Ιανουαρίου 17, 2018

Βιβλίο

«Επείγομαι να κάνω ταμείο ζωής» λέει ο μεσήλικος Παναγιώτης Ζαφείρης, επιτυχημένος δικηγόρος, αναγνωρισμένος συγγραφέας, ένας άνδρας σε υπαρξιακή κρίση, ο πρωταγωνιστής στο νέο, πολύσημο έργο του Βασίλη Γκουρογιάννη, ένα μυθιστόρημα όπου συνυπάρχουν οι θρησκευτικοί ψαλμοί με τις σωματικές εκκρίσεις, η μυθολογία με το Διαδίκτυο, η σκληρή πραγματικότητα του ανθρώπου με την ποιητική πραγματικότητα του καλλιτέχνη.

Ανταποκρινόμενος στην έμφυτη ροπή του να εικονοποιεί τον κόσμο για να τον αντέξει (από τα παιδικά του χρόνια ακόμη, στο Μεσολόγγι) και έχοντας ήδη εγκαταλείψει τη λογοτεχνία ως τρόπο έκφρασης, ο ήρωας αποφασίζει «να κινηματογραφήσει τη ζωή του», να δημιουργήσει ένα «Σενάριο αθανασίας» για τον εαυτό του.

«Τόσο πολύ με απορρόφησε η αίσθηση ότι έφτιαχνα μια κινηματογραφική ταινία παρά ένα βιβλίο που βλέπω την ημέρα της κυκλοφορίας του σαν πρεμιέρα» αστειεύτηκε ο 64χρονος γιαννιώτης συγγραφέας που συναντήθηκε με «Το Βήμα» στον πολυχώρο των εκδόσεων Μεταίχμιο.

Η σάρκα και το νόημα της ζωής
Και συνέχισε, απολύτως σοβαρά: «Βλέπω τον χρόνο να περνάει και κοπανάω το κεφάλι μου στον τοίχο. Σε λίγα χρόνια θα πεθάνω και αναρωτιέμαι: έζησα; Εζησα αυτό που πραγματικά είναι η ζωή; Μυστήριο πράγμα. Ως σήμερα έζησα σίγουρα μια ζωή τακτοποιημένη ως οικογενειάρχης, ως δικηγόρος, ως συγγραφέας. Δεν νομίζω ότι κακώς την έζησα όπως την έζησα. Κι όμως έχω την αίσθηση ότι την έζησα για τους άλλους. Είναι η αμφιβολία, το μεγαλύτερο κολαστήριο, η αμφιβολία που συνοδεύει, πιστεύω, κάθε ευαίσθητο άνθρωπο ως τον τάφο». Με τον ήρωά του μοιράζεται την πεποίθηση ότι «όλα μπορούν να γίνουν τέχνη και ότι μόνο υπό τη μορφή της τέχνης είναι υποφερτά». Πόσο όμως μοιάζει ο ίδιος με τον ήρωά του; «Είμαι και δεν είμαι ο ήρωάς μου. Θα έλεγα ότι είμαι ο ηθοποιός που δεν διστάζει να ξεγυμνωθεί επειδή αυτό απαιτεί το συγκεκριμένο έργο» απάντησε ο Βασίλης Γκουρογιάννης, ο οποίος θεωρεί ότι κάθε βιβλίο του «δεν έχει πρόγονο», ότι κάθε φορά κολυμπάει «σε αχαρτογράφητα ύδατα». Και πράγματι, το «Σενάριο αθανασίας» διαφέρει ριζικά με ό,τι έχει γράψει ως σήμερα.

Αν μάλιστα σκεφτεί κανείς το αμέσως προηγούμενο μυθιστόρημά του, το εξαιρετικό «Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή» (2009), όπου πρωταγωνιστούν βετεράνοι του πολέμου στην Κύπρο κατά το 1974, η διαφορά γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Το μεγαλύτερο κομμάτι του νέου του βιβλίου καταλαμβάνει ο ερωτισμός, η σάρκα. Πώς κι έτσι; «Ισως επειδή, υποσυνείδητα, αποχαιρετώ τη σάρκα. Αυτό είναι και το απωθημένο που βγάζει ο ήρωας όταν αρχίζει η διανοητική του χαλάρωση. Τότε είναι που σπάει το φράγμα, και αρχίζουν η ελευθεροστομία και η προκλητική του εικονοποιία. Οι άνδρες που μπαίνουν στην άνοια, ξέρετε, τέτοια λένε και τέτοια κάνουν. Πάνε και σηκώνουν λ.χ. το φουστάνι μιας κοπέλας από εκεί που κάθονται. Εχουν συνήθως σεξουαλικές εμμονές. Το πορνικό στοιχείο του βιβλίου για το οποίο μιλάμε ήταν για εμένα λειτουργικό: ήθελα να συνδυάζεται η κόπωση και η πτώση του σώματος, της ζωής που έχει πάρει τον δρόμο για το τέλος της, με την αρχόμενη άνοια του ήρωα, κάτι που έρχεται ουσιαστικά να τον απελευθερώσει» εξήγησε ο συγγραφέας.

Ο οίκος ανοχής και η γκαρσονιέρα
«Αν πάντως κάποιος σταθεί μονάχα στα επιμέρους θέματα του βιβλίου, θα χάσει το θέμα συνολικά. Μη με ρωτήσετε όμως ποιο είναι το θέμα. Ούτε εγώ το ξέρω. Περιμένω τα καλά μάτια να μου πουν τι έγραψα» συμπλήρωσε. Τα θέματα προφανώς είναι πολλά και αλληλένδετα. Ενα από αυτά είναι η σχέση που αναπτύσσουν οι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας με το Διαδίκτυο, θέμα που ο ίδιος χειρίζεται με μπόλικο σαρκασμό. «Είναι ένας άλλος κόσμος, αδιανόητος. Τα παιδιά σήμερα ξέρουν πολύ καλά την ανατομία του σώματος του άλλου φύλου. Εμείς, άνθρωποι που έζησαν και σε μιαν άλλη εποχή, αναζητήσαμε τη γυναικεία σάρκα όπως ο αγριόχοιρος ψάχνει την τρούφα. Για εμάς η αναζήτηση του άλλου σώματος ήταν ένα μαρτύριο. Τώρα αρκεί να πατήσεις ένα κουμπί και έχεις τα πάντα μπροστά σου».

Ο Παναγιώτης Ζαφείρης επισκέπτεται, σε μια σπαρταριστή σκηνή του μυθιστορήματος, έναν λαϊκό οίκο ανοχής στον Κολωνό (στην ίδια περιοχή διατηρεί κρυφά από τις γυναίκες της ζωής του μια γκαρσονιέρα όπου, μεταξύ άλλων, μαζεύει πορνοταινίες από τη δεκαετία του 1970). Στις τσέπες του έχει κάμποσα χαρτονομίσματα των πενήντα ευρώ και ένα στικάκι όπου έχει αποθηκεύσει, σε ψηφιακή μορφή, τα λογοτεχνικά του άπαντα. Υστερα από μια συνομιλία με την τσατσά, ακολουθεί μια κοπέλα σε κάποιο δωμάτιο για τα προβλεπόμενα. «Αν το βιβλίο ήταν πράγματι ταινία, θα έπρεπε να φέρει την ένδειξη "Αυστηρώς ακατάλληλη για πνευματικώς ανηλίκους"» σημείωσε ο Βασίλης Γκουρογιάννης, σχολιάζοντας τον απίθανο τρόπο με τον οποίο «εξαφανίζεται» το στικάκι. «Είναι μια πράξη συμβολική.

Ο Ζαφείρης βρίσκει έναν παράξενο τρόπο για να επιστρέψει το έργο του στην ίδια τη ζωή, από την οποία άλλωστε προήλθε. Η σάρκα, το σώμα, είναι το πρώτο συστατικό της ύπαρξης. Αργότερα ο ήρωας επικαλείται κάτω απ' την Ακρόπολη τον θεό Διόνυσο, του εξομολογείται ότι ως άνθρωπος μάλλον δεν μπόρεσε να ζήσει και ότι πρέπει πια να ζήσει και το ζώο μέσα του».

Κένταυροι στο βουνό, πυροφάνι στη λιμνοθάλασσα
Και ύστερα ο Παναγιώτης Ζαφείρης αποφασίζει να επιστρέψει στο χωριό που γεννήθηκε, στην επικράτεια της αρχαίας Καλυδώνας, στην περιοχή της Αιτωλίας, στον μυθικό τόπο των Κενταύρων, εκεί, στις όχθες του Εύηνου ποταμού όπου ο (βιαστής της Δηιάνειρας) Νέσσος ξεψύχησε πάνω στις οπλές του από το τόξο του Ηρακλή και ο Ηρακλής ανεφλέγη, εν συνεχεία, από τον χιτώνα που του άφησε ο Νέσσος, ένα «τζάκετ» ποτισμένο με αίμα και σπέρμα. Εκεί, λοιπόν, ο πρωταγωνιστής συναντά μια παιδική του φίλη, τη Ρίνα, η οποία μένει στο βουνό και επιτελεί, ως διαχειρίστρια της παράξενης ιστοσελίδας Centaur.gr, μια κοινωφελή (και ψυχωφελή) εργασία για ορισμένες γυναίκες.

«Πιστεύω ότι η δυστυχία έγκειται στην ανισορροπία ζώου και ανθρώπου μέσα μας. Από αυτό πάσχει ο ήρωας. Υπήρξε δηλαδή στη ζωή του περισσότερο άνθρωπος και λιγότερο ζώο. Κι όσο περνάει ο καιρός, βιάζεται να γυρίσει στο ζώο μήπως και μπορέσει να ισορροπήσει.

Ο Κένταυρος είναι το αρχετυπικό υπόδειγμα, άνθρωπος και ζώο μαζί, άνθρωπος και άλογο μαζί. Αυτά δε που κάνουν οι Κένταυροι με τις κυρίες που επισκέπτονται την περιοχή, μέσω της Ρίνας, είναι ένας είδος μεταφυσικής ψυχοθεραπείας. Κι αυτές οι γυναίκες, οι ευτυχισμένες κατά τα άλλα γυναίκες, ψάχνουν αυτή την ισορροπία».

Ο Παναγιώτης Ζαφείρης πάντως δεν γύρισε στα πατρογονικά χώματα επειδή αναζητούσε την παιδική του ηλικία, γύρισε γιατί μια γυναίκα, μια θεολόγος που αυτοκτόνησε, τον είχε στοιχειώσει, γύρισε για να εξιλεωθεί. Η σκηνή όπου οι δυο τους, η δασκάλα και ο μαθητής, βρίσκονται υπό το φως του φεγγαριού στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου είναι ονειρική, εντυπωσιακή: «Το εφηβαίο της κρυβόταν και φαινόταν ανάλογα με τη μικρή τρικυμία που προκαλούσαν γύρω από το σώμα της τα παιχνιδίσματα των ψαριών. Το κορμί της είχε μετατραπεί σε πυροφάνι, προσελκύοντας τα ψάρια πάνω στο φως. Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε· πάντα εν σοφία εποίησας».

Βιβλίο

«Για να μη χάνεσαι στη γειτονιά» του Patrick Modiano...

“«Λοιπόν; Τώρα είσαι συγγραφέας;»

Του χαμογελούσε και αυτό το χαμόγελο του φαινόταν ειρωνικό. Συγγραφέας. Γιατί να μην της ομολογήσει ότι είχε γράψει “Το Μαύρο του καλοκαιριού σαν αναζήτηση αγνοουμένου;”

Αναζητώντας το Μαύρο Κουτί των παιδικών του χρόνων, ενδεχομένως για να μη χάνεται στη ζωή, θα μπορούσε να είναι κι αυτό αν τολμούσε να κάνει κανείς φραγκοδίφραγκα αυτό το καινούργιο αριστούργημα του Modiano.

Το τηλέφωνο του ηλικιωμένου συγγραφέα Ζαν Νταραγκάν που συνήθως δεν χτυπάει ποτέ θα χτυπήσει για ν’ ακούσει στην άλλη άκρη της γραμμής (μνήμης) ένα ζευγάρι νεαρών να επιμένουν να του επιστρέψουν την δική του χαμένη ατζέντα.

Ένα όνομα «Τορστέλ» κι ένα τηλέφωνο που δεν ισχύει πια, στην ξεχασμένη ατζέντα και στο πρώτο του μυθιστόρημα απ’ το οποίο το μόνο που θυμάται είναι οι είκοσι πρώτες σκισμένες και χαμένες σελίδες, θα τον αναγκάσουν να κάνει την

διαδρομή της ζωής του αντίστροφα, αναγνωρίζοντας κατ’ αρχάς εκείνο το αγόρι με τα ανεξακρίβωτα στοιχεία.

Το άλεφ του πια μια κλέουσα στο παράθυρο «αυτή η τρέμουσα» σωσίβιο «για να κρατήσεις την ισορροπία και να μην πέσεις στη θάλασσα».

Θα ξαναθυμηθεί σχεδόν εκών άκων «κάποια Αννί Αστράν» και θα γυρίσει και πάλι στο σπίτι του Σαιν- Λε-λα-Φορέ, θα επισκεφθεί τον γιατρό των παιδικών του χρόνων για να μη μπει ωστόσο σ’ εκείνο το σπίτι ποτέ, δεν μπήκαν ποτέ στη Ζώνη των Επιθυμιών ο ποιητής κι ο επιστήμονας στον Ταρκοφσκικό «Στάλκερ», αφήνοντας εαυτόν και αναγνώστη στις βαριές σκιές, εξάλλου αληθινό είναι εκείνο που αντέχει ή επινοεί η μνήμη. Με μότο Σταντάλ «Δεν μπορώ να δώσω την πραγματικότητα των γεγονότων, μπορώ να παρουσιάσω μόνο τη σκιά τους» ο συγγραφέας το δηλώνει εξαρχής. Για να επαληθεύσει την εξίσωση της ακατανόητης ενοχής για κάτι που δεν είπε μα ωστόσο ξέρει κι ας το’ χει ξεχάσει, κάτι μέσα του εν τούτοις το ξέρει.

«Ο καλύτερος μάρτυρας, θα μπορούσε να είναι το παιδί που έμενε εκεί πέρα… Θα έπρεπε να το βρείτε… Δεν νομίζετε;»

«Θα είναι πολύ δύσκολο, γιατρέ».

Η πικρή διαπίστωση, κανένας δεν γίνεται να ξαναγίνει αυτό που υπήρξε, ένα νουάρ μυθιστόρημα αυτογνωσίας. Με τη λογοτεχνία να αντικαθιστά εκείνο το παλιό χαρτάκι στη τσέπη «για να μη χάνεσαι στη γειτονιά» και με τις αληθινές σελίδες ωστόσο πάντα σκισμένες ή ξεχασμένες.

Το ανεπούλωτο τραύμα που όπως επισημαίνει η μεταφράστρια Ρούλα Γεωργακοπούλου γίνεται γλώσσα και προσωπικός κώδικας του συγγραφέα, κάθε συγγραφέα.

Ο μοναδικός τρόπος να αναζητήσεις εκείνο που ανεπίστρεπτα έχασες ή να το εντάξεις σε μια έστω αφηρημένη τάξη μα ωστόσο τάξη του προσωπικού μυθιστορηματικού σου σύμπαντος:

 «Είχε γράψει αυτό το βιβλίο μόνο και μόνο με την ελπίδα να του δώσει σημάδι ζωής. Γι’ αυτόν, το να γράφεις ένα βιβλίο ήταν επίσης σα να κάνει σινιάλο με τα φώτα του αυτοκινήτου ή να στέλνει σήματα μορς σε κάποια πρόσωπα που δεν ήξερε τι έχουν απογίνει. Αρκούσε να σκορπίσεις στην τύχη τα ονόματά τους μέσα σε σελίδες και να περιμένεις να σου πουν επιτέλους τα νέα τους». Επιδιώκοντας ωστόσο ταυτοχρόνως και το ακριβώς αντίθετο: «Δεν είχε ποτέ καταλάβει πώς γίνεται να βάλεις σε μυθιστόρημα ένα πρόσωπο που ήταν σημαντικό για σένα. Άπαξ και τρύπωνε σ’ ένα μυθιστόρημα, όπως περνάς από την άλλη μεριά του καθρέφτη, το έχανες για πάντα. Δεν είχε υπάρξει ποτέ στην πραγματική ζωή. Το είχες εκμηδενίσει… Έπρεπε να το κάνει με πιο λεπτό τρόπο».

Και ακριβώς αυτό κάνει ο Modiano. Περνά από την άλλη μεριά του καθρέφτη το παρελθόν, τα παιδικά χρόνια, τις τύψεις, την ανεξήγητη αμαρτία, τη συλλογική μνήμη, την επιθυμία, το τραύμα που μας (τον) στοιχειώνει, την απώλεια. Παραδίδοντάς την χάρτη τρυφερό και ποιητικό, «για να μη χάνεσαι στη ζωή», μια μεθοδολογία τελικά «για ν’ αντέχεις το τραύμα».

Βιβλίο

 

Η σωστή σεξουαλική διαπαιδαγώγηση βοηθά το παιδί να αποκτήσει μια σωστή υγιή στάση απέναντι στη σεξουαλικότητα αλλά και να προφυλαχτεί από μελλοντικούς κινδύνους όπως τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα......Από το ημερολόγιο

Το ημερολόγιο του 2016 σχεδιάστηκε ειδικά για τις μαμάδες με στόχο να προσφέρει στήριξη στον γονικό ρόλο αλλά και καθημερινή συντροφιά . Περιέχει χρήσιμες πληροφορίες, ιδέες και συμβουλές για τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών σας.

Η διασφάλιση της ψυχικής τους ισορροπίας αποτελεί μια διαρκή πρόκληση για τους γονείς, απαιτείται όμως ενημέρωση, ευαισθητοποίηση και εγρήγορση.

Η θετική επικοινωνία με τα παιδιά είναι βασική επιδίωξη των γονιών και το χαμόγελο και η αγκαλιά τους

akappatou.gr

Βιβλίο

Μάνη, 34 χρόνια πριν: μια βεντέτα ξανανοίγει, ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι έχοντας χάσει τα πάντα ξενιτεύεται στην Αμερική. Δεκαεπτά χρόνια μετά επιστρέφει στην Ελλάδα λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων και για να κλείσει τους παλιούς λογαριασμούς. Μαζί με το «ψυχικό» αυτό τον περιμένει και ο έρωτας, ένας έρωτας δυνατός, θυελλώδης, που όταν αποκαλυφθεί το αληθινό πρόσωπό του θα καταρρεύσουν και πάλι όλα. Ύστερα από άλλα δεκαπετά χρόνια, ο Οδυσσέας επιστρέφει και πάλι – για μια κηδεία αυτή τη φορά. Στο χωριό του στη Μάνη το παρελθόν είναι εκεί και τον περιμένει γεμάτο υποσχέσεις και εκπλήξεις…

Στο μυθιστόρημα της Χριστίνας Ζέμπη «Πέτρα και μέλι» η ατμόσφαιρα είναι φορτισμένη. Ο αναγνώστης καταλαμβάνεται από μια εσωτερική συγκίνηση, ένα φούσκωμα στο στήθος και τα δάκρυα είναι προ των πυλών.

Η αφήγηση, πρωτοπρόσωπη –είτε από την πλευρά του Αλέξη, εκπροσώπου της νέας γενιάς του χωριού, είτε από αυτήν του Οδυσσέα–, δημιουργεί αμεσότητα με τον αναγνώστη. Σαν ο τελευταίος να είναι ο τελικός αποδέκτης μιας συζήτησης που έχει ανοίξει εδώ και καιρό. Οι ήρωες νοσταλγούν, σκέφτονται, αναλύουν, αναρωτιούνται, ψάχνουν λύσεις, συγκρούονται με τον εαυτό τους. Στους εσωτερικούς μονολόγους αποκαλύπτεται η πραγματική φύση τους, οι αιτίες και τα πώς που τους οδήγησαν στις πράξεις. Στους διαλόγους οι αντιδράσεις τους και τα λόγια τους, τελείως διαφορετικά, έρχονται σε αντίθεση με τον εσωτερικό τους κόσμο. Τι προσπαθούν να αποδείξουν; Ή απλά αγνοούν; Την ιστορία της Μελένιας, από την άλλη, τη μαθαίνουμε από το στόμα τρίτων, είναι τραυματισμένη βαθιά, δεν αντέχει να την αφηγηθεί η ίδια. Ή μήπως πολύ περήφανη, γνήσια Μανιάτισσα;

Το βιβλίο διαβάζεται απνευστί. Ο αναγνώστης παίρνει μια γεύση από μανιάτικη βεντέτα, αλλά καταλαβαίνει ότι ο έρωτας έχει τον τελευταίο λόγο. Οι ήρωες έχουν βάλει τους στόχους τους και παρά τα όποια εμπόδια θα τους πετύχουν. Ίδιοι με τα μυρμήγκια που πάντα φτάνουν στη φωλιά τους.

Ελένη Κίτσου

Βιβλίο

Η τέχνη είναι μια πόρνη που ποτέ δεν θα σου χαρίσει τον οργασμό της. Μη σε τρομάζει ότι θα σου μιλήσω για τέχνη. Τέχνη μπορεί να είναι και ο τρόπος που ζεις. Και συ… Μπορεί να είσαι το δικό σου έργο τέχνης. Και κείνος. Σίγουρα. Τον εαυτό του έκανε εντέλει έργο τέχνης. Θες να παρατηρήσουμε μαζί; Αυτό το πλάσμα. Αυτά τα πλάσματα. Τα ξεθαρρεμένα στην απόλυτη ελευθερία.

Τα πλάσματα τα αθάνατα.

Απόσπασμα
Τι σόι άνθρωπος… Να ’ξερες πόσες φορές το μονολόγησα. Έτσι καθώς ακολουθούσα τη σκιά της ζωής του όλης. Τι σόι άνθρωπος… Να! Τότε που τον είδα να σημαδεύει με το μαχαίρι, ο ίδιος σου λέω, το χέρι του… Να κόβει το δάχτυλό του μπροστά στα μάτια της. Να της στραγγίζει το αίμα του όλο. Τι σόι άνθρωπος… Όταν έτρεχε με μια κούτα τσιγάρα στα χέρια, ανάμεσα από διασταυρούμενα πυρά πολέμου, για ένα «ψιτ, μικρέ», που ακούστηκε από ένα παράθυρο που ανοιγόκλεισε σβέλτα.

Όταν είδε το φίλο του να πεθαίνει μπροστά στα μάτια του. Όταν έλεγε «εγώ θα είμαι μια μεγαλοφυΐα!» κι ήτανε μια σταλιά. Όταν ταξίδευε για Ρώμη. Τότε που όλη η Ελλάδα μετανάστευε… Εννιακόσιες… Άκου νούμερο! Εννιακόσιες νύφες μιας και μόνης καραβιάς για Αυστραλία, για να συναντήσουν ένα γαμπρό που είχαν δει μόνο σε φωτογραφία…

Κι αυτός… Μετανάστης. Πολιτιστικός μετανάστης, γι’ αυτό που εκείνος όριζε ως «ψωμί». Στη Ρώμη του 1957 και στο Παρίσι του 1960. Δεν μπορείς να φανταστείς τι γινότανε στη Ρώμη του ’57 και στο Παρίσι του ’60! Τι σόι άνθρωπος…

Όταν την είδε τόσο μα τόσο όμορφη, με τα μαλλιά της ανακατεμένα από έρωτα και ένα δευτερόλεπτο μετά… Άσ’ τα! Θα τα διαβάσεις. Τι σόι άνθρωπος… Σ’ εκείνη τη μικρή αυλή… Εκεί! Όπως τα είχε στοιβαγμένα, έριξε βενζίνη και έβαλε φωτιά! Τα έκαψε, σου λέω, όλα. 

Τι σόι άνθρωπος είναι αυτός που κατόρθωσε να λογαριαστεί με θηρία! Που δεχόταν επάνω του, καταπάνω του, κατάσαρκα, όλα τα ηλεκτρικά βολτ της παγκόσμιας τέχνης. Και καταγράφηκε στη λίστα των πιο σημαντικών προσωπικοτήτων του 20ού αιώνα. Και κείνος… Άκου! «Κινδύνευα να αυτοκαταστραφώ», μου είπε. Τι σόι άνθρωπος… Εκεί στη Βενετία. Όταν μου μιλούσε για τότε… Την πιο μεγάλη του στιγμή. «Δεν πέθανα εγκαίρως, ο μαλάκας». Το είπε και το πίστευε.

Η συγγραφέας
Η Ρέα Βιτάλη γεννήθηκε το 1961. Έχει σπουδάσει Ιστορία της Τέχνης και υπηρετεί εδώ και 20 χρόνια το χρονογράφημα. Το πρώτο της βιβλίο «Κάποτε θα γράψω ένα βιβλίο» αγαπήθηκε ιδιαίτερα από το κοινό ενώ το «Δεν πέθανα εγκαίρως» είναι το δεύτερο βιβλίο της εγκαινιάζοντας την συνεργασία της με τις εκδόσεις Διόπτρα.Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι δεν πρόκειται για μια ψυχική νόσο αλλά για μια συναισθηματική κατάσταση που στις περισσότερες περιπτώσεις είναι παροδική και συνδεδεμένη με την διάρκεια των εορτών.

Βιβλίο

Aκούγοντας για ώρα αμίλητοι τον Νικήτα Μπελή να μιλά για την προδομένη αγάπη του, ο γέρο-Τρύφωνας είπε μόνο Λίγη φλόγα, πολλή στάχτη, παλικάρι μου. Ήξερε ο ξεκληρισμένος ξωμερίτης, που κακοί καιροί τον ξόριασαν στη Μονή της Μεγίστης Λαύρας, πως όλα τα ξύλα δεν βγάζουν την ίδια φλόγα ούτε κι αφήνουν πίσω τους την ίδια στάχτη.

Στην ομότιτλη συλλογή των οκτώ διηγημάτων, οι ήρωες γνωρίζουν στην αρχή λίγη αναγνώριση, μια πρόσκαιρη ανάδειξη, μιαν ελάχιστη, όσο το φως μιας αστραπής, έκλαμψη ευτυχίας• κι ύστερα, άλλοι από τις τροπές της Ιστορίας, άλλοι από τις μετεμφυλιακές διώξεις και τα κολαστήρια της χούντας, κάποιοι από ανεκπλήρωτους και προδομένους έρωτες, μερικοί από κακοτυχία, αρρώστιες και θάνατο, όλοι τους κατακρημνίζονται, καταβυθίζονται στο σκοτάδι. Ένας αλαφροΐσκιωτος μόνο, ο Πετρής Χαρκόβας, αφήνει τη στάχτη πίσω του και αξιώνεται τη θέρμη μιας αδύναμης αλλά άσβεστης φλόγας - αυτόν όμως, από παιδί ακόμη, τον είχαν αγγίξει οι νεράιδες των νερών.

Στις οκτώ αυτές ιστορίες μια μακριά «κόκκινη κλωστή» κόβεται και δένεται ξανά: βγαίνει από τις τέφρες της Μεγάλης Καταστροφής, περνά από τον Μεσοπόλεμο, χάνεται στις σκοτεινές διαδρομές του Εμφυλίου και της Δικτατορίας και φτάνει ώς την ύστερη Μεταπολίτευση, όταν οι πρώτοι τριγμοί της επερχόμενης κατάρρευσης είχαν αρχίσει κιόλας να ακούγονται - από όσους, βέβαια, είχαν αυτιά για να τους ακούσουν.

Ο Γιάννης Ατζάκας γεννήθηκε το 1941 στον Θεολόγο της Θάσου. Αποφοίτησε το 1966 από τη Φιλο¬σοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και από το 1975 εργάστηκε στην ιδιωτική και τη δημόσια Μέση Εκπαίδευση. Τα έργα του Διπλωμένα φτερά (Άγρα, 2007), Θολός βυθός (Άγρα, 2008) και Φως της Φονιάς (Άγρα, 2013) αποτελούν τριλογία. Δημοσίευσε επίσης την πολιτική νουβέλα

Κάτω από τις οπλές (Άγρα, 2010). Ο Θολός βυθός τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2009. Φωτογραφία εξωφύλλου: Στράτος Καλαφάτης.

Βιβλίο

.«Κάποτε ήταν ένα κορίτσι που είχε ακούσει τα αγάλματα να τραγουδάνε, είχε χορέψει μαζί τους στο φως του φεγγαριού, τα είχε δει να δακρύζουν. Επειδή, βλέπετε, τις νύχτες τα αγάλματα ζωντανεύουν. Η Αγγελίνα, η ηρωίδα του βιβλίου μου, το ήξερε αυτό∙ εξαιτίας της δουλειάς των γονιών της μεγάλωσε μέσα στο μουσείο. Επιπλέον έχει γεννηθεί με ένα χέρι καλό και ένα «μισό» («καταραμένο» το λέει η ίδια) κι αυτό την έκανε να μοιάζει ακόμη περισσότερο με τα, ακρωτηριασμένα, αγάλματα που ήταν οι καλύτεροί της φίλοι. Όλα όμως θα αλλάξουν όταν ο Μουσολίνι κηρύξει τον πόλεμο στην Ελλάδα και τότε θα διαπιστώσει πως ακόμα και τα αγάλματα θα κινδυνεύσουν. 

»Είναι μια ιστορία για την ενηλικίωση, την αναζήτηση ταυτότητας και τη βιωμένη ανάγκη διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς. Μια ιστορία που έχει φόντο την πραγματική ιστορία της απόκρυψης των αγαλμάτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου».

Γνωρίζουμε ότι μέσα στις σελίδες του βιβλίου θα συναντήσουμε και την Άλκη Ζέη. Θέλετε να μας μιλήσετε για αυτή τη συνάντηση;
«Είχα τη μεγάλη χαρά και τιμή η κυρία Άλκη Ζέη να διαβάσει το «χειρόγραφό» μου, να της αρέσει και να γράψει ένα προλογικό σημείωμα για το βιβλίο. Για εμένα που ως παιδί κοιμόμουν με τα βιβλία της στο προσκεφάλι μου μπορείτε να καταλάβετε πόσο σημαντικό και όμορφο γεγονός είναι αυτό. Θεωρώ άλλωστε πως της χρωστάω πολλά. Η τόλμη της να εισαγάγει την πολιτική σε βιβλία που απευθύνονται σε παιδιά και νέους με επηρέασε βαθιά και νομίζω πως συνέτεινε και συνολικότερα στη διαμόρφωση της άποψής μου για το τι σημαίνει ‘γράφω για παιδιά και για νέους’».

Ποιος είναι ο σκοπός του βιβλίου, το μήνυμα που θέλετε να περάσετε και σε ποιο αναγνωστικό κοινό απευθύνεται;
«Σκοπός μου δεν ήταν άλλος από το να φανταστώ, να διηγηθώ και να μοιραστώ την ιστορία του συγκεκριμένου κοριτσιού και μέσα από τα μάτια της, την ιστορία των απλών ανθρώπων που συμμετείχαν σ’ αυτή την, τεράστιας σημασίας, επιχείρηση της απόκρυψης των αρχαιοτήτων. Για το πώς το παρελθόν συνεχίζει να υπάρχει στο παρόν, ακόμη κι αν δεν το αντιλαμβανόμαστε. Για την αξία του να πιστεύεις σε ιδανικά που σε καθορίζουν ως άνθρωπο. Τη βρήκα γοητευτική, συναρπαστική και βαθιά ανθρώπινη ιστορία.
»Δεν γράφω ποτέ με σκοπό να περάσω κάποιο μήνυμα. Η τέχνη πάντα έχει τους δικούς της κώδικες, τον δικό της τρόπο για να αγγίξει καρδιά και νου. Άρα, υπό αυτό το πρίσμα, το μόνο που μένει να κάνεις είναι να υπηρετείς με αφοσίωση, σκληρή δουλειά και ειλικρίνεια την τέχνη σου (στην προκειμένη αυτή του λόγου) να καταθέσεις τα όσα εσένα σε «τρώνε» και να ελπίζεις πως κάπου μπορεί να αγγίξεις τους αναγνώστες σου. Αναγνώστες που μπορεί να είναι είτε παιδιά και νέοι είτε ενήλικοι».

Ποια φαντάζεστε πως θα ήταν η τύχη των αγαλμάτων αν τα πράγματα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά;
«Πριν λίγο καιρό φιλοξενήθηκα για κάποιες ημέρες στο Δίστομο. Μίλησα με ανθρώπους που μπορεί να ήταν στην ηλικία μου, όμως κάπου στα λόγια τους, στο βλέμμα τους υπήρχε η σκιά από το σημάδι του τεράστιου πόνου που άφησε πίσω της η σφαγή. Γενιές μετά κι οι πληγές δεν έχουν επουλωθεί, με διαβεβαίωναν και πράγματι μπορούσα να το νιώσω. Δεν κλείνουν εύκολα οι πληγές από τη βαρβαρότητα...
»Αν λοιπόν τα πράγματα είχαν συμβεί διαφορετικά, και τα αγάλματα δεν είχαν κρυφτεί, το πιο πιθανόν θα μιλούσαμε πάλι για άλλου είδους μεν, βαρβαρότητες δε. Για πληγές στον πολιτισμό που δεν θα έκλειναν... Άλλωστε σε ιστορικά καταγεγραμμένες περιπτώσεις που οι αρχαιότητες δεν κρύφτηκαν, αυτό που συνέβηκε ήταν πράγματι βανδαλισμοί και λεηλασίες από τους κατακτητές.
»Θα αναφερθώ μονάχα σε ένα πρόσφατο παράδειγμα-πληγή μεγάλη για τον πολιτισμό: στην καταστροφή της Παλμύρας... Πώς να επουλωθεί αυτή η πληγή που άφησε πίσω της η βαρβαρότητα;»

Αν φανταστούμε ότι τα αγάλματα είχαν φωνή, τι θα μας έλεγαν σήμερα;
«Ξέρετε, προσωπικά είμαι πεπεισμένη πως τα αγάλματα έχουν «φωνή». Νομίζω πως πολλοί αρχαιολόγοι ή και όσοι άλλοι δουλεύουν κοντά στ’ αγάλματα θα μπορούσαν να εξομολογηθούν ανάλογες εμπειρίες.
»Πως δηλαδή τα αγάλματα ψιθυρίζουν ιστορίες τόσο παλιές όσο κι οι άνθρωποι, ιστορίες θλιμμένες και χαρούμενες, ιστορίες που μιλάνε για έρωτα, προδοσία, φιλίες, ελπίδα, πόνο, υποσχέσεις, αγώνα, ματαιώσεις, συμπόνια, δικαιοσύνη, αγάπη, όνειρα...
»Μας λένε πως το να είμαστε άνθρωποι είναι αυτό που μας κάνει... ξεχωριστούς. Κι ότι μόνο έτσι μάς αξίζει να πορευόμαστε: με ανθρωπιά».

Διαβάστε ένα απόσπασμα του βιβλίου

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Τα αγάλματα μακριά από τα ανθρώπινα βλέμματα ζωντανεύουν. Η Αγγελίνα το γνωρίζει αφού μεγάλωσε μέσα στο Μουσείο σχεδόν. Το ότι έχει ένα καλό κι ένα... μισό, «καταραμένο» χέρι την κάνει να μοιάζει ακόμα περισσότερο με τα αγάλματα, που με εξαίρεση τον Τίκο είναι οι καλύτεροι φίλοι της. Τι κι αν ο Τίκο δεν βλέπει σχεδόν χωρίς τα γυαλιά του; Μπορεί να βλέπει πράγματα που άλλοι αγνοούν.

Όταν η Ιταλία του Μουσολίνι κηρύξει τον πόλεμο στην Ελλάδα ο φόβος να επικρατήσει στην Ευρώπη το σκοτάδι του ναζισμού γίνεται εντονότερος. Κι όσοι σχετίζονται με το Μουσείο –από τους αρχαιολόγους, όπως η κυρία Σέμνη, μέχρι τους φύλακες και τον μαρμαροτεχνίτη πατέρα της Αγγελίνας, την καθαρίστρια Μικρασιάτισσα μητέρα της ή και τη μεγαλοαστή νονά της– έχουν την ίδια αγωνία, το ίδιο κοινό μυστικό που συνοψίζεται σε μια και μόνο φράση: «Να προλάβουμε...».

Τα δυο παιδιά σύντομα θα ανακαλύψουν τη σημασία εκείνου του μυστικού∙ πίσω από τις κλειστές πόρτες του Μουσείου, πραγματοποιείται μια μεγάλη επιχείρηση, δίνεται ένας ιδιαίτερα σημαντικός αγώνας για τη χώρα και τον πολιτισμό. Ένας αγώνας που τα δυο παιδιά θα μεταφέρουν με τον δικό τους τρόπο και στις γειτονιές τους.

Μια βαθιά ανθρώπινη κι αντιπολεμική ιστορία για την αναζήτηση ταυτότητας, την ενηλικίωση, τη φιλία και την ανάγκη συνέχισης και διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς∙ βασισμένη στην πραγματική ιστορία της απόκρυψης των αρχαιοτήτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου.

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Αγγελική Δαρλάση γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα και όνειρό της το παιδικό ήταν να γίνει συγγραφέας. Αφού σπούδασε Θεατρολογία (Τμήμα θεατρικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Αθηνών), Παραστατικές Τέχνες (The Royal Central School of Speech and Drama) και δημιουργική γραφή (σε Αθήνα και Λονδίνο) κι αφού σκηνοθέτησε και δίδαξε αποφάσισε πως, επιτέλους, ήρθε ο καιρός να γίνει και... συγγραφέας.

Έκανε την αρχή με θεατρικά έργα αποσπώντας βραβεύσεις και διακρίσεις σε θεατρικούς διαγωνισμούς συγγραφής θεατρικών έργων. Λίγο μετά ήρθε και το πρώτο της μυθιστόρημα για παιδιά και νέους Ονειροφύλακες που τιμήθηκε με Κρατικό Βραβείο.

Ακολούθησαν κι άλλα βιβλία κι άλλα θεατρικά έργα που έφεραν μαζί τους διακρίσεις, βραβεύσεις και πολλή αγάπη από μικρούς και μεγάλους αναγνώστες (και θεατές). Έχει δουλέψει σε θέατρο, κινηματογράφο και τηλεόραση. Έχει σκηνοθετήσει θεατρικές παραστάσεις, performances, συναυλίες. Έχει διδάξει Θέατρο, Θεατρική αγωγή και Δημιουργική γραφή.

Έχει μεταφράσει θέατρο και πεζογραφία. Καλεσμένη του The Greek play project συμμετέχει, εκπροσωπώντας την Ελλάδα, στο Τhink Τank θεατρικών συγγραφέων σε διεθνές πρόγραμμα της Ένωσης Ευρωπαϊκών Θεάτρων. Είναι από τα ιδρυτικά μέλη της ομάδας θεάματος Η Άλλη Πλευρά και της ανεξάρτητης δισκογραφικής εταιρείας Puzzlemusik. Διδάσκει δημιουργική γραφή (σε μικρούς και σε μεγάλους) και φυσικά... γράφει.

Βιβλίο

Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων του Ζαν Μισέλ Γκενασιά
Στην πίσω αίθουσα ενός παρισινού μπιστρό, ο Μισέλ Μαρινί θα συναντήσει μια ομάδα δεινών σκακιστών και θα γίνει το νεαρότερο μέλος αυτής της Λέσχης, στην οποία συχνάζουν πολιτικοί πρόσφυγες από την Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη. Είναι η εποχή του Πολέμου της Αλγερίας, της Κούβας, του Ψυχρού Πολέμου, του ροκ εν ρολ και του πάθους για το ποδοσφαιράκι. Είναι επίσης η εποχή που ο Νουρέγιεφ αυτομόλησε στη Δύση, ο Καμύ πέθανε και ο Τζακ Κέρουακ έγραψε το Στο δρόμο, το μανιφέστο ενός καινούριου κόσμου, ενός διαφορετικού τρόπου ζωής, μακριά από συμβάσεις και προκαταλήψεις.

Ο Μισέλ Μαρινί ενηλικιώνεται μέσα από τα βιβλία, το σινεμά και τη φωτογραφία όπως και οι υπόλοιποι συνομήλικοι του, ζει μέσα σε μια δυσλειτουργική οικογένεια και συναναστρέφεται μια ιδιότυπη παρέα προσφύγων όπου οι προσωπικές τους αφηγήσεις και το μυστικό που τους δένει θα του αλλάξουν τη ζωή.


Ο Γκενασιά διαλέγει για ήρωα έναν ανήλικο, που έχει πατρίδα, θρησκεία και κυρίως άγνοια της ιστορίας και τον βάζει ανάμεσα σε άθρησκους και πληγωμένους από την ιστορία και κυρίως απάτριδες. Ο συγγραφέας δίνει πρόσωπο και λόγο σε θύματα και θύτες, σε αυτούς που λίγα χρόνια πριν ήταν κάπου κρυμμένοι πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα και τώρα βρίσκονται στο Παρίσι. Όλοι τους παρίες, χωρίς οικογένεια, με πτυχία που δεν αναγνωρίζονται, προδότες για το κομμουνιστικό κόμμα και αποστάτες για τους Δυτικούς. Συχνάζουν στο Balto, στην άτυπη σκακιστική λέσχη που λειτουργεί μέσα σε ένα τυπικό γαλλικό μπιστρό. Η λέσχη διέπεται από τους κανόνες της σιωπής αλλά κυρίως από τις αξίες και τις πεποιθήσεις των θαμώνων της, όπως σφυρηλατήθηκαν από την εποχή τους.

Ο Γκενασιά γράφει για τη μνήμη, τη φιλία και την προδοσία, το πολιτικό σκάκι του προηγούμενου αιώνα και για τα μεγάλα πάθη όπως το σινεμά και τα βιβλία. Είναι ένα πεζογράφημα αντάξιο του όγκου του, χορταστικό, πυκνό και καλογραμμένο. Ένα πραγματικό μυθιστόρημα από αυτά που γελάς και ρίχνεις και κάμποσα δάκρυα, που δεν θέλεις να το αφήσει

Βιβλίο

Στάθηκα για ώρες μπροστά σε μηνύματα γραμμένα σε τοίχους... Και αισθανόμουν μια παράλογη ανάγκη να επιστρέφω εκεί ξανά και ξανά, μέχρι που οι τοίχοι έγιναν οι μάνες της έμπνευσής μου. 

Μηνύματα βελουδένια, μαύρα, κόκκινα ή μαβιά, με μια εύθραυστη αθωότητα, που το καθένα είχε την αποστολή να συντρίψει τα όρια και τους περιορισμούς μέσα στους οποίους περνάμε τη ζωή μας.

Με τα άρθρα μου δημιούργησα ένα τόξο θετικής ενέργειας, γιατί βαθιά μέσα μου, πιστεύω ότι, παρόλο που διανύουμε μια δύσκολη εποχή, κάτι υπέροχο βρίσκεται στο δρόμο. Κι αν μπορέσουμε να βρούμε αίσθηση σιγουριάς μέσα στην άγρια αναστάτωση, αν απλώσουμε τον εαυτό μας πέρα από τους φόβους μας, αν χτίσουμε γέφυρες αγάπης κι αν μείνουμε πιστοί στα όνειρά μας, τότε αυτή η ενέργεια θα ταξιδέψει παντού...

Κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Είναι Φλεβάρης, αλλά ο ήλιος λάμπει... και δεν μπορώ να εγκαταλείψω τη συνήθεια να πιστεύω, να ελπίζω και να περιμένω τα καλύτερα...

Συγγραφέας: Γιώτα Σούσουλα

Βιβλίο

Έλα τώρα που ΔΕΝ το έχεις σκεφτεί ΟΥΤΕ μία φορά. 

Να τον ξεφορτωθείς και να ησυχάσεις.
Να γλιτώσεις, να ξεμπερδεύεις.
Εσύ. Που είσαι καλή, χρυσή, υπέροχη, που σε θέλαν καν και καν, αλλά που στραβώθηκες και πήρες… αυτόν.
Εσύ. Που είσαι η κολόνα της οικογένειας.
Παιδιά, δουλειά, οικιακά, τα κάνεις όλα και δε βγάζεις κιχ.
Κι αυτός. Που, αντί να σου πει ευχαριστώ και μπράβο, σε γράφει και αδιαφορεί, τα φορτώνει όλα στις πλάτες σου και «χαλαρώνει» με τις ώρες μπροστά στον υπολογιστή.
Κι όμως… Όλα τα αντέχεις και τα υπομένεις, γιατί τον αγαπάς.
Μέχρι τη στιγμή που ανακαλύπτεις τυχαία πως αυτός σε ΑΠΑΤΑ! Ναι! Έχει το θράσος και να σε ΑΠΑΤΑ!!! Να έχει ερωμένη!

Μέχρι εδώ ήταν. Το παίρνεις απόφαση.
Θα τον πετάξεις από το παράθυρο. Θα τον καθαρίσεις με τον καθαριστή για τα κολοκυθάκια. Θα τον ταΐσεις δηλητηριασμένο χορτοπιτάκι. Θα τον καρφώσεις με το μαχαίρι της κουζίνας, θα του κόψεις τα φρένα του

αυτοκινήτου, δε θα σταματήσεις να αυτοσχεδιάζεις μέχρι να τον αποτελειώσεις.
Όπως κάνει και η Ξένια με τον Παναγιώτη, που την έχει καταστήσει τάρανδο με την Τασούλα την κοντή.
Μη διστάζεις. Μπες στην ιστορία και κάνε τη ζωή σου καλύτερη.

Ένα βιβλίο με δολοφονικό χιούμορ που μόνο ένας θανατηφόρος γάμος μπορεί να εμπνεύσει!

Εγώ η ηλίθια, η χαζή, η ευκολόπιστη, το πρόβατο. Μέσα στα μούτρα μου τα σημάδια, κι εγώ... Έπρεπε να συμβεί μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, να το δω με τα ίδια μου τα μάτια για να πειστώ. Αλλά ξεστραβώθηκα τελικά. Ξεστραβώθηκα. Και τώρα ήρθε η ώρα να πάρω εκδίκηση. Να εκδικηθώ.

Να τον εκδικηθώ υπό πλήρη νηφαλιότητα, όπως έκαναν ένα σωρό διάσημες γυναίκες δολοφόνοι.

 

 

Η ταινία της εβδομάδος

Maria by Callas

Ντοκιμαντέρ για τη σπουδαιότερη σοπράνο του προηγούμενου αιώνα. 

 

 

 

 

 

 

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin