Μια καθαρτήρια πορεία προς το πέρασμα
Γράφει η Διώνη Δημητριάδου //

 μυθιστόρημα της Μαρίας Σούμπερτ, εκδόσεις Διάπλαση

«Τα πάντα είναι σχετικά σ’ αυτό το κτήμα. Ακόμα και ο χρόνος», θα πει η Βενετία, η γυναίκα που υποδέχεται στο πέτρινο σπίτι με το τεράστιο κτήμα τους «επισκέπτες» της. Αυτούς που δεν είναι «σίγουροι τι να κάνουν και πού να πάνε. Μένουν εδώ μερικές μέρες, ξεκουράζονται και αποφασίζουν». Κι εκείνη φροντίζει να είναι η διαμονή τους άνετη και ήσυχη. Η ίδια από πού ήρθε και πότε; Δεν είναι σίγουρη· μόνο που καμιά φορά της έρχονται σκόρπιες εικόνες, μνήμες από τότε παλιά. Τις αποδιώχνει. Ξέρει, όμως, τη σειρά:

«Πριν τη Λένα, η Μερόπη. Πριν τη Μερόπη, η Μαρκέλλα. Πριν τη Μαρκέλλα, η Ελευθερία. Πριν την Ελευθερία, η Θεοδώρα. Πριν τη Θεοδώρα, η Μαρουσώ. Πριν τη Μαρουσώ, η Ευγενία…» έλεγε από μέσα της σαν μαγικό μάντρα κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί. Μια προφορική αφήγηση που δεν έπρεπε να χαθεί.

Η Μαρία Σούμπερτ προχωράει την πλοκή χωρίς καμία βιασύνη αφήνοντας τον χρόνο να κυλά και να μας βάζει αργά και σταθερά στο νόημα. Θα περάσουν αρκετοί επισκέπτες -ο καθένας με την ιστορία του- για να κατανοήσουμε τον χώρο (άτοπος) και τον χρόνο (άχρονος) της ιστορίας της. Θα δούμε την Αναστασία που δεν μίλησε, τον Λευτέρη που ξέρει να αφηγείται ιστορίες και που θα αποτελέσει την προσωπική απώλεια της Βενετίας, τη Νόρα που δεν μοιάζει με καμία άλλη γυναίκα ούτε το σκυλάκι της με κανένα άλλο, τη Μίνα που ήρθε κι έφυγε χωρίς να μοιραστεί την ιστορία της, τον άντρα με το σώμα-βιβλίο, τον Έλβις που θα φύγει με την Άννα, την Άννα που θα εγκαταλείψει το άλλο της μισό, τη Βάνα, την Αρτεμισία των εκπλήξεων, την Ιοκάστη που τώρα για δεύτερη φορά έρχεται για να μείνει, την περαστική Θέμιδα, τον γέρο καθηγητή, που θα ρίξει φως στην όλη ιστορία και την θα οδηγήσει στη λύση. Και η Βενετία, με το όνομα μιας πόλης, θα ζει ανάμεσά τους χωρίς να παρεμβαίνει στις αποφάσεις τους, θα είναι στην ουσία διακριτικά μόνη μέσα στο μεγάλο σπίτι-ξενώνα, εκεί στη μέση του πουθενά, λίγο πριν το Πέρασμα. Και θα τολμά πότε πότε να ανεβαίνει στη σοφίτα, εκεί που η μεγάλη ξύλινη ντουλάπα κρύβει όσα θα ήθελε να μάθει αλλά δεν ξέρει αν θα μπορέσει πάλι να τα ξεχάσει.

Όσο κόσμο κι αν είχε γύρω της, ήξερε πάντα πως ήταν διαφορετική απ’ αυτούς. Δεν είχε δρόμο να κάνει. Δεν είχε κάπου να πάει. Δεν την περίμενε κανένας. Ήταν μόνη. Ήταν το σπίτι.

Η ιστορία κινείται στα όρια: όρια του πραγματικού και του φανταστικού, του εδώ και του επέκεινα, του τώρα και του ποτέ. Ακριβώς γιατί, ευφυώς, έχει τοποθετηθεί από τον τίτλο τοπικά και χρονικά πριν το πέρασμα. Ένα πέρασμα που θα μπορούσε να είναι μια πύλη για την αυτογνωσία, μια πόρτα για να αλλάξει η ζωή των ανθρώπων/επισκεπτών, ή κάτι πολύ περισσότερο από αυτό.

«Και πού πάνε;»

«Δεν ξέρω. Άλλοι επιστρέφουν από εκεί που ήρθαν, άλλοι συνεχίζουν το δρόμο τους».

«Και τι έχει εκεί;»

«Δεν το ξέρω αυτό κορίτσι μου. Μόνο όσοι πάνε το μαθαίνουν».

Αυτά τα αληθινά/ανυπόστατα πρόσωπα με τη ζωή/μη ζωή που φορούν πάνω τους επιχειρούν μια πορεία αναπόφευκτη προς ένα άλλο στάδιο. Κι ενώ αυτή η διαδρομή είναι προκαθορισμένη, φαίνεται πως εναπόκειται στη βούλησή τους να προχωρήσουν προς το πέρασμα. Ετούτο το παράδοξο είναι και το πλέον ενδιαφέρον στην ιστορία αυτή, που συνειρμικά μας οδηγεί στο θέμα (ανοιχτό όσο και πολύπλευρο στις ερμηνείες του) των ορίων της ανθρώπινης δράσης, με τον εμβληματικό ήρωα του Σοφοκλή να επιχειρεί το φύσει αδύνατο, να υπερκεράσει δηλαδή τον οριοθετημένο χώρο της ανθρώπινης ζωής και αυτοβούλως να καθοδηγήσει τη μοίρα του. Όχι, το μυθιστόρημα της Μαρίας Σούμπερτ δεν θα μπορούσε να είναι τόσο φιλόδοξο στην επινοημένη ιστορία του. Ωστόσο, κινείται στην ίδια λογική, κι ας μη φαίνεται από την αρχή του βιβλίου. Προβάλλει ένα ιδιόμορφο καθαρτήριο πριν από την τελική κίνηση προς ένα επόμενο στάδιο. Και μας λέει, μέσα από τις περιπτώσεις των προσώπων και τις αποφάσεις τους, πως η διαδρομή προς το πέρασμα (όπως κι αν το εννοήσει ο καθένας) είναι στο χέρι μας.

Στην περίπτωση που ο αναγνώστης δεν φτάσει στην παραπάνω ερμηνεία της ιστορίας (άλλωστε επιτρεπτή στη λογοτεχνία η διαφορετική εκδοχή), θα απολαύσει έτσι κι αλλιώς την εναλλαγή των προσώπων με τη δική του αφήγηση το καθένα, την άριστη τεχνική της γραφής που ενσωματώνει όλες τις διαφορετικότητες στη λογική της ενδιαφέρουσας πολύχρωμης σύνθεσης, θα περιπλανηθεί στο τοπίο της ετερότητας, που χαρακτηρίζει το βιβλίο ως άποψη. Όλοι διαφορετικοί, όλοι όμως με κοινή πορεία, όλοι ένοικοι για λίγο αυτού του πέτρινου σπιτιού. Και σχεδόν όλοι με μια ιστορία έτοιμη να ακουστεί.

«Ιστορίες είναι η ζωή μας. Μόνο ιστορίες. Κι αν δεν αξίζει να τις αφηγηθείς μετά, δεν ήταν ζωή σωστή για να τη ζήσεις».

Κι αν είναι αλήθεια ότι η λογοτεχνία προσφέρει μια ιδιότυπη κάθαρση, έχουμε εδώ μια ενδιαφέρουσα πρόταση: λίγο πριν το πέρασμα δίνεται η ευκαιρία της αναδιάρθρωσης της ζωής, της ανάπλασης του προσώπου μας.

http://fractalart.gr

Tags: