Σημαντικό έργο της νεοελληνικής δραματουργίας που απεικονίζει με χιούμορ τις νευρώσεις τεσσάρων γυναικών, ενώ προσπαθούν να απεγκλωβιστούν από τα συναισθηματικά τους αδιέξοδα.

Το δημοφιλές και πολυπαιγμένο έργο των Κεχαΐδη - Χαβιαρά μοιάζει με ωρολογιακή βόμβα στα χέρια του σκηνοθέτη που θα το αναλάβει.
Ως κωμωδία που είναι, πολλά πρέπει να μελετηθούν και να κατακτηθούν: ρυθμός, πλασάρισμα της ατάκας, κλιμάκωση του αστείου, παύσεις, κορυφώσεις. Έπειτα, είναι περισσότερα από όσα δείχνει. Δεν πρέπει να προδιαθέτει για κάτι εύκολο αυτή η χιουμοριστική ματιά στη ζωή τεσσάρων γυναικών που αγκιστρώνονται από τις ερωτικές τους περιπέτειες, μένοντας εγκλωβισμένες στο εδώ και το τώρα, ενώ συνεχώς φαντασιώνονται το άλμα προς τα εμπρός. Δεν πρόκειται για σαπουνόπερα, κι ας βλέπουμε τις ηρωίδες να περιφέρουν τα ερωτικά τους «δράματα» στο καλοβαλμένο κηφισιώτικο σαλόνι, ούτε έχουμε να κάνουμε με καρικατούρες, κι ας βρίσκονται σε συνεχή υστερία. Γι’ αυτό και το έργο μπορεί να σταθεί παντού, δεν εγκλωβίζεται στην ελληνική ταυτότητά του, ούτε εξαρτά από αυτήν τη δυναμική του.

Το ανέβασμά του δεν σηκώνει ιδιαίτερες «σκηνοθετικές απόψεις». Όμως η δουλειά που πρέπει να γίνει δεν είναι αμελητέα και αφορά κατά κύριο λόγο την ανάγνωση των τεσσάρων ηρωίδων. Για να δικαιωθεί το έργο επί σκηνής, χρειάζεται σκηνοθέτης και ηθοποιοί να πιστέψουν σε αυτές και να αγαπήσουν τα (κωμικά) ελαττώματά τους, τις υστερίες, τη φαντασιοπληξία τους. Και βέβαια χρειάζεται όλη η ερμηνευτική δουλειά να ξεκινάει από μέσα και όχι να επαναπαυθεί στην ευκολία της εξωτερικής υπερβολής.

Το στοίχημα, λοιπόν, δεν είναι εύκολο για τον Δημήτρη Καραντζά, με ένα έργο μάλιστα που είχε ευτυχήσει σε ένα συγκλονιστικό πρώτο ανέβασμα από τον Λευτέρη Βογιατζή είκοσι και κάτι χρόνια πριν. Η σκηνοθεσία του σωστά έδωσε χώρο και χρόνο στους χαρακτήρες, ενώ ενδιαφέρθηκε να δείξει και τα δραματικά ημιτόνια του έργου. Επιπλέον, κάποια μικρά σκηνικά ευρήματα έχουν την αξία τους, όπως η σκάλα του σκηνικού, που καταλήγει στο κενό, ακριβώς όπως οι μάταιες απόπειρες των ηρωίδων προς την πολυπόθητη φυγή. Από την άλλη, ο Καραντζάς φαίνεται να παίζει με το ρυθμό και έτσι η παράσταση κινείται μεταξύ στιγμών κινητικότητας και επιβράδυνσης –αδικαιολόγητα κάποιες φορές–, που ζημιώνουν την ευρυθμία της. Επίσης, υπερέβαλε, θεωρώ, στη δραματική ανάγνωση, ειδικά της τελευταίας σκηνής, η οποία καταλήγει να αποδοθεί γειωμένα και πολύ σοβαρά, παρόλο που είναι η σκηνή στην οποία απογειώνεται όλο το ζητούμενο της «μεγάλης φυγής».

Οι τέσσερις ηθοποιοί (Λυδία Φωτοπούλου, Γαλήνη Χατζηπασχάλη, Έμιλυ Κολιανδρή, Ευδοξία Ανδρουλιδάκη) καλούνται να καταφύγουν σε ερμηνείες που αγγίζουν το όριο της υπερβολής χωρίς να καταλήξουν άδεια σχήματα και να χειριστούν τα εκφραστικά τους μέσα και την αίσθηση του μέτρου έτσι ώστε η υπερβολή να μη γίνει καρικατούρα. Ύστερα από μια μουδιασμένη έναρξη, που τη δημιουργεί μια αίσθηση επιτήδευσης στις ερμηνείες, οι ισορροπίες κατακτώνται και οι τέσσερίς τους παίρνουν πάνω τους την ευθύνη του καλού αποτελέσματος. Πιο αδύναμη εμφανίζεται η Ευδοξία Ανδρουλιδάκη στο –σημαντικό αν και μικρότερο– ρόλο της Ηλέκτρας, που δυναμιτίζει την ατμόσφαιρα με τις παρεμβολές της. Πάντως, η παράσταση ζεσταίνεται σταδιακά και γι’ αυτό συν τω χρόνω θεωρώ ότι θα καλυτερεύει.

 Τώνια Καράογλου -
ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΥ- ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ Αντισθένους 7 & Θαρύπου, 2109212900. Διάρκεια: 120΄.