facebook_page_plugin

Αζίζ Νεσίν ~ Αυτά είναι τα βάσανά μας - Απόσπασμα

- Θα ΄ρθουν, όπου να ΄ναι θα ΄ρθουν!
- Ανυπομονούμε να μάθουμε ποιους περιμένετε.


Ο Ρεσίτ αγάς έβαλε μπροστά μας ένα μεταξωτό κεφαλομάντηλο. Το άνοιξε με προσοχή κι έβγαλε από μέσα τέσσερα άδεια πακέτα τσιγάρα. Τα δύο πακέτα ήταν μάρκας "Γιένιτζε", το ένα "Γκελιντζίκ" και το άλλο "Μπογάζιτσι".
- Εμείς, λέει, περιμένουμε τους κατόχους αυτών των κουτιών. Κι επειδή είναι αμανάτι, το φυλάγουμε με προσοχή. Μας έδωσε ο Ρεσίτ αγάς τα άδεια κουτιά των τσιγάρων. Σε μένα έτυχε η μάρκα "Γκελιντζίκ". Κοίταξα το πακέτο. Είχε γραμμένους κάτι αριθμούς, διάφορα ακαταλαβίστικα σχέδια…

Πήρα στο χέρι μου και τ΄ άλλα κουτιά. Στο ένα από αυτά έγραφε έξι φορές τη λέξη "Σουκράν" και μια φορά τη μισοτελειωμένη λέξη "Σούκ…" Ήταν σχεδιασμένα πλάι πλάι τρία αστέρια και μια βάρκα, επίσης ένα σωρό τριγωνάκια και τετραγωνάκια...
Στο άλλο κουτί ήταν σχεδιασμένο ένα μεγάλο μάτι κι ένα ζάρι. Επίσης ήταν γραμμένα με γράμματα τύπου, κατά διαφορετικό τρόπο, πέντε και δέκα φορές οι λέξεις "Μάλιστα, θα γίνει, θα γίνει, θα γίνει, μάλιστα"…
- Τι είναι αυτά, Ρεσίτ αγά; του λέω.
- Αυτά, μου λέει, είναι τα βάσανά μας…
- Τι βάσανα;
- Μα το Θεό, τα βάσανά μας είναι. Τώρα έγινε σύστημα! Όταν κοντεύουν οι εκλογές, οι μεγάλοι μας, ζωή να ΄χουν, γυρίζουν από χωριό σε χωριό και ακούνε τα βάσανα του αγρότη. Ήρθαν και σε μας. Παράγγειλαν όποιος έχει παράπονα να ΄ρθει στο καφενείο να τον ακούσουν. Η είδηση μαθεύτηκε στο χωριό. Ήταν τέσσερις νοματαίοι. Ένας απ’ αυτούς λέει: "Αγάδες μου, ως τώρα δεν ήρθε κανείς ν’ ακούσει τα ντέρτια σας. Δημοκρατία θα πει ν’ ακούγεται ό,τι λέει ο λαός! Γι’ αυτό ήρθαμε ως τα πόδια σας. Όποιος έχει κανένα παράπονο να ΄ρθει να μας το πει". Γυρεύεις ντέρτια απ’ τον αγρότη… Αρχίσαμε να τους τ’ αραδιάζουμε. Την ώρα που εμείς μιλούσαμε, αυτοί γράφανε.
"Εφέντη, του λέμε, πρώτ’ απ’ όλα γράψτε για την ελονοσία. Κάντε κάτι, να μας γλυτώσετε απ’ αυτήν… Αμάν, στείλτε μας δασκάλους…"
Και οι τέσσερίς τους έγραφαν, έγραφαν. Και συνέχεια παφ - πουφ κάπνιζαν. Ό,τι και να τους λέγαμε, έννοια σας, θα γίνει, λέγανε…
- Ο Θεός να σας έχει καλά, τους λέω. Ό,τι σας είπαμε, το γράψατε…
Βράδιασε. Οι δυο τους πέταξαν τ’ άδεια πακέτα. Τα πήρα κρυφά και τα 'βαλα στην τσέπη μου… Ετοιμάστηκαν να φύγουν. Βγαίνοντας απ’ το καφενείο πετάει άλλος ένας το άδειο πακέτο του. Το πήρα κι αυτό και το έκρυψα. Μπήκαν στο αυτοκίνητο κι έφυγαν αμέσως. Εμείς κουνούσαμε τα χέρια μας. Απλώθηκε ένα χέρι από το παράθυρο του αυτοκινήτου και πέταξε στον αέρα ένα άδειο πακέτο…
Ορίστε, αυτά τα τέσσερα άδεια κουτιά. Κατάλαβες, τώρα; Εδώ είναι γραμμένα τα βάσανά μας. Στείλανε είδηση ότι θα ΄ρθουν κι αυτή τη χρονιά ν’ ακούσουν τα αιτήματά μας...
- Έρχονται!
- Έρχονται!
Ακούστηκαν φωνές. Το καφενείο αναστατώθηκε. Κατέβηκαν τρεις νοματαίοι από τ’ αυτοκίνητο.
- Καλημέρα, αγάδες μου!
- Γεια σας, πατριώτες!
- Μέρχαμπε, φίλοι!
Ο πιο ηλικιωμένος απ’ τους τρεις άρχισε να μιλάει:
- Αγάδες μου, δημοκρατία θα πει ν’ ακούγεται η φωνή του λαού... Εμείς δουλεύουμε με τη δύναμη που αντλούμε από σας! Ήρθαμε στα πόδια σας, μην αποτραβιέστε καθόλου, μη στενοχωριέστε! Καθήκον μας είναι να σας ακούμε. Πέστε μας ό,τι βάσανα έχετε, ό,τι ντέρτια έχετε!
Στην αρχή μια βουβαμάρα, ύστερα ακούστηκαν κάτι ψιθυρίσματα...
- Πρώτα απ’ όλα η ελονοσία. Το έθνος μας αφανίζεται απ’ αυτή την αρρώστια... Πρέπει να γίνει αποξήρανση του έλους.
Το έγραψαν αυτό κι οι τρεις τους πάνω στα πακέτα των τσιγάρων τους.
- Μπέη, λέει ο Ρεσίτ αγάς, να με συγχωρείτε, αλλά γράφετε λάθος πράματα...

  • Γιατί; Γράφω για την αποξήρανση του έλους...
    Ο Ρεσίτ αγάς έβαλε πάνω στα γόνατά του το μαντίλι, έβγαλε το πακέτο μάρκας "Γκελιντζίκ" και του έδειξε τα ακαταλαβίστικα γράμματα.
    - Πέρσι, όταν σας μιλήσαμε για την ελονοσία, αυτά είχατε γράψει...
    Αντήχησε ένα ομαδικό γέλιο στο καφενείο. Γέλασαν κι οι ίδιοι...
    - Θέλουμε δασκάλους, λέει ένας χωριάτης. Δε φτάνει ένας δάσκαλος για πέντε τάξεις!
    - Και βέβαια, δε φτάνει, λέει αυτός που σημείωνε στο πακέτο μάρκας "Γένιτζε".
    - Γράφεις λάθος, λέει πάλι ο Ρεσίτ αγάς.
    Βγάζει απ’ το μαντίλι το περσινό άδειο πακέτο της ίδιας μάρκας. Πέρσι, όταν σου μιλήσαμε για το δάσκαλο, εσύ άρχισες να γράφεις "Σουκράν", "Σουκράν", "Σουκράν"!
    Στην αρχή ο ένας και ύστερα οι άλλοι έβαλαν στην τσέπη τους τα πακέτα με τα τσιγάρα.
    - Όλα εδώ είναι γραμμένα, συνέχισε ο Ρεσίτ αγάς. Κοιτάξτε αυτές τις γραμμές, είναι για το εργοστάσιο, αυτές οι καρδιές για το τρένο...
    Σηκώθηκαν κι οι τρεις τους, έτοιμοι να φύγουν.
    - Πρέπει να κόψω το τσιγάρο, είπε ο πρώτος.
    - Και μένα με πειράζει, είπε ο άλλος.
    Ο τρίτος:
    -Πρέπει να το κόψουμε, μας πειράζει.
    Το αυτοκίνητο έφυγε. Οι χωριάτες με τα χέρια στη μέση άρχισαν να γελάνε με την ψυχή τους...
  • ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
  • Αζίζ Νεσίν (1915 – 1995)
    Τούρκος σατιρικός συγγραφέας και πολιτικός ακτιβιστής. Ένας από τους πιο γνωστούς λογοτέχνες της Τουρκίας διεθνώς κι ένα από τα πιο φωτεινά μυαλά της γειτονικής χώρας.

    Τούρκος σατιρικός συγγραφέας και πολιτικός ακτιβιστής. Ένας από τους πιο γνωστούς λογοτέχνες της Τουρκίας διεθνώς κι ένα από τα πιο φωτεινά μυαλά της γειτονικής χώρας.

    Γεννήθηκε ως Μαχμούτ Νουσρέτ Νεσίν στη νήσο Χάλκη της Κωνσταντινούπολης στις 20 Δεκεμβρίου 1915. Αζίζ ήταν το όνομα του πατέρα του, που τον έχασε σε μικρή ηλικία. Μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο και στα 19 του αποφάσισε να ακολουθήσει στρατιωτική καριέρα. Εισήλθε στη Σχολή Ευελπίδων της Τουρκίας και το 1939 ονομάσθηκε ανθυπολοχαγός πεζικού. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1944, δημοσιεύοντας ποιήματα και διηγήματα στη λογοτεχνική σελίδα της εφημερίδας «Μιλιέτ». Ένα χρόνο αργότερα αποτάχθηκε από το στρατό για τις αριστερές του πεποιθήσεις.

    Για να εξασφαλίσει τα προς το ζην άνοιξε μπακάλικο, αλλά γρήγορα αποφάσισε ότι του ταίριαζε καλύτερα η δημοσιογραφία. Δούλεψε ως διορθωτής και συντάκτης ύλης σε εφημερίδες, ενώ τις απόψεις και τις ιδέες του διοχέτευσε στα διάφορα σατιρικά περιοδικά και εφημερίδες, που εξέδωσε μαζί με τον συνάδελφό του Σαμπαχατίν Αλί. Η κοινωνική και πολιτική κριτική που ασκούσε από τα έντυπά του, ενεργοποίησε τα αντανακλαστικά της λογοκρισίας και του εισαγγελέα. Το 1947 φυλακίστηκε επί δεκάμηνο για τις πολιτικές του ιδέες και εξορίστηκε για τέσσερις μήνες. Συνολικά πέρασε πεντέμισι χρόνια στη φυλακή.

    Τον Σεπτέμβριο του 1955 συνελήφθη μαζί με άλλους αριστερούς ως υποκινητής του Πογκρόμ κατά των Ελλήνων της Πόλης. Γρήγορα, η κατηγορία κατέπεσε, αφού ήταν φανερό ότι τα «Σεπτεμβριανά», όπως έμειναν στην ιστορία, τα είχαν οργανώσει οι μηχανισμοί της κυβέρνησης Μεντερές. Την προσωπική του μαρτυρία κατέθεσε στο βιβλίο του «Να κρεμαστούν σαν τα τσαμπιά», το οποίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Καστανιώτη».

    Στις αρχές της δεκαετίας του '70 ο Νεσίν ήταν από τους δημοφιλέστερους συγγραφείς στην Τουρκία και από τους λίγους που μπορούσαν να ζήσουν από το πνευματικό τους έργο, που εκτός από σατιρικά πεζογραφήματα περιλάμβανε θεατρικά έργα, ενθυμήματα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, ποίηση και δοκίμια. Το 1972, με δική του χρηματοδότηση άνοιξε τις πύλες του το Ίδρυμα Νεσίν, που παρείχε τροφή, στέγη και εκπαίδευση σε ορφανά.

    Τη δεκαετία του '80, όταν την Τουρκία κυβερνούσε η χούντα του στρατηγού Εβρέν, ο Νεσίν ύψωσε φωνή διαμαρτυρίας και ανέλαβε την πρωτοβουλία για τη γνωστή «Επιστολή των Διανοουμένων» («Aydünlar Dilekçeci»), που ασκούσε κριτική στο καθεστώς και ζητούσε την επαναφορά της Δημοκρατίας. Ακολούθησε φυσικά δίκη και καταδίκη.

    Τα τελευταία χρόνια της ζωής του αφιερώθηκε στη μάχη κατά του θρησκευτικού φανατισμού και αναδείχθηκε ένας από τους ασυμβίβαστους επικριτές του Ισλάμ. Στις αρχές της δεκαετίας του '90 άρχισε να μεταφράζει τους «Σατανικούς Στίχους» του Σαλμάν Ρούσντι, που ήταν καταδικασμένος σε θάνατο για το βιβλίο του αυτό από ισλαμικό φετφά για προσβολή του Προφήτη Μωάμεθ. Ο Νεσίν έγινε στόχος των ισλαμιστών στην Τουρκία και επικυρήχθηκε από έναν επιχειρηματία με το ποσό των 100.000 δολαρίων.

    Στις 2 Ιουλίου 1993, ενώ παρακολουθούσε μια πολιτιστική εκδήλωση των Αλεβιτών στην πόλη Σιβάς (Σεβάστεια), ένα εξαγριωμένο πλήθος φανατικών μουσουλμάνων πολιόρκησε το ξενοδοχείο και στη συνέχεια το πυρπόλησε. Ο Αζίζ Νεσίν επέζησε, αλλά 37 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Η κυβέρνηση κατηγόρησε δια στόματος της πρωθυπουργού Τανσού Τσιλέρ τον ίδιο τον Νεσίν, επειδή είχε «προκαλέσει το πλήθος».

    Ο Αζίζ Νεσίν με πολλά προβλήματα υγείας άφησε την τελευταία του πνοή στις 6 Ιουλίου 1995. Υπέστη καρδιακή προσβολή την ώρα που υπέγραφε βιβλία του σε βιβλιοπωλείο της Σμύρνης. Ο Αζίζ Νεσίν είναι ένας από τους βασικούς εκπροσώπους του κριτικού ρεαλισμού στα τουρκικά γράμματα. Στην πολιτική και κοινωνική του σάτιρα στηλιτεύει τα τρωτά της τουρκικής κοινωνίας, που δεν είναι και λίγα. Αγαπημένοι του ήρωες είναι οι άνθρωποι του λαού, εργαζόμενοι και άνεργοι.

    Τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις στην Τουρκία και το εξωτερικό. Το 1991 ήλθε στην Αθήνα για να παραλάβει το βραβείο ελληνοτουρκικής φιλίας «Αμπντί Ιπεκτσί». Έργα του έχουν μεταφραστεί σε τριάντα γλώσσες και στα ελληνικά. Το πιο γνωστό είναι ο «Καφές και η Δημοκρατία», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Θεμέλιο».

    Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/

forwoman

Μείνετε ενημερωμένοι. Εγγραφείτε στο Newsletter μας.

Ζώδια - Σχέσεις

Υγεία

Παιδί

Τέχνες

Επικαιρότητα

Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.