Ιουλίου 19, 2018

Βιβλίο

Μια συρραφή από σύντομα κείμενα που δημοσιεύτηκαν από το 2000 έως σήμερα αποτελούν «Τα Χειροποίητα» με την εκρηκτική και πάντα αφοπλιστική πένα της Έλενας Ακρίτα.

Κείμενα βιωματικά, παλιά, καινούρια, γελαστά, θυμωμένα, μα όλα γραμμένα από καρδιάς και εξαιρετικά αφιερωμένα από την Έλενα για τους «συγκατοίκους της στην τρέλα», τους αναγνώστες της.

«Τα χειροποίητα» υπόσχονται να μας κρατούν πάντα πιστούς και φανατικούς μιας γραφής που αποδεικνύει και επιβεβαιώνει πως αυτό που πάντα μας κερδίζει, είναι η μοναδικότητα. Ατόφια, αγνή και ειλικρινής. Σαν τη γραφή της Έλενας.

 

Βιβλίο

Μια καθαρτήρια πορεία προς το πέρασμα
Γράφει η Διώνη Δημητριάδου //

 μυθιστόρημα της Μαρίας Σούμπερτ, εκδόσεις Διάπλαση

«Τα πάντα είναι σχετικά σ’ αυτό το κτήμα. Ακόμα και ο χρόνος», θα πει η Βενετία, η γυναίκα που υποδέχεται στο πέτρινο σπίτι με το τεράστιο κτήμα τους «επισκέπτες» της. Αυτούς που δεν είναι «σίγουροι τι να κάνουν και πού να πάνε. Μένουν εδώ μερικές μέρες, ξεκουράζονται και αποφασίζουν». Κι εκείνη φροντίζει να είναι η διαμονή τους άνετη και ήσυχη. Η ίδια από πού ήρθε και πότε; Δεν είναι σίγουρη· μόνο που καμιά φορά της έρχονται σκόρπιες εικόνες, μνήμες από τότε παλιά. Τις αποδιώχνει. Ξέρει, όμως, τη σειρά:

«Πριν τη Λένα, η Μερόπη. Πριν τη Μερόπη, η Μαρκέλλα. Πριν τη Μαρκέλλα, η Ελευθερία. Πριν την Ελευθερία, η Θεοδώρα. Πριν τη Θεοδώρα, η Μαρουσώ. Πριν τη Μαρουσώ, η Ευγενία…» έλεγε από μέσα της σαν μαγικό μάντρα κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί. Μια προφορική αφήγηση που δεν έπρεπε να χαθεί.

Η Μαρία Σούμπερτ προχωράει την πλοκή χωρίς καμία βιασύνη αφήνοντας τον χρόνο να κυλά και να μας βάζει αργά και σταθερά στο νόημα. Θα περάσουν αρκετοί επισκέπτες -ο καθένας με την ιστορία του- για να κατανοήσουμε τον χώρο (άτοπος) και τον χρόνο (άχρονος) της ιστορίας της. Θα δούμε την Αναστασία που δεν μίλησε, τον Λευτέρη που ξέρει να αφηγείται ιστορίες και που θα αποτελέσει την προσωπική απώλεια της Βενετίας, τη Νόρα που δεν μοιάζει με καμία άλλη γυναίκα ούτε το σκυλάκι της με κανένα άλλο, τη Μίνα που ήρθε κι έφυγε χωρίς να μοιραστεί την ιστορία της, τον άντρα με το σώμα-βιβλίο, τον Έλβις που θα φύγει με την Άννα, την Άννα που θα εγκαταλείψει το άλλο της μισό, τη Βάνα, την Αρτεμισία των εκπλήξεων, την Ιοκάστη που τώρα για δεύτερη φορά έρχεται για να μείνει, την περαστική Θέμιδα, τον γέρο καθηγητή, που θα ρίξει φως στην όλη ιστορία και την θα οδηγήσει στη λύση. Και η Βενετία, με το όνομα μιας πόλης, θα ζει ανάμεσά τους χωρίς να παρεμβαίνει στις αποφάσεις τους, θα είναι στην ουσία διακριτικά μόνη μέσα στο μεγάλο σπίτι-ξενώνα, εκεί στη μέση του πουθενά, λίγο πριν το Πέρασμα. Και θα τολμά πότε πότε να ανεβαίνει στη σοφίτα, εκεί που η μεγάλη ξύλινη ντουλάπα κρύβει όσα θα ήθελε να μάθει αλλά δεν ξέρει αν θα μπορέσει πάλι να τα ξεχάσει.

Όσο κόσμο κι αν είχε γύρω της, ήξερε πάντα πως ήταν διαφορετική απ’ αυτούς. Δεν είχε δρόμο να κάνει. Δεν είχε κάπου να πάει. Δεν την περίμενε κανένας. Ήταν μόνη. Ήταν το σπίτι.

Η ιστορία κινείται στα όρια: όρια του πραγματικού και του φανταστικού, του εδώ και του επέκεινα, του τώρα και του ποτέ. Ακριβώς γιατί, ευφυώς, έχει τοποθετηθεί από τον τίτλο τοπικά και χρονικά πριν το πέρασμα. Ένα πέρασμα που θα μπορούσε να είναι μια πύλη για την αυτογνωσία, μια πόρτα για να αλλάξει η ζωή των ανθρώπων/επισκεπτών, ή κάτι πολύ περισσότερο από αυτό.

«Και πού πάνε;»

«Δεν ξέρω. Άλλοι επιστρέφουν από εκεί που ήρθαν, άλλοι συνεχίζουν το δρόμο τους».

«Και τι έχει εκεί;»

«Δεν το ξέρω αυτό κορίτσι μου. Μόνο όσοι πάνε το μαθαίνουν».

Αυτά τα αληθινά/ανυπόστατα πρόσωπα με τη ζωή/μη ζωή που φορούν πάνω τους επιχειρούν μια πορεία αναπόφευκτη προς ένα άλλο στάδιο. Κι ενώ αυτή η διαδρομή είναι προκαθορισμένη, φαίνεται πως εναπόκειται στη βούλησή τους να προχωρήσουν προς το πέρασμα. Ετούτο το παράδοξο είναι και το πλέον ενδιαφέρον στην ιστορία αυτή, που συνειρμικά μας οδηγεί στο θέμα (ανοιχτό όσο και πολύπλευρο στις ερμηνείες του) των ορίων της ανθρώπινης δράσης, με τον εμβληματικό ήρωα του Σοφοκλή να επιχειρεί το φύσει αδύνατο, να υπερκεράσει δηλαδή τον οριοθετημένο χώρο της ανθρώπινης ζωής και αυτοβούλως να καθοδηγήσει τη μοίρα του. Όχι, το μυθιστόρημα της Μαρίας Σούμπερτ δεν θα μπορούσε να είναι τόσο φιλόδοξο στην επινοημένη ιστορία του. Ωστόσο, κινείται στην ίδια λογική, κι ας μη φαίνεται από την αρχή του βιβλίου. Προβάλλει ένα ιδιόμορφο καθαρτήριο πριν από την τελική κίνηση προς ένα επόμενο στάδιο. Και μας λέει, μέσα από τις περιπτώσεις των προσώπων και τις αποφάσεις τους, πως η διαδρομή προς το πέρασμα (όπως κι αν το εννοήσει ο καθένας) είναι στο χέρι μας.

Στην περίπτωση που ο αναγνώστης δεν φτάσει στην παραπάνω ερμηνεία της ιστορίας (άλλωστε επιτρεπτή στη λογοτεχνία η διαφορετική εκδοχή), θα απολαύσει έτσι κι αλλιώς την εναλλαγή των προσώπων με τη δική του αφήγηση το καθένα, την άριστη τεχνική της γραφής που ενσωματώνει όλες τις διαφορετικότητες στη λογική της ενδιαφέρουσας πολύχρωμης σύνθεσης, θα περιπλανηθεί στο τοπίο της ετερότητας, που χαρακτηρίζει το βιβλίο ως άποψη. Όλοι διαφορετικοί, όλοι όμως με κοινή πορεία, όλοι ένοικοι για λίγο αυτού του πέτρινου σπιτιού. Και σχεδόν όλοι με μια ιστορία έτοιμη να ακουστεί.

«Ιστορίες είναι η ζωή μας. Μόνο ιστορίες. Κι αν δεν αξίζει να τις αφηγηθείς μετά, δεν ήταν ζωή σωστή για να τη ζήσεις».

Κι αν είναι αλήθεια ότι η λογοτεχνία προσφέρει μια ιδιότυπη κάθαρση, έχουμε εδώ μια ενδιαφέρουσα πρόταση: λίγο πριν το πέρασμα δίνεται η ευκαιρία της αναδιάρθρωσης της ζωής, της ανάπλασης του προσώπου μας.

http://fractalart.gr

Βιβλίο

Καταρχάς θα πρέπει να ξεκαθαρίσω κάτι. Θα καταβάλω τιτάνια προσπάθεια να είμαι όσο πιο αντικειμενικός γίνεται, κάτι που δεν θα είναι ιδιαίτερα εύκολο, γιατί για μένα ο Μουρακάμι δεν είναι οποιοσδήποτε συγγραφέας. Είναι ο συγγραφέας που κατόρθωσε να με κάνει να δακρύσω με την πρώτη σελίδα ενός βιβλίου του και με έβαλε στον κόσμο του με το έτσι θέλω — και από τότε δεν θέλω να φύγω. Όσοι έχουν διαβάσει το «Νορβηγικό Δάσος» θα καταλάβουν πολύ καλά τι εννοώ και είμαι σίγουρος ότι θα με δικαιολογήσουν. Για τους υπόλοιπους. την κατανόησή σας.

Το μυθιστόρημα «Ο Κάφκα στην Ακτή», λοιπόν, είναι ένα παραμύθι· αλλά μη βιαστείτε να κατατάξετε τον Μουρακάμι στην κατηγορία των παραμυθάδων, όπως εσφαλμένα —κατά τη γνώμη μου— τον τοποθετεί το οπισθόφυλλο του βιβλίου. Ο παραμυθένιος κόσμος του Μουρακάμι δεν έχει καμία σχέση με το παραμύθι όπως το αντιλαμβανόμαστε εμείς οι κοινοί θνητοί. Είναι κάτι άλλο, πέρα για πέρα ξεχωριστό και μοναδικό.

Το συγκεκριμένο «παραμύθι» έχει δύο ανόμοιους ήρωες που τους ενώνει ένα αόρατο νήμα: ένα νήμα που τους συνοδεύει μέσα στο πέρασμα του χρόνου, και που εντέλει ενώνει και τους διαφορετικούς κόσμους τους.

Ο δεκαπεντάχρονος Κάφκα, που φεύγει από το σπίτι του προτού η κατάσταση γίνει «μη αναστρέψιμη», και ο Νακάτα, ένας αφελής ηλικιωμένος άντρας που δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει το σοκ της παιδικής του ηλικίας, συνθέτουν, μαζί με τους συμπληρωματικούς χαρακτήρες που εμφανίζονται, μια ιστορία που είναι μια tour de force της μεταφυσικής πραγματικότητας — με γάτες που μιλούν, με ψάρια που πέφτουν από τον ουρανό και με ανήσυχα πνεύματα, μεταξύ των άλλων, που κάνουν σεξ — ή που σκοτώνουν.

Η μοναξιά και η μοίρα, δύο από τα κύρια χαρακτηριστικά του συνολικού έργου του Μουρακάμι, είναι παντού στο βιβλίο και καθορίζουν την εξέλιξή του. Η μοναξιά και η απομόνωση καθοδηγούν τους ήρωες, ενώ η μοίρα είναι αυτή από την οποία τελικά δεν μπορούν να ξεφύγουν και η οποία παρομοιάζεται με αμμοθύελλα:

…το πεπρωμένο είναι σαν μια μικρή αμμοθύελλα που αλλάζει συνεχώς κατεύθυνση. Κι εσύ μπορεί να αλλάξεις κατεύθυνση, αλλά η αμμοθύελλα σε κυνηγάει. Αυτή η αμμοθύελλα είναι εσύ. Βρίσκεται μέσα σου.

Ο Μουρακάμι είναι ανεπανάληπτος στο να κάνει το μη πραγματικό να φαίνεται ρεαλιστικό, ώστε να το αποδεχτείς αδιαμαρτύρητα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που, διαβάζοντάς τον, δέχεσαι απολύτως τις εκατοντάδες αντιθέσεις που συνθέτουν τον ιαπωνικό τρόπο ζωής και σκέψης.

Φαινομενικά μπορεί να φαίνεται αδύνατον να ταυτιστείς με τους χαρακτήρες των έργων του, αλλά είναι τέτοια η μαεστρία του στην ύφανση των ηρώων, που καταφέρνει και σε βάζει μέσα στο μυαλό τους και στη ζωή τους, τόσο πολύ και τόσο βαθιά, που πιάνεις πολλές φορές τον εαυτό σου να συμπάσχει, κάτι αδιανόητο υπό κανονικές συνθήκες, καθώς στην πλειονότητα των περιπτώσεων οι καταστάσεις είναι αδιανόητα περίπλοκες και απολύτως μη ρεαλιστικές.

Θα τολμήσω να πω ότι ο κόσμος του Μουρακάμι δεν ταιριάζει σε όλους. Και αν το «Νορβηγικό δάσος» είναι το βιβλίο που πρέπει να διαβάσει κάποιος για να δει αν τον ενδιαφέρει να μπει στον κόσμο του, ο «Κάφκα» είναι το τεστ για να δοκιμάσει τις δυνάμεις του. Γιατί, όπως λέει και ο ίδιος:

…μόλις η θύελλα κοπάσει, δεν θα θυμάσαι πώς κατάφερες να τη διασχίσεις, πώς κατάφερες να επιζήσεις. Ένα όμως είναι βέβαιο. Όταν βγεις από κει μέσα , δεν θα είσαι το ίδιο άτομο με εκείνο που μπήκε. Περί αυτού πρόκειται.

Ε ναι λοιπόν, περί αυτού πρόκειται.

Βιβλίο

Αχιλλέας Κυριακίδης 
Συντάκτης: Παρή Σπίνου
«Τελειώνει η ερωτική πράξη και την καταστρέφει ο λόγος. Τελειώνει η ονειρική πράξη και την καταστρέφει η λογική. Ο λόγος και η λογική σκοτώνουν την ενότητα, παλινορθώνουν την αντίφαση. Οπότε, γράφονται μυθιστορήματα με τα όπλα του εχθρού: το λόγο και τη λογική. Γράφεται το "Κουτσό"». Ετσι περιέγραφε το «Κουτσό» ο Κάρλος Φουέντες, μέγας θαυμαστής του Χούλιο Κορτάσαρ, όπως και οι ομότεχνοί του Χόρχε Λουίς Μπόρχες και Πάμπλο Νερούδα.

«Αντιμυθιστόρημα», «Χρονικό μιας τρέλας», «Κάτι σαν ατομική βόμβα», «Ενα κάλεσμα προς την αναγκαία αταξία»... Πάμπολλοι χαρακτηρισμοί συνοδεύουν αυτό το εμβληματικό μυθιστόρημα που ο σπουδαίος Αργεντίνος συγγραφέας άρχισε να ονειρεύεται το 1958, που εκδόθηκε το 1963 κι από τότε άλλαξε την ιστορία της λογοτεχνίας και συγκλόνισε τη ζωή χιλιάδων νέων ανά τον κόσμο. Γεμάτο λογοτεχνική φιλοδοξία, σπαρταριστό, με καινοτόμα συγγραφικά εργαλεία, κατεδαφιστικό του κατεστημένου και αναζητητικό της ρίζας της ποίησης, το «Κουτσό» διαβάζεται μέχρι σήμερα με περιέργεια, δέος, κατάπληξη.

«Κουτσό»
Στα ελληνικά είχε κυκλοφορήσει το 1988 από τις εκδόσεις «Εξάντας» (μετάφρ. Κώστας Κουντούρης), όμως εδώ και χρόνια έχουν εξαντληθεί τα αντίτυπα. Γι' αυτό και είναι πολύ σημαντική η επανέκδοσή του από την Opera, σε νέα, εξαιρετική μετάφραση του πολυβραβευμένου Αχιλλέα Κυριακίδη. Από τη Δευτέρα λοιπόν, το «Κουτσό» στα βιβλιοπωλεία και με την ευκαιρία αυτή η «Εφ.Συν.» προδημοσιεύει απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο, ενώ ο Αχιλλέας Κυριακίδης μας προσκαλεί να μπούμε στο συναρπαστικό «παιχνίδι» του Χούλιο Κορτάσαρ.

Έξι τετράγωνα του Κουτσού

1. Το τέταρτο έτος της συνταρακτικής δεκαετίας του 1960, το Νόμπελ Λογοτεχνίας απονέμεται στον Γιώργο Σεφέρη, πεθαίνουν ο Ζαν Κοκτό, ο Άλντους Χάξλι, ο Τριστάν Τζαρά, αυτοκτονεί η Σίλβια Πλαθ, ο Ιάνης Ξενάκης συνθέτει τα Εόντα, ο Γκλεν Γκουλντ ηχογραφεί το Πρώτο Βιβλίο του Καλώς συγκερασμένου κλειδοκύμβαλου του Μπαχ και οι Μπιτλς το πρώτο τους άλμπουμ (Please Please Me), ανεβαίνουν στη σκηνή το Μαρά/Σαντ του Πέτερ Βάις και το Play του Σάμιουελ Μπέκετ, προβάλλονται το 8½ του Φεντερίκο Φελίνι, η Μιριέλ του Αλέν Ρενέ, Οι καραμπινιέροι του Ζαν-Λικ Γκοντάρ, Ο υπηρέτης του Τζόζεφ Λόουζι, ο Τομ Τζόουνς του Τόνι Ρίτσαρντσον, εκδίδονται τα Σκυλίσια χρόνια του Γκίντερ Γκρας, Η πόλη και τα σκυλιά του Μάριο Βάργας Λιόσα, Ο συλλέκτης του Τζον Φόουλς, το V του Τόμας Πίντσον και το Κουτσό του Χούλιο Κορτάσαρ.

2. Το Κουτσό είναι μυθιστόρημα. Είναι ένα ογκώδες μυθιστόρημα που χωρίζεται σε τρία μέρη («Από την από κει μεριά», «Από την από δω μεριά» και «Από άλλες μεριές»). Ο θρύλος που συνοδεύει το βιβλίο έχει μεν να κάνει με τον τρόπο ανάγνωσής του όπως τον προτείνει ο συγγραφέας (είτε κανονικά, εν σειρά, είτε βάσει ενός Πίνακα Οδηγιών ο οποίος προτάσσεται του σώματος), αλλά θα μπορούσε (ή θα έπρεπε) και με το τρίτο μέρος του βιβλίου, που φέρει τον εξωφρενικό υπότιτλο «Κεφάλαια παραβλέψιμα».

Ενώ αμφότερα υποτίθεται ότι απελευθερώνουν τον αναγνώστη, στην ουσία τον δεσμεύουν, πονηρά, αφού όχι μόνο ελάχιστοι αναγνώστες, γνωστά φιλοπερίεργα όντα, θ’ αντισταθούν στον πειρασμό να διαβάσουν το μυθιστόρημα και με τον δεύτερο τρόπο, πηδώντας από κεφάλαιο σε κεφάλαιο σαν να ’παιζαν κουτσό ή φιδάκι, αλλά και κανείς αναγνώστης δεν θα παραβλέψει να διαβάσει το τρίτο μέρος! Το πρώτο θρυλικό εύρημα έχει έναν τουλάχιστον πρόγονο, τον καταλανικής καταγωγής αμερικανό συγγραφέα Φελίπε Αλφάου, στην εισαγωγή του οποίου στο μυθιστόρημά του Locos (1936) διαβάζουμε, μεταξύ άλλων απολαυστικών: «Καθώς κάθε κεφάλαιο [του μυθιστορήματος] είναι αυτοτελές, ο αναγνώστης μπορεί να πιάσει αυτό το βιβλίο, να το αρχίσει από το τέλος και να το τελειώσει στην αρχή, ή να το αρχίσει και να το τελειώσει στη μέση, κατά τη διάθεσή του.

Μ’ άλλα λόγια, μπορεί να το διαβάσει με όποιον τρόπο θέλει, εκτός –ίσως– από κάτω προς τα πάνω». Το δεύτερο έχει έναν τουλάχιστον επίγονο, τον Ζορζ Περέκ, στο πολυμυθιστόρημα του οποίου Ζωή οδηγίες χρήσεως (1978) υπάρχει ένα κεφάλαιο, το Κ του Πρώτου Μέρους, που ο αναγνώστης δε χρειάζεται καμία προκαταβολική άφεση εκ μέρους του συγγραφέα ώστε να μην το διαβάσει, αφού από τις έξι σελίδες στις οποίες εκτείνεται, τις τέσσερις καταλαμβάνει ο αναλυτικός κατάλογος των εργαλείων που εμπορεύεται μια επιχείρηση.

Στην περίπτωση του Κουτσού, τα «παραβλέψιμα» κεφάλαια μπορούν να χωριστούν σε τρεις κατηγορίες: αυτά που είναι όντως και ατύπτως παραβλέψιμα (ιντερμέδια με ειδήσεις από εφημερίδες που δίνουν έναν ρεπορταζιακό τόνο, à la manière de Τζον Ντος Πάσος), αυτά που συνεχίζουν τη ζωή των κεντρικών χαρακτήρων μέσα από παράλληλες αφηγηματικές διαδρομές ανεκδοτολογικού χαρακτήρα (όπως τα μεγάλα κεφάλαια όπου ο Τράβελερ και η Ταλίτα διαβάζουν τη σπαρταριστή αναλυτική έκθεση της πρότυπης Κοινωνίας Εθνών που έχει ευαγγελιστεί ένας οραματιστής) και αυτά τα οποία συνιστούν ένα επικίνδυνο αφηγηματικό ακροβατικό που μόνο ένας ιδιοφυής συγγραφέας όπως ο Κορτάσαρ θα μπορούσε να εκτελέσει τόσο δεξιοτεχνικά και με απόλυτη ασφάλεια: την παρεμβολή μέσα σ’ ένα μυθιστόρημα μιας… θεωρίας συγγραφής και ανάγνωσης μυθιστορημάτων, μεταξύ των οποίων, βεβαίως, και αυτό που τη δεξιώνεται!

3. Η θεωρία αυτή διατυπώνεται, αποσπασματικά, από τον γέροντα συγγραφέα Μορελί, τον πιο πανηγυρικό εκπρόσωπο (ή alter ego) του Κορτάσαρ σε ολόκληρο το μυθιστόρημα. Σ’ αυτόν, άλλωστε, τον σημαντικότερο δευτερεύοντα χαρακτήρα του Κουτσού, «οφείλεται» όχι μόνο η ιδέα της τεθλασμένης ανάγνωσης ενός μυθιστορήματος – και μάλιστα, όχι κατ’ ανάγκην βάσει οδηγιών («Το βιβλίο μου» λέει ο Μορελί, «μπορεί κανείς να το διαβάσει όπως θέλει. […]

Το μόνο που κάνω εγώ είναι να το τακτοποιώ όπως θέλω εγώ να το ξαναδιαβάσω. Και στη χειρότερη περίπτωση, αν γίνει κάποιο λάθος, μπορεί να βγει τέλειο»), αλλά και η έννοια του παθητικού, του μη δημιουργικού αναγνώστη που τόσο σκανδάλισε με το χαρακτηρισμό του ως «θηλυκού», καίτοι ο Κορτάσαρ, πατώντας πάνω στην αμάχητη διάκριση «το άρρεν γεννά, το θήλυ τίκτει», είχε την πρόνοια και τη λεπτότητα να μην τον χαρακτηρίσει «γυναικείο».

4. Το Κουτσό είναι ένα μυθιστόρημα που, όπως όλα σχεδόν τα μυθιστορήματα αυτού του μάταιου κόσμου, πραγματεύεται την πορεία κάποιων ανθρώπων στη ζωή, την αγάπη, τη συντροφικότητα, τον έρωτα, τη μοναξιά, την κατάκτηση μιας θέσης στη ζωή και την κατοχύρωσή της, την απώλεια και την εσκεμμένη απώλεια ως ευφημισμό της άρνησης, της απομάκρυνσης και του αποδιωγμού, το θάνατο, την κάθε είδους δημιουργία, το θάνατο από την αδυναμία δημιουργίας.

Είναι ένα μυθιστόρημα που, όπως όλα σχεδόν τα σημαντικά μυθιστορήματα αυτού του μάταιου κόσμου, διαπραγματεύεται την ίδια την αξία του μέσα από τη σχέση που καθιδρύει με τον αναγνώστη, με τον οποίο βρίσκεται σε συνεχή διάλογο, ακόμα και διαλεκτική αντιπαράθεση. Αυτό (μαζί με το γεγονός ότι μπορεί να διαβαστεί με διαφορετικούς τρόπους, βλ. πιο πάνω) είναι που, κατά τον Μάικλ Χάρντιν, συνιστά τη θαυμαστή ανοικτότητα του κειμένου.

5. Το Κουτσό, η ιστορία ενός ανθρώπου, του Αργεντινού Οράσιο Ολιβέιρα, που έχει εκπατριστεί για να βρει την πατρίδα του, που παραλογίζεται για να βρει το Λόγο, που διαστρέφει τις λέξεις για να βρει τη γλώσσα του, που εκκεντρώνεται για να βρει το κέντρο του, το κωμικοτραγικό νόημα της ζωής (του), είναι για μένα ένα από τα δύο μείζονα μυθιστορήματα του μεταπολεμικού μοντερνισμού (το άλλο είναι το Ζωή οδηγίες χρήσεως του Ζορζ Περέκ).

Είναι το opus magnum ενός δημιουργού που δεν έπαψε ποτέ να ανανεώνει τα εργαλεία και να παίζει ασεβέστατα με τους κανόνες της τέχνης του, ενός συγγραφέα που αναλώθηκε στον αγώνα να δείξει ότι το φανταστικό και η πραγματικότητα δεν είναι κατ' ανάγκην διαφορετικά, πόσο μάλλον αντίθετα.

Τα περισσότερα έργα του, με κορυφαίο το Κουτσό, είναι σαν εκείνες τις περσικές μινιατούρες που άφηναν μια πόρτα ανοιχτή στο πλαίσιο, θαρρείς για ν' αφήσουν τον τρίτο από της αληθείας κόσμο τους να δραπετεύσει, να χυθεί και να ενωθεί με τον δεύτερο, τον δικό μας, αυτόν που θεωρούμε πραγματικό.

6. Στη σελίδα 7 της νέας έκδοσης του Κουτσού υπάρχει η πρώτη (και σημαντικότερη) σημείωση του μεταφραστή: «Η μετάφραση αφιερώνεται στον Κώστα Κουντούρη που πρώτος πάλεψε με αυτό το θηρίο, και στη μνήμη της Εφης Καλλιφατίδη που πάλεψε με πολλά».

Κεφάλαιο 1 (απόσπασμα)

Αφήναμε τα ποδήλατα στο δρόμο και μπαίναμε σιγά σιγά, σταματώντας κάπου κάπου για να κοιτάξουμε τον ουρανό, γιατί αυτή είναι μία από τις λίγες ζώνες στο Παρίσι όπου ο ουρανός είναι πιο ωραίος απ’ τη γη. Καθισμένοι σε μια ντάνα σκουπίδια κάναμε ένα τσιγάρο, και η Μάγα μου χάιδευε τα μαλλιά ή σιγοτραγουδούσε μελωδίες που κανείς ακόμα δεν τις είχε συνθέσει, κάτι αλλοπρόσαλλους σκοπούς που τους διέκοπταν αναστεναγμοί και αναμνήσεις.

Εγώ άρπαζα την ευκαιρία για να αναπολήσω άχρηστα πράγματα – μια μέθοδος που την είχα πρωτοεφαρμόσει, χρόνια πριν, σ’ ένα νοσοκομείο, και που κάθε φορά μου φαινόταν όλο και πιο γόνιμη και αναγκαία. Καταβάλλοντας τεράστια προσπάθεια, συνδέοντας βοηθητικές εικόνες, φέρνοντας στο μυαλό μου μυρωδιές και πρόσωπα, κατάφερνα ν’ ανασύρω από το χάος ένα ζευγάρι καφετιά παπούτσια που φορούσα το 1940 στην Ολαβαρία: είχαν τακούνια από καουτσούκ και πολύ λεπτές σόλες, κι όταν έβρεχε, το νερό με περόνιαζε ώς τα κόκαλα. Μ’ αυτό το ζευγάρι παπούτσια στo χέρι της μνήμης, τα υπόλοιπα έρχονταν μόνα τους: το πρόσωπο της δόνιας Μανουέλας, για παράδειγμα, ή ο ποιητής Ερνέστο Μορόνι.

Τ’ απόδιωχνα, όμως, γιατί υποτίθεται ότι σκοπός του παιχνιδιού ήταν ν’ αναπλάθει το ασήμαντο, το επουσιώδες, το χαμένο. Τρέμοντας απ’ το φόβο μη και δεν μπορέσω να θυμηθώ, νιώθοντας να με τρώει το σαράκι της αναβλητικότητας, νιώθοντας ηλίθιος που κανάκευα το χρόνο, κατέληγα να βλέπω, αντί για τα παπούτσια, ένα κουτάκι τσάι Sol που μου ’χε δώσει η μητέρα μου στο Μπουένος Αϊρες. και το μικρό σουρωτήρι για το τσάι, το σουρωτήρι-φάκα όπου μαύρα ποντικάκια καίγονταν ζωντανά στο φλιτζάνι με το νερό που έβγαζε τσιριχτές μπουρμπουλήθρες.

Πεπεισμένος ότι η μνήμη συγκρατεί τα πάντα και όχι μόνο τις Αλμπερτίν και τους μεγάλους καζαμίες της καρδιάς και των νεφρών, επέμενα ν’ αναπλάσω τα περιεχόμενα του γραφείου μου στη Φλορέστα, το πρόσωπο μιας αναξιομνημόνευτης κοπέλας που την έλεγαν Γκεκρέπτεν, πόσους κονδυλοφόρους είχε μέσα η κασετίνα μου όταν πήγαινα πέμπτη δημοτικού, και στο τέλος μ’ έπιανε τρεμούλα κι απελπισία (γιατί δεν τα ’χα καταφέρει ποτέ να θυμηθώ τους κονδυλοφόρους, ξέρω πως ήταν μες στην κασετίνα, σε μια ειδική θήκη, αλλά δε θυμάμαι πόσοι ήταν, ούτε μπορώ να καθορίσω πότε ακριβώς πρέπει να ’ταν δύο ή έξι), ώσπου η Μάγα, φιλώντας με και εκπνέοντας στο πρόσωπό μου τον καπνό του τσιγάρου της και το ζεστό της χνότο, με συνέφερνε και βάζαμε τα γέλια και πιάναμε ξανά τις βόλτες μέσα στα σκουπίδια, ψάχνοντας αυτούς της Λέσχης. Και τότε συνειδητοποιούσα πως η αναζήτηση ήταν το έμβλημά μου, το έμβλημα αυτών που βγαίνουν τις νύχτες χωρίς συγκεκριμένο σκοπό, φονιάδες των πυξίδων.

Με τη Μάγα μιλούσαμε για παταφυσική ώσπου να κουραστούμε, γιατί κι εκείνης της συνέβαινε (κι η γνωριμία μας ήταν αυτό, όπως και τόσα άλλα σκοτεινά σαν το φώσφορο του σπίρτου) να πέφτει μονίμως πάνω σε εξαιρέσεις, να βρίσκεται κλεισμένη σε σπιτάκια της κακιάς ώρας, κι όλα αυτά χωρίς να περιφρονούμε κανέναν, χωρίς να πιστεύουμε πως είμαστε τίποτα Μαλντορόρ ευκαιρίας ή προνομιακά περιπλανώμενοι Μέλμοθ.

Δε νομίζω πως η πυγολαμπίδα αισθάνεται καμιά ιδιαίτερη έπαρση απ’ το αδιαμφισβήτητο γεγονός πως είναι ένα απ’ τα πιο φαντασμαγορικά θαύματα αυτού του τσίρκου, αλλά αρκεί να της αποδώσεις μια συνείδηση για να καταλάβεις πως, όποτε ανάβει το φως στην κοιλίτσα της, θα νιώθει ένα γαργάλημα προνομιακότητας. Ετσι και τη Μάγα τη γοήτευαν οι αδιανόητες καταστάσεις στις οποίες πήγαινε κι έμπλεκε, μόνο και μόνο επειδή καταλύονταν όλοι οι νόμοι της ζωής της. Ηταν απ’ αυτές που γκρεμίζουν τις γέφυρες απλώς και μόνον με το να τις διασχίζουν, ή θυμούνται κλαίοντας γοερά ότι είχαν δει σε μια βιτρίνα το λαχείο που μόλις κέρδισε πέντε εκατομμύρια. Οσο για μένα, είχα συνηθίσει πια να μου συμβαίνουν πράγματα μετριοπαθώς εντυπωσιακά, και δεν το θεωρούσα πια τόσο τρομερό να μπω σ’ ένα θεοσκότεινο δωμάτιο για να πάρω ένα άλμπουμ και να νιώσω να έρπει πάνω στο χέρι μου το ζωντανό σώμα μιας γιγάντιας σαρανταποδαρούσας που ’χε διαλέξει για να κοιμηθεί τη ράχη του άλμπουμ.

Αυτό, ή το να βρίσκω γκρίζα ή πράσινα χνούδια μέσα σ’ ένα πακέτο τσιγάρα, ή ν’ ακούω το σφύριγμα μιας ατμομηχανής την ίδια ακριβώς στιγμή και στην ίδια τονικότητα που της επιτρέπει να ενσωματωθεί ex officio σ’ ένα μέρος μιας Συμφωνίας του Λούντβιχ Φαν, ή όπως μια φορά που μπήκα σ’ ένα pissotière της οδού Μεντισίς κι ένας άνδρας που κατουρούσε προσηλωμένος στο έργο του, μόλις με αντιλήφθηκε, έκανε πίσω δύο βήματα, γύρισε προς το μέρος μου και μου ’δειξε, απιθωμένο στην παλάμη του σαν πολύτιμο κειμήλιο, ένα όργανο απίστευτων διαστάσεων και χρωμάτων, ενώ εγώ την ίδια στιγμή συνειδητοποιούσα πως αυτός ο άνθρωπος ήταν ολόιδιος μ’ έναν άλλο (αν και δεν ήταν ο άλλος), ο οποίος, πριν από ένα εικοσιτετράωρο, στη Salle de Géographie, είχε δώσει μια διάλεξη περί τοτέμ και ταμπού, κι είχε δείξει στο ακροατήριο, πολύ προσεκτικά κρατώντας τα στην παλάμη του, ραβδάκια από ελεφαντόδοντο, φτερά από μήνουρο, τελετουργικά νομίσματα, μαγικά απολιθώματα, αστερίες, αποξηραμένα ψάρια, φωτογραφίες βασιλικών παλλακίδων, αναθήματα κυνηγών και τεράστιους βαλσαμωμένους σκαραβαίους που έκαναν τις αναπόφευκτες κυρίες στο ακροατήριο ν’ αναριγούν ηδονικά απ’ τον τρόμο.

Βιβλίο

Πολλές φορές αναρωτήθηκα πώς θα’ τανε ο κόσμος μας εάν ο Νέλσον Μαντέλα ή ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ δεν είχαν γεννηθεί. Η φυσική ροπή της κοινωνίας προς τη βία βρήκε αντίσταση σε δυο ηγετικές μορφές που αγωνίστηκαν για την εξάλειψη των διακρίσεων και την ειρήνη. Η ιστορία, ωστόσο, θα είχε γραφτεί αλλιώς εάν δεν είχε προηγηθεί ο Μαχάτμα Γκάντι, ο μέγας κήρυκας της μη βίας που επηρέασε όχι μόνο τον Μαντέλα και τον Κινγκ αλλά έναν ολόκληρο πλανήτη.

Ο Μοχάντας Καραμτσάντ Γκάντι (महात्मा गांधी), Ινδός πνευματικός ηγέτης και πολιτικός , γεννήθηκε το 1869 σε ένα Ινδικό χωριό που τελούσε υπό αγγλική κυριαρχία. Έως το 1920 είχε γίνει η κυριότερη πολιτική φυσιογνωμία της Ινδίας και το μήνυμά του ήταν απλό: δεν κρατούσαν την Ινδία υπόδουλη τα βρετανικά όπλα, αλλά οι ατέλειες των ίδιων των Ινδών. «Πρέπει να είσαι η αλλαγή που θέλεις να έρθει» έλεγε και προέτρεπε τον λαό του να απαντάει στα όπλα με αγάπη. «Το μόνο αποτέλεσμα που θα έχει το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» είναι ότι θα καταλήξει να κάνει όλον τον κόσμο τυφλό». Έγινε ευρύτερα γνωστός με την προσωνυμία «Μαχάτμα» («Μεγάλη Ψυχή» στα σανσκριτικά), χαρακτηρισμό που φέρεται να του απέδωσε ο συμπατριώτης του νομπελίστας ποιητής και στοχαστής Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ.

Πολλές φορές αναρωτήθηκα πώς θα ‘ταν η ζωή μου αν ζούσα έστω για λίγο δίπλα του, δίπλα στον άνθρωπο που όρθωσε ανάστημα με την παθητική αντίσταση και που πολέμησε τη βία χωρίς βία. Και ίσως η πορεία μου να έμοιαζε μ’ αυτή του Arun, του εγγονού του Γκάντι, που έζησε πλάι του από τα 12 μέχρι τα 14. Τότε που η αθωότητα σ’ εγκαταλείπει βάναυσα και η πραγματική ζωή σε μπουρδουκλώνει και θυμώνεις. Αυτός ήταν κι ο λόγος που ο Arun στάλθηκε στον παππού του στη Ν. Αφρική: να θεραπεύσει τον θυμό του, απόρροια της αδικίας και του ρατσισμού που είχε κι ο ίδιος υποστεί.

«Δεν πρέπει να ντρεπόμαστε για τον θυμό. Είναι ένα πολύ καλό και ισχυρό συναίσθημα που μας δίνει κίνητρο. Αυτό για το οποίο θα πρέπει να ντρεπόμαστε είναι ο λάθος τρόπος έκφρασής του». Αυτό είναι και το πρώτο μάθημα που παίρνει ο Arun από τον «Μπάπου» του, όταν δειλά κι ενοχικά εξομολογείται τον θυμό του. Ένα μάθημα που τον εξέπληξε μα και τον ανακούφισε. Άνοιξε το δρόμο για μια ζωή με σεβασμό, αποδοχή και κατανόηση. Συμπόνια και αγάπη. Το πρώτο μάθημα, υπήρξε ο πυρήνας για μια ζωή ελεύθερη κι αγνή.

Μαχάτμα Γκάντι: Το δώρο του θυμού

Είναι πολύ δύσκολο να χωρέσεις δυο χρόνια αναμνήσεων και σπουδαίων μαθημάτων σε μία παρουσίαση τόση δα. Ωστόσο, αυτό που δεν μπορεί να μείνει έξω από αυτές εδώ τις γραμμές είναι η αξία του συγκλονιστικού ταξιδιού προς την ελευθερία. Ο Γκάντι είχε τη βαθιά ηρεμία και την ικανοποίηση που όλοι επιθυμούμε. Δεν κέρδιζε κάθε αγώνα και δεν μπόρεσε ν’ αλλάξει εντελώς τον κόσμο όπως θα ήθελε, όμως ποτέ δεν εγκατέλειψε την προσπάθεια να κάνει τον εαυτό του και τον κόσμο καλύτερο.

«Η χαρά βρίσκεται στον αγώνα, στην προσπάθεια, στον πόνο που προκύπτει, όχι στην ίδια την νίκη». Η Ιθάκη είναι πάντα εκεί, και είναι πάντα ίδια, όμως η διαδρομή έχει βουνά και θάλασσες, πεδιάδες κι γκρεμούς. Ο Γκάντι έριξε φως σε μια διαδρομή ανηφορική που νίκησε τη βία και το αίμα, το ψέμα και τον πόνο. Η ιστορία όμως γράφεται για να ξεχνιέται πριν καλά καλά στεγνώσει το μελάνι της και η βία είναι πάλι εδώ, είναι παντού και είναι πάντα.

Όλοι μας μπορούμε ν’ ακολουθήσουμε το δρόμο που φώτισε για μας ο Γκάντι. Δεν θα κερδίσουμε όλες τις μάχες που θα δώσουμε, ο εαυτός μας είναι αμείλικτος εχθρός. Στο τέλος, όμως, ο αγώνας μας θα δικαιωθεί κάτι που οφείλουμε σε μας, στον κόσμο, στα παιδιά μας. Το «Δώρο του θυμού» του Αρούν Γκάντι, επίκαιρο όσο ποτέ, θα μας υπενθυμίσει τα όπλα που διαθέτουμε μα τα ξεχνάμε και θα μας εφοδιάσει με νέους οπλισμούς για να αντισταθούμε στη βία χωρίς βία.

«Κάθε αξιόλογη πράξη είναι δύσκολη. Η άνοδος είναι πάντα δύσκολη. Η κάθοδος είναι εύκολη και συχνά ολισθηρή». Αν είστε έτοιμοι για τον δύσκολο δρόμο που οδηγεί στην ειρήνη και την ελευθερία, το «Δώρο του θυμού» θα είναι το ισχυρό εφόδιο για τα στραβοπατήματα και τις ανηφοριές.

Μπορείτε να βρείτε το βιβλίο στο e-shop των εκδόσεων Διόπτρα

Βιβλίο

Για τον Ρομαντικό, ελάχιστα είναι τα βήματα που με­σολαβούν από τη φευγαλέα ματιά σε έναν άγνωστο ως τη διαμόρφωση ενός μεγαλειώδους και σημαντικού συ­μπεράσματος: ότι ίσως αποτελεί τη διεξοδική απάντηση στα άρρητα ερωτήματα της ύπαρξης.

Η ένταση μπορεί να φαντάζει επουσιώδης, ως και κωμική, ωστόσο αυτή η λατρεία για το ένστικτο δεν συ­νιστά κάποιον ασήμαντο πλανήτη στην κοσμολογία των σχέσεων. Είναι ο καθοριστικός ήλιος γύρω από τον οποίο περιστρέφονται τα σύγχρονα ιδεώδη για τον έρωτα.

Λογικά, το ρομαντικό δόγμα υπήρχε ανέκαθεν, όμως μόνο τους τελευταίους αιώνες έπαψε να θεωρείται απλώς μια ασθένεια· μόλις πρόσφατα η αναζήτηση της αδελφής ψυχής αφέθηκε να αποκτήσει ένα κύρος που προσεγγίζει το νόημα της ζωής. Ένας ιδεαλισμός που

παλιότερα αφορούσε τους θεούς και τα πνεύματα έχει αλλάξει πορεία, στρεφόμενος προς τα ανθρώπινα πλά­σματα – μια φαινομενικά γενναιόδωρη κίνηση, η οποία ωστόσο βαρύνεται με απαγορευτικές και εύθραυστες συνέπειες, από τη στιγμή που δεν είναι καθόλου απλό για έναν άνθρωπο να τιμήσει για μια ολόκληρη ζωή την τελειότητα που ίσως αφήνει να εννοηθεί ότι διαθέτει στα μάτια ενός ευφάνταστου παρατηρητή στον δρόμο, στο γραφείο ή στο διπλανό κάθισμα του αεροπλάνου.

Η αφετηρία συγκεντρώνει τέτοια δυσανάλογη προσοχή επειδή δεν κρίνεται ως μία φάση ανάμεσα στις πολλές· για τον Ρομαντικό, περιέχει σε συμπυκνωμένη μορφή οτιδήποτε σημαντικό για τον έρωτα συνολικά. Κι αυτό εξηγεί γιατί σε τόσο πολλές ιστορίες αγάπης ο αφηγητής δεν έχει τίποτα άλλο να κάνει με το ζευγάρι, αφότου αυτό έχει θριαμβεύσει μετά από μια σειρά αρχικών εμποδίων, παρά να του επιφυλάξει ένα ασαφές, χαρού­μενο μέλλον – ή να το εξολοθρεύσει. Εκείνο που χαρα­κτηρίζουμε ως έρωτα δεν είναι παρά η αρχή του έρωτα

Οι ιστορίες των σχέσεων που διαρκούν χρόνια, χωρίς προφανείς συμφορές ή καλοτυχίες, παραμένουν –συ­ναρπαστικά και ανησυχητικά– η εξαίρεση μεταξύ των αφηγημάτων που τολμάμε να πούμε στον εαυτό μας για την εξέλιξη του έρωτα

Κι όμως, επιμένουμε πως τίποτε απ’ όλα αυτά δεν είναι ακόμα σχετικό με την ιστορία αγάπης. Οι ιστορίες αγά­πης δεν ξεκινούν όταν φοβόμαστε μήπως ο άλλος είναι απρόθυμος να μας ξαναδεί, αλλά όταν αποφασίζει ότι δεν έχει αντίρρηση να μας βλέπει διαρκώς· όχι όταν έχει κάθε ευκαιρία να το βάλει στα πόδια, αλλά όταν υπό­σχεται σοβαρά να είναι δίπλα μας, και να αισθάνεται αιχμαλωτισμένος από εμάς, για μια ζωή.

Η αντίληψή μας για τον έρωτα πέφτει θύμα σφετε­ρισμού και εξαπάτησης από εκείνες τις πρώτες συγκι­νητικές στιγμές που διασπούν την προσοχή μας. Έχου­με επιτρέψει στις ιστορίες αγάπης να τελειώνουν υπερ­βολικά σύντομα. Δείχνουμε να γνωρίζουμε πάρα πολλά για το πώς ξεκινάει ο έρωτας και απερίσκεπτα λίγα για το πώς μπορεί να συνεχιστεί

Aλαίν ντε Μποττόν – Το χρονικό του έρωτα – Εκδόσεις Πατάκη – Μεταφραστής : Καλοκύρης Αντώνης

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Βιβλίο

 

Βρείτε χιλιάδες τίτλους βιβλίων σε τιμές που ξεκινούν από ένα ευρώ!

Για μία ακόμη χρονιά, και μάλιστα λίγο πριν η Αθήνα ανακηρυχθεί και επίσημα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου για το 2018, η Πλατεία Κοτζιά ετοιμάζεται να γίνει ξανά το σημείο συνάντησης των βιβλιόφιλων της πόλης. Από την Παρασκευή 19/1 μέχρι και τις 11/2 (9 π.μ. - 9 μ.μ.), η γνώριμη λευκή τέντα θα στεγάσει χιλιάδες τίτλους βιβλίων από 200 εκδοτικούς οίκους, σε πολύ χαμηλές τιμές που ξεκινούν από € 1. Με κεντρικό σύνθημα «το βιβλίο είναι η δύναμή σου» και με δωρεάν είσοδο, το 22ο Παζάρι Βιβλίου του Συνδέσμου Εκδοτών Βιβλίου (Σ.ΕΚ.Β.) φέρνει στους πάγκους του λογοτεχνικούς θησαυρούς όλων των κατηγοριών και για όλες τις ηλικίες.

Το 22ο Παζάρι Βιβλίου διοργανώνεται σε συνεργασία με την UNICEF, υπό την αιγίδα του Δήμου Αθηναίων και την υποστήριξη του Οργανισμού Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων (Ο.Π.Α.Ν.Δ.Α.).

Είσοδος από την οδό Αθηνάς.

Βιβλίο

 Ο Ρίνγκο, ένας δεκαπεντάχρονος έφηβος, σκοτώνει τις ώρες του στο κρασοπουλειό της κυρίας Πακίτα, απογοητευμένος που η φτώχεια των γονιών του τον αναγκάζει να σταματήσει τα μαθήματα του πιάνου και να παραιτηθεί από το όνειρό του να γίνει διάσημος πιανίστας.

Καθισμένος στο αγαπημένο του τραπέζι δίπλα στο παράθυρο, γίνεται ακούσιος μάρτυρας του απελπισμένου έρωτα της αφελούς κυρίας Μιρ, μιας μεσόκοπης και τροφαντής θεραπεύτριας, για τον κύριο Αλόνσο, έναν ευπαρουσίαστο κουτσό πενηντάρη, αλλά και όσων συμβαίνουν στη συνοικία της Γράσια, στη μεταπολεμική Βαρκελώνη, υπό την απειλητική σκιά της δικτατορίας του Φράνκο.

Μέσα από τα μάτια του Ρίνγκο που ακούει, διαβάζει και τελικά θα αρχίσει να συγγράφει, θα φωτιστεί ολόκληρη η ζωή μιας γενιάς που έθρεψε τα όνειρά της στα συνοικιακά σινεμά και στους δρόμους μιας πόλης όπου το μέλλον έμοιαζε αδιανόητο.

 

 

Πηγή: www.lifo.gr

Βιβλίο

Αναμφίβολα ο πιο σημαντικός ρόλος στη ζωή ενός ατόμου είναι ο γονικός.

Η απόκτηση και η διαπαιδαγώγηση ενός παιδιού αποτελεί μεγάλη πρόκληση και ανεπανάληπτη εμπειρία. Συνεπείς στην ετήσια συνάντησή μας, το ημερολόγιο του 2018 έρχεται να σας συντροφεύσει όλη τη χρονιά και να σας στηρίξει στον γονικό σας ρόλο.

 

Η Αλεξάνδρα Α. Καππάτου, με την πολυετή εμπειρία και εγκυρότητά της, σας ενημερώνει και σας δίνει συμβουλές για θέματα που σας απασχολούν σχετικά με τα παιδιά και τους εφήβους σας, όπως για τη διαπαιδαγώγηση, το σχολείο, τον ύπνο, τις φιλίες, το διαζύγιο κ.λπ. Όπως άλλωστε έγραψε ο Ντένις Γουέτλεϊ: «Το καλύτερο δώρο που μπορείς να κάνεις στα παιδιά σου είναι οι ρίζες της υπευθυνότητας και τα φτερά της ανεξαρτησίας».

.akappatou.gr

 

Βιβλίο

…Θέλετε να με κάνετε να πιστέψω ότι η ζωή σας είναι ζωή ενός συνηθισμένου αναρχικού;» ,

«Όχι! Όχι, δεν είν’ έτσι τα πράγματα. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι οι θεωρίες μου δεν παρεκκλίνουν καθόλου απ’ τον τρόπο ζωής μου. Αντίθετα, και τα δυο συμφωνούν απόλυτα. Είναι αλήθεια ότι δεν κάνω ζωή βομβιστή ή αναρχοσυνδικαλιστή. Εκείνων όμως η ζωή εκτυλίσσεται πέρα απ’ τον αναρχισμό, πέρα απ’ τα ιδανικά τους. Αυτό δε συμβαίνει με τη δική μου. Σ’ εμένα -μάλιστα, σ’ εμένα τον τραπεζίτη, τον μέγα έμπορο και κομπιναδόρο, αφού το θέλετε έτσι- συνυπάρχουν και τα δυο, και η θεωρία και η πράξη του αναρχισμού, με τον καλύτερο τρόπο.

Με παρομοιάσατε μ’ εκείνους τους ηλίθιους τους βομβιστές και με τους άλλους στα συνδικάτα, για ν’ αποδείξετε ότι εγώ είμαι διαφορετικός. Και πράγματι έτσι είναι, μόνο που η διαφορά είναι η ακόλουθη: εκείνοι εκεί (μάλιστα, εκείνοι και όχι εγώ) είναι μόνο θεωρητικά αναρχικοί, ενώ εγώ είμαι και στη θεωρία και στην πράξη. Εκείνοι εκεί είναι αναρχικοί και βλάκες, ενώ εγώ είμαι αναρχικός κι έξυπνος. Γι’ αυτό είμαι, αγαπητέ μου, εγώ ο πραγματικός αναρχικός. Οι συνδικαλιστές και οι βομβιστές (ήμουν κι εγώ κάποτε ένας από δαύτους, αλλά τους εγκατέλειψα ακριβώς χάριν του αληθινού αναρχισμού), αυτοί δεν είναι παρά τα σκουπίδια του αναρχισμού, οι κηφήνες της μεγάλης αναρχικής διδασκαλίας».

«Ούτε ο διάβολος δε θα πίστευε στ’ αυτιά του! Είναι να σαστίζει κανείς. Και πώς συμβιβάζεται η ζωή σας -εννοώ τη ζωή του τραπεζίτη και εμπόρου- με τη θεωρία του αναρχισμού; Πώς συμβιβάζονται αυτά τα δύο, όταν λέτε ότι αντιλαμβάνεστε την αναρχική θεωρία όπως οι συνηθισμένοι αναρχικοί; Και θέλετε και να με πείσετε από πάνω ότι διαφέρετε απ’ αυτούς, επειδή είστε περισσότερο αναρχικός -έτσι δεν είναι;»

«Πράγματι».

«Ε, τώρα είναι που δεν καταλαβαίνω τίποτα!»

«Θέλετε πολύ να καταλάβετε;»

«Ασφαλώς!»

Το πούρο, που είχε στο στόμα, τον είχε σβήσει· πήρε και το ξανάναψε με αργές κινήσεις, κοίταξε το σπίρτο ώσπου κάηκε ολόκληρο, το άφησε προσεχτικά στο σταχτοδοχείο, κι ύστερα σήκωσε το κεφάλι που κρατούσε σκυφτό, και είπε:

«Ακούστε με! Βγήκα απ’ το λαό, κατάγομαι απ’ την εργατική τάξη της πόλης. Όπως καταλαβαίνετε, κανένα τυχερό δεν είχα από κούνια, ούτε κοινωνική θέση ούτε τις αντίστοιχες γνωριμίες. Έτυχε μόνο να έχω απ’ τη φύση καθαρό μυαλό και αρκετά ισχυρή θέληση. Είχα λοιπόν δυο χαρίσματα που δεν μπορούσαν να μου αμφισβητηθούν, παρά την ταπεινή καταγωγή μου.

»Έγινα εργάτης, δούλεψα και έζησα μια καταθλιπτική ζωή, όπως οι περισσότεροι σ’ αυτό τον περίγυρο. Όχι πως υπέφερα απ’ την πείνα, αλλά πολλές φορές λίγο έλειψε να γίνει ακόμη κι αυτό. Βέβαια, ούτε έτσι θα είχε αλλάξει τίποτα απ’ όσα ακολούθησαν και που θα σας αφηγηθώ τώρα, τίποτα απ’ την προηγούμενη και τίποτα απ’ την τωρινή μου ζωή.

»Σε γενικές γραμμές, ήμουν ένας απόλυτα συνηθισμένος εργάτης: δούλευα επειδή έπρεπε να δουλέψω, αλλά όσο γινόταν λιγότερο. Όποτε μου δινόταν η ευκαιρία, διάβαζα και συζητούσα τα πάντα, και επειδή δεν ήμουν χαζός, κυριεύτηκα από έντονη δυσαρέσκεια και μεγάλη αμηχανία μπρος στην τύχη μου και τις κοινωνικές συνθήκες που μου επέβαλλαν αυτή τη κατάσταση. Σας έχω ήδη πει ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να είχαν έρθει και χειρότερα. Τότε όμως ήμουν ένας άνθρωπος που πίστευε πως τον είχε αδικήσει πολύ η μοίρα του και οι κοινωνικές συνθήκες έμοιαζε να είχαν εκμεταλλευτεί αυτό το γεγονός. Εκείνον τον καιρό ήμουν περίπου είκοσι ή το πολύ είκοσι ενός χρόνων, και τότε ήταν που έγινα αναρχικός».

Δε μίλησε για λίγο, κι ύστερα έσκυψε ακόμα πιο πολύ προς το μέρος μου και συνέχισε:

«Ήμουν ανέκαθεν λίγο πολύ συνειδητοποιημένος. Ένιωθα αυτή την αμηχανία και ήθελα να την κατανοήσω. Έτσι έγινα ένας συνειδητός και πεισμένος αναρχικός… Έγινα ο συνειδητός και πεισμένος αναρχικός που παραμένω ακόμα και σήμερα».

«Και η σημερινή σας θεωρία είναι η ίδια με την τοτινή;»

«Η ίδια. Η αναρχική θεωρία, η αληθινή θεωρία, είναι μία και μοναδική. Από τότε που έγινα αναρχικός, της στάθηκα πιστός, όπως θα διαπιστώσετε σε λίγο… Όπως σας έχω ήδη πει, ήμουν απ’ τη φύση μου έξυπνος και έτσι έγινα συνειδητός αναρχικός. Μόνο που, τι σημαίνει να είσαι αναρχικός;

Σημαίνει ν’ αντιστέκεσαι στις αδικίες που πηγάζουν απ’ το γεγονός ότι ερχόμαστε σ’ αυτόν τον κόσμο κοινωνικά άνισοι… Αυτό είναι που σε κάνει αναρχικό. Απ’ αυτό προέρχεται, πράγμα που μπορεί ν’ αποδείξει κανείς, η αντίσταση σ’ εκείνες τις κοινωνικές συνθήκες που καθιστούν την ανισότητα δυνατή.

Εκείνο που θέλω να σας εξηγήσω πρώτα είναι η ψυχολογική οδός: πώς γίνεσαι αναρχικός; Αμέσως μετά θ’ αναφερθώ πάλι στη θεωρία. Προσπαθήστε τώρα να παρακολουθήσετε την αμηχανία ενός έξυπνου ανθρώπου μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες. Πώς βλέπει τον κόσμο;

Ο ένας γεννιέται εκατομμυριούχος κι είναι από γεννησιμιού του άτρωτος στις δυστυχίες -και υπάρχουν αρκετές από δαύτες- δυστυχίες που τις αποτρέπει, ή τις αμβλύνει τουλάχιστον, το χρήμα, ενώ ο άλλος γεννιέται φτωχός, κι από παιδί δεν είναι παρά ένα παραπανίσιο στόμα για την οικογένεια που είναι αναγκασμένη να γεμίζει στόματα όπως όπως. Ο ένας γεννιέται κόμης ή μαρκήσιος και απολαμβάνει την εκτίμηση των ανθρώπων ό,τι και να κάνει, ενώ ο άλλος, σαν εμένα, πρέπει να υποτάσσεται σιωπηλά αν θέλει να του φέρονται ανθρώπινα. Μερικοί γεννιούνται έτσι που μπορούν να σπουδάσουν, να ταξιδέψουν και να μορφωθούν… να γίνουν πιο έξυπνοι (ας το πούμε με τ’ όνομά του) απ’ ό,τι εκείνοι που είχαν από τη φύση αυτή τη δυνατότητα. Έτσι είναι κι έτσι θα μείνει σε γενικές γραμμές.

»Τις αδικίες της φύσης… τι να κάνουμε; Δεν μπορούμε να τις εξαλείψουμε. Τις κοινωνικές όμως κι εκείνες που υπάρχουν στις κοινωνικές σχέσεις, γιατί δεν τις καταργούμε; Παραδέχομαι -τι άλλο μου μένει;- ότι κάποιος μπορεί να είναι καλύτερός μου, επειδή η φύση τού έχει δώσει ορισμένα χαρίσματα: ταλέντο, δύναμη, ενεργητικότητα. Δε δέχομαι όμως να είναι κάποιος καλύτερός μου χάρη σε επίκτητες ιδιότητες, που δεν τις είχε όταν άφησε την κοιλιά της μάνας του, αλλά του τις χάρισε κάποια μάλλον ευτυχής σύμπτωση μόλις βγήκε από κει, όπως πλούτο, κοινωνική θέση, ανέσεις, κλπ. Κι από αυτή την αντίδραση, που προσπαθώ να σας παρουσιάσω εδώ ,βγήκε τότε ο αναρχισμός μου, εκείνος ο αναρχισμός που πρεσβεύω και τώρα όσο και παλιότερα».

Πάλι δε μίλησε για λίγο, σα να ήθελε να σκεφτεί πώς να συνεχίσει. Κάπνιζε φυσώντας τον καπνό του δίπλα μου. Ύστερα στράφηκε πάλι προς το μέρος μου κι ήταν κιόλας έτοιμος να συνεχίσει, όταν τον διέκοψα:

«Να σας ρωτήσω κάτι από καθαρή περιέργεια… Γιατί είστε, αλήθεια, αναρχικός; Θα μπορούσατε με την ίδια ευκολία να είχατε γίνει σοσιαλιστής ή οτιδήποτε άλλο προοδευτικό, που να μην είναι τόσο περιθωριακό. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να εναρμονιστεί και με την αντίστασή σας… Συμπεραίνω απ’ όσα μου είπατε ότι εννοείτε τον αναρχισμό (και νομίζω πως αυτός είναι ένας καλός ορισμός) ως αντίσταση ενάντια σε κάθε είδους κοινωνικούς συμβιβασμούς και τύπους, ως επιθυμία και προσπάθεια για τη συνολική κατάργησή τους…»

«Ακριβώς».

«Και γιατί διαλέξατε αυτή την ακραία λύση και όχι κάποια άλλη, κάποια ενδιάμεση;»

«Θα σας πω αμέσως. Όλα αυτά τα σκεφτόμουν πολύ καιρό. Εκείνο, φυσικά, που μ’ έφερε σε επαφή μ’ όλες τις θεωρίες ήταν οι προκηρύξεις που διάβαζα. Διάλεξα την αναρχική θεωρία, μιαν ακραία θεωρία όπως πολύ σωστά παρατηρήσατε, για λόγους που θα σας αποκαλύψω με δυο κουβέντες».

Το βλέμμα του καρφώθηκε λίγη ώρα στο κενό. Ύστερα στράφηκε πάλι προς το μέρος μου.

«Το πραγματικό κακό, το καθαυτό κακό, είναι οι κοινωνικές συνθήκες και οι θεσμοί που καλύπτουν τα φυσικά δεδομένα, ξεκινώντας απ’ την οικογένεια και καταλήγοντας στο χρήμα, απ’ τη θρησκεία ως το κράτος. Γεννιόμαστε άντρες ή γυναίκες, θέλω να πω πως γεννιόμαστε για να γίνουμε κάποτε ενήλικοι άντρες ή γυναίκες, δεν ερχόμαστε όμως στον κόσμο για να γίνουμε σύμφωνα με τους νόμους της φύσης ούτε σύζυγοι, ούτε καθολικοί, ούτε προτεστάντες, ούτε Πορτογάλοι, ούτε Άγγλοι. Γινόμαστε ότι γίνουμε μόνο με την επίδραση των κοινωνικών θεσμών.

Γιατί όμως είναι κακοί οι κοινωνικοί θεσμοί; Επειδή πρόκειται για θεσμούς, επειδή δεν είναι φυσικοί. Το κράτος είναι τόσο μηδαμινό όσο και το χρήμα, οι θρησκείες τόσο ασήμαντες όσο και η οικογένεια. Κι αν υπήρχαν κι άλλοι θεσμοί αυτού του είδους, θα ήταν το ίδιο κακοί, ακριβώς επειδή Θα ήταν θεσμοί, επειδή απλώς θα κάλυπταν και θα εμπόδιζαν τα φυσικά δεδομένα. Και κάθε σύστημα, εκτός από το καθαρά αναρχικό που θέλει να καταργήσει όλους αυτούς τους θεσμούς, δεν είναι παρά ένας θεσμός. Θα ήταν παράλογο, για να μην πω έγκλημα, να επενδύσουμε όλες μας τις επιθυμίες και να αναλώσουμε όλους μας τους κόπους, για να αντικαταστήσουμε έναν κοινωνικό θεσμό από κάποιον άλλο, γιατί αυτό θα είχε αποτέλεσμα να δημιουργηθεί αναταραχή στην κοινωνία, με αποκλειστικό και μόνο στόχο να μην αλλάξει τίποτα. Κι αφού θεωρούμε τους κοινωνικούς θεσμούς άδικους επειδή καταδυναστεύουν και καταπιέζουν τη φύση του ανθρώπου, τότε γιατί να σπαταλάμε τις δυνάμεις μας να τους αντικαταστήσουμε με άλλους, όταν μπορούμε να τους καταστρέφουμε όλους;

»Μου φαίνεται ότι όλ’ αυτά είναι λογικά. Ας υποθέσουμε όμως ότι δεν είναι έτσι, ας υποθέσουμε ότι κάποιος θ’ απαντούσε πως όλ’ αυτά είναι καλά κι ωραία, αλλά πως το αναρχικό σύστημα δεν είναι πραγματοποιήσιμο, κι ας εξετάσουμε με την ησυχία μας κι αυτή την πλευρά του προβλήματος.

»Γιατί να μην είναι πραγματοποιήσιμο το αναρχικό σύστημα; Εμείς οι προοδευτικοί ξεκινάμε όλοι από τη βασική αρχή ότι το υφιστάμενο σύστημα είναι άδικο, όμως πέρα απ’ αυτό υποστηρίζουμε ότι θα πρέπει να αντικατασταθεί από ένα δικαιότερο για να επικρατήσει δικαιοσύνη. Αν σκεφτόμασταν διαφορετικά, δε θα ήμαστε προοδευτικοί, αλλά αστοί.

Από πού προκύπτουν όμως τα κριτήρια για το δίκαιο; Απ’ αυτό που είναι φυσικό κι αληθινό, σ’ αντίθεση με τους κοινωνικούς θεσμούς και τα κατά συνθήκην ψεύδη. Αλλά αν κάτι είναι φυσικό, δε θα είναι μόνο κατά το ήμισυ, το εν τέταρτο ή το εν όγδοο. Ωραία λοιπόν! Τότε θα πρέπει όμως να ισχύει ένα απ’ τα δύο ενδεχόμενα: είτε αυτό που είναι φυσικό είναι πραγματοποιήσιμο, είτε δεν είναι πραγματοποιήσιμο· για να το πούμε διαφορετικά: είτε μια κοινωνία μπορεί να είναι φυσική, είτε είναι κατ’ ουσίαν θεσμός, οπότε είναι αδύνατο να γίνει ποτέ φυσική.

Αν η κοινωνία μπορεί να είναι φυσική, τότε μπορεί να είναι δυνατή και μια αναρχική ή ελεύθερη κοινωνία, επειδή μόνο αυτή θα ήταν μια κοινωνία ολωσδιόλου φυσική. Αν όμως η κοινωνία δε γίνεται να είναι φυσική, αν πρέπει (όποια και να ’ναι η αιτία) να είναι θεσμός, τότε είμαστε αναγκασμένοι να τη θεωρήσουμε το μικρότερο κακό και να την κάνουμε, μέσα στα θεσμικά πλαίσια, όσο μπορούμε πιο φυσική, για να είναι κι όσο το δυνατό δικαιότερη. Και ποιος είναι αυτός ο πιο φυσικός θεσμός; Κανείς δεν είναι καθεαυτού φυσικός αφού είναι θεσμός, μόνο που στην προκειμένη περίπτωση φυσικότερος θα ήταν εκείνος που φαίνεται φυσικότερος, που τον αντιλαμβανόμαστε ως φυσικότερο.

Και ποιος είναι βέβαια ο φυσικότερος ή ποιον αντιλαμβανόμαστε ως φυσικότερο; Εκείνους που έχουμε συνηθίσει. (Πρέπει να καταλάβετε ότι κάτι είναι φυσικό όταν είναι ενστικτώδες, κι ότι εκείνο που δεν είναι ενστικτώδες, αλλά που σε γενικές γραμμές μοιάζει να είναι, αυτό είναι η συνήθεια. Το κάπνισμα δεν είναι ούτε φυσικό ούτε ενστικτώδης ανάγκη, όμως απ’ τη στιγμή που το συνηθίζει κανείς, του φαίνεται φυσικό, το αντιλαμβάνεται ως ενστικτώδη ανάγκη).

Και ποιος είναι ο κοινωνικός θεσμός που μας έγινε συνήθεια; Το παρόν σύστημα βέβαια, το αστικό σύστημα. Απ’ αυτά, αν τα δούμε λογικά, προκύπτει είτε ότι θεωρούμε τη φυσική κοινωνία δυνατή, οπότε πρέπει να πάρουμε αναρχική θέση, είτε ότι υποστηρίζουμε πως είναι αδύνατη, οπότε πρέπει να υπερασπιστούμε το αστικό σύστημα. Εναλλακτική περίπτωση δεν υπάρχει. Μέχρι εδώ μπορέσατε να με παρακολουθήσετε;…»

Το διήγημα με τον προκλητικό για την κοινή λογική τίτλο «Ο αναρχικός τραπεζίτης» δημοσιεύεται για πρώτη φορά το 1922. Παραβολή, διαλεκτική σάτιρα, υποδειγματικό οικοδόμημα μιας αυστηρής επαγωγικής λογικής, διαθέτει την εγγενή εκείνη επικαιρότητα που χαρακτηρίζει ολόκληρο το έργο του Πεσσόα.

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin