Ο Steven Petrow των New York Times γράφει για πράγματα που όλοι σκεφτόμαστε για το πέρασμα του χρόνου και για τα λάθη των γονιών μας που δεν θέλουμε να επαναλάβουμε

Στο τέλος γινόμαστε οι γονείς μας;

Λίγο μετά τα 50ά μου γενέθλια, πριν από 10 χρόνια, άρχισα να κρατάω μια λίστα με «πράγματα που θα κάνω ή δεν θα κάνω, όταν γεράσω». Ήμουν εξαιρετικά επικριτικός, λαμβάνοντας υπ' όψιν όλα εκείνα που οι γονείς μου, κατά την άποψη μου, είχαν κάνει λάθος.

Ας πούμε, ο πατέρας μου ψευδόταν για χρόνια ότι έπαιρνε κανονικά τα φάρμακά του. Αρνιόταν συστηματικά να φορέσει ακουστικό βαρηκοΐας κι απλώς έλεγε σε όλους μας να «δυναμώσουμε τον ήχο» (να πω ότι ήταν παραγωγός στην τηλεόραση). Η μαμά μου κάπνιζε πίσω από την πλάτη μου –έτσι νόμιζε, τουλάχιστον- μέχρι τη μέρα που διαγνώστηκε με καρκίνο του πνεύμονα.

Ήταν πολύ εύκολο να τα θυμάμαι όλα αυτά και να συνειδητοποιώ ξανά και ξανά πόσο απαίσιο ήταν να γίνεται κανείς όλο και πιο αδύναμος, πιο άρρωστος και πιο απόμακρος. Μέσα στην επόμενη δεκαετία είχα προσθέσει τόσες σελίδες απ' όσα «θα έκανα» και «δεν θα έκανα ποτέ» που είχα αρχίσει να ανησυχώ για το πότε ακριβώς θα ήμουν αρκετά μεγάλος, για να αρχίσω να ακολουθώ τις ίδιες μου τις συμβουλές.

Πρόσφατα, όμως, άκουσα έναν κοινωνιολόγο στο ραδιόφωνο να αποκαλεί τους 60άρηδες «νεαρούς ηλικιωμένους». Όσο βαδίζω ολοταχώς προς τα 60, συνεχίζω να εμπλουτίζω τη λίστα μου με το τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνω, μεγαλώνοντας. Αλλά λαμβάνω σοβαρά υπ' όψιν και κάτι που μου είπε ένας φίλος.

«Το σημαντικό είναι να θυμάσαι -όσο σκληρά κι αν προσπαθείς για το αντίθετο- ότι στο τέλος θα γίνεις οι γονείς σου». Αυτομάτως, σκέφτηκα ότι για τις νέες πλην ενήλικες ανιψιές μου ήμουν σκέτο «ηλικιωμένος», αλλά και πάλι δεν νιώθω αρκετά μεγάλος για να αρχίσω να ακολουθώ τις συμβουλές μου.

Ακόμη εργάζομαι στο να καταρτίσω αυτή τη λίστα, όχι όμως και να την υλοποιήσω. Και φυσικά πρόκειται για μία λίστα που αντικατοπτρίζει τη σύγχυσή μου τού να βλέπω τους γονείς μου να πληρώνουν ακριβά το τίμημα του πείσματός τους. Πάρτε για παράδειγμα την τρομακτική οδήγηση της μητέρας μου. Παρά τους άπειρους σπασμένους προφυλακτήρες και όχι μόνο, δεν πτοήθηκε και φυσικά δεν άκουγε κανέναν ότι η ικανότητά της πίσω από το τιμόνι εξασθένιζε μέρα με τη μέρα.

Όταν πλέον έφτασα σε απόγνωση, ανέφερα τη μητέρα μου στις αρχές και φυσικά την κάλεσαν για το σχετικό τεστ. Δεν τα κατάφερε, ανακάλεσαν το δίπλωμα οδήγησής της και ήταν κάτι που ταπείνωσε εκείνην και εξελίχθηκε σε μαρτύριο τύψεων για εμένα.

Και να πώς αυτό το περιστατικό εμφανίζεται στη λίστα μου:

«Αν αρχίσω να χάνω την οδηγική μου ικανότητα, δεν θα αγνοήσω τα σχόλια που την αφορούν, μόνο και μόνο επειδή φοβάμαι ότι θα χάσω την ανεξαρτησία μου.Ελπίζω ότι μέχρι τότε θα υπάρχουν αυτοκινούμενα αμάξια».

Η μεγαλύτερη ανησυχία μου βλέποντας τους γονείς να γερνούν, ήταν η αυξανόμενη σωματική τους αδυναμία. Ποιος δεν έχει ακούσει ότι τα κατάγματα ισχίου από τις πτώσεις είναι η κύρια αιτία θανάτου μεταξύ των ηλικιωμένων;

Ξέρω ότι ο πατέρας μου τα ήξερε όλα αυτά και γνώριζε, ας πούμε, τις συνέπειες της υπερηφάνειας της μητέρας του να αρνηθεί ένα «Π» ή έστω ένα μπαστούνι: στα 84 της, έπεσε ενώ κατέβαινε μόνη τις σκάλες του υπογείου της Νέας Υόρκης και ήταν αυτή η πτώση που τους επόμενους μήνες την οδήγησε τελικά στον θάνατο. Μετά από κυριολεκτικά εκατοντάδες πτώσεις, καμία από τις οποίες δεν τον έπεισε να δεχτεί βοήθεια ή να χρησιμοποιήσει μπαστούνι έστω, ο μπαμπάς μου, στα 87 του, κατέληξε με τέσσερα σπασμένα πλευρά.

Το ατύχημα αυτό ξεκίνησε πρακτικά και την πορεία του προς το θάνατό. Αναρωτιέμαι: θα υπερνικήσει η αυτογνωσία μου το (προφανώς γενετικό) πείσμα που μας διακρίνει ως οικογένεια; Έτσι στη λίστα μου υπάρχει αυτό που έλεγα στον πατέρα μου ξανά και ξανά: «Θα προσπαθήσω να θυμηθώ ότι ο καλύτερος τρόπος να παραμείνεις ανεξάρτητος είναι να δεχτείς μικρότερους βαθμούς εξάρτησης ή βοήθειας.

Θα χρησιμοποιήσω ένα μπαστούνι, αντί να πέσω και να σπάσω τα κόκαλα μου». 

Γιατί η αφή είναι τόσο απαραίτητη ώστε να αντιληφθούμε τον κόσμο; Θα παραδεχτώ ότι η ματαιοδοξία έχει καταρτίσει σε πολλές περιπτώσεις τα «ναι» και τα «όχι» της λίστας μου

Ας πούμε, πριν από περίπου οκτώ χρόνια έγραψα: «Δεν θα κατηγορήσω τον σκύλο μας για την ακράτειά μου. Θα παραδειγματιστώ από την ταπείνωσή του ώστε να χρησιμοποιήσω πάνες για ενήλικες, αντί για την ταπείνωση των λερωμένων σεντονιών που τα καθαρίζει κάποιος άλλος».

Για χρόνια, ο μπαμπάς μου επέλεγε το τελευταίο. Εντάξει, ίσως όταν γεράσω τόσο κι εγώ, να θεωρώ την αγάπη για τον εαυτό μου πολύ πιο σημαντική από τέτοιες στιγμές ταπείνωσης. Επίσης, θα ήθελα να διατηρήσω το στιλ μου. Η μητέρα μου μέχρι και τη στιγμή που πέθανε, νωρίτερα φέτος, συνήθιζε να χτενίζει και να βάφει τα μαλλιά της και είχε πάντα τα νύχια της περιποιημένα και βαμμένα με το αγαπημένο της χρώμα.

Είχα γράψει γι' αυτό σχετικά στη λίστα μου. «Αν δεν μπορώ να ακολουθώ την καθημερινή ρουτίνα περιποίησης του εαυτού μου, θα αναζητήσω βοήθεια. Αν φτάσω στο σημείο να μην με ενδιαφέρει το προσωπικό μου στιλ και πάλι θα ψάξω, άλλου είδους βοήθεια». Τουλάχιστον, θέλω να είμαι καθαρός και να μυρίζω φρεσκάδα - όπως η μητέρα μου- και οι άνθρωποι να θέλουν να κάτσουν πλάι μου και να μου πιάσουν το χέρι. Η λεύκανση δοντιών βρίσκεται επίσης στη λίστα μου.

Ένας φίλος μου έχει ένα άλλο πετυχημένο στη δική του λίστα: «Θα φοράω παντελόνια που θα φτάνουν, τουλάχιστον, μέχρι εκεί που αρχίζει το παπούτσι».

Πηγή: www.lifo.gr