Στις υπερτροφές, στην κορυφή των προτιμήσεων είναι βασιλικός πολτός (9%) και ιπποφαές (9%). Ακολουθούν το κουκούτσι βερίκοκου (5%), το σπαθόχορτο (5%), το έλαιο κάνναβης (2%), το μαύρο κίμινο (2%), τα φύλλα ελιάς (2%) και το γάλα γαϊδούρας (1%).

Όσον αφορά τα συμπληρώματα με τη μεγαλύτερη ζήτηση, αυτά είναι: Ωμέγα 3 λιπαρά οξέα (29%), προβιοτικά (17%), ασβέστιο (15%) και μαγνήσιο (14%). Ακολουθούν πρωτεΐνες (13%), σπιρουλίνα (11%), αμινοξέα (7%), κολλαγόνο (6%) και το συνένζυμο Q10 (3%).

Δημοφιλέστερες είναι οι βιταμίνες C και D (από 19% αντίστοιχα) και ακολουθούν το σύμπλεγμα βιταμινών Β (9%), Β12 (7%), Ε (5%), Β6 (4%) και Α (3%) και Κ (2%).
Το προφίλ ζωής τους

Στη συντριπτική πλειονότητά τους (76%) οι συμμετέχοντες θεωρούν ότι τρέφονται υγιεινά και δεν άλλαξαν διατροφή τον τελευταίο χρόνο (72%). Όσοι άλλαξαν τη διατροφή τους τον τελευταίο χρόνο, το έπραξαν κυρίως με τη βοήθεια ειδικών, είτε διαιτολόγου-διατροφολόγου (45%), είτε θεράποντα ιατρού (44%). Ένα ποσοστό αναζήτησε οδηγίες στο διαδίκτυο (28%) ή απευθύνθηκε σε εναλλακτικό επιστήμονα (15%). Μικρότερο ποσοστό απευθύνθηκε σε φίλους (10%).

Το 52% λαμβάνει συμπληρώματα διατροφής καθημερινά, ενώ ένα μεγάλο ποσοστό (72%) από όσους δεν λαμβάνουν συμπληρώματα διατροφής ενδιαφέρεται να τα δοκιμάσει.
Γιατί τα χρησιμοποιούν

Στη πλειονότητά τους χρησιμοποιούν τα συμπληρώματα διατροφής για να βελτιώσουν την ποιότητα ζωή τους (82%). Περίπου ένας στους δύο τα χρησιμοποιεί για προληπτικούς λόγους (55%), αλλά και για την πρόληψη του καρκίνου (32%). Σημαντική η αντιγηραντική δράση τους απάντησε το 24%. Το 52% ξεκίνησε να λαμβάνει συμπληρώματα διατροφής όταν έμαθε ότι βελτιώνουν την υγεία. Σημαντικό ποσοστό (41%) ανέφερε ότι άρχισε να τα χρησιμοποιεί όταν αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα υγείας και το 11% από τότε που ασθένησε πρόσωπο του συγγενικού περιβάλλοντος τους.

Φαρμακοποιός και γιατρός -κατά 33% αντίστοιχα- υπέδειξαν στους συμμετέχοντες στην έρευνα τη χρήση συμπληρωμάτων διατροφής. Περίπου οκτώ στους δέκα (77%) υποστηρίζει ότι έχει ενημερώσει το θεράποντα ιατρό του για το ότι λαμβάνει συμπληρώματα διατροφής. Από το 23% που επέλεξε να μην τον ενημερώσει, περίπου οι μισοί το έπραξαν γιατί φοβήθηκαν τα αρνητικά σχόλιά του. Ένα υψηλό ποσοστό (45%) αναφέρει ότι ο γιατρός του δεν γνωρίζει αρκετά επί των συμπληρωμάτων διατροφής για να κατευθύνει ή ότι δεν εμπιστεύονται την κρίση του επί του θέματος (33%).
Το κόστος

Πάνω από τους μισούς δαπανούν έως 25 ευρώ τον μήνα για την αγορά συμπληρωμάτων διατροφής. Το 19% δαπανά μηνιαίως από 25 έως 50 ευρώ και 18% από 50 έως 100 ευρώ. Περίπου 7% δαπανά από 100 έως 150 ευρώ τον μήνα και μόνο το 2% διαθέτει πάνω από 150 ευρώ τον μήνα για την αγορά συμπληρωμάτων διατροφής.

Παρότι πληρώνουν γι’ αυτά, το 32% πιστεύει ότι μπορεί να αντικαταστήσει τα συμπληρώματα διατροφής με σωστή και υγιεινή διατροφή. Αντίστοιχο ποσοστό θεωρεί ότι είναι καλύτερο να αγοράζεις συμπληρώματα διατροφής από το φαρμακείο. Το 29% θα αγόραζε μόνο επώνυμα συμπληρώματα διατροφής από γνωστές εταιρείες, ενώ το 23% θεωρεί ότι είναι πολύ ακριβά.

Σημειώνεται, ότι το ερωτηματολόγιο υλοποιήθηκε για λογαριασμό της ΑΚΟΣ και του ΙΕΛΚΑ (Ινστιτούτο Ερευνών Λιανεμπορίου και Καταναλωτικών Αγαθών).

Ο γενικός διευθυντής του ΙΕΛΚΑ δρ. Λευτέρης Κιοσές, σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της έρευνας τονίζει: «Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη ανάγκη για ευεξία, έχει οδηγήσει σε ενίσχυση της ζήτησης για συμπληρώματα διατροφής, η οποία θα συνεχιστεί».

Οι ειδικοί σχολιάζουν

Με αφορμή την έρευνα, η διαιτολόγος-διατροφολόγος δρ. Αλεξία Κατσαρού, η οποία συμμετείχε στον σχεδιασμό της υπογραμμίζει: «Τα συμπληρώματα βιταμινών δεν πρέπει να λαμβάνονται ανεξέλεγκτα αλλά με τη σύσταση ειδικού (ιατρού, διαιτολόγου-διατροφολόγου) και όταν υπάρχει συγκεκριμένη ένδειξη χορήγησης.

Συμπληρώματα βιταμινών πρέπει να χορηγούνται σε διαπιστωμένη ανεπάρκεια ή έλλειψη ή σε άτομα με μεγαλύτερες ανάγκες σε μικροθρεπτικά συστατικά, όπως εγκυμονούσες, γυναίκες που έχουν τεκνοποιήσει πρόσφατα ή σχεδιάζουν να τεκνοποιήσουν, άτομα με δυσαπορρόφηση μικροθρεπτικών συστατικών (π.χ. σε περιπτώσεις χρόνιων φλεγμονωδών νοσημάτων του εντέρου ή επεμβάσεων στο πεπτικό σύστημα, άτομα με χρόνιες νόσους ή ηλικιωμένους), καθώς και σε άτομα που αντιμετωπίζουν μία έντονα στρεσογόνα κατάσταση».

Από την πλευρά της, η κλινική βιολόγος Φωτεινή Κωνσταντίνου, σχολιάζοντας τα αποτελέσματα σημείωσε: «Τα συμπληρώματα βιταμινών πρέπει να λαμβάνονται στην ενδεδειγμένη ποσότητα, συχνότητα και χρονική διάρκεια. Βασική προϋπόθεση αποτελεί να ακολουθείται παράλληλα μία ισορροπημένη και πλήρης διατροφή σχεδιασμένη με βάση τις ιδιαίτερες διατροφικές ανάγκες του ατόμου που τα λαμβάνει (εποχιακές τροφές, κατάλληλη ποσότητα, συχνότητα και ποικιλία).

Όσον αφορά στις υπερτροφές και στα δυναμωτικά, η λήψη τους συστήνεται να γίνεται υπό την καθοδήγηση ειδικού, καθώς η δράση τους προϋποθέτει κατάλληλη χρονική διάρκεια, συχνότητα και συνέπεια».