Οκτωβρίου 18, 2018

Βιβλίο

Ηλένια: Συντηρητική, αφελής, ντροπαλή. Χαρά: Δυναμική, εσωστρεφής και τραχιά. Φάνια: Ευαίσθητη, έξυπνη, υπεραναλυτική. Και οι τρεις παιδιά προβληματικών οικογενειών, συναντιούνται στο δημοτικό και «ιδρύουν» μια άτυπη αδελφότητα που συνεχίζεται σε όλη τη ζωή τους.

Αχώριστες καθώς είναι, σπουδάζουν στο ίδιο πανεπιστήμιο, λύνουν τις διαφορές τους με την αλάνθαστη μέθοδο «πέτρα, ψαλίδι, χαρτί» και είναι σίγουρες πως θα υπερισχύσουν των οικογενειακών προδιαγραφών τους. Η ζωή, βέβαια, πολύ σύντομα θα διαλύσει κάθε τους ψευδαίσθηση.

Με αυτοσαρκασμό που διαδέχεται την τρυφερότητα, χιούμορ και δημιουργική φαντασία, οι τρεις τους θα δουν τα σχέδιά τους να ανατρέπονται, τις ισορροπίες τους να κλονίζονται και τα όνειρά τους να τις προδίδουν. Οι σχέσεις τους, οι σπουδές, οι επαγγελματικές επιλογές και οι συναισθηματικοί και σεξουαλικοί πειραματισμοί θα τις κάνουν να συγκρουστούν με τον εαυτό τους και να αλλάξουν. Μοναδική σταθερά στην ανατρεπτική διαδρομή τους προς την ωρίμανση, η αδιαπραγμάτευτη φιλία τους και η τραυματική παιδική τους ηλικία.

Η συγγραφέας:

Η Κατερίνα Μπέη σπούδασε στη Νομική Αθηνών και στο Δημοσιογραφικό Κολέγιο.

Έχει εκδώσει άλλα τρία μυθιστορήματα («Κι αν μου κάτσει;», «Επάγγελμα ερωτευμένη» από τις εκδόσεις Λιβάνη, «Το τετράδιο της ευτυχίας» από τις Εκδόσεις Σαββάλας).

Από το 1998 συμμετέχει στη συγγραφή σεναρίων για τον κινηματογράφο («Θηλυκή εταιρεία», «Φούσκα», «Η Λίζα κι όλοι οι άλλοι», «Η καρδιά του Κτήνους», «Μια νύχτα στην Αθήνα», «Πέντρο Νούλαι» και «Success story», το οποίο είναι στη διαδικασία παραγωγής) και την τηλεόραση («Σχεδόν ποτέ», «Λούφα και παραλλαγή», «Μόνη εξ αμελείας», «Χρυσά κορίτσια», «Steps», «Κλεμμένα όνειρα», «9 μήνες») συνεργαζόμενη με τους Νίκο Περάκη, Πηγή Δημητρακοπούλου, Ελισάβετ Χρονοπούλου, Ρένο Χαραλαμπίδη, Δημήτρη Αρβανίτη, Φωτεινή Κοτρώτση, Δημήτρη Γιατζουτζάκη, Κάρολο Ζωναρά, Παναγιώτη Πορτοκαλάκη κ.ά.

Το 2004 πήρε το τρίτο βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου θεατρικού συγγραφέα και το 2007 το πρώτο βραβείο σεναρίου για παιδική ταινία animation.

Το 2013 συνεργάστηκε με τον Κώστα Σπυρόπουλο στη διασκευή του θεατρικού έργου «Toc-Toc» και το 2015 στη διασκευή του «Ομερτά», που παίζονται στο θέατρο «Ήβη» σε σκηνοθεσία Κώστα Σπυρόπουλου.

Παλαιότερα εργάστηκε για τρία χρόνια σε μπαρ και για δέκα χρόνια σε περιοδικά («Κλικ», «Ταχυδρόμος», «Status», «Cosmopolitan», «Harper’s Bazaar», «Esquire»), ραδιόφωνα («Κλικ», «Εν λευκώ») και τηλεοπτικές εκπομπές (κείμενα στο «Κάτσε Καλά» με τους Φώτη Σεργουλόπουλο και Μαρία Μπακοδήμου, καθώς και κείμενα για διάφορα events, όπως «Άντρες της Χρονιάς», «Γυναίκες της Χρονιάς», κείμενα του ελληνικού τελικού Γιουροβίζιον 2008 κ.ά.).

Βιβλίο

Ο άλλος αστερισμός της Τσετσενίας
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος 

«Ο Τσάρος της αγάπης και της τέκνο» του Άντονι Μάρα, μτφ: Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ., Εκδ. Ίκαρος

Το πρώτο του βιβλίο ήταν μια σαφής δήλωση συγγραφικών προθέσεων. Μια ουβερτούρα ξέφρενης σύνθεσης και οργιαστικής έμπνευσης. Το δεύτερο, καίτοι θα μπορούσε να λειτουργεί ως αναγκαίο συμπλήρωμα, διατηρεί την αυτονομία του όχι μόνο λόγω της διαφορετικής υφολογικής ανάπτυξης, αλλά διότι η δραστικότητα της λογοτεχνικής εμπειρίας εμφανίζεται ακόμη πιο συμπαγής, πολλαπλά επεξεργασμένη και σχεδιαστικά ολοκληρωμένη.

Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει αν σε δέκα χρόνια από τώρα ο Άντονι Μάρα θα είναι ένας συγγραφέας αναφοράς. Αν θα προστρέχουμε στα βιβλία του για να σκιαγραφήσουμε τη λογοτεχνία της πρώτης 20ετίας του 21ου αιώνα. Το σίγουρο είναι ότι διαθέτει συγγραφικό ένστικτο. Αυτό μπορεί να λεχθεί από τώρα. Και είναι –προφανώς- αυτή η εσωτερική «φωνή» που του «ζήτησε» να ξεφύγει άμεσα από τη δέσμη του πρώτου του –εκλεκτού- βιβλίου («Αστερισμός ζωτικών φαινομένων») και να περάσει στο επόμενο βήμα διαγράφοντας μια εντελώς άλλη πορεία.

Τελικά, όσο πιο λανθάνων είναι ο στόχος κάθε συγγραφέα τόσο περισσότερο βρίσκεται κοντά σ’ αυτόν και στην περίπτωση του Μάρα, το δεύτερο βιβλίο του «Ο Τσάρος της αγάπης και της τέκνο» μετατρέπεται αίφνης σε μια συγγραφική κίνηση κύκλωσης των «φαινομένων» του πρώτου του βιβλίου, εντοπισμένα και αναλυόμενα από διαφορετική οπτική γωνία.

Τυπικά έχουμε να κάνουμε με εννέα μεγάλα διηγήματα∙ μόνο τυπικά. Μπορεί οι περισσότερες ιστορίες να κερδίζουν την αυτονομία τους, ωστόσο, μόνο αν διαβαστούν εν συνόλω αποκαλύπτουν όλες τις πτυχώσεις τους. Ακόμη κι έτσι, δεν έχουμε να κάνουμε με «ιστορίες-αλυσίδα». Το ενοποιητικό τους στοιχείο δεν είναι ο κοινός τόπος ή το συναφές ύφος, αλλά τα πρόσωπα, οι δράσεις και οι μεταξύ τους εμπλοκή. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μυθιστόρημα που έχει «κοπεί» σε μικρότερα κομμάτια. Είναι σαν να εξετάζεις τις λεπτομέρειες ενός πολύπτυχου καμβά. Μα, και ο Μάρα με τις λεπτομέρειες καταγίνεται.

Μπορεί το φόντο των ιστοριών του να είναι ένας αιώνας Ιστορίας και μάλιστα σε ταραγμένο τόπο (πρώην ΕΣΣΔ, Ρωσία και Τσετσενία), όμως, οι μικρές ιστορίες των ανθρώπων είναι που τον αφορούν. Ένας πίνακας, μια φωτογραφία, μια κασέτα, ένα νεύμα, μια ενθύμηση φτάνουν για να πυροδοτήσουν έναν ολόκληρο μηχανισμό δημιουργίας ιστοριών που παλεύουν να κρατηθούν από το δραματικό και τον γκροτέσκο εαυτό τους. Αυτή η θαυμαστή ισορροπία, εν μέσω αμφιθυμίας, είναι που κάνει τις λέξεις του Μάρα να αποκτούν ένα ιδιότυπο σχήμα. Αυτές είναι που διαμορφώνουν ανθρώπινες οντότητες -του παρελθόντος και του παρόντος- διάστικτες από αντιθέσεις, εσωτερικές συγκρούσεις και δυσδιάκριτες προθέσεις. Το πρωταρχικό «όργανο» που αποσπά τις ιστορίες από τη λήθη τους είναι η μνήμη. Η οξύτητα των αισθήσεων και η σύζευξη των ιστοριών επιτυγχάνεται με τον θερμό εναγκαλισμό των ενθυμήσεων.

Aπό το Λένινγκραντ του 1930 έως τη σημερινή Αγία Πετρούπολη και από το Κίροφσκ έως τον Λευκό Δρυμό, ένα ψεύτικο δάσος που φτιάχτηκε επί εποχής Μπρέζνιεφ. Μα, ακόμη και σε ένα γκούλαγκ ή σε ένα μεταλλείου για να εκτιναχθούμε αίφνης στο… Διάστημα. Οι ιστορίες είναι χωρισμένες από τον Μάρα βάσει των δύο πλευρών μιας κασέτας. Υπάρχει η α’ πλευρά, η β’ πλευρά και ένα απαραίτητο διάλλειμα για το… αστρικό ταξίδι. Αν αυτή η μουσική κατασκευή είναι ένα τέχνασμα του συγγραφέα για να σαγηνεύσει ή να προκαταλάβει τον αναγνώστη του; Αδιάφορο. Η μουσικότητα υπάρχει έτσι και αλλιώς στις ιστορίες του Μάρα και το γεγονός ότι οι λέξεις ακούγονται άλλοτε ως ορμητικός παφλασμός από νότες κι άλλοτε ως συριγμός κύματος που σκάει με μιαν ήσυχη αντήχηση, δείχνει πως δεν χρειάστηκε να κοπιάσει πολύ για να μας πείσει.

Το έκανε από την πρώτη ιστορία του λογοκριτή ζωγράφου που κύριο μέλημά του δεν είναι η δημιουργία, αλλά η αποσύνθεση. Έχοντας λάβει τις «παραμορφωτικές» ευλογίες του σταλινικού καθεστώτος, διαγράφει από τη μνήμη των ανθρώπων και των φωτογραφιών τους μη αρεστούς, εκείνους που περιέπεσαν σε δυσμένεια και πρέπει να εξαφανιστούν παντί τρόπω. Ακόμη κι αν πρέπει να το κάνει για δικό του άνθρωπο. Φυσικά, για να επιβεβαιωθεί η φυσιολογία του παραλόγου, θα κατηγορηθεί κι εκείνος για ένα… χέρι μπαλαρίνας που δεν έσβησε.

 

Βιβλίο

Λένε πως ο έρωτας είναι αυτόχειρας... Λένε πως οι ερωτικές ιστορίες είναι λυπητερές στο τέλος τους και ελάχιστες από αυτές έχουν ένα αισιόδοξο φινάλε. Είναι όμως έτσι; Έρωτας, ενθουσιασμός, απελπισία, ένα μεγάλο παιχνίδι που κινεί τον κόσμο, τον γυρνάει σαν σβούρα και τον αφήνει πάλι στο σημείο που τον άρχισε.
Η ηρωίδα του βιβλίου ζει μέσα από τον έρωτα, μαθαίνει να παλεύει με τα αδιέξοδά του και στο τέλος νικά, γιατί καταλαβαίνει πως όλο το ερωτικό παιχνίδι είναι η ίδια η ζωή, η κάθε ανάσα που το σύμπαν, της επιτρέπει να παίρνει, το κάθε ξημέρωμα και ηλιοβασίλεμα, το κάθε δάκρυ και το γέλιο...
Χορεύει μέσα στην δίνη της επιθυμίας για να την μάθει καλύτερα, να την κρατά στην ψυχή της και να την κοινωνεί με τον άλλον αλλά και με τον εαυτό της για να κατανοήσει στο τέλος, πως ο έρωτας είναι πάντα ευλογία.

 

Για την συγγραφέα:

Η Λαμπρίνα Α. Μαραγκού γεννήθηκε, σπούδασε και εργάζεται στην Αθήνα ως φιλόλογος στο 2ο Πειραματικό Λύκειο Αθηνών. Είναι πτυχιούχος της Γαλλικής Φιλολογίας και του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, έλαβε δε το διδακτορικό της δίπλωμα στη Συγκριτική Λογοτεχνία από το Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Στην παρούσα χρονική περίοδο, εκπονεί μεταδιδακτορική έρευνα για το αρχαίο θέατρο, στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

Έχει εκδώσει τρία μυθιστορήματα και δύο δοκίμια, ενώ έχει δημοσιεύσει μεγάλο αριθμό άρθρων σε πληθώρα λογοτεχνικών περιοδικών και εφημερίδων.
Για το μυθιστόρημά της Χνάρια στην Άμμο έχει βραβευτεί από την Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά. Είναι Πρόεδρος της Ενωτικής Πορείας Συγγραφέων, μέλος της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς και μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του λογοτεχνικού περιοδικού ΟΜΠΡΕΛΑ.

Έργα της ίδιας: «Η αγάπη φοράει φτερά από μετάξι», εκδ. Άγκυρα, 2006, «Πάθος», εκδ. Άγκυρα, 2007, «Το καλοκαίρι με τη Μέδουσα», εκδ. Άγκυρα, 2008, «Γιώργος Χειμώνας, Ο Ιανός της ελληνικής λογοτεχνίας», εκδ. Μπαρτζουλιάνος, 2008, «Χνάρια στην Άμμο», εκδ. Ρώμη, 2015, «Η σάρκα σου ως έμφυτος επίδεσμος», εκδ. Ρώμη, 2015 και «Μάτση Χατζηλαζάρου, από την ποίηση στην μύηση», εκδ. Παπαζήση, 2016.

Μεταφράσεις: «Βασικά Κείμενα Φιλοσοφίας», εκδ. Παπαζήση, 2015, «Ο Ζαν Κοκτώ της νιότης μου» (υπό έκδοση).

 

 

Βιβλίο

Ιστορίες ανθρώπων που διατρέχουν την πανανθρώπινη Ιστορία θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν τα 12 διηγήματα της Λουκίας Δέρβη, την οποία γνωρίσαμε εδώ το 2009 με τη νουβέλα «Ομπρέλες στον ουρανό», την οποία ακολούθησε το 2013 το μυθιστόρημα “Group therapy”.

Από την Ντόνι (Αντωνία), νονά της αφηγήτριας, που γεννήθηκε το 1890 στο Καρλόβασι της Σάμου και δεν πήγε ποτέ στο Τζιμπουτί, όπου πήγε όμως με τη σειρά όλη η υπόλοιπη οικογένειά της («Ταξίδι στο Τζιμπουτί»), μέχρι την Ιρανή Σάλμα που έζησε σε νεοκλασικό στην Κυψέλη με τον Γιάννη («Τουρίστες»), τη Γεωργία που ήρθε από την πατρίδα της για να δουλέψει «Αποκλειστική», την Ντιλιάνα από τη Φιλιππούπολη της Βουλγαρίας, εσωτερική σε μια εύπορη οικογένεια Ελλήνων μικρασιατικής καταγωγής τη δεκαετία του ’70 («Βραδινή προσευχή»). Από την Ευγνωσία με τον αυτόχειρα γιο («Τριαντάφυλλα στο μνήμα»), στη Μαίρη («210 – 9613655») που ανακαλύπτει πως το τηλέφωνο που είχε πριν πεθάνει ο μπαμπάς της ανήκει τώρα σε μια τριμελή οικογένεια μεταναστών από την πρώην ΕΣΣΔ, κι από το ζευγάρι των Ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία που αντιμετωπίζει την εργασιακή εκμετάλλευση από ομοεθνή εστιάτορα («Πες όχι, Ελένη»), στον Παναγιώτη που γίνεται μεγάλος και τρανός για να τα χάσει όλα («Ο Αμερικάνος»), στην Ανθούλα, με καταγωγή από τον Πόντο, που ζει δύο έρωτες-τράνζιτ με έναν νεαρό μετανάστη και κατόπιν με τον εργοδότη της («Τράνζιτ») και στον Στρατή, αφημένο σε μια ερημιά, καταχείμωνο, από τον προστατευόμενό του («Αλλού, στο πουθενά»).

Κι από ένα χωριό της Ελλάδας στη Μασσαλία, μαζί με την Αλίκη στο «Όλους τους όρκους», λίγο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μέχρι τη Λάπηθο της Ανδρούλας μες τη φωτιά και τις στάχτες ενός σύγχρονου πολέμου («Πώς χάθηκε η Πανσέληνος»), η Λουκία Δέρβη εισχωρεί στις ιστορίες αυτών των ανθρώπων και τις κάνει δικές μας με έναν λόγο λιτό, συγκροτημένο. Η αφήγηση είναι πότε πρωτοπρόσωπη πότε τριτοπρόσωπη, οι ιστορίες ολοκληρώνονται συνήθως χαμηλόφωνα, χωρίς δραματικές απολήξεις. Η σειρά με την οποία παρουσιάζονται θα μπορούσε να μην είναι τυχαία: στη μέση περίπου το ομότιτλο διήγημα, στις άκρες δύο διηγήματα με προσφυγιά ή/και απώλεια, ενδιάμεσα εκείνα που μιλούν πιο απτά για μετανάστες, Έλληνες και ξένους, ενώ τα μεγαλύτερα σε έκταση διηγήματα (που δεν ξεπερνούν, ωστόσο, τις δέκα σελίδες) τοποθετούνται (περίπου) στην ίδια απόσταση από την αρχή και το τέλος.

Το «Αλλού, στο πουθενά» είναι μια συλλογή διηγημάτων πολύ περισσότερο από ευπρόσωπη για μια συγγραφέα που έχει αποδείξει ότι διαθέτει και γνώση και ευαισθησία.

Εκδοτικός Οίκος ΜΕΛΑΝΙ

ΣυγγραφέαςΛουκία Δέρβη

Βιβλίο

Περισσότερα του ενός είδη λογοτεχνίας καλύπτει το μυθιστόρημα της Τζένης Βλαχώνη, «Το αγγελικό μυστικό της Όλγας Μπράουν» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λυκόφως.

Στο επίκεντρό του βρίσκεται η Όλγα Μπράουν, υπαρκτό πρόσωπο, που έζησε στην Αίγυπτο, τα ταραγμένα και σκοτεινά χρόνια της βασιλείας του Φαρούκ, μία εποχή που σημαδεύτηκε από τους ανταγωνισμούς των μεγάλων δυνάμεων για τις θέσεις ισχύος.

Η συγγραφέας, ισορροπώντας μεταξύ αλήθειας και μυθοπλασίας, σκιαγραφώντας τον βίο της Όλγας Μπράουν, αποδίδει και το ιστορικό πλαίσιο, αλλά απαντάει και σε ερωτήματα περί ελεύθερης βούλησης και μοίρας.

Η ηρωίδα, ποντιακής και ρωσικής καταγωγής, θα μείνει από μικρή ορφανή από πατέρα και θα μεγαλώσει σε οικοτροφείο. Η Όλγα θα βρει δουλειά στην Αίγυπτο, δίπλα στην οικογένεια του βασιλιά Φαρούκ Α', και θα αναλάβει την ανατροφή των παιδιών του. Παρά την στενή πολιορκία ενός Έλληνα, του Αντώνη, θα γνωρίσει τον έρωτα στο πρόσωπο ενός Άγγλου στρατιωτικού, του Alfred Brown, τον οποίο θα παντρευτεί. Ενώ όλα δείχνουν ότι η ζωή της θα εξελιχθεί ειδυλλιακά, αρχίζουν οι ανατροπές. Ο μυστηριώδης Άγγλος θα εξαφανιστεί και η Όλγα θα αναγκαστεί να μεγαλώσει μόνη της τα παιδιά τους, ενώ την τρώει η αγωνία για τον σύζυγό της. Η Όλγα, από εκεί και πέρα, θα αντιμετωπίσει πολλά διλήμματα, καθώς θα έρχεται αντιμέτωπη με το σκληρό πρόσωπο της ζωής.

Με στρωτή ροή του λόγου και μεστή γραφή, η Τζένη Βλαχώνη, βραβευμένη και μεταφρασμένη ποιήτρια, που πρώτη φορά δοκιμάζεται στον στίβο του μυθιστορήματος, προκαλεί έντονα συναισθήματα και αναδεικνύει, εν τέλει, ότι η κολόνα των αξιών είναι η αξιοπρέπεια. Ότι ο άνθρωπος με αξιοπρέπεια προς τον εαυτό του και το περιβάλλον του οφείλει να αντιμετωπίζει το καλό και το κακό, το αναπάντεχο, τις δυσκολίες, την ευτυχία και τη δυστυχία, κάθε χίμαιρα και τη μοίρα, το πεπρωμένο του.

Αναδεικνύει, επίσης, τις δυνάμεις που ο άνθρωπος κρύβει και τις εκδηλώνει, για να σταθεί όρθιος, για να ξεπεράσει τα σοκ που προκαλεί η ζωή όταν τελικά δεν είναι αυτή που προσδοκεί, για να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα και την αλήθεια.

 

Βιβλίο

Από τις εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορεί το μυθιστόρημα , Μία από τις δύο της Ντανιέλ Σάδα σε μετάφραση Κλαίτης Σωτηριάδου.

Οι αδελφές Γκαμάλ διατηρούν ένα εργαστήριο ραπτικής στο Οκάμπο, μια επαρχιακή πόλη του Μεξικού. Η Γκλόρια και η Κονστιτουσιόν είναι μοδίστρες, γεροντοκόρες και δίδυμες. Η μοναδική τους διαφορά είναι μια τεράστια ελιά που έχει η μία πάνω στη δεξιά ωμοπλάτη.

Κατά τα λοιπά είναι ολόιδιες, σαν αντικριστοί καθρέφτες. Όλη τους η ζωή περιστρέφεται γύρω από την προάσπιση μιας απίστευτης ομοιότητας που θεωρούν μάλλον ευλογία. Γι’ αυτό και έχουν δημιουργήσει έναν δικό τους κόσμο από μικρές, τελετουργικές συνωμοσίες. Ώσπου κάποια στιγμή εμφανίζεται ένας επίδοξος μνηστήρας, ένας ανυποψίαστος κτηνοτρόφος. Η μεταξύ τους ισορροπία κλονίζεται και φοβούνται ότι αυτό που τις ενώνει μπορεί να είναι και κατάρα.

Τα φαντάσματα του αποχωρισμού και της αντιζηλίας αναδύονται απειλητικά καθώς η σχέση των δύο αδελφών οδηγείται σε ένα οριακό σημείο. Το Μία από τις δύο είναι μια σύντομη αλλά χαριτωμένη φαρσοκωμωδία που πειραματίζεται σοβαρά με τα όρια της ανθρώπινης ταυτότητας. Ο
Μία από τις δύο - Ντανιέλ Σάδα, συγγραφέας που εμπλούτισε τη μεξικανική πεζογραφία αποσπώντας τον θαυμασμό του Κάρλος Φουέντες και του Ρομπέρτο Μπολάνιο, μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά.

Το βιβλίο αποτελεί την καλύτερη εισαγωγή στο πληθωρικό του σύμπαν.

Η Ντανιέλ Σάδα (Μεξικάλι, 1953-Πόλη του Μεξικού, 2011) υπήρξε μια ξεχωριστή περίπτωση στη λογοτεχνία της πατρίδας του, συγγραφέας που καλλιέργησε συστηματικά μια εξόχως ιδιότυπη γραφή, συνδυάζοντας την προφορική λαϊκή παράδοση με ένα προωθημένο πειραματικό ύφος. Σήμερα πολλοί μελετητές θεωρούν ότι ανανέωσε με τρόπο εντυπωσιακό την ισπανική γλώσσα, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο συγγραφέα της γενιάς της . Εξέδωσε οκτώ τόμους με διηγήματα, εννέα μυθιστορήματα και τρεις ποιητικές συλλογές. Απέσπασε πολλές σημαντικές διακρίσεις για τα βιβλία του ενώ τιμήθηκε, λίγο πριν τον θάνατό της, με το Εθνικό Βραβείο του Μεξικού για τη συνεισφορά του στα γράμματα και στις τέχνες. Έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά, τα ολλανδικά και τα πορτογαλικά. Κορυφαίο έργο της θεωρείται το πολυσέλιδο κοινωνικοπολιτικό μυθιστόρημα Porque parece mentira la verdad nunca se sabe (Γιατί μοιάζει ψέμα η αλήθεια ποτέ δεν το ξέρει κανείς) που άλλαξε την πορεία της μεξικανικής λογοτεχνίας.

 

 

Βιβλίο

Μια αναπάντεχη κληρονομιά και μια λίστα με επιθυμίες από την εφηβεία φτιάχνουν μια υπέροχη και συγκινητικη ιστορία ιστορία που μας θυμίζει ότι πρέπει να απολαμβάνουμε τη ζωή μας μέχρι το μεδούλι.

Η Μπρετ Μπολίνγκερ φαίνεται να έχει τα πάντα: μια καλή δουλειά, ένα τεράστιο σπίτι, έναν ακαταμάχητα όμορφο φίλο. Μια υπέροχη ζωή, απ’ όλες τις απόψεις.

Όλα αυτά μέχρι τη στιγμή που πεθαίνει η πολυαγαπημένη της μητέρα, αφήνοντας στη διαθήκη της έναν και μοναδικό όρο: Προκειμένου να πάρει την κληρονομιά της, η Μπρετ θα πρέπει να εκπληρώσει τη λίστα με τους στόχους που είχε γράψει όταν ήταν ένα αφελές δεκατετράχρονο κορίτσι.

Συντετριμμένη από τη θλίψη, η Μπρετ δεν μπορεί να καταλάβει το νόημα της απόφασης της μητέρας της – τα παιδικά της όνειρα δεν έχουν καμία σχέση με τις φιλοδοξίες της στην ηλικία των τριάντα τεσσάρων χρόνων. Κάποια φαντάζουν αδύνατα.

Πώς είναι δυνατόν να χτίσει μια σχέση με τον πατέρα της, ο οποίος πέθανε πριν από επτά χρόνια; Κάποιοι άλλοι στόχοι (να γίνει μια φανταστική δασκάλα!) απαιτούν να ξανασχεδιάσει από την αρχή ολόκληρο το μέλλον της.
Καθώς η Μπρετ ξεκινάει, θέλοντας και μη, ένα παράξενο ταξίδι αναζήτησης των εφηβικών της ονείρων, ένα πράγμα γίνεται ξεκάθαρο:
Μερικές φορές τα πιο γλυκά δώρα της ζωής βρίσκονται στα πιο απρόσμενα μέρη.


Lori Nelson Spielman
Η Lori Nelson Spielman έχει εργαστεί ως λογοθεραπεύτρια, σύμβουλος επαγγελματικού προσανατολισμού και κατ’ οίκον δασκάλα. Της αρέσει το τρέξιμο, τα ταξίδια και το διάβασμα, αν και το πραγματικό της πάθος είναι το γράψιμο. Το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο Αύριο είναι μια καινούρια μέρα εκδόθηκε σε τριάντα χώρες, ενώ η εταιρεία παραγωγών Fox 2000 εξασφάλισε τα δικαιώματα της κινηματογραφικής μεταφοράς του βιβλίου. Το δεύτερο μυθιστόρημά της, με τίτλο Sweet Forgiveness, εκδόθηκε τον Ιούνιο του 2015. Αυτόν τον καιρό ετοιμάζει το τρίτο της βιβλίο. Ζει στο Μίσιγκαν της Αμερικής με τον σύζυγο και την εξαιρετικά κακομαθημένη γάτα τους.

www.LoriNelsonSpielman.com

Βιβλίο

Ένα καταιγιστικό ψυχολογικό θρίλερ, στα χνάρια των επιτυχιών Το κορίτσι που εξαφανίστηκε και Αμνησία.

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΤΑ ΙΔΙΑ
Η Ρέιτσελ παίρνει το ίδιο τρένο κάθε πρωί. Ξέρει ότι θα σταματήσει στον ίδιο σηματοδότη, την ίδια ώρα, και θα αντικρίσει τα ίδια σπίτια δίπλα στις ράγες. Αρχίζει, μάλιστα, να νιώθει οικεία με το ζευγάρι που ζει σ’ ένα από αυτά. «Τζες» και «Τζέισον» τους αποκαλεί. Η ζωή τους, στα δικά της μάτια, είναι τέλεια. Μακάρι να μπορούσε και η Ρέιτσελ να είναι τόσο ευτυχισμένη.

ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ
Και μια μέρα βλέπει κάτι που τη σοκάρει. Κρατάει μόλις μία στιγμή μέχρι να ξεκινήσει και πάλι το τρένο, αλλά είναι αρκετό. Κι αυτό αλλάζει τα πάντα. Τώρα η Ρέιτσελ έχει την ευκαιρία να γίνει μέρος της ζωής που παρακολουθούσε από μακριά. Τώρα ήρθε η ώρα να το καταλάβουν κι εκείνοι: είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα κορίτσι του τρένου…


Το βιβλίο ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΟΥ ΤΡΕΝΟΥ της Πόλα Χόκινς έχει σοκάρει εκατομμύρια αναγνώστες με την ανατρεπτική πλοκή του, ενώ παρέμεινε για 81 συνεχόμενες εβδομάδες στη λίστα best seller των New York Times.

Η ΠΟΛΑ ΧΟΚΙΝΣ γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Ζιμπάμπουε. Μετακόμισε στο Λονδίνο το 1989, όπου και ζει μέχρι σήμερα. Εργαζόταν για δεκαπέντε χρόνια ως δημοσιογράφος προτού ασχοληθεί με τη συγγραφή. ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΟΥ ΤΡΕΝΟΥ είναι το πρώτο της μυθιστόρημα και προτού καν εκδοθεί πουλήθηκαν τα κινηματογραφικά δικαιώματά του στην Dreamworks.

Βιβλίο

Iζαμπέλ


Ένα πλάσμα γεννημένο στα σκοτάδια. Mηδενισμένο από την αρχή της ζωής του.


Ένα κορίτσι πλασμένο από θεούς και δαίμονες. Που μεγάλωσε - εγκαταλειμμένο από την ίδια του τη μάνα - με τον εχθρό του, που το έτρεφε με μίσος.

Mια γυναίκα που μπορεί να μετουσιωθεί σε φως και να διαλύσει κάθε σκοτάδι. Που μπορεί όμως και να ανοίξει τις πύλες της κόλασης και να βουλιάξει στη διαστροφή.

Mια γυναίκα που από θύμα γίνεται θύτης. Σύζυγος και εραστής, πιόνια της ίδιας παρτίδας.


Ποιος θα βγει αλώβητος από αυτή την παράνοια;
Ποιος μπορεί να ξεριζώσει τους δαίμονες που υπάρχουν στην ψυχή μιας γυναίκας που η αθωότητα την εγκατέλειψε μόλις στα δεκατρία της χρόνια;

 

Η συγγραφέας
H Σωτηρία Περβανά γεννήθηκε στη Mαρώνεια Kομοτηνής, σ’ έναν τόπο προικισμένο, που της έμαθε να αφουγκράζεται τους ψιθύρους του δάσους και να εμπνέεται από τη φυσική ομορφιά. Ασχολείται με το γράψιμο από νεαρή ηλικία. Το βιβλίο Στην άκρη του νήματος είναι το δεύτερο μυθιστόρημά της.

 

 

 

Βιβλίο

Αφιερωμένο στον Σύρο χορευτή Hassan Rabeh που αυτοκτόνησε τον Ιούνιο 2016.

«Η τελευταία κίνηση του χορευτή» – Διήγημα της Τέσυς Μπάιλα

«Κάθε κίνηση του χορευτή επάνω στην πίστα χρειάζεται να εκτελείται με πάθος, αυτό είναι η τέχνη. Κα να θυμάσαι, Χασάν, η πιο μεγάλη στιγμή μιας παράστασης είναι η τελευταία κίνηση του χορευτή. Κλείνεις τα μάτια και αφήνεσαι στην εκτέλεσή της. Ανασηκώνεις το σώμα, όχι έτσι Χασάν… με δύναμη και αποφασιστικότητα… έτσι μπράβο… και στροβιλίζεσαι στο κενό μέχρι να προσγειωθείς ξανά γεμάτος αυτοπεποίθηση… όρθιο το κορμί, Χασάν… έτσι μπράβο».

Θυμόταν πάντα πριν από κάθε παράσταση τα λόγια της Αϊσέ, της πρώτης του δασκάλας χορού. Μικρό παιδί ήταν όταν η μητέρα του τον πήρε από το χέρι και τον πήγε στην περίφημη Ακαδημία χορού που διατηρούσε η Αισέ στο κέντρο της πόλης, παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του. Χάρη σ’ αυτήν είχε νιώσει τη φλόγα του πάθους για το χορό να τον τυλίγει και πολύ γρήγορα έδειξε το ταλέντο του. Η μητέρα καμάρωνε, έβλεπε στο πρόσωπό του την ενσάρκωση μιας μοίρας, που η ίδια δε διεκδίκησε ποτέ.

Δέκα χρόνια κόντευαν να συμπληρωθούν από εκείνη την ημέρα. Ο Χασάν είχε τελειοποιήσει την κίνησή του, η τεχνική του ήταν άρτια και η Αϊσέ είχε καταλάβει από καιρό ότι είχε φτάσει η ώρα για τον μαθητή της να προχωρήσει. Άλλωστε ο πόλεμος είχε ρημάξει την πόλη, η ίδια είχε μεγαλώσει και η Ακαδημία δε μπορούσε να λειτουργεί χωρίς μαθητές.

«Χασάν», του φώναξε ένα απόγευμα, την ώρα που εκείνος, φορτωμένος το μικρό του σακίδιο στην πλάτη, άνοιγε την πόρτα της σχολής για να φύγει.

«Θέλετε κάτι;» της απάντησε και κρατώντας ακόμα το πόμολο της πόρτας στράφηκε προς το μέρος της και την κοίταξε. Ήταν χλωμή, κάτισχνη και κουρασμένη. Τα χρόνια πια είχαν αρχίσει να βαραίνουν το γυμνασμένο της σώμα και στα μάτια της διαγραφόταν μια μεγάλη απελπισία. «Χασάν, σήμερα είναι η τελευταία μέρα που…», ένας κόμπος θλίψης γραπώθηκε στο λαιμό της και την έκανε να σταματήσει.

Ο Χασάν δε μιλούσε. Την κοιτούσε στα μάτια και προσπαθούσε να καταλάβει. Μάντευε μέσα στην πνιγμένη της σιωπή το φόβο. Αλλά δεν αντέδρασε. Περίμενε στωικά. Ύστερα από λίγο εκείνη συνέχισε: «Από αύριο κλείνει η σχολή. Μην ξανάρθεις. Είναι επικίνδυνο για όλους μας. Οι βομβαρδισμοί συνεχίζονται… αν συμβεί κάτι… ίσως αργότερα… όταν τελειώσουν όλα Χασάν να μπορέσουμε να… πρέπει να φύγεις από τον τόπο, να συνεχίσεις αλλού τις σπουδές σου…»

Άνοιξε την πόρτα και έφυγε. Χωρίς να της πει ούτε «αντίο». Άρπαξε τη αποθαρρυμένη του ψυχή και βγήκε τρέχοντας στο δρόμο. Και δε μίλησε σε κανέναν ούτε όταν έφτασε στο σπίτι του. Κλείστηκε στο δωμάτιό του και ένιωσε βαριά, ασυγκράτητα δάκρυα να κατρακυλούν στο μάγουλό του. Δεν κοιμήθηκε καθόλου. Ούτε λεπτό. Άκουγε τις σειρήνες να ουρλιάζουν στο βάθος της πόλης και για μια ακόμη φορά λούφαξε η ψυχή του μαραζωμένη μέσα στα δεσμά του εφιάλτη. Όλο το βράδυ θυμόταν κάθε λεπτό που είχε περάσει κοντά στην Αϊσέ, κάθε κίνηση που του είχε μάθει, το χαμόγελό της όταν κατάφερνε να εκτελεί τις πιο δύσκολες φιγούρες. Με τα τεράστια μάτια της να τονίζουν το λιγνό της πρόσωπο και τα μαύρα της μαλλιά τυλιγμένα σε έναν αυστηρό κότσο έμοιαζε με αληθινό κύκνο, σαν αυτόν που της άρεσε πάντα να παριστάνει με το χορό της.

Το επόμενο πρωί έμαθε πως η σχολή δεν υπήρχε πια. Μια βόμβα είχε συντρίψει το κτήριο όπου στεγαζόταν η Ακαδημία και μαζί τα όνειρα και το κορμί της Αϊσέ.

Λίγους μήνες αργότερα έφυγε από την χώρα. Μόνος, ξένος, πρόσφυγας στη Δαμασκό. Φιλοξενούμενος από μια νέα οικογένεια, μακριά από τη δική του, που είχε χαθεί κι αυτή μια νύχτα ενός ανυποψίαστου καλοκαιριού κάτω από τα συντρίμμια.

Μια ανεξερεύνητη θάλασσα η ψυχή του. Και ο χορός μια μεγάλη αγκαλιά που έδιωχνε τους φόβους του μακριά. Ένα βράδυ έπιασε μια δυνατή βροχή. Βγήκε στο δρόμο και άρχισε να χορεύει, ξέφρενα. Έγινε όλος μια ακόμα σταγόνα βροχής και ενώθηκε με το νερό που πότισε το λευκό του πουκάμισο. Χόρευε και ένιωθε να εισχωρεί στο σώμα της νύχτας σε μια κολασμένη συνουσία που του εξασφάλιζε τη συνέχεια της ζωής.

«Τρελός θα είναι και τον πήραμε στο σπίτι μας», είπε το επόμενο πρωί η γυναίκα που τον φιλοξενούσε στον άντρα της κι έτσι λίγη ώρα αργότερα βρέθηκε διωγμένος, να βαδίζει σκυφτός στους δρόμους της Δαμασκού, με το μικρό σακίδιο στην πλάτη.

Αρκετό καιρό αργότερα η ζωή τον έφερε στη Βηρυτό. Ένας ακόμη από τους ενάμισι εκατομμύριο πρόσφυγες που ζούσαν στους δρόμους του Λιβάνου. Πρόσφυγας για δεύτερη φορά, δε βαριέσαι, σκέφτηκε και άναψε τσιγάρο. Για δυο χρόνια χωρίς στέγη, σκοπό, σύντροφο, οικογένεια, δουλειά, χωρίς αγάπη στη ζωή του. Κοιμόταν όπου έβρισκε, έμενε για μέρες νηστικός, έκανε όποια δουλειά του ζητούσαν, συχνά για ένα κομμάτι ψωμί, και κάθε στιγμή φοβόταν μήπως τον απελάσουν. Τις ημέρες τις περνούσε κρυμμένος, σαν αγρίμι. Τις νύχτες έβγαινε στους δρόμους και χόρευε, σαν τρελός, σαν να μετρούσε με τις κινήσεις του πόσο ευλογοφανής μπορεί να είναι ο παραλογισμός στον οποίο ζούσε. Και ένιωθε ελεύθερος, επειδή η τέχνη μπορεί να σπάσει όλα τα δεσμά. «Είμαι δημιούργημα του θεού μου», σκεφτόταν και για εκείνον ο χορός ήταν ο μόνος Θεός.

 Στα εικοσιπέντε του πια ο άστεγος χορευτής είχε γίνει γνωστός. Όλοι ήξεραν τον πρόσφυγα καλλιτέχνη, τον γοητευτικό χορευτή με τα μακριά ολόμαυρα μαλλιά και το ευθυτενές παράστημα που χόρευε με πάθος τα βράδια στους δρόμους και το πρωί έψαχνε για δουλειά.

Κανείς δεν ήξερε όμως τι έκρυβε μέσα στην ψυχή του. Πόσο πόνο κουβαλούσε στην πλάτη του, πόσες μυστικές συναλλαγές με το πεπρωμένο είχε κάνει, πόση μοναξιά πλήγωνε τα όνειρά του, κάθε φορά που άκουγε να τον αποκαλούν «ξένο».

Και ξαφνικά ένα βράδυ του Ιούνη άλλαξαν όλα. Χόρευε μόνος του μέσα στο σκοτάδι, όταν μια νέα κοπέλα τον πλησίασε και άρχισε να χορεύει μαζί του. Του ζήτησε να την ακολουθήσει τη στιγμή που ιδρωμένα τα σώματά τους άγγιξαν το ένα το άλλο. Κι εκείνος δέχτηκε. Πολύ σύντομα βρέθηκαν πρωταγωνιστές σε μια παράσταση μοντέρνου χορού. Εκείνη τον πρότεινε στον χορογράφο. Σταδιακά όλα άρχισαν να καλυτερεύουν. Μπόρεσε επιτέλους να νοικιάσει ένα επιπλωμένο διαμέρισμα. Θα της ζητούσε να μείνουν μαζί, οι δυο τους, στην ψευδαίσθηση ενός κοινού πεπρωμένου. Αν δεχόταν. Θα της το έλεγε εκείνη την ημέρα μετά το χορό. Και όταν τελείωναν οι παραστάσεις θα έβρισκε αλλού δουλειά. Θα κρατούσε το σπίτι. Στην ανάγκη θα έλεγε στη σπιτονοικοκυρά να κάνει λίγη υπομονή. Η ζωή έμοιαζε να του χαμογελά ξανά και από το στήθος του άρχισαν να φτερουγίζουν όνειρα.

Το χειροκρότημα εκείνο το βράδυ ήταν ηχηρό. Πετούσε η ψυχή του. Από τα μπροστινά καθίσματα άκουσε τη συνομιλία δυο φίλων που τον κοιτούσαν επίμονα:

«Αυτός, εκεί χορεύει ωραία».

Γύρισε σπίτι φορώντας ακόμη το λευκό πουκάμισο της παράστασης. Ήταν Ιούνης, η ζέστη ήταν ανυπόφορη και τον έπνιγε. Βγήκε στο μπαλκόνι να πάρει λίγο αέρα. Ένιωθε να κατρακυλά ο ιδρώτας από το μέτωπό του στα μάτια του και από εκεί να στάζει στο ανοιχτό του πουκάμισό. Άναψε τσιγάρο και σκέφτηκε την παράσταση που είχε πριν από λίγο ολοκληρωθεί. Θυμήθηκε το βλέμμα της Φατιμέ όταν του είπε πως βιάζεται και πως είναι νωρίς για εκείνους. Κι ύστερα έφυγε. Τον άφησε μόνο του και συνέχισε να περπατά στο βάθος του δρόμου. Άκουσε ξανά το χειροκρότημα. Τα λόγια εκείνου του άντρα από τα μπροστινά καθίσματα.

Ναι, δεν έκανε λάθος για αυτόν τα έλεγε. Κι ύστερα στο νου του ήρθαν τα λόγια της Αϊσέ: «Και να θυμάσαι, Χασάν, η πιο μεγάλη στιγμή μιας παράστασης είναι η τελευταία κίνηση του χορευτή. Κλείνεις τα μάτια και αφήνεσαι στην εκτέλεσή της. Ανασηκώνεις το σώμα, όχι έτσι Χασάν… με δύναμη και αποφασιστικότητα… έτσι μπράβο… και στροβιλίζεσαι στο κενό μέχρι να προσγειωθείς ξανά γεμάτος αυτοπεποίθηση… όρθιο το κορμί, Χασάν… έτσι μπράβο».

Το επόμενο πρωί τον βρήκαν νεκρό στη μέση του δρόμου. Κομματιασμένο από την πτώση. «Διαταραγμένη προσωπικότητα», είπαν οι περίοικοι και μαζεύτηκαν γύρω του. «Χόρευε μονάχος του στους δρόμους, παλαβός θα ήταν», επιβεβαίωσε η σπιτονοικοκυρά του, την ώρα που τον μάζευαν. Κανείς δεν τον είδε να στροβιλίζεται στο κενό και να προσγειώνεται στο έδαφος με αυτοπεποίθηση. Ούτε κανείς πρόσεξε τα όνειρα αυτού του παιδιού να κείτονται ματωμένα επάνω στο σκισμένο του πουκάμισο.

Την ίδια κιόλας μέρα οι εφημερίδες έγραψαν: «Αυτοκτόνησε πρόσφυγας».


Τέσυ Μπάιλα κατάγεται από τις Κυκλάδες αλλά γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε Ιστορία Ελληνικού Πολιτισμού και μετάφραση Λογοτεχνίας. Ασχολείται με τη φωτογραφία και ατομικές της εκθέσεις έχουν φιλοξενηθεί στο πανεπιστήμιο Gakugei της Ιαπωνίας και στην Αθήνα. Είναι συντάκτρια του λογοτεχνικού περιοδικού Κλεψύδρα. Παράλληλα δημοσιεύει δοκίμια σε εφημερίδες και περιοδικά. Κυκλοφορούν τα βιβλία της: «Το πορτρέτο της σιωπής», εκδ. Έναστρον, «Το παραμύθι της βροχής», εκδ. Δοκιμάκης και «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη», «Ουίσκι μπλέ» και «Άγριες θάλασσες» εκδ.Ψυχογιός.


Δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής με τον γενικό τίτλο «Ο ήρωας του Καλοκαιριού»

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin