Αχιλλέας Κυριακίδης 
Συντάκτης: Παρή Σπίνου
«Τελειώνει η ερωτική πράξη και την καταστρέφει ο λόγος. Τελειώνει η ονειρική πράξη και την καταστρέφει η λογική. Ο λόγος και η λογική σκοτώνουν την ενότητα, παλινορθώνουν την αντίφαση. Οπότε, γράφονται μυθιστορήματα με τα όπλα του εχθρού: το λόγο και τη λογική. Γράφεται το "Κουτσό"». Ετσι περιέγραφε το «Κουτσό» ο Κάρλος Φουέντες, μέγας θαυμαστής του Χούλιο Κορτάσαρ, όπως και οι ομότεχνοί του Χόρχε Λουίς Μπόρχες και Πάμπλο Νερούδα.

«Αντιμυθιστόρημα», «Χρονικό μιας τρέλας», «Κάτι σαν ατομική βόμβα», «Ενα κάλεσμα προς την αναγκαία αταξία»... Πάμπολλοι χαρακτηρισμοί συνοδεύουν αυτό το εμβληματικό μυθιστόρημα που ο σπουδαίος Αργεντίνος συγγραφέας άρχισε να ονειρεύεται το 1958, που εκδόθηκε το 1963 κι από τότε άλλαξε την ιστορία της λογοτεχνίας και συγκλόνισε τη ζωή χιλιάδων νέων ανά τον κόσμο. Γεμάτο λογοτεχνική φιλοδοξία, σπαρταριστό, με καινοτόμα συγγραφικά εργαλεία, κατεδαφιστικό του κατεστημένου και αναζητητικό της ρίζας της ποίησης, το «Κουτσό» διαβάζεται μέχρι σήμερα με περιέργεια, δέος, κατάπληξη.

«Κουτσό»
Στα ελληνικά είχε κυκλοφορήσει το 1988 από τις εκδόσεις «Εξάντας» (μετάφρ. Κώστας Κουντούρης), όμως εδώ και χρόνια έχουν εξαντληθεί τα αντίτυπα. Γι' αυτό και είναι πολύ σημαντική η επανέκδοσή του από την Opera, σε νέα, εξαιρετική μετάφραση του πολυβραβευμένου Αχιλλέα Κυριακίδη. Από τη Δευτέρα λοιπόν, το «Κουτσό» στα βιβλιοπωλεία και με την ευκαιρία αυτή η «Εφ.Συν.» προδημοσιεύει απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο, ενώ ο Αχιλλέας Κυριακίδης μας προσκαλεί να μπούμε στο συναρπαστικό «παιχνίδι» του Χούλιο Κορτάσαρ.

Έξι τετράγωνα του Κουτσού

1. Το τέταρτο έτος της συνταρακτικής δεκαετίας του 1960, το Νόμπελ Λογοτεχνίας απονέμεται στον Γιώργο Σεφέρη, πεθαίνουν ο Ζαν Κοκτό, ο Άλντους Χάξλι, ο Τριστάν Τζαρά, αυτοκτονεί η Σίλβια Πλαθ, ο Ιάνης Ξενάκης συνθέτει τα Εόντα, ο Γκλεν Γκουλντ ηχογραφεί το Πρώτο Βιβλίο του Καλώς συγκερασμένου κλειδοκύμβαλου του Μπαχ και οι Μπιτλς το πρώτο τους άλμπουμ (Please Please Me), ανεβαίνουν στη σκηνή το Μαρά/Σαντ του Πέτερ Βάις και το Play του Σάμιουελ Μπέκετ, προβάλλονται το 8½ του Φεντερίκο Φελίνι, η Μιριέλ του Αλέν Ρενέ, Οι καραμπινιέροι του Ζαν-Λικ Γκοντάρ, Ο υπηρέτης του Τζόζεφ Λόουζι, ο Τομ Τζόουνς του Τόνι Ρίτσαρντσον, εκδίδονται τα Σκυλίσια χρόνια του Γκίντερ Γκρας, Η πόλη και τα σκυλιά του Μάριο Βάργας Λιόσα, Ο συλλέκτης του Τζον Φόουλς, το V του Τόμας Πίντσον και το Κουτσό του Χούλιο Κορτάσαρ.

2. Το Κουτσό είναι μυθιστόρημα. Είναι ένα ογκώδες μυθιστόρημα που χωρίζεται σε τρία μέρη («Από την από κει μεριά», «Από την από δω μεριά» και «Από άλλες μεριές»). Ο θρύλος που συνοδεύει το βιβλίο έχει μεν να κάνει με τον τρόπο ανάγνωσής του όπως τον προτείνει ο συγγραφέας (είτε κανονικά, εν σειρά, είτε βάσει ενός Πίνακα Οδηγιών ο οποίος προτάσσεται του σώματος), αλλά θα μπορούσε (ή θα έπρεπε) και με το τρίτο μέρος του βιβλίου, που φέρει τον εξωφρενικό υπότιτλο «Κεφάλαια παραβλέψιμα».

Ενώ αμφότερα υποτίθεται ότι απελευθερώνουν τον αναγνώστη, στην ουσία τον δεσμεύουν, πονηρά, αφού όχι μόνο ελάχιστοι αναγνώστες, γνωστά φιλοπερίεργα όντα, θ’ αντισταθούν στον πειρασμό να διαβάσουν το μυθιστόρημα και με τον δεύτερο τρόπο, πηδώντας από κεφάλαιο σε κεφάλαιο σαν να ’παιζαν κουτσό ή φιδάκι, αλλά και κανείς αναγνώστης δεν θα παραβλέψει να διαβάσει το τρίτο μέρος! Το πρώτο θρυλικό εύρημα έχει έναν τουλάχιστον πρόγονο, τον καταλανικής καταγωγής αμερικανό συγγραφέα Φελίπε Αλφάου, στην εισαγωγή του οποίου στο μυθιστόρημά του Locos (1936) διαβάζουμε, μεταξύ άλλων απολαυστικών: «Καθώς κάθε κεφάλαιο [του μυθιστορήματος] είναι αυτοτελές, ο αναγνώστης μπορεί να πιάσει αυτό το βιβλίο, να το αρχίσει από το τέλος και να το τελειώσει στην αρχή, ή να το αρχίσει και να το τελειώσει στη μέση, κατά τη διάθεσή του.

Μ’ άλλα λόγια, μπορεί να το διαβάσει με όποιον τρόπο θέλει, εκτός –ίσως– από κάτω προς τα πάνω». Το δεύτερο έχει έναν τουλάχιστον επίγονο, τον Ζορζ Περέκ, στο πολυμυθιστόρημα του οποίου Ζωή οδηγίες χρήσεως (1978) υπάρχει ένα κεφάλαιο, το Κ του Πρώτου Μέρους, που ο αναγνώστης δε χρειάζεται καμία προκαταβολική άφεση εκ μέρους του συγγραφέα ώστε να μην το διαβάσει, αφού από τις έξι σελίδες στις οποίες εκτείνεται, τις τέσσερις καταλαμβάνει ο αναλυτικός κατάλογος των εργαλείων που εμπορεύεται μια επιχείρηση.

Στην περίπτωση του Κουτσού, τα «παραβλέψιμα» κεφάλαια μπορούν να χωριστούν σε τρεις κατηγορίες: αυτά που είναι όντως και ατύπτως παραβλέψιμα (ιντερμέδια με ειδήσεις από εφημερίδες που δίνουν έναν ρεπορταζιακό τόνο, à la manière de Τζον Ντος Πάσος), αυτά που συνεχίζουν τη ζωή των κεντρικών χαρακτήρων μέσα από παράλληλες αφηγηματικές διαδρομές ανεκδοτολογικού χαρακτήρα (όπως τα μεγάλα κεφάλαια όπου ο Τράβελερ και η Ταλίτα διαβάζουν τη σπαρταριστή αναλυτική έκθεση της πρότυπης Κοινωνίας Εθνών που έχει ευαγγελιστεί ένας οραματιστής) και αυτά τα οποία συνιστούν ένα επικίνδυνο αφηγηματικό ακροβατικό που μόνο ένας ιδιοφυής συγγραφέας όπως ο Κορτάσαρ θα μπορούσε να εκτελέσει τόσο δεξιοτεχνικά και με απόλυτη ασφάλεια: την παρεμβολή μέσα σ’ ένα μυθιστόρημα μιας… θεωρίας συγγραφής και ανάγνωσης μυθιστορημάτων, μεταξύ των οποίων, βεβαίως, και αυτό που τη δεξιώνεται!

3. Η θεωρία αυτή διατυπώνεται, αποσπασματικά, από τον γέροντα συγγραφέα Μορελί, τον πιο πανηγυρικό εκπρόσωπο (ή alter ego) του Κορτάσαρ σε ολόκληρο το μυθιστόρημα. Σ’ αυτόν, άλλωστε, τον σημαντικότερο δευτερεύοντα χαρακτήρα του Κουτσού, «οφείλεται» όχι μόνο η ιδέα της τεθλασμένης ανάγνωσης ενός μυθιστορήματος – και μάλιστα, όχι κατ’ ανάγκην βάσει οδηγιών («Το βιβλίο μου» λέει ο Μορελί, «μπορεί κανείς να το διαβάσει όπως θέλει. […]

Το μόνο που κάνω εγώ είναι να το τακτοποιώ όπως θέλω εγώ να το ξαναδιαβάσω. Και στη χειρότερη περίπτωση, αν γίνει κάποιο λάθος, μπορεί να βγει τέλειο»), αλλά και η έννοια του παθητικού, του μη δημιουργικού αναγνώστη που τόσο σκανδάλισε με το χαρακτηρισμό του ως «θηλυκού», καίτοι ο Κορτάσαρ, πατώντας πάνω στην αμάχητη διάκριση «το άρρεν γεννά, το θήλυ τίκτει», είχε την πρόνοια και τη λεπτότητα να μην τον χαρακτηρίσει «γυναικείο».

4. Το Κουτσό είναι ένα μυθιστόρημα που, όπως όλα σχεδόν τα μυθιστορήματα αυτού του μάταιου κόσμου, πραγματεύεται την πορεία κάποιων ανθρώπων στη ζωή, την αγάπη, τη συντροφικότητα, τον έρωτα, τη μοναξιά, την κατάκτηση μιας θέσης στη ζωή και την κατοχύρωσή της, την απώλεια και την εσκεμμένη απώλεια ως ευφημισμό της άρνησης, της απομάκρυνσης και του αποδιωγμού, το θάνατο, την κάθε είδους δημιουργία, το θάνατο από την αδυναμία δημιουργίας.

Είναι ένα μυθιστόρημα που, όπως όλα σχεδόν τα σημαντικά μυθιστορήματα αυτού του μάταιου κόσμου, διαπραγματεύεται την ίδια την αξία του μέσα από τη σχέση που καθιδρύει με τον αναγνώστη, με τον οποίο βρίσκεται σε συνεχή διάλογο, ακόμα και διαλεκτική αντιπαράθεση. Αυτό (μαζί με το γεγονός ότι μπορεί να διαβαστεί με διαφορετικούς τρόπους, βλ. πιο πάνω) είναι που, κατά τον Μάικλ Χάρντιν, συνιστά τη θαυμαστή ανοικτότητα του κειμένου.

5. Το Κουτσό, η ιστορία ενός ανθρώπου, του Αργεντινού Οράσιο Ολιβέιρα, που έχει εκπατριστεί για να βρει την πατρίδα του, που παραλογίζεται για να βρει το Λόγο, που διαστρέφει τις λέξεις για να βρει τη γλώσσα του, που εκκεντρώνεται για να βρει το κέντρο του, το κωμικοτραγικό νόημα της ζωής (του), είναι για μένα ένα από τα δύο μείζονα μυθιστορήματα του μεταπολεμικού μοντερνισμού (το άλλο είναι το Ζωή οδηγίες χρήσεως του Ζορζ Περέκ).

Είναι το opus magnum ενός δημιουργού που δεν έπαψε ποτέ να ανανεώνει τα εργαλεία και να παίζει ασεβέστατα με τους κανόνες της τέχνης του, ενός συγγραφέα που αναλώθηκε στον αγώνα να δείξει ότι το φανταστικό και η πραγματικότητα δεν είναι κατ' ανάγκην διαφορετικά, πόσο μάλλον αντίθετα.

Τα περισσότερα έργα του, με κορυφαίο το Κουτσό, είναι σαν εκείνες τις περσικές μινιατούρες που άφηναν μια πόρτα ανοιχτή στο πλαίσιο, θαρρείς για ν' αφήσουν τον τρίτο από της αληθείας κόσμο τους να δραπετεύσει, να χυθεί και να ενωθεί με τον δεύτερο, τον δικό μας, αυτόν που θεωρούμε πραγματικό.

6. Στη σελίδα 7 της νέας έκδοσης του Κουτσού υπάρχει η πρώτη (και σημαντικότερη) σημείωση του μεταφραστή: «Η μετάφραση αφιερώνεται στον Κώστα Κουντούρη που πρώτος πάλεψε με αυτό το θηρίο, και στη μνήμη της Εφης Καλλιφατίδη που πάλεψε με πολλά».

Κεφάλαιο 1 (απόσπασμα)

Αφήναμε τα ποδήλατα στο δρόμο και μπαίναμε σιγά σιγά, σταματώντας κάπου κάπου για να κοιτάξουμε τον ουρανό, γιατί αυτή είναι μία από τις λίγες ζώνες στο Παρίσι όπου ο ουρανός είναι πιο ωραίος απ’ τη γη. Καθισμένοι σε μια ντάνα σκουπίδια κάναμε ένα τσιγάρο, και η Μάγα μου χάιδευε τα μαλλιά ή σιγοτραγουδούσε μελωδίες που κανείς ακόμα δεν τις είχε συνθέσει, κάτι αλλοπρόσαλλους σκοπούς που τους διέκοπταν αναστεναγμοί και αναμνήσεις.

Εγώ άρπαζα την ευκαιρία για να αναπολήσω άχρηστα πράγματα – μια μέθοδος που την είχα πρωτοεφαρμόσει, χρόνια πριν, σ’ ένα νοσοκομείο, και που κάθε φορά μου φαινόταν όλο και πιο γόνιμη και αναγκαία. Καταβάλλοντας τεράστια προσπάθεια, συνδέοντας βοηθητικές εικόνες, φέρνοντας στο μυαλό μου μυρωδιές και πρόσωπα, κατάφερνα ν’ ανασύρω από το χάος ένα ζευγάρι καφετιά παπούτσια που φορούσα το 1940 στην Ολαβαρία: είχαν τακούνια από καουτσούκ και πολύ λεπτές σόλες, κι όταν έβρεχε, το νερό με περόνιαζε ώς τα κόκαλα. Μ’ αυτό το ζευγάρι παπούτσια στo χέρι της μνήμης, τα υπόλοιπα έρχονταν μόνα τους: το πρόσωπο της δόνιας Μανουέλας, για παράδειγμα, ή ο ποιητής Ερνέστο Μορόνι.

Τ’ απόδιωχνα, όμως, γιατί υποτίθεται ότι σκοπός του παιχνιδιού ήταν ν’ αναπλάθει το ασήμαντο, το επουσιώδες, το χαμένο. Τρέμοντας απ’ το φόβο μη και δεν μπορέσω να θυμηθώ, νιώθοντας να με τρώει το σαράκι της αναβλητικότητας, νιώθοντας ηλίθιος που κανάκευα το χρόνο, κατέληγα να βλέπω, αντί για τα παπούτσια, ένα κουτάκι τσάι Sol που μου ’χε δώσει η μητέρα μου στο Μπουένος Αϊρες. και το μικρό σουρωτήρι για το τσάι, το σουρωτήρι-φάκα όπου μαύρα ποντικάκια καίγονταν ζωντανά στο φλιτζάνι με το νερό που έβγαζε τσιριχτές μπουρμπουλήθρες.

Πεπεισμένος ότι η μνήμη συγκρατεί τα πάντα και όχι μόνο τις Αλμπερτίν και τους μεγάλους καζαμίες της καρδιάς και των νεφρών, επέμενα ν’ αναπλάσω τα περιεχόμενα του γραφείου μου στη Φλορέστα, το πρόσωπο μιας αναξιομνημόνευτης κοπέλας που την έλεγαν Γκεκρέπτεν, πόσους κονδυλοφόρους είχε μέσα η κασετίνα μου όταν πήγαινα πέμπτη δημοτικού, και στο τέλος μ’ έπιανε τρεμούλα κι απελπισία (γιατί δεν τα ’χα καταφέρει ποτέ να θυμηθώ τους κονδυλοφόρους, ξέρω πως ήταν μες στην κασετίνα, σε μια ειδική θήκη, αλλά δε θυμάμαι πόσοι ήταν, ούτε μπορώ να καθορίσω πότε ακριβώς πρέπει να ’ταν δύο ή έξι), ώσπου η Μάγα, φιλώντας με και εκπνέοντας στο πρόσωπό μου τον καπνό του τσιγάρου της και το ζεστό της χνότο, με συνέφερνε και βάζαμε τα γέλια και πιάναμε ξανά τις βόλτες μέσα στα σκουπίδια, ψάχνοντας αυτούς της Λέσχης. Και τότε συνειδητοποιούσα πως η αναζήτηση ήταν το έμβλημά μου, το έμβλημα αυτών που βγαίνουν τις νύχτες χωρίς συγκεκριμένο σκοπό, φονιάδες των πυξίδων.

Με τη Μάγα μιλούσαμε για παταφυσική ώσπου να κουραστούμε, γιατί κι εκείνης της συνέβαινε (κι η γνωριμία μας ήταν αυτό, όπως και τόσα άλλα σκοτεινά σαν το φώσφορο του σπίρτου) να πέφτει μονίμως πάνω σε εξαιρέσεις, να βρίσκεται κλεισμένη σε σπιτάκια της κακιάς ώρας, κι όλα αυτά χωρίς να περιφρονούμε κανέναν, χωρίς να πιστεύουμε πως είμαστε τίποτα Μαλντορόρ ευκαιρίας ή προνομιακά περιπλανώμενοι Μέλμοθ.

Δε νομίζω πως η πυγολαμπίδα αισθάνεται καμιά ιδιαίτερη έπαρση απ’ το αδιαμφισβήτητο γεγονός πως είναι ένα απ’ τα πιο φαντασμαγορικά θαύματα αυτού του τσίρκου, αλλά αρκεί να της αποδώσεις μια συνείδηση για να καταλάβεις πως, όποτε ανάβει το φως στην κοιλίτσα της, θα νιώθει ένα γαργάλημα προνομιακότητας. Ετσι και τη Μάγα τη γοήτευαν οι αδιανόητες καταστάσεις στις οποίες πήγαινε κι έμπλεκε, μόνο και μόνο επειδή καταλύονταν όλοι οι νόμοι της ζωής της. Ηταν απ’ αυτές που γκρεμίζουν τις γέφυρες απλώς και μόνον με το να τις διασχίζουν, ή θυμούνται κλαίοντας γοερά ότι είχαν δει σε μια βιτρίνα το λαχείο που μόλις κέρδισε πέντε εκατομμύρια. Οσο για μένα, είχα συνηθίσει πια να μου συμβαίνουν πράγματα μετριοπαθώς εντυπωσιακά, και δεν το θεωρούσα πια τόσο τρομερό να μπω σ’ ένα θεοσκότεινο δωμάτιο για να πάρω ένα άλμπουμ και να νιώσω να έρπει πάνω στο χέρι μου το ζωντανό σώμα μιας γιγάντιας σαρανταποδαρούσας που ’χε διαλέξει για να κοιμηθεί τη ράχη του άλμπουμ.

Αυτό, ή το να βρίσκω γκρίζα ή πράσινα χνούδια μέσα σ’ ένα πακέτο τσιγάρα, ή ν’ ακούω το σφύριγμα μιας ατμομηχανής την ίδια ακριβώς στιγμή και στην ίδια τονικότητα που της επιτρέπει να ενσωματωθεί ex officio σ’ ένα μέρος μιας Συμφωνίας του Λούντβιχ Φαν, ή όπως μια φορά που μπήκα σ’ ένα pissotière της οδού Μεντισίς κι ένας άνδρας που κατουρούσε προσηλωμένος στο έργο του, μόλις με αντιλήφθηκε, έκανε πίσω δύο βήματα, γύρισε προς το μέρος μου και μου ’δειξε, απιθωμένο στην παλάμη του σαν πολύτιμο κειμήλιο, ένα όργανο απίστευτων διαστάσεων και χρωμάτων, ενώ εγώ την ίδια στιγμή συνειδητοποιούσα πως αυτός ο άνθρωπος ήταν ολόιδιος μ’ έναν άλλο (αν και δεν ήταν ο άλλος), ο οποίος, πριν από ένα εικοσιτετράωρο, στη Salle de Géographie, είχε δώσει μια διάλεξη περί τοτέμ και ταμπού, κι είχε δείξει στο ακροατήριο, πολύ προσεκτικά κρατώντας τα στην παλάμη του, ραβδάκια από ελεφαντόδοντο, φτερά από μήνουρο, τελετουργικά νομίσματα, μαγικά απολιθώματα, αστερίες, αποξηραμένα ψάρια, φωτογραφίες βασιλικών παλλακίδων, αναθήματα κυνηγών και τεράστιους βαλσαμωμένους σκαραβαίους που έκαναν τις αναπόφευκτες κυρίες στο ακροατήριο ν’ αναριγούν ηδονικά απ’ τον τρόμο.