Ο Συγγραφέας βγαίνει βόλτα με το σκύλο του τον Μόντυ. ΑΝ σκύψω και σηκώσω ένα κλαδί, τότε ο Μόντυ βρίσκεται αμέσως μπροστά μου. Το θαύμα έχει συντελεστεί. Τώρα έχει μια αποστολή…Ποτέ δεν του περνά από το νου να αξιολογήσει την αποστολή του. Αφοσιώνεται αποκλειστικά στην εκπλήρωσή της. Θα τρέξει, θα κολυμπήσει, θα υπερπηδήσει οποιοδήποτε εμπόδιο για να πιάσει αυτό το κλαδί. Και μόλις το πιάσει, το φέρνει πίσω γιατί η αποστολή του δεν είναι μόνο να το βρει αλλά και να το επιστρέψει. Και όμως καθώς με πλησιάζει κινείται πιο αργά. Θέλει να μου το δώσει και να ολοκληρώσει το έργο του αλλά από την άλλη δεν θέλει να τελειώσει η αποστολή του και να βρεθεί ξανά σε θέσει αναμονής. Όπως και για αυτόν έτσι και για μένα, είναι απαραίτητο να υπηρετώ κάτι που βρίσκεται πέρα από τον εαυτό μου. Ο Μόντυ είναι υποχρεωμένος να περιμένει ώσπου να είμαι πάλι έτοιμος. Είναι τυχερός που έχει εμένα να του πετάω το κλαδί του. Εγώ περιμένω το Θεό να μου πετάξει το δικό μου. Ποιός ξέρει αν και πότε θα ξαναστρέψει την προσοχή του σε μένα και θα μου επιτρέψει να βιώσω το αίσθημα μιας αποστολής;

Είναι τόσο σαγηνευτική η σκέψη μιας προκαθορισμένης απλής ανάθεσης ενός έργου για τη ζωή. Ποιός ανάμεσά μας δεν έχει νιώσει την επιθυμία; “Ας μου ρίξει κάποιος και το δικό μου κλαδί!”. Πόσο ανακουφιστικό είναι να ξερεις ότι κάπου εκεί έξω υπάρχει ένας αληθινός, καθορισμένος σκοπός ζωής και όχι απλώς ένα άυλο φάντασμα ενός επινοημένου σκοπού ζωής που αποτελεί αναπόδραστη συνέπεια της εικόνας ότι το ηλιακό μας σύστημα κάποια στιγμή θα καταρρεύσει.

Tree of Life

Το πρόβλημα του νοήματος της ζωής ταλαιπωρεί όλους τους σκεπτόμενους ανθρώπους. Και φυσικά κάποιοι από μάς καλοδέχονται με μεγάλη χαρά τη θρησκευτική αποκάλυψη που φανερώνει το σκοπό του Θεού για τον καθένα μας προσωπικά, όσο δύσκολος και κοπιαστικός καιΑΝ είναι αυτός. Πόσο πιο ανακουφιστική είναι η θρησκευτική λύση στο πρόβλημα του νοήματος της ζωής από το ορθολογιστικό και κενό μήνυμα που μας στέλνει η φύση, υπενθυμίζοντάς μας την απειροελάχιστη θέση μας στο σύμπαν.

Είδα κάποτε μια αξέχαστη γελοιογραφία: μια σειρά από διάφορα είδη ζώων, ένα σκουλήκι, ένα ψάρι, ένα πουλί, μια αγελάδα. Σε κάθε τετράγωνο απεικονίζονταν ένα από αυτά τα πλάσματα και όλα μουρμούριζαν το ίδιο ρεφρέν:” Φαί-Επιβίωση-Αναπαραγωγή, Φαί-Επιβίωση-Αναπαραγωγή, Φαί-Επιβίωση-Αναπαραγωγή”. Στην τελευταία εικόνα ένας άνθρωπος στη στάση του “Σκεπτόμενου” του Ροντέν μουρμούριζε στον εαυτό του:” Για ποιο λόγο; Για ποιο λόγο; Για ποιο λόγο;”. Όλες οι άλλες μορφές ζωής αντιλαμβάνονται περί τίνος πρόκειται. Μόνο εμείς οι άνθρωποι δεν εννοούμε να το αποδεχτούμε κι έτσι απαιτούμε και κατόπιν θεσπίζουμε, την ύπαρξη κάποιου ανώτερου σκοπού ή αποστολής.

Οι περισσότερες κλινικές και θεωρητικές αναζητήσεις που προσπαθούν να δώσουν ικανοποιητικές απαντήσεις καταλήγουν στον ηδονισμό, τον αλτρουισμό, την αφοσίωση σε κάποιον αγώνα, την παραγωγικότητα, τη δημιουργικότητα, την αυτοπραγμάτωση. Είναι προφανές ότι βαθύτερο νόημα αποκτούν τέτοιες προσπάθειες όταν υπερβαίνουν τον εαυτό μας δηλαδή αφορούν κάτι ή κάποιον έξω από εμάς – την αγάπη σε έναν αγώνα, τη δημιουργική διαδικασία, την αγάπη για τους άλλους ή τη λατρεία μιας θεότητας.

Δείτε τη σημερινή εύθραυστη επιτυχία των σημερινών νεαρών πολυεκατομμυριούχων της υψηλής τεχνολογίας και οι κρίσεις τις οποίες συχνά επιφέρει στη ζωή τους, είναι πολύ διαφωτιστικές ως προς το πόσο περιορισμένες είναι οι μέθοδοι που επιχειρούν να δώσουν ένα νόημα στη ζωή τους χωρίς καμία υπέρβαση του εαυτού. Αυτοί οι άνθρωποι ξεκινούν τη ζωή τους με ένα όραμα, “να πιάσουν την καλή”, να κερδίσουν πολλά λεφτά, να ζήσουν τη μεγάλη ζωή, να έχουν το σεβασμό των συναδέρφων τους και την κοινωνική αποδοχή. Και στην εποχή μας είναι σημαντικός ο αριθμός των τριαντάρηδων που κατόρθωσαν να κάνουν ακριβώς αυτά. Και μετά προκύπτει το ερώτημα: “Και τώρα τι θα κάνω στην υπόλοιπη ζωή μου;”

Οι περισσότεροι από αυτούς συνεχίζουν να κάνουν ακριβώς το ίδιο. Ξεκινούν νέες εταιρείες, προσπαθώντας να επαναλάβουν την επιτυχία τους. Γιατί; Τοποθετούν ψηλότερα τον πήχη για να αποδείξουν ότι δεν είναι τυχαίοι. Για να νιώσουν ασφάλεια οι ίδιοι και οι οικογένειές τους, δεν τους φτάνουν πια 1 με 2 εκατομμύρια στην τράπεζα. Χρειάζονται 5, 10, 15, 20 εκατομμύρια. Όταν έχουν πια περισσότερα από όσα μπορούν αν ξοδέψουν, αντιλαμβάνονται το άσκοπο και παράλογο κυνηγητό του κέρδους αλλά δεν σταματούν να παίζουν το παιχνίδι, χάνοντας πολύτιμο χρόνο από την οικογένειά τους, τα παιδιά τους, τους φίλους και τους συντρόφους τους. “Το χρήμα με περιμένει…” λένε, “το μόνο που έχω να κάνω είναι να απλώσω το χέρι μου και να το πάρω..” Πολλοί από αυτούς συνεχίζουν γιατί φοβούνται ότι αν σταματήσουν θα εξαφανιστούν. Φοβούνται την ανία. Ακόμη και η παραμικρή υποψία ανίας τους στέλνει πάλι πίσω στο παιχνίδι.

ΝΟΗΜΑ (meaning)

Με τον τρόπο που προσεγγίζονται οι υπαρξιακές αγωνίες (θάνατος, μοναξιά, ελευθερία) μέσα από την ψυχοθεραπεία έχει διαπιστωθεί ότι το θέμα του νοήματος της ζωής είναι καλύτερα να προσεγγίζεται πλαγίως. Είναι καλύτερα να μην κυνηγά κανείς ένα επί τούτου νόημα αλλά να το αφήνει να αναδυθεί μέσα από την αυθεντική και την ουσιαστική συμμετοχή, από την καταβύθιση σε μια ενασχόληση που μας διευρύνει, μας γεμίζει και μας κάνει να υπερβούμε τον εαυτό μας. Εμείς οι θεραπευτές κάνουμε περισσότερο καλό όταν εντοπίζουμε και βοηθάμε να αφαιρεθούν τα εμπόδια προς μια τέτοια ενασχόληση. Ένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα του επαγγέλματος του Ψυχοθεραπευτή είναι να μας εμβολιάζει εναντίον μιας κρίσης νοήματος στη ζωή μας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι άνθρωποι που πενθούν το θάνατο του συντρόφου τους και εντυπωσιακή είναι η απόγνωση που αναδύεται από τη διάρηξη του συνδέσμου με τον σύντροφο, η οποία ξεπερνάει το ίδιο το βίωμα της απώλειας. Οι χήροι και οι χήρες μιλούν για την οδύνη να ζουν μια ζωή που κανείς δεν την παρατηρεί, κανείς δεν ξέρει τι ώρα έρχονται σπίτι, τι ώρα πάνε για ύπνο, τι ώρα ξυπνάνε. Και ποιος δεν ξέρει ανθρώπους που συντηρούν μια απολύτως μη ικανοποιητική σχέση, ακριβώς επειδή λαχταρούν να έχουν πλάι τους κάποιον που γνωρίζει τη ζωή τους; Και πόσο συχνά οι θεραπευτές δεν προσφέρουν βοήθεια με το να γινόμαστε μάρτυρες της ζωής των θεραπευομένων μας;

Ο θάνατος είναι η πιο ξεκάθαρη, η πιο προφανής έσχατη έγνοια. Παρόλο που ορισμένοι θεραπευτές αποφεύγουν όσο μπορούν το θέμα αυτό, ακολουθώντας τη συμβουλή του Adolph Meyer “μη ξύνετε εκεί που τρώει”, οι περισσότεροι θεραπευτές συνειδητοποιούν ότι οι ανησυχίες γύρω από το θάνατο βρίσκονται πάντα εκεί και σιγοβράζουν κάτω από την επιφάνεια. Ο θάνατος μας στοιχειώνει όσο τίποτα άλλο. Μας απασχολεί η παρουσία του που βρίσκεται στα όρια της συνειδητότητας ήδη από την παιδική μας ηλικία και υψώνουμε βασισμένες στην άρνηση, άμυνες ενάντια στο άγχος του θανάτου, οι οποίες παίζουν βασικό ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μας.

Μια αντιπαράθεση με το θάνατο δημιουργεί συχνά μια πραγματική ευκαιρία για να αλλάξει κανείς προοπτική. Βλέπουμε πολύ συχνά άτομα που σε αντιπαράθεση με το θάνατο κάνουν δραματικές αλλαγές στη ζωή τους. Είναι ένα οικείο θέμα της κλασικής λογοτεχνίας (παράδειγμα ο Σκρούτζ στο Χριστουγεννιάτικο παραμύθι). Ασθενείς με καρκίνο έχουν περιγράψει την εμπειρία της εκ νέου ιεράρχησης των αξιών στη ζωή και της απόρριψης των ασήμαντων, του να λένε όχι σε πράγματα που δεν έχουν σημασία, να στρέφουν την προσοχή τους σε αγαπημένους ανθρώπους, στους ρυθμούς της γης, στην εναλλαγή των εποχών, στην έγνοια για το πρότυπο του θανάτου που θέτουν για τους άλλους. Με έναν μακάβριο τρόπο ο καρκίνος θεραπεύει την ψυχονεύρωση και ο θάνατος προσφέρει μια αλάθητη πικρή αλλά και γλυκιά ένταση στη ζωή.

Οι ασθενείς πολλές φορές θρηνούν “τι κρίμα που χρειάστηκε να φτάσω ως εδώ για να κατακτήσω τη σοφία, τώρα που το σώμα μου πεθαίνει” Είναι μια δήλωση που θέτει μια μείζονα πρόκληση στους θεραπευτές:

Πως να ξυπνήσουμε το κίνητρο για μια τέτοια αλλαγή χωρίς την παρουσία του θανάτου προ των πυλών, στην καθημερινή μας πρακτική με τους καθημερινούς ασθενείς; Οι θεραπευτές που έχουν ευαισθησία για τα υπαρξιακά ζητήματα μπορούν να χρησιμοποιήσουν άλλες λιγότερο ορατές, πιο ήπιες οριακές εμπειρίες – για παράδειγμα κάποια ορόσημα των μεταβατικών φάσεων στη ζωή, τη συνταξιοδότηση, το γέρασμα του σώματος, την αποχώριση των παιδιών από το σπίτι, το θάνατο κάποιων γνωστών. Ακόμη και ένα ασήμαντο γεγονός όπως τα γενέθλια μπορεί να μετατραπεί σε μια σημαντική οδό για την εξερεύνηση βαθύτερων εδαφών. Συνήθως γιορτάζουμε τέτοιες μέρες αλλά λίγη σκέψη πάνω σε αυτό το ζήτημα εγείρει το ερώτημα τι ακριβώς γιορτάζουμε. Η λειτουργία της γιορτής δεν είναι άραγε η προσπάθεια να αρνηθούμε και να εξουδετερώσουμε τη σκυθρωπή υπόμνηση της ακάθεκτης ορμής του χρόνου;

Εκείνοι που νιώθουν ότι έχουν ζήσει πλούσια τη ζωή τους, ότι έχουν εκπληρώσει τις δυνατότητές τους και τον προορισμό τους, βιώνουν λιγότερο πανικό μπροστά στο θάνατο. Οι ψυχοθεραπευτές έχουν να μάθουν πολλά από τον Νίκο Καζαντζάκη, το συγγραφέα τόσων δοξαστικών έργων για τη ζωή, όπως ο Ζορμπάς και ο Χριστός ξανασταυρώνεται. Ο Καζαντζάκης ήταν ένας αντι-θρησκευτικός θρησκευόμενος και ο τάφος του (που βρίσκεται ακριβώς έξω από τα τείχη του Ηρακλείου στην Κρήτη επειδή αφορίστηκε από την εκκλησία) φέρει την επιγραφή “Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβάμαι τίποτα, είμαι ελεύθερος”. Μια φράση του που έχει αγαπηθεί, στην Αναφορά στον Γκρέκο είναι: “Να μην αφήσω στο χάρο τίποτα να μου πάρει – μονάχα λίγα κόκκαλα”.
Είναι ένας καλός οδηγός στη ζωή μας και για το έργο μας στην ψυχοθεραπεία.

Πηγή:
Yalom I.,(2003), Θρησκεία και Ψυχιατρική, εκδ. Άγρα


Ο Συγγραφέας βγαίνει βόλτα με το σκύλο του τον Μόντυ. ΑΝ σκύψω και σηκώσω ένα κλαδί, τότε ο Μόντυ βρίσκεται αμέσως μπροστά μου. Το θαύμα έχει συντελεστεί. Τώρα έχει μια αποστολή…Ποτέ δεν του περνά από το νου να αξιολογήσει την αποστολή του. Αφοσιώνεται αποκλειστικά στην εκπλήρωσή της. Θα τρέξει, θα κολυμπήσει, θα υπερπηδήσει οποιοδήποτε εμπόδιο για να πιάσει αυτό το κλαδί. Και μόλις το πιάσει, το φέρνει πίσω γιατί η αποστολή του δεν είναι μόνο να το βρει αλλά και να το επιστρέψει. Και όμως καθώς με πλησιάζει κινείται πιο αργά. Θέλει να μου το δώσει και να ολοκληρώσει το έργο του αλλά από την άλλη δεν θέλει να τελειώσει η αποστολή του και να βρεθεί ξανά σε θέσει αναμονής. Όπως και για αυτόν έτσι και για μένα, είναι απαραίτητο να υπηρετώ κάτι που βρίσκεται πέρα από τον εαυτό μου. Ο Μόντυ είναι υποχρεωμένος να περιμένει ώσπου να είμαι πάλι έτοιμος. Είναι τυχερός που έχει εμένα να του πετάω το κλαδί του. Εγώ περιμένω το Θεό να μου πετάξει το δικό μου. Ποιός ξέρει αν και πότε θα ξαναστρέψει την προσοχή του σε μένα και θα μου επιτρέψει να βιώσω το αίσθημα μιας αποστολής;

Είναι τόσο σαγηνευτική η σκέψη μιας προκαθορισμένης απλής ανάθεσης ενός έργου για τη ζωή. Ποιός ανάμεσά μας δεν έχει νιώσει την επιθυμία; “Ας μου ρίξει κάποιος και το δικό μου κλαδί!”. Πόσο ανακουφιστικό είναι να ξερεις ότι κάπου εκεί έξω υπάρχει ένας αληθινός, καθορισμένος σκοπός ζωής και όχι απλώς ένα άυλο φάντασμα ενός επινοημένου σκοπού ζωής που αποτελεί αναπόδραστη συνέπεια της εικόνας ότι το ηλιακό μας σύστημα κάποια στιγμή θα καταρρεύσει.

Tree of Life

Το πρόβλημα του νοήματος της ζωής ταλαιπωρεί όλους τους σκεπτόμενους ανθρώπους. Και φυσικά κάποιοι από μάς καλοδέχονται με μεγάλη χαρά τη θρησκευτική αποκάλυψη που φανερώνει το σκοπό του Θεού για τον καθένα μας προσωπικά, όσο δύσκολος και κοπιαστικός καιΑΝ είναι αυτός. Πόσο πιο ανακουφιστική είναι η θρησκευτική λύση στο πρόβλημα του νοήματος της ζωής από το ορθολογιστικό και κενό μήνυμα που μας στέλνει η φύση, υπενθυμίζοντάς μας την απειροελάχιστη θέση μας στο σύμπαν.

Είδα κάποτε μια αξέχαστη γελοιογραφία: μια σειρά από διάφορα είδη ζώων, ένα σκουλήκι, ένα ψάρι, ένα πουλί, μια αγελάδα. Σε κάθε τετράγωνο απεικονίζονταν ένα από αυτά τα πλάσματα και όλα μουρμούριζαν το ίδιο ρεφρέν:” Φαί-Επιβίωση-Αναπαραγωγή, Φαί-Επιβίωση-Αναπαραγωγή, Φαί-Επιβίωση-Αναπαραγωγή”. Στην τελευταία εικόνα ένας άνθρωπος στη στάση του “Σκεπτόμενου” του Ροντέν μουρμούριζε στον εαυτό του:” Για ποιο λόγο; Για ποιο λόγο; Για ποιο λόγο;”. Όλες οι άλλες μορφές ζωής αντιλαμβάνονται περί τίνος πρόκειται. Μόνο εμείς οι άνθρωποι δεν εννοούμε να το αποδεχτούμε κι έτσι απαιτούμε και κατόπιν θεσπίζουμε, την ύπαρξη κάποιου ανώτερου σκοπού ή αποστολής.

Οι περισσότερες κλινικές και θεωρητικές αναζητήσεις που προσπαθούν να δώσουν ικανοποιητικές απαντήσεις καταλήγουν στον ηδονισμό, τον αλτρουισμό, την αφοσίωση σε κάποιον αγώνα, την παραγωγικότητα, τη δημιουργικότητα, την αυτοπραγμάτωση. Είναι προφανές ότι βαθύτερο νόημα αποκτούν τέτοιες προσπάθειες όταν υπερβαίνουν τον εαυτό μας δηλαδή αφορούν κάτι ή κάποιον έξω από εμάς – την αγάπη σε έναν αγώνα, τη δημιουργική διαδικασία, την αγάπη για τους άλλους ή τη λατρεία μιας θεότητας.

Δείτε τη σημερινή εύθραυστη επιτυχία των σημερινών νεαρών πολυεκατομμυριούχων της υψηλής τεχνολογίας και οι κρίσεις τις οποίες συχνά επιφέρει στη ζωή τους, είναι πολύ διαφωτιστικές ως προς το πόσο περιορισμένες είναι οι μέθοδοι που επιχειρούν να δώσουν ένα νόημα στη ζωή τους χωρίς καμία υπέρβαση του εαυτού. Αυτοί οι άνθρωποι ξεκινούν τη ζωή τους με ένα όραμα, “να πιάσουν την καλή”, να κερδίσουν πολλά λεφτά, να ζήσουν τη μεγάλη ζωή, να έχουν το σεβασμό των συναδέρφων τους και την κοινωνική αποδοχή. Και στην εποχή μας είναι σημαντικός ο αριθμός των τριαντάρηδων που κατόρθωσαν να κάνουν ακριβώς αυτά. Και μετά προκύπτει το ερώτημα: “Και τώρα τι θα κάνω στην υπόλοιπη ζωή μου;”

Οι περισσότεροι από αυτούς συνεχίζουν να κάνουν ακριβώς το ίδιο. Ξεκινούν νέες εταιρείες, προσπαθώντας να επαναλάβουν την επιτυχία τους. Γιατί; Τοποθετούν ψηλότερα τον πήχη για να αποδείξουν ότι δεν είναι τυχαίοι. Για να νιώσουν ασφάλεια οι ίδιοι και οι οικογένειές τους, δεν τους φτάνουν πια 1 με 2 εκατομμύρια στην τράπεζα. Χρειάζονται 5, 10, 15, 20 εκατομμύρια. Όταν έχουν πια περισσότερα από όσα μπορούν αν ξοδέψουν, αντιλαμβάνονται το άσκοπο και παράλογο κυνηγητό του κέρδους αλλά δεν σταματούν να παίζουν το παιχνίδι, χάνοντας πολύτιμο χρόνο από την οικογένειά τους, τα παιδιά τους, τους φίλους και τους συντρόφους τους. “Το χρήμα με περιμένει…” λένε, “το μόνο που έχω να κάνω είναι να απλώσω το χέρι μου και να το πάρω..” Πολλοί από αυτούς συνεχίζουν γιατί φοβούνται ότι αν σταματήσουν θα εξαφανιστούν. Φοβούνται την ανία. Ακόμη και η παραμικρή υποψία ανίας τους στέλνει πάλι πίσω στο παιχνίδι.

ΝΟΗΜΑ (meaning)

Με τον τρόπο που προσεγγίζονται οι υπαρξιακές αγωνίες (θάνατος, μοναξιά, ελευθερία) μέσα από την ψυχοθεραπεία έχει διαπιστωθεί ότι το θέμα του νοήματος της ζωής είναι καλύτερα να προσεγγίζεται πλαγίως. Είναι καλύτερα να μην κυνηγά κανείς ένα επί τούτου νόημα αλλά να το αφήνει να αναδυθεί μέσα από την αυθεντική και την ουσιαστική συμμετοχή, από την καταβύθιση σε μια ενασχόληση που μας διευρύνει, μας γεμίζει και μας κάνει να υπερβούμε τον εαυτό μας. Εμείς οι θεραπευτές κάνουμε περισσότερο καλό όταν εντοπίζουμε και βοηθάμε να αφαιρεθούν τα εμπόδια προς μια τέτοια ενασχόληση. Ένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα του επαγγέλματος του Ψυχοθεραπευτή είναι να μας εμβολιάζει εναντίον μιας κρίσης νοήματος στη ζωή μας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι άνθρωποι που πενθούν το θάνατο του συντρόφου τους και εντυπωσιακή είναι η απόγνωση που αναδύεται από τη διάρηξη του συνδέσμου με τον σύντροφο, η οποία ξεπερνάει το ίδιο το βίωμα της απώλειας. Οι χήροι και οι χήρες μιλούν για την οδύνη να ζουν μια ζωή που κανείς δεν την παρατηρεί, κανείς δεν ξέρει τι ώρα έρχονται σπίτι, τι ώρα πάνε για ύπνο, τι ώρα ξυπνάνε. Και ποιος δεν ξέρει ανθρώπους που συντηρούν μια απολύτως μη ικανοποιητική σχέση, ακριβώς επειδή λαχταρούν να έχουν πλάι τους κάποιον που γνωρίζει τη ζωή τους; Και πόσο συχνά οι θεραπευτές δεν προσφέρουν βοήθεια με το να γινόμαστε μάρτυρες της ζωής των θεραπευομένων μας;

Ο θάνατος είναι η πιο ξεκάθαρη, η πιο προφανής έσχατη έγνοια. Παρόλο που ορισμένοι θεραπευτές αποφεύγουν όσο μπορούν το θέμα αυτό, ακολουθώντας τη συμβουλή του Adolph Meyer “μη ξύνετε εκεί που τρώει”, οι περισσότεροι θεραπευτές συνειδητοποιούν ότι οι ανησυχίες γύρω από το θάνατο βρίσκονται πάντα εκεί και σιγοβράζουν κάτω από την επιφάνεια. Ο θάνατος μας στοιχειώνει όσο τίποτα άλλο. Μας απασχολεί η παρουσία του που βρίσκεται στα όρια της συνειδητότητας ήδη από την παιδική μας ηλικία και υψώνουμε βασισμένες στην άρνηση, άμυνες ενάντια στο άγχος του θανάτου, οι οποίες παίζουν βασικό ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μας.

Μια αντιπαράθεση με το θάνατο δημιουργεί συχνά μια πραγματική ευκαιρία για να αλλάξει κανείς προοπτική. Βλέπουμε πολύ συχνά άτομα που σε αντιπαράθεση με το θάνατο κάνουν δραματικές αλλαγές στη ζωή τους. Είναι ένα οικείο θέμα της κλασικής λογοτεχνίας (παράδειγμα ο Σκρούτζ στο Χριστουγεννιάτικο παραμύθι). Ασθενείς με καρκίνο έχουν περιγράψει την εμπειρία της εκ νέου ιεράρχησης των αξιών στη ζωή και της απόρριψης των ασήμαντων, του να λένε όχι σε πράγματα που δεν έχουν σημασία, να στρέφουν την προσοχή τους σε αγαπημένους ανθρώπους, στους ρυθμούς της γης, στην εναλλαγή των εποχών, στην έγνοια για το πρότυπο του θανάτου που θέτουν για τους άλλους. Με έναν μακάβριο τρόπο ο καρκίνος θεραπεύει την ψυχονεύρωση και ο θάνατος προσφέρει μια αλάθητη πικρή αλλά και γλυκιά ένταση στη ζωή.

Οι ασθενείς πολλές φορές θρηνούν “τι κρίμα που χρειάστηκε να φτάσω ως εδώ για να κατακτήσω τη σοφία, τώρα που το σώμα μου πεθαίνει” Είναι μια δήλωση που θέτει μια μείζονα πρόκληση στους θεραπευτές:

Πως να ξυπνήσουμε το κίνητρο για μια τέτοια αλλαγή χωρίς την παρουσία του θανάτου προ των πυλών, στην καθημερινή μας πρακτική με τους καθημερινούς ασθενείς; Οι θεραπευτές που έχουν ευαισθησία για τα υπαρξιακά ζητήματα μπορούν να χρησιμοποιήσουν άλλες λιγότερο ορατές, πιο ήπιες οριακές εμπειρίες – για παράδειγμα κάποια ορόσημα των μεταβατικών φάσεων στη ζωή, τη συνταξιοδότηση, το γέρασμα του σώματος, την αποχώριση των παιδιών από το σπίτι, το θάνατο κάποιων γνωστών. Ακόμη και ένα ασήμαντο γεγονός όπως τα γενέθλια μπορεί να μετατραπεί σε μια σημαντική οδό για την εξερεύνηση βαθύτερων εδαφών. Συνήθως γιορτάζουμε τέτοιες μέρες αλλά λίγη σκέψη πάνω σε αυτό το ζήτημα εγείρει το ερώτημα τι ακριβώς γιορτάζουμε. Η λειτουργία της γιορτής δεν είναι άραγε η προσπάθεια να αρνηθούμε και να εξουδετερώσουμε τη σκυθρωπή υπόμνηση της ακάθεκτης ορμής του χρόνου;

Εκείνοι που νιώθουν ότι έχουν ζήσει πλούσια τη ζωή τους, ότι έχουν εκπληρώσει τις δυνατότητές τους και τον προορισμό τους, βιώνουν λιγότερο πανικό μπροστά στο θάνατο. Οι ψυχοθεραπευτές έχουν να μάθουν πολλά από τον Νίκο Καζαντζάκη, το συγγραφέα τόσων δοξαστικών έργων για τη ζωή, όπως ο Ζορμπάς και ο Χριστός ξανασταυρώνεται. Ο Καζαντζάκης ήταν ένας αντι-θρησκευτικός θρησκευόμενος και ο τάφος του (που βρίσκεται ακριβώς έξω από τα τείχη του Ηρακλείου στην Κρήτη επειδή αφορίστηκε από την εκκλησία) φέρει την επιγραφή “Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβάμαι τίποτα, είμαι ελεύθερος”. Μια φράση του που έχει αγαπηθεί, στην Αναφορά στον Γκρέκο είναι: “Να μην αφήσω στο χάρο τίποτα να μου πάρει – μονάχα λίγα κόκκαλα”.
Είναι ένας καλός οδηγός στη ζωή μας και για το έργο μας στην ψυχοθεραπεία.

Πηγή:
Yalom I.,(2003), Θρησκεία και Ψυχιατρική, εκδ. Άγρα