Από Τώνια Καράογλου

Σύγχρονη, ενδιαφέρουσα ανάγνωση του αριστουργήματος του αμερικανικού ρεπερτορίου, όπου ο ποιητικός ρεαλισμός του συγγραφέα διαρρηγνύεται, χωρίς να ζημιώνεται, από τις μεταδραματικές ρωγμές που του εμφυτεύει η σκηνοθεσία.


Ήδη από τη νέα μετάφραση (Αντώνης Γαλέος), που αλλάζει ακόμη και τον παραδεδομένο­ μέχρι σήμερα τίτλο «Λεωφορείον ο Πόθος», προδίδεται πως η παράσταση σκοπεύει να πάρει τις αποστάσεις της από την αισθητική παράδοση που ακολουθεί λίγο πολύ το έργο, αλλά είναι κυρίως η παρουσία του Μιχαήλ Μαρμαρινού που το επιβεβαιώνει. Η ισχυρή σφραγίδα του σκηνοθέτη, που βασίζεται κυρίως σε εργαλεία του μεταμοντέρνου θεάτρου, προδιαθέτει –τουλάχιστον τους υποψιασμένους θεατές– ότι θα επιφυλάξει στο έργο μια ανάγνωση πέραν της ρεαλιστικής. Το γεγονός πως η επιλογή του αφορά ένα έργο της ρεαλιστικής σχολής (κάτι που δεν συνηθίζει) καθιστά το εγχείρημα ίσως επίφοβο, σίγουρα προκλητικό, εν τέλει όμως το αποτέλεσμα τον δικαιώνει. Και αυτό επειδή η πρότασή του πάνω στο κείμενο του Ουίλιαμς δεν έχει να κάνει με μια πάση θυσία παράβλεψη της ρεαλιστικής του υπόστασης, αλλά με μια άλλου τύπου ανάδειξή της, ώστε τελικά στην παράσταση να συνδιαλέγονται –με αναπάντεχα αρμονικό αποτέλεσμα– διαφορετικές «σχολές ερμηνείας».

Για παράδειγμα, τον σκηνοθέτη μπορεί να μην τον απασχολεί η ρεαλιστική σκηνογραφία, κι έτσι το σκηνικό της Εύας Νάθενα να μην αναπαριστά το σπίτι της Στέλλας και του Κοβάλσκι παρά μόνο θραύσματα αυτού, όμως η ουσιαστική τοπογραφία του έργου, η ταυτότητα της πολυπολιτισμικής Νέας Ορλεάνης, εισβάλλει εμφαντικά στη σκηνή από το πρώτο δευτερόλεπτο, μέσω του βίντεο που ανοίγει την παράσταση, και κυριαρχεί μέχρι τέλους χάρη στη μουσική σύνθεση του Άγγελου Τριανταφύλλου, ο οποίος δικαιωματικά μπορεί να θεωρηθεί συνδημιουργός της παράστασης.

Ο Μαρμαρινός κινείται επιδέξια μεταξύ του ρεαλισμού του συγγρα­φέα –δίνοντας έμφαση στις ποιητικές ποιότητες και όχι στη γειωμένη πλευρά του– και της δικής του μεταδραματικής ανάγνωσης, την οποία όμως εφαρμόζει μάλλον συγκρατημένα. Το σημαντικό είναι πως, ενώ την παράσταση διατρέχουν γνώριμα μεταδραματικά εργαλεία, όπως οι δια­κοπές της δράσης, η σε σημεία εκφώνηση των σκηνικών οδηγιών, τα βίντεο που εστιάζουν στα σκηνικά δρώμενα, το αποτέλεσμα όχι μόνο δεν ζημιώνεται –τουλάχιστον όχι σε αποφασιστικό βαθμό παρά σε κάποιες επιμέρους στιγμές– αλλά, αντιθέτως, προσδίδεται στο έργο μια νέα αισθητική ταυτότητα. Για την ακρίβεια, η διάρρηξη της ρεαλιστικής συνοχής λειτουργεί προσθετικά, καθώς εξωτερικεύει τον αποδιαρθρωμένο (εσωτερικό) κόσμο των ηρώων.


Χαρακτηριστική της συνύπαρξης ετερόκλητων αισθητικών τάσεων είναι η καθοδήγηση των ηθοποιών, που καλούνται να ερμηνεύσουν τους ρόλους τους σε δια­φορετικό ύφος, συστήνοντας ένα ανομοιογενές αλλά εν τέλει αρμονικό υποκριτικό ψηφιδωτό. Ο σκηνοθέτης, για παράδειγμα, δεν ενδιαφέρεται να αποδομήσει την εικόνα της Μπλανς. Η Μαρία Ναυπλιώτου έχει εμφανώς ως οδηγό της τη ρεαλιστική σχολή. η Μπλανς της κουβαλάει τη «μυθολογία» της εμβληματικής ηρωίδας του Ουίλιαμς (όπως προδίδει και η ενδυματολογία της, που την τοποθετεί κατά πολύ έξω και πέρα από την αισθητική των κοστουμιών των υπόλοιπων ρόλων) και μαζί όλες τις ρωγμές της, σε μια ουσιαστικά­ δραματική ερμηνεία που ούτε στιγμή δεν ξεπέφτει προς το μελοδραματισμό.

Η παρουσία του Χάρη Φραγκούλη, από την άλλη, επιβεβαιώνει την πρόθεση του σκηνοθέτη να απομακρύνει το κοινό από τις προσλαμβάνουσες του macho αρσενικού που έχει δημιουργήσει η παραστασιακή ιστορία του έργου, επιλογή που τον δικαιώνει, καθώς ο ηθοποιός ενσαρκώνει πράγματι μια νέα, σύγχρονη και πειστική εικόνα του Κοβάλσκι. Ο κόσμος στον οποίον εισβάλλει η Μπλανς φέρει ακόμη εμφανέστερα την αισθητική σφραγίδα του Μαρμαρινού, ιδιαίτερα η καθοδήγηση της Θεοδώρας Τζήμου, που ερμηνεύει τη Στέλλα στο μεταίχμιο μιας σπασμωδικής «υστερίας» –όχι πάντα καλοδεχούμενη– την οποία της προκαλεί ο διχασμός μεταξύ των δύο κόσμων που αντιπροσωπεύουν ο σύζυγος και η αδερφή της.

Επιμέρους ενστάσεις υπάρχουν, κυρίως για τη «φλύαρη», αδικαιολόγητη κινητικότητα επί σκηνής και τη μάλλον αμήχανη ανάγνωση των δύο γειτόνων (τους ερμηνεύουν όπως τους έχει ζητηθεί η Ευαγγελία Καρακατσάνη και ο Adrian Frieling), δεν στερούν όμως από την παράσταση τις συνολικές ποιότητες που την καθιστούν μία από τις σημαντικές στιγμές της σεζόν καθώς και της παραστασιακής ιστορίας του έργου.

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΠΕΙΡΑΙΑ Ηρώων Πολυτεχνείου & Βασιλέως Γεωργίου, Πειραιάς, 2104143310-20. Διάρκεια: 150΄.