Ανάμεσα στους λόφους, ζούσε μια γυναίκα με το γιο της κι ήταν ο πρωτότοκός της και το μόνο της παιδί. Και τ’ αγόρι πέθανε από πυρετό, ενώ ο γιατρός του παραστεκόταν.

Η μητέρα ήταν τρελαμένη από τη λύπη και φώναζε στο γιατρό και τον παρακαλούσε, λέγοντας: “πες μου, πες μου, τι ήταν αυτό που σταμάτησε το πάλεμά του και σώπασε το τραγούδι του;”

Κι ο γιατρός είπε: “Ήταν ο πυρετός”. Κι η μητέρα είπε: “Τι είν’ ο πυρετός;”. Κι ο γιατρός απάντησε: “Δεν μπορώ να στο εξηγήσω. Είναι κάτι άπειρα μικρό που επισκέπτεται το σώμα και δεν μπορούμε να το δούμε με τ’ ανθρώπινό μας μάτι”.

Μετά, ο γιατρός την άφησε. Κι εκείνη συνέχιζε να επαναλαμβάνει μέσα της: “Κάτι άπειρα μικρό. Δεν μπορούμε να το δούμε με τ’ ανθρώπινό μας μάτι”. Και κατά το βράδυ, ήρθε ο παπάς να την παρηγορήσει. Κι εκείνη θρηνούσε και φώναζε, λέγοντας: “Ώχου, γιατί να χάσω το γιο μου, το μοναδικό μου παιδί, το πρωτογέννητό μου;”.

Κι ο παπάς απάντησε: “Παιδί μου, είναι το θέλημα του Θεού”. Και η γυναίκα είπε: “Τι είναι ο Θεός και πού είναι ο Θεός; Θέλω να δω το Θεό, για να μπορέσω να ξεσκίσω το στήθος μου μπροστά Του και για να χύσω το αίμα της καρδιάς μου στα πόδια Του. Πες μου, πού να Τον βρω;”.

Κι ο παπάς είπε: “Ο Θεός είναι άπειρα μεγάλος. Δεν μπορεί να φανεί με το ανθρώπινό μας μάτι”. Τότε, η γυναίκα ξέσπασε: “Το άπειρα μικρό σκότωσε το γιο μου με τη θέληση του άπειρα μεγάλου! Τότε, τι είμαστε μεις; Τι είμαστε;”.

Εκείνη τη στιγμή, η μητέρα της γυναίκας ήρθε μες στο δωμάτιο, με το σάβανο για το νεκρό αγόρι κι άκουσε τα λόγια του παπά, καθώς και την κραυγή της θυγατέρας της. Κι άφησε το σάβανο και πήρε της θυγατέρας της το χέρι μες στο χέρι της και είπε: “Κόρη μου, εμείς οι ίδιοι είμαστε το άπειρα μικρό και το άπειρα μεγάλο. Κι εμείς είμαστε το μονοπάτι ανάμεσα στα δυο”.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Χαλίλ Γκιμπράν “Ο Περιπλανώμενος” από τις εκδόσεις Μπουκουμάνης