Σήμερα, παρότι η πανδημία του κορωνοϊού μαίνεται σε πολλές φτωχές χώρες του πλανήτη, ο πλούσιος κόσμος βρίσκεται στα πρόθυρα μιας μετα-πανδημικής έκρηξης. Οι κυβερνήσεις αίρουν σταδιακά τα περιοριστικά μέτρα, καθώς οι εμβολιασμοί μειώνουν τις νοσηλείες και τους θανάτους από τον κορωνοϊό. Πολλοί έχουν προβλέψει ότι η οικονομία της Αμερικής θα αναπτυχθεί περισσότερο από 6% φέτος, τουλάχιστον τέσσερις εκατοστιαίες μονάδες ταχύτερα από την προ του κορωνοϊού τάση, ενώ και άλλες οικονομίες παρουσιάζουν ασυνήθιστα γρήγορη ανάπτυξη.

Ανάλυση του Economist βασιζόμενη στα στοιχεία για το ΑΕΠ των οικονομιών της Ομάδας του G7 από το 1820 δείχνει ότι μια τέτοια συγχρονισμένη επιτάχυνση σε σχέση με την τάση που προυπήρχε είναι σπάνια – έχει να συμβεί από τη μεταπολεμική έκρηξη της δεκαετίας του 1950.

Η κατάσταση είναι τόσο ασυνήθιστη που οι οικονομολόγοι στρέφονται στην ιστορία για να δουν τί μέλλει γενέσθαι. Τα μέχρι τώρα δεδομένα υποδηλώνουν ότι, μετά από περιόδους μαζικής αναστάτωσης, που οφείλεται σε πολέμους και πανδημίες και όχι σε χρηματοοικονομικούς παράγοντες, το ΑΕΠ ανακάμπτει. Ανακύπτουν τρία βασικά μαθήματα: Πρώτον, ενώ οι άνθρωποι επιθυμούν να βγουν έξω και να κάνουν δαπάνες, η αβεβαιότητα παραμένει. Δεύτερον, οι κρίσεις ενθαρρύνουν τους ανθρώπους και τις επιχειρήσεις να δοκιμάσουν νέους τρόπους για να κάνουν πράγματα, βελτιώνοντας τις δομές της οικονομίας. Τρίτον, ακολουθεί συχνά πολιτική αναταραχή με απρόβλεπτες οικονομικές συνέπειες.

Οσον αφορά στις καταναλωτικές δαπάνες, τα στοιχεία από παλαιότερες πανδημίες δείχνουν ότι κατά τη διάρκεια της χειρότερης φάσης οι άνθρωποι συμπεριφέρονται κατά τον ίδιο τρόπο που συμπεριφέρθηκαν πέρυσι με την πανδημία του Covid-19, συσσωρεύοντας αποταμιεύσεις, καθώς οι ευκαιρίες για δαπάνες εξαφανίζονται. Κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1870, στη διάρκεια της ευλογιάς, το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών της Βρετανίας διπλασιάστηκε. Επίσης, το ποσοστό αποταμίευσης της Ιαπωνίας υπερδιπλασιάστηκε κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1919-20, καθώς η ισπανική γρίπη μαινόταν, οι Αμερικανοί έβαλαν στην άκρη περισσότερα μετρητά από κάθε άλλη περίοδο μέχρι τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, οι αποταμιεύσεις αυξήθηκαν ξανά, με τα νοικοκυριά να συσσωρεύουν πρόσθετη αποταμίευση την περίοδο 1941-45 αντίστοιχη με το 40% του ΑΕΠ.

Η ιστορία προσφέρει επίσης έναν «οδικό χάρτη» για το τι κάνουν οι άνθρωποι όταν η ζωή επανέλθει στο φυσιολογικό. Οι δαπάνες αυξάνονται, βοηθώντας την απασχόληση να ανακάμψει, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν πολλές ενδείξεις υπερβολικής ευφορίας. Η δεκαετία του 1920 δεν ξεκίνησε τόσο έντονα, τουλάχιστον στην αρχή. Την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1920, αφού η απειλή της ισπανικής γρίπης είχε παρέλθει για τα καλά, «το Broadway και η Times Square θύμιζαν περισσότερο παλαιές καλές ημέρες», σύμφωνα με μελέτη, όμως η Αμερική έμοιζε με «άρρωστο και κουρασμένο έθνος». Πρόσφατη μελέτη της Goldman Sachs έδειξε ότι το 1946-49 οι Αμερικανοί καταναλωτές ξόδεψαν μόνο το 20% των των συσσωρευμένων αποταμιεύσεών τους. Αυτές οι επιπλέον δαπάνες βοήθησαν σίγουρα την οικονομική άνθηση μετά τον πόλεμο, αν και οι μηνιαίες αναφορές της κυβέρνησης για την επιχειρηματική κατάσταση στα τέλη της δεκαετίας του 1940 ήταν γεμάτες ανησυχία για επικείμενη επιβράδυνση (και πράγματι η οικονομία τέθηκε σε ύφεση το 1948-49).

Το δεύτερο μεγάλο μάθημα από τις μετα-πανδημικές οικονομικές εκρήξεις έχει να κάνει με την «προσφορά» της οικονομίας – πώς και πού παράγονται αγαθά και υπηρεσίες. Μετά από μια πανδημία, ορισμένοι άνθρωποι μπορεί να είναι πιο πρόθυμοι να δοκιμάσουν νέους τρόπους για να κερδίσουν χρήματα. Οι ιστορικοί πιστεύουν ότι ο Μαύρος Θάνατος έκανε τους Ευρωπαίους πιο τολμηρούς. Το να πάρεις ένα πλοίο και να βάλεις πλώρη για νέα εδάφη φαινόταν κάτι λιγότερο ριψοκίνδυνο τη στιγμή που είχαν πεθάνοι τόσοι πολλοί άνθρωποι. Το «Apollo’s Arrow», βιβλίο του Νικολάου Χριστάκη του Πανεπιστημίου του Γέιλ, δείχνει ότι η πανδημία της ισπανικής γρίπης έδωσε τη θέση της σε «αυξημένη τάση ανάληψης κινδύνων». Πράγματι, μελέτη για το Εθνικό Γραφείο Οικονομικής Έρευνας της Αμερικής, που δημοσιεύθηκε το 1948, έδειξε ότι ο αριθμός των νεοσύστατων επιχειρήσεων αυξήθηκε σημαντικά από τα επίπεδα του 1919. Αντίστοιχα και σήμερα, οι νεοσύστατες επιχειρήσεις αυξάνοται και πάλι στον ανεπτυγμένο κόσμο, καθώς οι επιχειρηματίες προσπαθούν να καλύψουν τα κενά στην αγορά.

Κάποιοι οικονομολόγοι διακρίνουν ακόμη ένα χαρακτηριστικό ανάμεσα στις πανδημίες και στην οικονομία: την αυξανόμενη χρήση της τεχνολογίας για τη διάσωση της αγοράς εργασίας. Οι επικεφαλής των επιχειρήσεων θέλουν να περιορίσουν την εξάπλωση της νόσου μέσω της αυτοματοποίησης καθότι τα ρομπότ δεν αρρωσταίνουν. Μελέτη του ΔΝΤ διαπιστώνει ότι τα πανδημικά γεγονότα επιταχύνουν την υιοθέτηση ρομπότ, ειδικά όταν ο αντίκτυπος στην υγεία είναι σοβαρός και σχετίζεται με σημαντική οικονομική ύφεση. Χαρακτηριστικά, η δεκαετία του 1920 ήταν επίσης μια εποχή ταχείας αυτοματοποίησης στην Αμερική.
Το εάν η αυτοματοποίηση αφανίζει θέσεις εργασίας, αυτό είναι άλλο θέμα. Ορισμένοι πάντες έρευνες υποδηλώνουν ότι οι εργαζόμενοι έχουν καλύτερη τύχη μετά από πανδημίες. Μελέτη της περιφερειακής κεντρικής τράπεζας του Σαν Φρανσίσκο, που δημοσιεύθηκε πέρυσι, έδειξε ότι οι πραγματικοί μισθοί τείνουν να αυξάνονται, βάζοντας τους εργαζομένους σε πιο ισχυρή διαπραγματευτική θέση.

Η αύξηση των μισθών όμως μπορεί να είναι και αποτέλεσμα κοινωνικής αναταραχής και αυτό είναι το τρίτο μεγάλο μάθημα των ιστορικών πανδημιών. Όταν οι άνθρωποι έχουν υποφέρει σε μεγάλο αριθμό, τότε μπορεί να υπάρξουν κάποιες ευνοϊκές αλλαγές προς τους εργαζόμενους. Αυτό φαίνεται να συμβαίνει τώρα: οι διαμορφωτές πολιτικής σε ολόκληρο τον κόσμο ενδιαφέρονται λιγότερο να μειώσουν το δημόσιο χρέος ή να αποτρέψουν τον πληθωρισμό απ΄ό,τι να μειώσουν την ανεργία. Μελέτη από τρεις ακαδημαϊκούς στο London School of Economics διαπιστώνει επίσης ότι ο Covid-19 έχει κάνει τους ανθρώπους σε ολόκληρη την Ευρώπη πιο ευαισθητοποιημένους απέναντι στην ανισότητα.

Πηγή: The Economist 

https://www.moneyreview.gr/