Μια νέα θεωρία υποστηρίζει πως το να μιλάμε για τα προβλήματά μας τα κάνει χειρότερα  Είναι μια επιστημονική αλήθεια πως όταν μιλάμε για τα προβλήματά μας, βοηθάμε τον εαυτό μας να απεμπλακεί από αυτά. Ένας επιστήμονας όμως διαφωνεί.

Ο Γουόλτερ Μισέλ, ο ψυχολόγος που έβαλε ζαχαρωτά μπροστά από τετράχρονα πιτσιρίκια και έβγαλε το πόρισμα πως όσα μπορούσαν να κρατηθούν και να μην τα φάνε αμέσως, θα είναι πιο επιτυχημένα στη μετέπειτα ζωή τους, βάλθηκε να καταρρίψει και τον μύθο πως το να συζητάμε τα προβλήματά μας μας βοηθά να τα ξεπεράσουμε.

Η τεχνική που προτείνει είναι η εξής: όταν ανακαλούμε μια άσχημη εμπειρία, να μιλάμε γι' αυτή σε τρίτο πρόσωπο, λες και αφορά κάποιον άλλο.

Αυτός ο τρόπος κάνει το πρόβλημα πιο διαχειρίσιμο, διότι έτσι δεν το ξαναζούμε όπως εάν μιλούσαμε γι' αυτό σε χρόνο ενεστώτα.

Όταν κάποιος βιώνει μια επώδυνη εμπειρία, όπως έναν χωρισμό ή μια μεγάλη αδικία, και μετά την ανακαλεί, ξανά και ξανά, είναι σαν να επανατροφοδοτεί την εμπειρία.

Η εμπειρία είναι σαν τσίμπημα κουνουπιού.

Όσο το ξύνεις, τόσο σε τρώει και μάλιστα με κίνδυνο να μολυνθεί. Ο ψυχολόγος επισημαίνει πως «αυτή η διαδικασία είναι περισσότερο μια τέχνη και όχι ακριβώς επιστήμη.

Δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι θα λειτουργήσει κάθε φορά».

Ο Μισέλ βάζει επίσης τους ασθενείς του να γράφουν για τις άσχημες εμπειρίες τους, επίσης σε τρίτο πρόσωπο. Αυτό τους αποστασιοποιεί και τους επιτρέπει να παρατηρούν πιο προσεκτικά και λογικά το τι έχει συμβεί.

Στόχος είναι οι ασθενείς να αναπτύξουν αυτογνωσία, ώστε να μπορούν να κατευθύνουν τις σκέψεις τους και να μη μένουν κολλημένοι σε μια κατάσταση. Να διαχωρίσουν το παρόν από το παρελθόν και να μη μένουν αγκιστρωμένοι στα παλιά.

Ίσως ο κύριος Μισέλ πάντως να έχει εν μέρει δίκιο. Διότι ναι μεν το να αναμασάμε τη δυσάρεστη εμπειρία δεν είναι και ό,τι καλύτερο για να συνεχίζουμε την καθημερινότητά μας. Όμως αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να θάψουμε το πρόβλημα και να περιμένουμε να εξαφανιστεί από μόνο του.

 The Guardian

doctv.gr