά σου; Για να σε παρηγορήσω; Για να σε πλαντάξω; Δεν ξέρω.

Η αγάπη είναι το φαρμάκι και το νέκταρ της ζωής μας. Αν θέλεις να πιεις, θα τα πιεις και τα δύο μαζί.

Ένα ένα δεν σ’ τα δίνουν. Γιατί κλείνεις τα μάτια σου; Νυστάζεις ή πονάς;

Μενέλαος Λουντέμης, Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους

εκδόσεις Δίφρος

Ο Μενέλαος Λουντέμης ήταν λογοτέχνης. Έχει γράψει περίπου 45 βιβλία και θεωρείται από τους πολυγραφότερους Έλληνες συγγραφείς ενώ έχει κάνει και πολλές μεταφράσεις σε μυθιστορήματα και ποιητικές συλλογές.

Από τα πιο γνωστά βιβλία του είναι τα Ένα παιδί μετράει τ’άστρα, Οι κερασιές θ’ ανθίσουν και φέτος.

doctv.gr


Ποίηση

Αυτή είμαι• σας εύχομαι μιαν άλλη, καλύτερη,

Δεν εμπορεύομαι πια την ευτυχία,
σαν τους τσαρλατάνους και τους χοντρέμπορους.
Όσο όλοι αναπαύονταν ειρηνικά στο Σότσι,
εμένα μ' επισκέπτονταν έρποντας τέτοιες νύχτες,
κι άκουγα να χτυπούν τέτοια κουδούνια!
Οι ανοιξιάτικες ομίχλες πάνω από την Ασία
και οι φοβερά ζωηρόχρωμες τουλίπες 
ύφαναν χαλί εκατοντάδες μίλια.
Ω, τι να την κάνω αυτή την αγνότητα
τι να την κάνω την απλή ακεραιότητα;
Ω, τι να κάνω μ' αυτούς τους ανθρώπους!
δεν τα κατάφερα ποτέ να μείνω θεατής,
για κάποιο λόγο πάντα εισερχόμουν 
στις πλέον απαγορευμένες ζώνες της ουσίας.
Ήμουν η θεραπεύτρια της τρυφερής ασθένειας,
η πιο πιστή φίλη των ξένων συζύγων
και πολλών συζύγων η απαρηγόρητη χήρα.
Το στεφάνι τα άσπρα μου μαλλιά δεν τ' απόκτησα ανάξια
και τα μάγουλα, καμένα από πυρκαγιά,
τρομάζουν τώρα τους ανθρώπους με το σκοτεινό τους χρώμα.
Πλησιάζει όμως το τέλος της περηφάνιας μου,
και θα χρειαστεί, όπως η άλλη - η μαρτυρική Μαρίνα -
να ξεδιψάσω πίνοντας το τίποτα...

Ποίηση

Σήκω και δώσε μου κρασί τα λόγια είναι χαμένα
απόψε το χειλάκι σου θα 'ναι το παν για μένα
κι όσο για τα ταξίματα και για τα κρίματά μου
τα βλέπω σαν τα κατσαρά μαλλιά σου μπερδεμένα

Για 'κείνα που δεν έκανα και που 'χω καμωμένα
αν έχω τη ζωή σωστά είτε στραβά παρμένα
αυτό θα 'ν' το μαράζι μου κρασί λοιπόν, ποιος ξέρει
μη βγαίνει τούτ' η αναπνοή στερνή φορά από μένα

Όταν θελήσει η μοίρα μου τον κόσμο αυτό ν' αφήσω
και κάθ' ελπίδα για ζωή απ' την καρδιά μου σβήσω
μια κούπα από τη στάχτη μου να φτιάξετε συντρόφοι
σαν θα γεμίζει με κρασί μπορεί να ξαναζήσω.

OMAR KHAYYAM( περσης φιλοσοφος- ποιητης )

Ο Ομάρ Χαγιάμ, είναι πιο γνωστός στη Δύση σαν φιλόσοφος και ποιητής. Η φιλοσοφία του είναι αποτυπωμένη στο ποιητικό του έργο, που αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από 750 περίπου ρουμπαγιάτ (τετράστιχα). Τα ρουμπαγιάτ δε γράφτηκαν για να δημοσιευτούν· είναι απαύγασμα της σταδιακά αυξανόμενης πείρας και του φιλοσοφικού στοχασμού του Ομάρ Χαγιάμ από τα νεανικά του χρόνια ως το θάνατό του

. Όλα τα Ρουμπαγιάτ ξεχειλίζουν από ένα πνεύμα πεσσιμισμού και μελαγχολίας, συνέπεια του σφοδρού μεταφυσικού άγχους που κυρίευε βαθμιαία τον Ομάρ Χαγιάμ, όσο περισσότερο αυτός εμβάθυνε στα γνωστά σ' όλους μας προβλήματα που εξετάζει η φιλοσοφία. Γ

ια να εξανεμιστεί αυτό το άγχος, ο ποιητής προτείνει σαν λύση - όπως τουλάχιστον φαίνεται στο έργο του - το κρασί, που έχει τις γνωστές σ' όλους μας ιδιότητες να θάβει βαθιά στη λήθη όλες μας τις έγνοιες.

Ποίηση

Μαργαριταρένιο Περιδέραιο

Μητέρα, θα πλέξω μαργαριταρένιο περιδέραιο για το λαιμό μου
με τα δάκρυα της θλίψης μου .

Τ’ αστέρια κατεργάστηκαν αστραγαλίδες από φως για να στολίσουνε τα πόδια τους ,
μα εμένα τα δικά μου θενά κρέμονται απ’ τα στήθια σου .

Πλούτη και δόξα τα χρωστώ σε σένα
κι είναι για σένα που τα δίνω ή τα κρατάω .
Όμως η θλίψη μου αυτή είν’ όλη δικιά μου ,
Κι όταν σου την προσφέρω σαν αφιέρωση
συ μ’ ανταμείβεις με τη χάρη τη δική σου .

``````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````

Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ

Δυσφήμιση

Προς τί αυτά τα δάκρυα στα μάτια σου, παιδί μου ;
Τι απαίσιο από μέρος τους πάντοτε να σε βρίζουν για το τίποτε !
Μουντζούρωσες τα δάκτυλα σου και το πρόσωπο, γράφοντας , με μελάνη –
γι’ αυτό σε λένε βρώμικο ;
Ω, τρισκατάρατοι ! Θα τολμούσαν να πουν βρώμικη την πανσέληνο έτσι απλά γιατί κηλίδωσε το πρόσωπό της με μελάνη ;
Για κάθε ψύλλου πήδημα σε κατηγορούν, παιδί μου . Κάνουν αμάν
για να σε ψέξουν για το τίποτε .
Έσκισες, παίζοντας, τα ρούχα σου – γι’ αυτό σε λεν
απεριποίητο ;
Ω, τρισκατάρατοι ! Μα πώς θα ‘λέγαν το φθινοπωριάτικο πρωινό που χαμογελά
μέσ’ από τα κουρελιασμένα σύννεφα ;
Μη δίνεις σημασία σ' ό,τι κι αν σου λεν, παιδί μου .
Φτιάχνουν ένα μακρύ κατάλογο με τις αταξίες σου .
Όλοι το ξέρουν που σ’ αρέσουν οι απολαύσεις – γι’ αυτό σε λένε
άπληστο ;
Ω, τρισκατάρατοι ! Τότε τι θα 'χαν να μας πουν κι εμάς που σ’ αγαπάμε ;

``````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````

Θάνατος

Ω συ της ζωής στερνό πλήρωμα ,
Θάνατε, θάνατέ μου, έλα στ’ αυτί μου και ψιθύρισε !

Μέρα τη μέρα εσένα είχα στο νου μονάχα ,
για σένα υπέφερα τις χαρές της ζωής και τις λύπες .

Ό,τι κι αν είμαι, ό,τι κι αν έχω, κι αν ελπίζω κι όλη μου η αγάπη
κυλούσαν πάντα προς το μέρος σου κρυφά και ύπουλα .

Μονάχα μια στερνή ματιά απ’ τα μάτια σου
και η ζωή μου θα ‘ναι στα χέρια σου για πάντα .

Τα λουλούδια πλεχθήκαν
και το στεφάνι περιμένει τη μελλόνυμφη.

Μετά το γάμο η νύφη το σπίτι της θα εγκαταλείψει
να πάει να βρει τον κύρη της μόνη στην ερημιά της νύχτας.

Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ

http://www.poemhunter.com/rabindranath-tagore/poems/

Ποίηση

Πιστεύω σε εκείνον που χτίζει, κι αγεροκρέμεται μες στον ουρανό,σαν Θεός, και κατευνάζει το χάος,

Πιστεύω σε εκείνον που θερίζει, και το δρεπάνι του κυματίζει ολόφωτο
σαν τα λαγόνια της αγαπημένης μου.
Πιστεύω σε εκείνον που αγαπάει, όπως πιστεύω και σε εκείνον που μισεί.
Πιστεύω σε εκείνον που αμαρτάνει και ζητάει με δάκρυα να τον συγχωρέσουν
πιστεύω και σε εκείνον που αμαρτάνει συχωρνάει μονάχος τον εαυτό του
και προχωράει.
symvolo-piistis-inglden.gr-boy-sunrise-flower-sun-night-god-pray-500
Πιστεύω και στη νύχτα που ξαναδίνει τα πράγματα μες στην καρδιά σου.
Πιστεύω στο αλάτι και στο κάρβουνο, στις μέλισσες και τα παιδιά.
Πιστεύω στις πολιτείες, που η βουή τους, σαν τους ραψωδούς,
έξω απ’ το παράθυρό σου, τραγουδάει την οδύσσεια της καθημερινότητας.
Πιστεύω και στη σιωπή, τα βράδια, στους κάμπους,
όταν ακούς ν’ αναστενάζουν από γήινη ευτυχία τα καρπούζια,
πιστεύω στους αντρείους, όπως πιστεύω και στους δειλούς,
και τρέχω μ’ εκείνον που χυμάει στην έφοδο και πέφτει μες στις σφαίρες και το θρίαμβο,
και πέφτω κι εγώ μαζί του,
και φεύγω με εκείνον που λιποτακτεί και κλαίει, και που είναι απ’ όλους
περιφρονημένος – μα ζωντανός.
Και κλαίω κι εγώ μαζί του.
Η αφθονία της πίστης μου είναι ένας άλλος, έκτος, δίχως όνομα, ωκεανός,
που ταξιδεύω πάνω του
χωρίς χάρτες και τιμόνια, με μόνο την καρδιά για οδηγό,
γιατί η αγάπη που έχω μέσα μου μπορεί κι ένα ακυβέρνητο καράβι
να το οδηγήσει στο δρόμο το σωστό.
Πιστεύω στα κατώφλια, στα γυμνά ποδάρια, στους σιδερένιους γερανούς και τα πορτοκάλια.
Πιστεύω και στον ανθρωπάκο, στη γωνιά του δρόμου, που βγάζει το καπέλο του
και χαιρετάει ταπεινά, την ώρα που οι άλλοι τον σκουντάν και τον χλευάζουν.
Και δοξάζομαι κι εγώ μαζί του.
Πιστεύω στους μεγάλους εφευρέτες, τους ήρωες, τους ποιητές,
που αλλάζουνε, με μια χειρονομία, τη γεωγραφία και τα πεπρωμένα
πιστεύω και στα ταπεινά βόδια που σηκώνουνε στη ράχη τους,
σα δόξα, το αιώνια ανάλλαχτο κι ολοπόρφυρο δειλινό.
symvolo-piistis-inglden.gr-boy-sunrise--girl-pray
Πιστεύω σε σας που κρατάτε ψηλά τις σημαίες και προχωράτε μες στον ενάντιο άνεμο,
πιστεύω και σε σένα που σηκώνεις σαν σημαία την καρδιά σου,
και προχωράς μες στο ενάντιο πλήθος.
Πιστεύω στο άπειρο, μπορώ να κάθομαι ώρες και να διαβάζω τον ουρανό,
τα χείλη μου είναι βαριά απ’ την κερήθρα των άστρων
και συχνά έστειλα την ψυχή μου να παραθερίσει στο άγνωστο.
Πιστεύω και στη γλυκιά ετούτη γη, γεμάτη μαχαιρώματα
και ζεστούς γυναικείους κόρφους,
Πιστεύω στο χώμα, αυτό το χώμα που πατάω και που με καρτερεί
εκεί κάτω, μες στη σκοτεινιά, όπου σαλεύουν οι ρίζες,
κοιμούνται οι νεκροί, και τραγουδάνε κιόλας μεθυσμένα τ’ αυριανά κρασιά,
πιστεύω και σε κείνα που δεν πιστεύω,
Αμήν
Τάσος Λειβαδίτης από τη συλλογή
«Σύμβολο Πίστεως «

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin