Ιουνίου 25, 2018

Βιβλίο

Μία μόνο λέξη μού φαίνεται ταιριαστή για το μυθιστόρημα της Αμερικανίδας Κάρσον Μακ Κάλερς «Η Καρδιά Κυνηγάει Μονάχη» κι αυτή είναι η λέξη εξαιρετικό,που θα χρησιμοποιήσω και συνολικά για το έργο της.

Η αλήθεια είναι πώς πάντα ξεχώριζα, με εντελώς συναισθηματικό τρόπο, την Μακ Κάλερς και μετανιώνω που την ξεχνάω καμιά φορά όταν αναφέρομαι στην αγαπημένη μου αμερικάνικη λογοτεχνία, γιατί αν πιστεύω πως δεν επιτρέπεται πια με τίποτα ο μέσος αναγνώστης των καιρών μας να αγνοεί πχ την Τόνι Μόρρισσον, μια συγγραφέα εντυπωσιακή και ευτυχώς εν ζωή καταξιωμένη-τότε τι πρέπει να ειπωθεί για την Κάρσον Μακ Κάλερς, που πρωτοπόρα ούσα σε δύσκολους καιρούς έχει ανοίξει διάπλατα νέους λογοτεχνικούς δρόμους, όχι απλώς στην αγγλόφωνη γυναικεία γραφή, αλλά στα πλαίσια όλης της αμερικάνικης λογοτεχνίας, μαζί με συγγραφείς επιπέδου και ύφους Στάινμπεκ, Φώκνερ, Λόντον κ.α. που έχουν βαθύτατα επηρεάσει την σημερινή παγκόσμια;

Η «Καρδιά Κυνηγάει Μονάχη» είναι μια ακόμα καθαρόαιμη , πλήρης, αρμονική, τεχνικώς απόλυτα ισορροπημένη ιστορία και ως προς την δομή της αλλά και βαθύτατα ψυχογραφική ως προς τους χαρακτήρες που εκφέρουν λόγο, χωρίς κανένα σημείο κάμψης της κεντρικής συγγραφικής ιδέας και αποδυνάμωσης της έκδηλα κεντρομόλου τεχνικής, που η Μακ Κάλερς ακολουθεί ευλαβικά σε όλα της τα έργα και αποδεικνύεται ιδανική γιατί δεν αποβαίνει σε βάρος του πεντακάθαρου διά ταύτα.

Με την εμπνευσμένη, λεπτεπίλεπτη, ρεαλιστική, ευαίσθητη και μαζί παθιασμένη γραφή της (και) σ΄αυτό το μυθιστόρημα η Μακ Κάλερς αποτυπώνει -με λιγότερους υπαινιγμούς απ΄ό,τι στο επίσης υπέροχο «Ανταύγειες σε Χρυσά Μάτια» -την μοναξιά, την αγωνία και τον υπαρξιακό πόνο των λογής καθημερινών ανθρώπων, θυτών και πιο συχνά θυμάτων και δη ανυπεράσπιστων, ενός ακραία ρυπογόνου και μοχθηρού πολιτισμού, που κομπάζει για τις μηχανές και τα προϊόντα, που εφηύρε,αλλά που δεν έχει ακόμα καταφέρει -γιατί δεν το έχουν θελήσει αυτοί που τον εξουσιάζουν- να μην θυσιάζει άκριτα την πεμπτουσία της Ελευθερίας του στον βωμό του χρήματος.

Χωρίς κραυγαλέα στολίδια στον λόγο της άρα χωρίς απώλειες καίριων νοημάτων χαμένων σε δαιδαλώδεις περιγραφές τόπων, προσώπων και καταστάσεων, σοκαριστικά λιτά, η Μακ Κάλερς αναπαριστά με απλές λέξεις και εύληπτες φραστικές διατυπώσεις -που δεν θα αποδυναμωθούν ποτέ, καθώς η ιστορία, δυστυχώς, επαναλαμβάνεται- την εκάστοτε αληθινή ζωή.

Τόπος παρατήρησης των ηρώων και των συμπεριφορών τους μια μικρή πόλη του Νότου. Η Μακ Κάλερς αγαπάει και γνωρίζει καλά τον αμερικάνικο Νότο. Απλοί λευκοί και μαύροι άνθρωποι λίγο πριν ξεσπάσει ο Β΄Παγκόσμιος πόλεμος ζουν τις λύπες και τις χαρές μιας εύθραυστης και φτωχικής καθημερινότητας έχοντας δημιουργήσει ένα προσωπικό κουκούλι μέσα στο οποίο προστατεύουν μύχια όνειρα και σχέδια για την καλύτερη μέρα που προσδοκά ο καθένα τους πως θα΄ρθει .

Πολλές φορές οι διαδρομές τους συναντιούνται, οι βουλήσεις τους συγκρούονται ή συμμαχούν και η αναμονή του αποτελέσματος των πράξεών τους φέρνει ένα παράξενο συναίσθημα λύπης ανάμικτης με ελπίδα,που απλώνεται τελικά σ΄ολόκληρη την πόλη.

Μια ανομοιογενής ομάδα ανθρώπων που γνωρίζονται μεταξύ τους και οι ζωές τους σε κομβικές στιγμές της αφήγησης και της πλοκής, καθώς μπαίνουν ορμητικά η μια στην άλλη, είναι η πηγή από την οποία αντλεί έξοχο υλικό η Μακ Κάλερς:

η αεικίνητη Μικ, μια έφηβη μόλις δεκατεσσάρων χρόνων που σκέφτεται συνεχώς την μουσική και στις νότες του Μότσαρτ που λαθρακούει από τα ραδιόφωνα που έχουν στα πιο πλούσια σπίτια,πλάθει το όνειρό της
ο γλυκός Σίνγκερ, ένας ευγενικός, κωφάλαλος, νέος άνδρας που η φιλία του με τον πάμφτωχο, βουλιμικό και κάποτε ανέμελο ανθρωπάκο Αντωνόπουλο δοκιμάζεται σκληρά όταν αυτός τρελαίνεται και ύστερα χωρίζουν οι δρόμοι τους και οι βολεμένοι και χορτάτοι συγγενείς του, που δεν νοιάζονται γι αυτόν,τον κλείνουν σε άσυλο
ο πληθωρικός Τζέηκ, ένας έντονα υποψιασμένος άνδρας που θεωρεί ότι έχει καταλάβει πως λειτουργεί ο διαολεμένος εκείνος μηχανισμός που διαιωνίζει την αδικία στον κόσμο και θέλει να μοιραστεί την αλήθεια του και την πρότασή του για να αλλάξει κάποια μέρα αυτό,με τους νικημένους ανθρώπους που συναντά στο διάβα του αλλά οι προσπάθειές του πέφτουν πάνω στον χοντρό τοίχο της υποταγής και του φόβου τους
ο καλόκαρδος Μπιφ, που όλη του η ζωή είναι η καφετέριά του, που αντιλαμβάνεται μεν καλά το βάθος των στιγμών και καταστάσεων που ζουν όλοι τους και η καρδιά του είναι γεμάτη καλωσύνη αλλά σιωπά
ο ακούραστος, εργατικός Κόουπλαντ, ο μαύρος γιατρός που έχει από πολύ νέος στραφεί στον μαρξισμό και αν και η ζωή του είναι μια συνεχής κι ανιδιοτελής προσφορά στους ανθρώπους, δεν έχει μπορέσει να πείσει ούτε τα ίδια του τα παιδιά για την αποδοχή της αλήθειας της ιδεολογίας του ενώ η δουλική θρησκοληψία που κυριαρχεί γύρω του κι έχει ποτίσει τα μυαλά των φτωχών χαίρει, φυσικά, άκρας αποδοχής

Το μυθιστόρημα της Μακ Κάλερς είναι σαν τη σιγανή, μόλις που την ακούς μα επίμονη βροχή που πέφτει πάνω σε άνυδρα τσιμέντα και τα λειαίνει με υπομονή. Άνυδρα τσιμέντα οι άνθρωποι, μα σιγανή και γλυκιά βροχή η αλληλλεγγύη τους. Μονίμως χειραγωγημένοι συνεχιστές της φθονερής μικρότητας των κοινωνικών ανισοτήτων,που τους βαραίνουν, γίνονται μουσκίδι απ΄αυτή τη βροχούλα ως την βαθιά ψυχή κι όταν επιτέλους την ανακαλύψουν, θα είναι παντοδύναμη, θα είναι η μόνη συμπαγής και τεράστια ομπρέλα που θα τους ενώσει από κάτω της και θα τους προστατέψει από την δική τους δειλή κι εγωιστική μοναξιά και την ακόμα πιο δειλή, την θρασύδειλη μοχθηρία της εξουσίας.

«Η Καρδιά Κυνηγάει Μονάχη» της Κάρσον Μακ Κάλερς,

Μετάφραση: Βικτωρία Τράπαλη,

Εκδ. Εξάντας, σελ. 352

Βιβλίο

Κυκλοφόρησε σε νέα έκδοση από τις εκδόσεις Μίνωας το μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Νίκα Κάθε 29 του Φλεβάρη, ένα βιβλίο ύμνος στον έρωτα και την αληθινή αγάπη.

29 Φλεβάρη είναι η μέρα που βρίσκει τον χειμώνα αγκαλιά με την άνοιξη.

29 Φλεβάρη είναι η μέρα που βρίσκει τον Πάρη αγκαλιά με την Ελένη.

Ο έρωτας των δύο μαθητών το 1972 περνάει μέσα από τις συμπληγάδες του Πολυτεχνείου, κορυφώνεται με τη Μεταπολίτευση και, πιστοί στο ραντεβού τους, αναβιώνει κάθε 29 του Φλεβάρη.

29 Φλεβάρη του 2000 ο Πάρης ελπίζει να συναντήσει πάλι την Ελένη στο ίδιο μέρος που έχουν το ραντεβού τους τα τελευταία 28 χρόνια. Θα είναι η Ελένη εκεί;

ISBN: 978-618-02-0598-5 ● Κωδικός: 35352
Διαστάσεις: 14 Χ 20,5 ● Σελίδες: 384 ● Τιμή: 9,9¬0 €

Βιβλίο

Το βιβλίο του Οδυσσέα Ιωάννου "Το νερό να γίνεις" παρουσιάζεται σήμερα Τρίτη 9/2 στις 20.30 στον Ιανό.

Για το βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη θα μιλήσουν οι:
Φοίβος Δεληβοριάς: τραγουδοποιός
Ευθύμης Φιλίππου: σεναριογράφος
Δημοσθένης Παπαμάρκος: συγγραφέας
Αποσπάσματα θα διαβάσει η ηθοποιός Δάφνη Λαμπρόγιαννη.

Απόσπασμα από το βιβλίο
Να ξαναψάξω για φύτρες σκοταδιού και κόμπους νερού στα βιβλία του Ντοστογέφσκι και του Καμύ.
Να πάρω το μέρος των λέξεων.
Να κάνω βόλτες με εκείνους που βουβάθηκαν τον τελευταίο χρόνο, που δεν καταλαβαίνουν τι συμβαίνει.
Να πάρω το μέρος της πραγματικότητας.
Να σαλιαρίζω με τον ήλιο όπου τον πετυχαίνω.
Να πάρω το μέρος του ξελογιάσματος.
Να ονειρεύομαι.
Nα πάρω το μέρος της μαστροπείας.
Να ξαναβάλω βινύλια στο πικάπ. Να πάρω το μέρος των απόντων.
Να κάνω ένα ακόμη μπάνιο στη θάλασσα.
Να πάρω το μέρος της πατρίδας μου.
Να φροντίσω εκείνα τα λουλούδια που έτσι κι αλλιώς δε βγάζουν χειμώνα. Να πάρω το μέρος του αίματος.
Να ζήσω με τις αναθυμιάσεις της επαναστατικότητάς μου.
Να πάρω το μέρος των χαρταετών.
Να συμμαζέψω το ντουλάπι με τα φάρμακα και τα δηλητήρια.
Να πάρω το μέρος των ζωγραφιών.
Να πω την αλήθεια για την πίστη, ψιλοβαρέθηκα…
Να πάρω το μέρος των πολύχρωμων μπαλονιών.
Να ησυχάσω λίγο, παρατράβηξε. Να πάρω το μέρος των παιδιών.
Να χαζεύω στον μεγάλο δρόμο.
Να πάρω το μέρος των παράξενων σχημάτων.
Να πάρω ένα παιχνιδάκι για τη μικρή.
Να πάρω το μέρος της. Οριστικά.

Βιβλίο

Η Νεφέλη είναι μια κοπέλα λίγο μετά τα είκοσι όπου προσπαθεί να διαχειριστεί τα παραπάνω κιλά που την αγχώνουν, το άγνωστο μέλλον μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της, τον νέο γάμο της μητέρας της και την έλξη που νιώθει για τον γιο του πατριού της. Ο Γιωργής, πετυχημένος επιχειρηματίας και βαθιά πληγωμένος μετά τον βίαιο χαμό της μητέρας του, νιώθει απίστευτο θυμό για την καινούρια σύζυγο του πατέρα του. Όταν γνωρίζει την κόρη της το μίσος που νιώθει συνδέεται με μια παράξενη ερωτική έλξη, την οποία δεν είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει.

Οι δύο νέοι, τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, έρχονται αντιμέτωποι με ένα μεγάλο πάθος και τον έρωτα που πλησιάζει επικίνδυνα τις καρδιές τους. Προσπαθούν να διαχειριστούν τα συναισθήματα τους αλλά και τον οικογενειακό τους περίγυρο.

Ταυτόχρονα, ίντριγκες, κρυμμένα μυστικά που έρχονται στο φως και οι αλήθειες πίσω από τις αποφάσεις και τις κινήσεις των γονιών τους δε θα αργήσουν να εξουσιάσουν τις ζωές τους. Με ποιον τρόπο το παρελθόν του κάθε ήρωα θα επηρεάσει το παρόν του και ποιες σχέσεις, τελικά, θα έχουν μέλλον;

Η Δέσποινα Μαράντου γράφει μια υπέροχη ιστορία για τον ξαφνικό έρωτα και την ανομολόγητη αγάπη. Η πένα της είναι βαθιά εσωτερική, με στακάτες περιγραφές και έντονους διαλόγους. Οι χαρακτήρες της είναι καλοδουλεμένοι και τα ψυχογραφήματα τους αληθοφανή και ξεκάθαρα.

Από την αρχή καταλαβαίνεις πως οι ήρωες κρύβουν σκοτεινά μυστικά, αλλά η συγγραφέας δεν αποκαλύπτει τίποτα μέχρι την κατάλληλη στιγμή. Η τοξικότητα μέσα στην οικογένεια, τα στερεότυπα που επιβάλει η κοινωνία, η δυσκολία των διαπροσωπικών σχέσεων, η μοναξιά που μπορεί να συνθλίψει και τον πιο δυνατό είναι κάποια από τα θέματα που θίγει το βιβλίο.

Με γλώσσα απλή και ιδιαιτέρως σύγχρονη –γεγονός που μου άρεσε πολύ- χροιά κλασσικής λογοτεχνίας και ήρωες δυναμικούς και σημερινούς η συγγραφέας παραδίδει μια μοναδική ιστορία αγάπης δίνοντας προσοχή σε κάθε λεπτομέρεια. Από το δεύτερο μισό του βιβλίου οι δευτεραγωνιστές παίρνουν τα ηνία οδηγώντας την ιστορία σε μια ενδιαφέρουσα πολυπρόσωπη αφήγηση.

Έχοντας ως επίκεντρο την ανομοιογένεια των ηρώων, τη διαμάχη ανάμεσα στα θέλω και τα πρέπει -στο φως και στο σκοτάδι- και με το ιδιαίτερο άρωμα και την ντοπιολαλιά της Κρήτης η κυρία Μαράντου γράφει ένα υπέροχο βιβλίο για τους λάτρεις του αισθηματικού.

Όσοι έχετε λοιπόν αδυναμία στις αιώνιες ιστορίες αγάπης αναζητήστε το βιβλίο «Η Αλήθεια δεν Λυτρώνει Πάντα» και γνωρίστε το Γιωργή και τη Νεφέλη του.

Χαθείτε μαζί τους στη δίνη του έρωτα και παρακολουθείστε την προσπάθεια που κάνουν για να ζήσουν σύμφωνα με τα δικά τους θέλω έναν έρωτα ο οποίος από την αρχή μοιάζει καταδικασμένος. Ακόμα και ο ίδιος ο αναγνώστης δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το εάν αυτοί οι δύο άνθρωποι μπορούν –και πρέπει- να είναι μαζί, καθώς κάποιες φορές αυτός που ερωτευόμαστε δεν είναι ο κατάλληλος για εμάς.

Η συγγραφέας ξέρει πως στον επίλογο της κάθε αγάπης βρίσκεται η ηρεμία, μόνο που ο έρωτας τρέφεται με τον πόλεμο. Άραγε η Νεφέλη και ο Γιωργής μπορούν να ζήσουν την ευτυχία μαζί;

Βιβλίο

Η ποιητική συλλογή Εποχή μου είναι η ποίηση είναι η τρίτη της Ασημίνας Ξηρογιάννη. Ο νέος άνθρωπος και η εποχή του – αντιμέτωπος με την εποχή του. Και η ποίηση, που τον βοηθάει να αντέχει τις συγκυρίες και τις συνθήκες της εποχής του.

Ένας άνθρωπος που, μέσα σ’ αυτήν την εποχή, κουβαλάει τις πληγές του. Και τα ερωτηματικά και τις διαψεύσεις του.

Στη συλλογή υπάρχουν ποιήματα ποιητικής, με την έννοια του τι είναι ποίηση, όπως τα Ένα ποίημα για τον Τάσο Λειβαδίτη, σ. 23, Νέα ποιητική, σ.24, άτιτλο, σ.33.

Αλλά και, ευρύτερα, ποιήματα για το ρόλο της ποίησης μέσα στη συγκεκριμένη εποχή. Και, επίσης, για το ρόλο του ποιητικού υποκειμένου-ποιητή σε σχέση με τα καθημερινά προβλήματα γύρω του αλλά και σε σχέση με τη γενικότερη πολιτική κατάσταση. Η αγωνία: η ποίηση είναι ένα άλλοθι, για να κρυφτεί το ποιητικό υποκείμενο στο «καβούκι» του ή είναι ένας τρόπος να αρθρωθούν τα προβλήματα και να έρθουν κοντά οι άνθρωποι-συμπάσχοντες;

Η Αθήνα καίγεται στις φλόγες/ και συ στοχάζεσαι πάνω στο ποίημα./ […] (σαν να βγήκες στους δρόμους/ σαν να ούρλιαξες ( άτιτλο, σ. 14)

Ά-πολις κατάντησε/ κι όμως δεν ξέρει να σου πει/ πώς λέγεται αυτό το –α./ Μα το σώμα του/ ξέρει καλά/ τα στερητικά τα άλφα/ τι σημαίνουν (Μετανάστης, σ. 36)

 Το πρώτο ποίημα της συλλογής αρχίζει με ένα ερώτημα: Πες μου,/ γιατί να γράφεις ποιήματα,/ όταν δεν υπάρχουν αναγνώστες;

Και τίθεται μια πρώτη θέση, που σε όλη την υπόλοιπη συλλογή προβληματίζει, υπονομεύεται, αίρεται. Χωρίς απολυτότητες και χωρίς αφορισμούς.

Η μόνη βεβαιότητα που διατυπώνεται κατηγορηματικά: […] μόνο μια πράξη/ δεν θα σε προδώσει ποτέ: η γραφή (σ.37).

Μέσα από τους προβληματισμούς και τα ερωτήματα επιχειρείται ο προσδι-ορισμός του ποιητικού υποκειμένου:

Και συ αναζητάς τη συνέχεια των στίχων σου/ και ισχυρίζεσαι ότι αντιστάθηκες (σ. 14)

Μα πάνω απ’ όλα ποιητής./ Φιλτράρεις τη ζωή/ και η ποίηση είναι ο τόπος σου/ και ο χρόνος σου μαζί. (σ.35)

Στο όλο κλίμα προστίθενται και τα συναισθήματα της αμφιβολίας και διάψευσης στον έρωτα, αλλά και η ισορροπία και η πληρότητα που πηγάζουν πάλι από τον έρωτα:

Μαζί μου πήγαινες/ μαζί μου ερχόσουν./ Τώρα σιωπάς./ Και δεν ξέρω αν αδράνησες/ ή αν έχεις ηττηθεί. (σ.18)

Με τον έρωτα λες/ θα διατηρήσεις την ισορροπία σου/ μέσα στην ανισορροπία του κόσμου. (σ.46)

Λόγος λιτός, αστόλιστος. Οι καλύτερες στιγμές τα σύντομα, πυκνά ποιήματα. Το συναίσθημα, όταν πλεονάζει, κάνει κάποτε το ποίημα να χάσει τον βηματισμό του, ή φθάνει σε κάποιον διδακτισμό. Η ένταση μεγαλώνει με την πύκνωση του νοήματος.

 

Υπάρχει ένα ποίημα που θεωρώ πολύ χαρακτηριστικό στη συλλογή της, το Θεατής, σ.41 – ίσως μαζί με το αντίστοιχο της σελίδας 16. Ερωτικό με την ευρύτερη έννοια, αλλά και με τους όρους της ερωτικής επιθυμίας, προς έναν άντρα μέσα στη δράση ( Και γι’ αυτό σε αγάπησα./ Επειδή κινούσες βουνά/ μόνο με το χαμόγελο) που έχει μεταμορφωθεί σε θεατή των όσων διαδραματίζονται, βάζοντας σε δοκιμασία τα αισθήματα του ποιητικού υποκειμένου. Το ποίημα αυτό μπορεί να θεωρηθεί μια γέφυρα με το βιβλίο της Ξηρογιάννη 23 Μέρες. Όπως και η επίγνωση που διατρέχει τη συλλογή, πως η ποίηση είναι το σταθερό background μέσα στο οποίο δρα το ποιητικό υποκείμενο, με τη βεβαιότητα πως μόνο μια πράξη/ δεν θα σε προδώσει ποτέ: η γραφή.

 Οι 23 Μέρες είναι ένα κείμενο που δεν είναι εύκολο να χωρέσει σε κάποιο συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος. Θεωρώ βέβαιο το ποιητικό στοιχείο και διαβάζω την έντονη θεατρικότητα του κειμένου. Άρα, θεατρική ποίηση, ας πούμε.

Η ίδια η συγγραφέας ονομάζει το κείμενό της, ως ποιητικό υποκείμενο, την 12η μέρα, ποιητική νουβέλα in progress, τονίζοντας ίσως το στοιχείο της αφήγησης, όσον αφορά τη νουβέλα. Εκείνο που πρέπει οπωσδήποτε να κρατηθεί είναι το in progress. Σε εξέλιξη είναι και η γραφή του κειμένου, καθώς παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα μέρα τη μέρα, και φυσικά παράλληλα σε εξέλιξη είναι και η εσωτερική συναισθηματική κατάσταση του ποιητικού υποκειμένου.

23 μέρες. Αναμονή και εσωτερική διεργασία. Το ποιητικό υποκείμενο, μια νεαρή γυναίκα, και ο Άλλος, ο εραστής, που έχει απομακρυνθεί, και όλο το κείμενο είναι η περιγραφή-αφήγηση της πιθανής επιστροφής του. Με τη φωνή του Άλλου να ακούγεται μέσα από τη φωνή του ποιητικού υποκειμένου και μέσα από τις «σκηνικές» οδηγίες που αυτό δίνει για τον χώρο – εσωτερικό χώρο – και για το συναισθηματικό πλαίσιο. Με πολλές διακειμενικές αναφορές και συνομιλίες. Πολύ ενδιαφέρουσα γραφή, με τον υβριδικό της χαρακτήρα. Να σημειώσω ότι με πλάγια γράμματα αναφέρεται ο άμεσος λόγος του ποιητικού υποκειμένου, με ορθά το πλαίσιο ή τα σχόλια, σχετικά με ό,τι διαδραματίζεται ή σχετικά με όσα σκέφτεται/θυμάται η νεαρή γυναίκα. Τα μέρη αυτά συνυπάρχουν στην ίδια μέρα, αλλά μπορεί και να αυτονομούνται, να μιλάει δηλαδή μόνο το ποιητικό υποκείμενο ή και να διαβάζουμε μόνο τις σκέψεις και τους στοχασμούς του, ανάλογα με το πώς σκηνοθετείται η εξέλιξη.

Ο χώρος είναι ένα νοικιασμένο δωμάτιο, που φιλοξενούσε τις ερωτικές τους συναντήσεις. Στοιχεία για τα αντικείμενα του δωματίου: το κρεβάτι, ένας τετράγωνος καθρέφτης, μια ντουλάπα, ένα καφέ κομοδίνο, τα αντικαταθλιπτικά χάπια, το σημειωματάριο πάνω στο κομοδίνο, ο πίνακας με Το Φιλί του Μουνκ στον τοίχο. Και μια κουνιστή πολυθρόνα, όπου η γυναίκα, η Σοφί, περιμένει να ακούσει τον ήχο της επιστροφής του.

Η Σοφί, γράφει σε σημειωματάριο, όχι σε ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ενδιαφέρουσα σκηνοθετική λεπτομέρεια, καθώς η όλη ατμόσφαιρα παραπέμπει σε παλαιότερα λογοτεχνικά ζευγάρια, στους μεγάλους τους έρωτες και στους χωρισμούς τους, στη μοναξιά τους και στη «φυγή» τους απ’ τη ζωή. Και οι διακειμενικές αναφορές στις Σύλβια Πλαθ, Ανν Σέξτον, Έμιλυ Ντίκινσον, στον Χένρι Μίλερ και στην Αναΐς Νιν. Ωστόσο, κάποια στιγμή κατανοεί ότι πρέπει να λάβει τις δικές της αποφάσεις:

Τώρα όμως νιώθει πως είναι οι περιστάσεις που την καλούν να σκεφτεί για τη δική της ζωή και όχι μόνο για τη ζωή των «διακειμενικών άλλων». (XIII, σ. 26)

Η Σοφί πιστεύει ότι πολλοί άνθρωποι εγκλωβισμένοι στον μικρό χώρο ενός δωματίου ασφυκτιούν, αλλά μέσα από το πνίξιμο και την ασφυξία αυτή μπορεί να γεννηθεί ένα ποίημα. Από την άλλη μεριά

Αν πάλι κάποιος είναι μόνος του/ ολομόναχος, κλεισμένος σε έναν τέτοιο μικρό χώρο/ για πολλές συνεχόμενες μέρες (23 ας πούμε)/ πάλι θα αφυκτιά… από τη μοναξιά του ίσως./ Και σε αυτήν την περίπτωση μπορεί να γεννηθεί ένα ποίημα/ ή πολλά ποιήματα/ ή ένα πεζό/ ή… (XVII, σ.32)

Μια αναφορά πάλι στο κείμενο που γράφεται και στο είδος του, η ενδιαφέρουσα «έξοδος» του ποιητικού υποκειμένου από το κείμενο και η απ’ έξω παρακολούθηση της γραφής.

Την 21η μέρα υπάρχει μια ενδιαφέρουσα, μάλλον αναπάντεχη, αναφορά στον Σολωμό και στα σχεδιάσματά του (ύστερα από ένα μότο του Πάουλ Τσέλαν)

Αυτό που αποκαλούμε «σχέση»/ δεν είναι παρά ένα σχεδίασμα εντέλει/ – όπως οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» του Σολωμού, ας πούμε – / «Κι όμως εκεί βρίσκεται όλη η ουσία της/ είναι κάτι σαν work in progress», μου λες εσύ./ «Κι όμως, εκεί συνίσταται η γοητεία της,/ στο ότι ατέρμονα συνδιαλέγεται με το χάος» σου λέω εγώ./ (Ίσως είναι η πρώτη φορά που οι απόψεις μας συγκλίνουν κάπως)/ (Ίσως πρέπει να χωρίσουμε οριστικά) (ΧΧΙ, Σχεδίασμα, σ. 37)

Η συνειδητοποίηση της αποστασιοποίησης, ύστερα από τη διαπίστωση μιας σύγκλισης, είναι πολύ ενδιαφέρουσα, καθώς η σαν work in progress σχέση, και συνακόλουθα η αφήγηση, φαίνεται να οδηγούνται προς ένα τέλος. Που δεν θα είναι μελοδραματικό, άλλωστε η πρωταγωνίστρια δήλωσε πως

Η Σοφί αγαπά τις καταθλίψεις της./ Επίσης απεχθάνεται το μελό/ (σ εόλες του τις εκφάνσεις) (XIV, σ.28)

Θα είναι μια έξοδος

Αλλά εγώ δεν θα χρησιμοποιήσω το γκάζι./ Με βλέπω ήδη να διασχίζω το δρόμο/ έχοντας ξεχάσει τα σθεντόν/ πάνω στο κομοδίνο. (XIII, σ. 39)

Έξοδος απλή, πάλι. Από τον εσωτερικό χώρο στον εξωτερικό, από την ψυχική κατάπτωση και απομόνωση στην έξω ζωή. Όχι ίσως με το χρώμα του προβληματισμού που υπήρχε στη συλλογή Εποχή μου είναι η ποίηση. Αλλά με μια βαθύτερη εσωτερική δυναμική: η γραφή-ποίηση δείχνει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να έχει καθοριστικό, λυτρωτικό χαρακτήρα. Αποκτά έναν δυναμικό ρόλο στη ζωή του ποιητικού υποκειμένου, το οποίο οδηγείται στη λύση (θεατρική η σημασία) μέσω της γραφής.

 

Ασημίνα Ξηρογιάννη  

 

Εποχή μου είναι η ποίηση, Γαβριηλίδης 2013

 

23 Μέρες, Γαβριηλίδης 2015  

 

Γράφει η Κούλα Αδαλόγλου

 

fractalart.gr

Βιβλίο

«Η ηρωίδα αυτής της ιστορίας μύριζε τον θάνατο. ‘Όταν ήταν κάποιος να πεθάνει κυριαρχούσε στα όνειρά της, Το επαλήθευσε πολλές φορές. Αυτό της συνέβαινε όχι μόνο με τα πρόσωπα του περιβάλλοντός της αλλά και με περιστασιακές γνωριμίες».

Έτσι αρχίζει το διήγημα που δίνει τον τίτλο και στη συλλογή. «Δέλουν». 27 αιώνες η λέξη «δέελος» – όπως μας αποκαλύπτει ο συγγραφέας- που σήμαινε ορατός, εμφανής. Οι γυναίκες στον τόπο καταγωγής του το συνήθιζαν εξάλλου να στολίζουν ακόμα και χωρίς να το ξέρουν, συνήθως χωρίς να το ξέρουν, τις διηγήσεις τους «με πάμπολλες λέξεις ομηρικές». Κι απ’ την αρχή που ξεκίνησε να γράφει ο Σωτήρης Δημητρίου μοιάζει να το έβαλε σκοπό της ζωής του, να διασώσει τις λέξεις, γιατί είναι σκέψεις, αυτές τις λέξεις με ρίζες κι αίμα, σε ένα ατελείωτο ψηφιδωτό. Η αρχική ποίηση («Ψηλαφίσεις») συν τω χρόνω έγινε μουσικό πεζό. Διηγήματα – μαχαιράκια που ξάφνιασαν με το «Ντιαλιθ’ ιμ Χριστάκη» (παιδί μου, Χριστάκη»), έγιναν «Η φλέβα του νερού», «Η βραδυπορία του καλού», «Τα ζύγια του προσώπου» για να φτάσουν ως το ανείπωτο κι άφατο, «Τα όνειρα» που «δέλουν». Στο μεταξύ, μικρά μυθιστορήματα αφιερωμένα κι αυτά στον ίδιο λατρευτικό γλωσσικό σκοπό: «Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου», «Τους τα λέει ο Θεός», «Σαν το λίγο το νερό», «Η σιωπή του ξερόχορτου».

Στα «Οπωροφόρα της Αθήνας» δημιούργησε σχεδόν νέο είδος. Αποκαλύπτοντας τον τρόπο ζωής που γίνεται ύφος γραφής.

Αλλ’ όσο κι αν λες «συγγραφικά, έφτασε», εκείνος με κάθε επόμενο φροντίζει αφοπλιστικά να σε διαψεύσει. Συνεχίζοντας εντούτοις εμμονικά στο ίδιο σκοπό: με γλώσσα διαυγή κι απέριττη, με μικρές φράσεις απολύτως απαραίτητες, με λέξεις που έρχονται από τα βάθη ιστορίας, ψυχής, με ήρωες που διατηρούν όλη τη σκοτεινιά και το πάθος, όλη τη διαύγεια του αυθεντικού, άφθαρτου και πρωτογενούς, με μικρές ιστορίες που αστράφτουν σαν το διαμάντι το ακατέργαστο επειδή εκείνος ο ίδιος τις έχει τόσο πολύ επεξεργαστεί. Τους «ακούει» τους ήρωές του, είχε πει σε παλιά μας συνέντευξη. Ζει μαζί τους, περπατάει μαζί τους προτού να τους βάλει ολοκληρωμένος με την ανάσα και με το αίμα τους στο άσπρο χαρτί.

Αλλά στα καινούργια διηγήματα θα φτάσει ακόμα πιο πέρα, ν’ αφουγκράζεται σχεδόν το κενό για να το κάνει καινό: δανείζοντας φωνή στο ανείπωτο, εικόνα στο άφατο, ύπαρξη στο αλαφροϊσκιωτο μη υπαρκτό. Νόημα σε εκείνο που μοιάζει α-νόητο. Και φυσικά δεν χρειάζεται πολλά. Αρκούν δυο –τρεις σελίδες. Για να σμιλέψει το μοιραίο στον «Διασώστη», για να αποκαλύψει την δύναμη της ψυχής στην «Υποβολή», για να αποδείξει πως είναι το σπίτι μας μια αλλόκοτη υπόθεση στο «Θέλω να πάω σπίτι μου», για να ψελλίσει ότι είναι το «Αγάπησέ με» το πρωταρχικό, για να υπονοήσει στο «Ανάχωμα» ότι είναι προτιμότερο το λιγότερο κακό…

Δεν θα ντραπεί, όλα τ’ αγγίζει ως το βάθος, όσια και ιερά κι ανίερους έρωτες και οικογένεια, πατέρες όλβιους και γιους αμαρτωλούς. Εξάλλου αυτό δεν συναντάμε διαβάζοντας για τους Ατρείδες; Η αρχαία τραγωδία όπως και οι ομηρικές καταβολές στην γλώσσα είναι ενδογενείς. Έτσι «ακούει τις ιστορίες του» ο Δημητρίου. Μ’ όλη τους την κόλαση. Και έτσι θα φτάσει ακριβώς στο φως, μετά από τόσο σκοτάδι. Του αρκεί μια φράση: «Μια φράση για το ανεπανόρθωτο- η κολγκέιτ δεν ξαναμπαίνει στο σωληνάριο» για να μας αποκαλύψει πως το οντολογικό αίνιγμα με λόγια σταράτα, διαυγή, βρίσκεται εδώ.

Σχεδόν αχειροποίητο. Στις 22 καινούργιες ιστορίες του για το επέκεινα και για το υπερφυσικό. Για την αγία καθημερινότητα που καταλύει χρόνο και χώρο, για ό,τι κρυφό που ο Σωτήρης Δημητρίου φροντίζει να κάνει φανερό. «Οι ιστορίες του δέλουν» σαν προφητικά όνειρα. Είναι κάτι μικρά κομμάτια από το Νόημα, αν τις αφουγκραστείς, μπορεί και να σου δώσουν φτερά. Το σίγουρο είναι ότι τουλάχιστον θα σε μάθουν να βλέπεις. Στη φασαρία, να ακούς το σημαντικό. «Η στιγμή φυλάει τη ζωή», αλλά σε μια χύμα ζωή εύκολο είναι εσύ να την συλλάβεις την στιγμή;

Θα μπορούσε κανείς να πει πως είναι ο λιθοξόος της ελληνικής λογοτεχνίας. Απέριττος μέχρι σιωπής. Λιτός έως καταργήσεως. Πηγαίος σχεδόν αρχετυπικός. Τόσο λεπτοδουλεμένος έως αχειροποίητος. Ο Σωτήρης Δημητρίου σαν διηγηματογράφος είναι σαν το παλιό καλό κρασί. Όσο παλιώνει, τόσο σπουδαιότερος γίνεται. Φτάνοντας ως το απόγειο φέτος. «Τα όνειρα μού δέλουν» είναι σαν την Πυθία. Χρησμός. Ο πυρήνας της ύπαρξής μας ατόφιος. Και οι αρμοί της κατάβασης. Λες και την «ακούει» ο συγγραφέας την ιστορία του. Να έρχεται από σοφά, άγρια, άγνωστα βάθη.

Σχεδόν Αχειροποίητα
 Ελένη Γκίκα 

«Τα όνειρα μού δέλουν» του Σωτήρη Δημητρίου, εκδ. Πατάκη, σελ. 118

Βιβλίο

«Επείγομαι να κάνω ταμείο ζωής» λέει ο μεσήλικος Παναγιώτης Ζαφείρης, επιτυχημένος δικηγόρος, αναγνωρισμένος συγγραφέας, ένας άνδρας σε υπαρξιακή κρίση, ο πρωταγωνιστής στο νέο, πολύσημο έργο του Βασίλη Γκουρογιάννη, ένα μυθιστόρημα όπου συνυπάρχουν οι θρησκευτικοί ψαλμοί με τις σωματικές εκκρίσεις, η μυθολογία με το Διαδίκτυο, η σκληρή πραγματικότητα του ανθρώπου με την ποιητική πραγματικότητα του καλλιτέχνη.

Ανταποκρινόμενος στην έμφυτη ροπή του να εικονοποιεί τον κόσμο για να τον αντέξει (από τα παιδικά του χρόνια ακόμη, στο Μεσολόγγι) και έχοντας ήδη εγκαταλείψει τη λογοτεχνία ως τρόπο έκφρασης, ο ήρωας αποφασίζει «να κινηματογραφήσει τη ζωή του», να δημιουργήσει ένα «Σενάριο αθανασίας» για τον εαυτό του.

«Τόσο πολύ με απορρόφησε η αίσθηση ότι έφτιαχνα μια κινηματογραφική ταινία παρά ένα βιβλίο που βλέπω την ημέρα της κυκλοφορίας του σαν πρεμιέρα» αστειεύτηκε ο 64χρονος γιαννιώτης συγγραφέας που συναντήθηκε με «Το Βήμα» στον πολυχώρο των εκδόσεων Μεταίχμιο.

Η σάρκα και το νόημα της ζωής
Και συνέχισε, απολύτως σοβαρά: «Βλέπω τον χρόνο να περνάει και κοπανάω το κεφάλι μου στον τοίχο. Σε λίγα χρόνια θα πεθάνω και αναρωτιέμαι: έζησα; Εζησα αυτό που πραγματικά είναι η ζωή; Μυστήριο πράγμα. Ως σήμερα έζησα σίγουρα μια ζωή τακτοποιημένη ως οικογενειάρχης, ως δικηγόρος, ως συγγραφέας. Δεν νομίζω ότι κακώς την έζησα όπως την έζησα. Κι όμως έχω την αίσθηση ότι την έζησα για τους άλλους. Είναι η αμφιβολία, το μεγαλύτερο κολαστήριο, η αμφιβολία που συνοδεύει, πιστεύω, κάθε ευαίσθητο άνθρωπο ως τον τάφο». Με τον ήρωά του μοιράζεται την πεποίθηση ότι «όλα μπορούν να γίνουν τέχνη και ότι μόνο υπό τη μορφή της τέχνης είναι υποφερτά». Πόσο όμως μοιάζει ο ίδιος με τον ήρωά του; «Είμαι και δεν είμαι ο ήρωάς μου. Θα έλεγα ότι είμαι ο ηθοποιός που δεν διστάζει να ξεγυμνωθεί επειδή αυτό απαιτεί το συγκεκριμένο έργο» απάντησε ο Βασίλης Γκουρογιάννης, ο οποίος θεωρεί ότι κάθε βιβλίο του «δεν έχει πρόγονο», ότι κάθε φορά κολυμπάει «σε αχαρτογράφητα ύδατα». Και πράγματι, το «Σενάριο αθανασίας» διαφέρει ριζικά με ό,τι έχει γράψει ως σήμερα.

Αν μάλιστα σκεφτεί κανείς το αμέσως προηγούμενο μυθιστόρημά του, το εξαιρετικό «Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή» (2009), όπου πρωταγωνιστούν βετεράνοι του πολέμου στην Κύπρο κατά το 1974, η διαφορά γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Το μεγαλύτερο κομμάτι του νέου του βιβλίου καταλαμβάνει ο ερωτισμός, η σάρκα. Πώς κι έτσι; «Ισως επειδή, υποσυνείδητα, αποχαιρετώ τη σάρκα. Αυτό είναι και το απωθημένο που βγάζει ο ήρωας όταν αρχίζει η διανοητική του χαλάρωση. Τότε είναι που σπάει το φράγμα, και αρχίζουν η ελευθεροστομία και η προκλητική του εικονοποιία. Οι άνδρες που μπαίνουν στην άνοια, ξέρετε, τέτοια λένε και τέτοια κάνουν. Πάνε και σηκώνουν λ.χ. το φουστάνι μιας κοπέλας από εκεί που κάθονται. Εχουν συνήθως σεξουαλικές εμμονές. Το πορνικό στοιχείο του βιβλίου για το οποίο μιλάμε ήταν για εμένα λειτουργικό: ήθελα να συνδυάζεται η κόπωση και η πτώση του σώματος, της ζωής που έχει πάρει τον δρόμο για το τέλος της, με την αρχόμενη άνοια του ήρωα, κάτι που έρχεται ουσιαστικά να τον απελευθερώσει» εξήγησε ο συγγραφέας.

Ο οίκος ανοχής και η γκαρσονιέρα
«Αν πάντως κάποιος σταθεί μονάχα στα επιμέρους θέματα του βιβλίου, θα χάσει το θέμα συνολικά. Μη με ρωτήσετε όμως ποιο είναι το θέμα. Ούτε εγώ το ξέρω. Περιμένω τα καλά μάτια να μου πουν τι έγραψα» συμπλήρωσε. Τα θέματα προφανώς είναι πολλά και αλληλένδετα. Ενα από αυτά είναι η σχέση που αναπτύσσουν οι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας με το Διαδίκτυο, θέμα που ο ίδιος χειρίζεται με μπόλικο σαρκασμό. «Είναι ένας άλλος κόσμος, αδιανόητος. Τα παιδιά σήμερα ξέρουν πολύ καλά την ανατομία του σώματος του άλλου φύλου. Εμείς, άνθρωποι που έζησαν και σε μιαν άλλη εποχή, αναζητήσαμε τη γυναικεία σάρκα όπως ο αγριόχοιρος ψάχνει την τρούφα. Για εμάς η αναζήτηση του άλλου σώματος ήταν ένα μαρτύριο. Τώρα αρκεί να πατήσεις ένα κουμπί και έχεις τα πάντα μπροστά σου».

Ο Παναγιώτης Ζαφείρης επισκέπτεται, σε μια σπαρταριστή σκηνή του μυθιστορήματος, έναν λαϊκό οίκο ανοχής στον Κολωνό (στην ίδια περιοχή διατηρεί κρυφά από τις γυναίκες της ζωής του μια γκαρσονιέρα όπου, μεταξύ άλλων, μαζεύει πορνοταινίες από τη δεκαετία του 1970). Στις τσέπες του έχει κάμποσα χαρτονομίσματα των πενήντα ευρώ και ένα στικάκι όπου έχει αποθηκεύσει, σε ψηφιακή μορφή, τα λογοτεχνικά του άπαντα. Υστερα από μια συνομιλία με την τσατσά, ακολουθεί μια κοπέλα σε κάποιο δωμάτιο για τα προβλεπόμενα. «Αν το βιβλίο ήταν πράγματι ταινία, θα έπρεπε να φέρει την ένδειξη "Αυστηρώς ακατάλληλη για πνευματικώς ανηλίκους"» σημείωσε ο Βασίλης Γκουρογιάννης, σχολιάζοντας τον απίθανο τρόπο με τον οποίο «εξαφανίζεται» το στικάκι. «Είναι μια πράξη συμβολική.

Ο Ζαφείρης βρίσκει έναν παράξενο τρόπο για να επιστρέψει το έργο του στην ίδια τη ζωή, από την οποία άλλωστε προήλθε. Η σάρκα, το σώμα, είναι το πρώτο συστατικό της ύπαρξης. Αργότερα ο ήρωας επικαλείται κάτω απ' την Ακρόπολη τον θεό Διόνυσο, του εξομολογείται ότι ως άνθρωπος μάλλον δεν μπόρεσε να ζήσει και ότι πρέπει πια να ζήσει και το ζώο μέσα του».

Κένταυροι στο βουνό, πυροφάνι στη λιμνοθάλασσα
Και ύστερα ο Παναγιώτης Ζαφείρης αποφασίζει να επιστρέψει στο χωριό που γεννήθηκε, στην επικράτεια της αρχαίας Καλυδώνας, στην περιοχή της Αιτωλίας, στον μυθικό τόπο των Κενταύρων, εκεί, στις όχθες του Εύηνου ποταμού όπου ο (βιαστής της Δηιάνειρας) Νέσσος ξεψύχησε πάνω στις οπλές του από το τόξο του Ηρακλή και ο Ηρακλής ανεφλέγη, εν συνεχεία, από τον χιτώνα που του άφησε ο Νέσσος, ένα «τζάκετ» ποτισμένο με αίμα και σπέρμα. Εκεί, λοιπόν, ο πρωταγωνιστής συναντά μια παιδική του φίλη, τη Ρίνα, η οποία μένει στο βουνό και επιτελεί, ως διαχειρίστρια της παράξενης ιστοσελίδας Centaur.gr, μια κοινωφελή (και ψυχωφελή) εργασία για ορισμένες γυναίκες.

«Πιστεύω ότι η δυστυχία έγκειται στην ανισορροπία ζώου και ανθρώπου μέσα μας. Από αυτό πάσχει ο ήρωας. Υπήρξε δηλαδή στη ζωή του περισσότερο άνθρωπος και λιγότερο ζώο. Κι όσο περνάει ο καιρός, βιάζεται να γυρίσει στο ζώο μήπως και μπορέσει να ισορροπήσει.

Ο Κένταυρος είναι το αρχετυπικό υπόδειγμα, άνθρωπος και ζώο μαζί, άνθρωπος και άλογο μαζί. Αυτά δε που κάνουν οι Κένταυροι με τις κυρίες που επισκέπτονται την περιοχή, μέσω της Ρίνας, είναι ένας είδος μεταφυσικής ψυχοθεραπείας. Κι αυτές οι γυναίκες, οι ευτυχισμένες κατά τα άλλα γυναίκες, ψάχνουν αυτή την ισορροπία».

Ο Παναγιώτης Ζαφείρης πάντως δεν γύρισε στα πατρογονικά χώματα επειδή αναζητούσε την παιδική του ηλικία, γύρισε γιατί μια γυναίκα, μια θεολόγος που αυτοκτόνησε, τον είχε στοιχειώσει, γύρισε για να εξιλεωθεί. Η σκηνή όπου οι δυο τους, η δασκάλα και ο μαθητής, βρίσκονται υπό το φως του φεγγαριού στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου είναι ονειρική, εντυπωσιακή: «Το εφηβαίο της κρυβόταν και φαινόταν ανάλογα με τη μικρή τρικυμία που προκαλούσαν γύρω από το σώμα της τα παιχνιδίσματα των ψαριών. Το κορμί της είχε μετατραπεί σε πυροφάνι, προσελκύοντας τα ψάρια πάνω στο φως. Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε· πάντα εν σοφία εποίησας».

Βιβλίο

«Για να μη χάνεσαι στη γειτονιά» του Patrick Modiano...

“«Λοιπόν; Τώρα είσαι συγγραφέας;»

Του χαμογελούσε και αυτό το χαμόγελο του φαινόταν ειρωνικό. Συγγραφέας. Γιατί να μην της ομολογήσει ότι είχε γράψει “Το Μαύρο του καλοκαιριού σαν αναζήτηση αγνοουμένου;”

Αναζητώντας το Μαύρο Κουτί των παιδικών του χρόνων, ενδεχομένως για να μη χάνεται στη ζωή, θα μπορούσε να είναι κι αυτό αν τολμούσε να κάνει κανείς φραγκοδίφραγκα αυτό το καινούργιο αριστούργημα του Modiano.

Το τηλέφωνο του ηλικιωμένου συγγραφέα Ζαν Νταραγκάν που συνήθως δεν χτυπάει ποτέ θα χτυπήσει για ν’ ακούσει στην άλλη άκρη της γραμμής (μνήμης) ένα ζευγάρι νεαρών να επιμένουν να του επιστρέψουν την δική του χαμένη ατζέντα.

Ένα όνομα «Τορστέλ» κι ένα τηλέφωνο που δεν ισχύει πια, στην ξεχασμένη ατζέντα και στο πρώτο του μυθιστόρημα απ’ το οποίο το μόνο που θυμάται είναι οι είκοσι πρώτες σκισμένες και χαμένες σελίδες, θα τον αναγκάσουν να κάνει την

διαδρομή της ζωής του αντίστροφα, αναγνωρίζοντας κατ’ αρχάς εκείνο το αγόρι με τα ανεξακρίβωτα στοιχεία.

Το άλεφ του πια μια κλέουσα στο παράθυρο «αυτή η τρέμουσα» σωσίβιο «για να κρατήσεις την ισορροπία και να μην πέσεις στη θάλασσα».

Θα ξαναθυμηθεί σχεδόν εκών άκων «κάποια Αννί Αστράν» και θα γυρίσει και πάλι στο σπίτι του Σαιν- Λε-λα-Φορέ, θα επισκεφθεί τον γιατρό των παιδικών του χρόνων για να μη μπει ωστόσο σ’ εκείνο το σπίτι ποτέ, δεν μπήκαν ποτέ στη Ζώνη των Επιθυμιών ο ποιητής κι ο επιστήμονας στον Ταρκοφσκικό «Στάλκερ», αφήνοντας εαυτόν και αναγνώστη στις βαριές σκιές, εξάλλου αληθινό είναι εκείνο που αντέχει ή επινοεί η μνήμη. Με μότο Σταντάλ «Δεν μπορώ να δώσω την πραγματικότητα των γεγονότων, μπορώ να παρουσιάσω μόνο τη σκιά τους» ο συγγραφέας το δηλώνει εξαρχής. Για να επαληθεύσει την εξίσωση της ακατανόητης ενοχής για κάτι που δεν είπε μα ωστόσο ξέρει κι ας το’ χει ξεχάσει, κάτι μέσα του εν τούτοις το ξέρει.

«Ο καλύτερος μάρτυρας, θα μπορούσε να είναι το παιδί που έμενε εκεί πέρα… Θα έπρεπε να το βρείτε… Δεν νομίζετε;»

«Θα είναι πολύ δύσκολο, γιατρέ».

Η πικρή διαπίστωση, κανένας δεν γίνεται να ξαναγίνει αυτό που υπήρξε, ένα νουάρ μυθιστόρημα αυτογνωσίας. Με τη λογοτεχνία να αντικαθιστά εκείνο το παλιό χαρτάκι στη τσέπη «για να μη χάνεσαι στη γειτονιά» και με τις αληθινές σελίδες ωστόσο πάντα σκισμένες ή ξεχασμένες.

Το ανεπούλωτο τραύμα που όπως επισημαίνει η μεταφράστρια Ρούλα Γεωργακοπούλου γίνεται γλώσσα και προσωπικός κώδικας του συγγραφέα, κάθε συγγραφέα.

Ο μοναδικός τρόπος να αναζητήσεις εκείνο που ανεπίστρεπτα έχασες ή να το εντάξεις σε μια έστω αφηρημένη τάξη μα ωστόσο τάξη του προσωπικού μυθιστορηματικού σου σύμπαντος:

 «Είχε γράψει αυτό το βιβλίο μόνο και μόνο με την ελπίδα να του δώσει σημάδι ζωής. Γι’ αυτόν, το να γράφεις ένα βιβλίο ήταν επίσης σα να κάνει σινιάλο με τα φώτα του αυτοκινήτου ή να στέλνει σήματα μορς σε κάποια πρόσωπα που δεν ήξερε τι έχουν απογίνει. Αρκούσε να σκορπίσεις στην τύχη τα ονόματά τους μέσα σε σελίδες και να περιμένεις να σου πουν επιτέλους τα νέα τους». Επιδιώκοντας ωστόσο ταυτοχρόνως και το ακριβώς αντίθετο: «Δεν είχε ποτέ καταλάβει πώς γίνεται να βάλεις σε μυθιστόρημα ένα πρόσωπο που ήταν σημαντικό για σένα. Άπαξ και τρύπωνε σ’ ένα μυθιστόρημα, όπως περνάς από την άλλη μεριά του καθρέφτη, το έχανες για πάντα. Δεν είχε υπάρξει ποτέ στην πραγματική ζωή. Το είχες εκμηδενίσει… Έπρεπε να το κάνει με πιο λεπτό τρόπο».

Και ακριβώς αυτό κάνει ο Modiano. Περνά από την άλλη μεριά του καθρέφτη το παρελθόν, τα παιδικά χρόνια, τις τύψεις, την ανεξήγητη αμαρτία, τη συλλογική μνήμη, την επιθυμία, το τραύμα που μας (τον) στοιχειώνει, την απώλεια. Παραδίδοντάς την χάρτη τρυφερό και ποιητικό, «για να μη χάνεσαι στη ζωή», μια μεθοδολογία τελικά «για ν’ αντέχεις το τραύμα».

Βιβλίο

 

Η σωστή σεξουαλική διαπαιδαγώγηση βοηθά το παιδί να αποκτήσει μια σωστή υγιή στάση απέναντι στη σεξουαλικότητα αλλά και να προφυλαχτεί από μελλοντικούς κινδύνους όπως τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα......Από το ημερολόγιο

Το ημερολόγιο του 2016 σχεδιάστηκε ειδικά για τις μαμάδες με στόχο να προσφέρει στήριξη στον γονικό ρόλο αλλά και καθημερινή συντροφιά . Περιέχει χρήσιμες πληροφορίες, ιδέες και συμβουλές για τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών σας.

Η διασφάλιση της ψυχικής τους ισορροπίας αποτελεί μια διαρκή πρόκληση για τους γονείς, απαιτείται όμως ενημέρωση, ευαισθητοποίηση και εγρήγορση.

Η θετική επικοινωνία με τα παιδιά είναι βασική επιδίωξη των γονιών και το χαμόγελο και η αγκαλιά τους

akappatou.gr

Βιβλίο

Μάνη, 34 χρόνια πριν: μια βεντέτα ξανανοίγει, ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι έχοντας χάσει τα πάντα ξενιτεύεται στην Αμερική. Δεκαεπτά χρόνια μετά επιστρέφει στην Ελλάδα λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων και για να κλείσει τους παλιούς λογαριασμούς. Μαζί με το «ψυχικό» αυτό τον περιμένει και ο έρωτας, ένας έρωτας δυνατός, θυελλώδης, που όταν αποκαλυφθεί το αληθινό πρόσωπό του θα καταρρεύσουν και πάλι όλα. Ύστερα από άλλα δεκαπετά χρόνια, ο Οδυσσέας επιστρέφει και πάλι – για μια κηδεία αυτή τη φορά. Στο χωριό του στη Μάνη το παρελθόν είναι εκεί και τον περιμένει γεμάτο υποσχέσεις και εκπλήξεις…

Στο μυθιστόρημα της Χριστίνας Ζέμπη «Πέτρα και μέλι» η ατμόσφαιρα είναι φορτισμένη. Ο αναγνώστης καταλαμβάνεται από μια εσωτερική συγκίνηση, ένα φούσκωμα στο στήθος και τα δάκρυα είναι προ των πυλών.

Η αφήγηση, πρωτοπρόσωπη –είτε από την πλευρά του Αλέξη, εκπροσώπου της νέας γενιάς του χωριού, είτε από αυτήν του Οδυσσέα–, δημιουργεί αμεσότητα με τον αναγνώστη. Σαν ο τελευταίος να είναι ο τελικός αποδέκτης μιας συζήτησης που έχει ανοίξει εδώ και καιρό. Οι ήρωες νοσταλγούν, σκέφτονται, αναλύουν, αναρωτιούνται, ψάχνουν λύσεις, συγκρούονται με τον εαυτό τους. Στους εσωτερικούς μονολόγους αποκαλύπτεται η πραγματική φύση τους, οι αιτίες και τα πώς που τους οδήγησαν στις πράξεις. Στους διαλόγους οι αντιδράσεις τους και τα λόγια τους, τελείως διαφορετικά, έρχονται σε αντίθεση με τον εσωτερικό τους κόσμο. Τι προσπαθούν να αποδείξουν; Ή απλά αγνοούν; Την ιστορία της Μελένιας, από την άλλη, τη μαθαίνουμε από το στόμα τρίτων, είναι τραυματισμένη βαθιά, δεν αντέχει να την αφηγηθεί η ίδια. Ή μήπως πολύ περήφανη, γνήσια Μανιάτισσα;

Το βιβλίο διαβάζεται απνευστί. Ο αναγνώστης παίρνει μια γεύση από μανιάτικη βεντέτα, αλλά καταλαβαίνει ότι ο έρωτας έχει τον τελευταίο λόγο. Οι ήρωες έχουν βάλει τους στόχους τους και παρά τα όποια εμπόδια θα τους πετύχουν. Ίδιοι με τα μυρμήγκια που πάντα φτάνουν στη φωλιά τους.

Ελένη Κίτσου

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin