Εχουν κάνει ήδη την εμφάνισή τους οι πρώτες εταιρείες που αναλαμβάνουν να οργανώσουν τη διαμονή όσων επιλέγουν να ζήσουν για λίγο στην Ελλάδα, δουλεύοντας εξ αποστάσεως

Η Ελίζαμπεθ Χάουελ εν μέσω πανδημίας άλλαξε καριέρα και βρέθηκε από την Αλαμπάμα στο... Κουκάκι. Δηλώνει, δε, ενθουσιασμένη.
Μαριάννα Κακαουνάκη

Την περασμένη Τετάρτη η Ελίζαμπεθ Χάουελ παρήγγειλε έναν καπουτσίνο και ετοιμάστηκε για το επαγγελματικό της ραντεβού. Οργάνωσε στην οθόνη της ό,τι αρχείο θα χρειαζόταν και στις έξι το απόγευμα συνδέθηκε μέσω Zoom με τους πελάτες της. «Καλημέρα! Πώς είστε;», τους είπε. Για εκείνους στην Αμερική ήταν πρωί. «Πριν από τέσσερα χρόνια δεν θα μπορούσα με τίποτα να διανοηθώ πως μια μέρα θα δούλευα από ένα καφέ στο Κουκάκι ως σύμβουλος επικοινωνίας», λέει με έντονη αμερικανική προφορά.

Γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια μικρή πόλη της Αλαμπάμα. Μετά το πανεπιστήμιο εργαζόταν –με εξαντλητικά ωράρια– ως δικηγόρος. Η «ελληνική» της ιστορία ξεκίνησε από τη Νεμπράσκα τον Νοέμβριο του 2018: Βρισκόταν εκεί για κυνήγι με την οικογένειά της, χιόνιζε και είχε μείνει στο ξενοδοχείο. Πλησίαζαν τα γενέθλια των 30 και ήθελε να κάνει δώρο στον εαυτό της αυτό που χρόνια ονειρευόταν, ένα ταξίδι στην Ελλάδα. Και πράγματι εκείνο το βράδυ έκλεισε τα εισιτήρια και το επόμενο καλοκαίρι ήρθε. Ενθουσιάστηκε με τη χώρα και γνώρισε τον Νίκο, με τον οποίον κράτησαν επαφή. Ηρθε ξανά για διακοπές, μέχρι που κάποια στιγμή πήρε μια απόλυτα αναπάντεχη απόφαση: να παραιτηθεί από τη δουλειά της και να μετακομίσει εδώ. Θα έκανε ένα διάλειμμα για να σκεφθεί τα επόμενα επαγγελματικά της βήματα, θα περνούσε χρόνο με το αγόρι της και βασικά θα εξερευνούσε τη χώρα που τόσο είχε λατρέψει. «Τι μπορεί να πάει στραβά;», έλεγε στον πατέρα της που αγωνιούσε για την απόφασή της.

Εφτασε στην Ελλάδα στις 18 Φεβρουαρίου 2020. Μία εβδομάδα αργότερα εμφανίστηκαν τα πρώτα κρούσματα του κορωνοϊού και πριν προλάβει να σκεφτεί τι πρέπει να κάνει, ο πλανήτης μπήκε σε lockdown. Ο,τι σχέδιο είχε ακυρώθηκε και ζορίστηκε πολύ. Σαν από μηχανής θεός ένας συμφοιτητής της τής πρότεινε να αναλάβει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μιας εταιρείας στην Αμερική. Ηταν ελάχιστα τα χρήματα, αλλά εκείνη ξεκίνησε με ενθουσιασμό. Σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά, έχει ένα πλούσιο πελατολόγιο στη Γερμανία, την Αφρική και την Αμερική. Και όλα αυτά τα κάνει από το Κουκάκι – ή όπου αλλού βρίσκεται. «Συνεργάζομαι με εταιρείες που προ COVID δεν είχαν την ευελιξία να είμαι στην άλλη άκρη του κόσμου. Είναι ίσως η μοναδική θετική παρακαταθήκη της πανδημίας», σημειώνει.

Αυτή την τάση παρατηρούσε και η Αμερικανή Τάρα Καπέλ –που ασχολείται με τον τουρισμό– και άρχισε να σχεδιάζει τη Sojrn, μια startup που ουσιαστικά φροντίζει τα πάντα για επίδοξους ψηφιακούς νομάδες. Επειτα από έρευνα κατέληξε στις εννέα χώρες που θα τους πρότεινε και η Ελλάδα ήταν μέσα σε αυτές. «Κατ’ αρχάς γιατί λατρεύω τη χώρα σας αλλά και γιατί είχα εκεί συνεργάτες που εμπιστευόμουν. Επίσης έχετε καλό WiFi και πολλές επιλογές για διαμονή», εξηγεί.


Η Sojrn είναι μια startup που ουσιαστικά φροντίζει τα πάντα για τους επίδοξους ψηφιακούς νομάδες. Από χρηστικά ζητήματα, π.χ. να τους βρει χώρο διαμονής, έως οργάνωση μαθημάτων παραδοσιακών χορών, επισκέψεις σε αρχαιολογικούς χώρους, εκδρομές σε ελληνικά νησιά κ.λπ.
Δέκα στο Παγκράτι

«Πριν από τέσσερα χρόνια δεν θα μπορούσα με τίποτα να διανοηθώ πως μια μέρα θα δούλευα από ένα καφέ στο Κουκάκι ως σύμβουλος επικοινωνίας».

Πέρυσι τέτοιο καιρό, δέκα νομάδες εγκαταστάθηκαν στο Παγκράτι. Την πρώτη ημέρα βρέθηκαν με την «οικοδέσποινά» τους, Χαρά Παπαδουκάκη. Περπάτησαν στη γειτονιά, τους σύστησε τον μανάβη, τους έδειξε τη στάση του λεωφορείου και τους έδωσε πρακτικές συμβουλές – από το εάν πίνεται το νερό μέχρι το τι να κάνουν το χαρτί της τουαλέτας. Κάθισαν για πρωινό και εκεί γνωρίστηκαν καλύτερα – είπαν τι δουλειά κάνει ο καθένας (δικηγόρος, τραπεζίτης, συγγραφέας, λομπίστρια, υψηλόβαθμα στελέχη και σύμβουλοι επιχειρήσεων) και τα ωράριά τους. Το δυσκολότερο το είχε ο Τζακ που εργαζόταν για τη Sony Pictures στο Λος Αντζελες και δούλευε μέχρι τις 3 το πρωί. Oλοι είχαν εγκαταστήσει στο κινητό τους μια εφαρμογή όπου έβλεπαν τις δραστηριότητες κάθε ημέρας πριν πιάσουν δουλειά: από μάθημα ελληνικού χορού, γιόγκα στον Εθνικό Κήπο ή μάθημα φιλοσοφίας. Οσο περνούσε ο καιρός τα μέλη της ομάδας έκαναν και το δικό τους πρόγραμμα. Η Τάρα ανέβαινε συχνά στην Ακρόπολη και έπινε εκεί τον πρωινό καφέ ή πήγαιναν για γυμναστική στο Καλλιμάρμαρο. Αργά το βράδυ, μετά τη δουλειά, έβγαιναν και κάθε Σαββατοκύριακο οργάνωναν εκδρομές.

Το κόστος συμμετοχής τους ξεκινούσε από 4.000 δολάρια τον μήνα και συμπεριελάμβανε διαμονή, πρόσβαση σε χώρο εργασίας, δραστηριότητες αλλά και υποστήριξη από τη Χαρά και την ομάδα της Sojrn σε οτιδήποτε προέκυπτε. Από το να φτιάξουν τη σύνδεση Ιντερνετ (αρκετά συχνό φαινόμενο) ή να δουν τι συνέβη όταν έπεσε ο γενικός στην πολυκατοικία (τελικά έφταιγε ο Ντάνιελ που δούλευε για τη Wall Street και χρησιμοποιούσε και δικά του μόντεμ γιατί φοβόταν μη μείνει χωρίς σύνδεση). Η Χαρά είχε χρειαστεί να ψάξει καινούργιο στρώμα για μια κοπέλα, να επιστρέψει ελαττωματικά παπούτσια, αλλά και να μαλώσει μέσω τηλεφώνου με έναν ταξιτζή που ήθελε να χρεώσει 20 ευρώ για τη διαδρομή Σύνταγμα – Παγκράτι. Στο τελευταίο ομαδικό δείπνο, πάντως, ήταν όλοι ενθουσιασμένοι και έκαναν σχέδια να επιστρέψουν. Και πράγματι, τέσσερις ήδη το έχουν κάνει.

Η Ιωάννα Δρέττα, επικεφαλής της Marketing Greece (της εταιρείας του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων και του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος με σκοπό την προβολή του τουρισμού), θυμάται πως από τις πρώτες κιόλας συζητήσεις με στελέχη της κυβέρνησης για τους ψηφιακούς νομάδες, όλοι συμφωνούσαν πως είναι ένα κοινό με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Οχι μόνο επειδή ενισχύουν την οικονομία, αλλά γιατί γίνονται οι καλύτεροι πρεσβευτές της χώρας. Πέρυσι τέτοιον καιρό με την ομάδα της συγκέντρωσαν κεφάλαια (από Aegean, Cosmote και Εurobank) και δημιούργησαν την ιστοσελίδα workfromgreece.gr, στην οποία υπάρχουν όλες οι πληροφορίες, δελεαστικές αλλά και πρακτικές. Παρότι δεν υπάρχουν καταγεγραμμένα νούμερα για το πόσοι έχουν έρθει στην Ελλάδα με αυτόν τον σκοπό, παρακολουθούν με ενδιαφέρον την επισκεψιμότητα στην ιστοσελίδα. Πρώτοι είναι οι Αμερικανοί, μετά οι Ρώσοι και οι Βρετανοί. Υπάρχει ιδιαίτερη κινητικότητα μετά το καλοκαίρι αλλά και έπειτα από συγκεκριμένα γεγονότα – όπως, π.χ., από Ρώσους όταν ανακοίνωσε ο Πούτιν πως θα γίνει επιστράτευση.

Καθημερινά δέχονται ερωτήσεις από ενδιαφερομένους. Για το πού υπάρχουν κοινότητες από άλλους νομάδες (εκτός από την Αθήνα υπάρχουν στα Χανιά, στον Βόλο και στο Πήλιο). Ζητούν διευκρινίσεις ή βοήθεια. Κάποια προξενεία δεν γνωρίζουν καν την ύπαρξη της digital nomad visa που θέσπισαν το 2021 τα υπουργεία Εξωτερικών και Μετανάστευσης για να διευκολύνουν πολίτες τρίτων χωρών. Αλλοι αναρωτιούνται εάν πράγματι πρέπει το καθαρό τους εισόδημα να υπερβαίνει τα 3.500 ευρώ τον μήνα για να βγάλουν τη βίζα (είναι πράγματι προαπαιτούμενο).

 

Γραφειοκρατία

Οποιος πληροί τις προϋποθέσεις για τη βίζα και θελήσει να μείνει παραπάνω από δύο χρόνια θα πρέπει να βγάλει άδεια παραμονής. Η Ελίζαμπεθ από την Αλαμπάμα, που πλέον ζει στο Κουκάκι, όταν χρειάστηκε να το κάνει ανέλαβε ο Νίκος όλη τη διαδικασία χωρίς εκείνη να δυσκολευτεί σε κάτι. Ομως η εμπειρία άλλων που μίλησαν στην «Κ» ήταν διαφορετική. Η Κέιτ από την Αγγλία ξεκίνησε στα τέλη του 2020 την προσπάθεια να βγάλει τα χαρτιά της. Εχοντας προσπαθήσει –μάταια– να κλείσει μέσω τηλεφώνου ραντεβού στην αρμόδια υπηρεσία, πήγε από εκεί, αλλά δεν τη δέχονταν. Κάλεσε μπροστά τους το νούμερο και όταν τους απέδειξε πως κανείς δεν απαντάει, την άφησαν να μπει. Πριν καν δουν τι έγγραφα είχε συγκεντρώσει, της έδωσαν ένα τυπωμένο χαρτί με τα απαιτούμενα. Με έκπληξη είδε πως ήταν οδηγίες για… συνταξιούχους (ο εκτυπωτής είχε τυπώσει μόνο την πρώτη από τις τρεις σελίδες). Παρότι δεν της ήταν ξεκάθαρο τι έπρεπε να συγκεντρώσει, βρήκε τις προϋποθέσεις από την αντίστοιχη σελίδα της αγγλικής κυβέρνησης – τα κατέθεσε, αλλά της ζητούσαν μια σειρά από δικαιολογητικά που τελικά δεν χρειάζονταν. Σε άλλη επικοινωνία, ο αστυνομικός δεν μιλούσε αγγλικά, ενώ στην πορεία τής ανακοίνωσαν πως δεν δέχονται το ότι ο σπιτονοικοκύρης δεν ήταν ιδιοκτήτης, αλλά υπενοικίαζε το σπίτι σε εκείνη (τελικά ζήτησε από μια φίλη της να δηλώσει πως τη φιλοξενεί). Θυμάται και άλλους σαν εκείνη, συνήθως συνοδευόμενους από δικηγόρο, να ταλαιπωρούνται στην προσπάθειά τους να κάνουν την Ελλάδα σπίτι τους. «Νιώθαμε πως ήθελαν να μας αποτρέψουν», θυμάται. Χρειάστηκαν πάνω από έξι μήνες για να βγει η άδεια, αλλά δεν πτοήθηκε. Συνεχίζει να εργάζεται από την Ελλάδα: τα καλοκαίρια από τη Μήλο και τον χειμώνα από την Αθήνα διευθύνει μια επιτυχημένη startup με έδρα το Λονδίνο.


Ο Γιώργος Ρεμπούσης είναι προγραμματιστής και εργάζεται από την Αθήνα για μια εταιρεία στην Αγγλία – πάντα υπό το άγρυπνο βλέμμα του Οζι.
Και Ελληνες που δουλεύουν έξω χωρίς να μεταναστεύσουν
Η νέα τάση στα εργασιακά δεν αφορά βέβαια μόνο τους ξένους αλλά και Ελληνες που πλέον έχουν την ευκαιρία να δουλεύουν από εδώ για το εξωτερικό. Ενας από αυτούς είναι ο Γιώργος Ρεμπούσης. Σε διάφορες φάσεις είχε σκεφτεί πως θα ήταν καλό για την καριέρα του να μεταναστεύσει (είναι προγραμματιστής) αλλά δυσκολευόταν να πάρει την απόφαση. Οταν όμως το τμήμα της εταιρείας που εργαζόταν έκλεισε, ξεκίνησε να ψάχνει στην Αμερική, στην Αγγλία και στη Γερμανία αλλά από την Ελλάδα. Επιασε αμέσως δουλειά σε μια επιχείρηση στην Αγγλία (από τους εννέα συναδέλφους της παλιάς του ομάδας, οι οκτώ βρήκαν δουλειά εξ αποστάσεως, ενώ ο ένατος μετακόμισε στην Ολλανδία).

Ο Γιώργος δεν θεωρείται ψηφιακός νομάς, αλλά σε απομακρυσμένη εργασία. Δεν έχει αλλάξει τίποτα στο φορολογικό του καθεστώς. Η αγγλική εταιρεία έχει συνάψει συμβόλαιο με μια εταιρεία στην Ελλάδα, η οποία τον έχει προσλάβει. Είναι όμως μάλλον μία από τις εξαιρέσεις. Στη νομοθετική πρωτοβουλία για όσους εργάζονται εξ αποστάσεως δεν έχει καθοριστεί ακόμη το πλαίσιο για τον φορολογικό και ασφαλιστικό τους χειρισμό, αφήνοντας έτσι ένα σημαντικό νομοθετικό κενό.

Ο κ. Ρεμπούσης μάς εξηγεί πως υπάρχει ευελιξία στο ωράριό του – «αρκεί να είσαι συνεπής». Παρότι πολλές φορές του λείπει το δέσιμο με τους συναδέλφους που είχε όταν δούλευε σε γραφείο, βλέπει πως οι νέοι εργοδότες προσπαθούν να το πετύχουν ακόμα και σε αυτή τη νέα εργασιακή πραγματικότητα. Σύντομα θα ταξιδέψει στην αγγλική επαρχία για να γνωριστεί καλύτερα με την ομάδα του. Θα φυτέψουν δέντρα, θα κάνουν διαλογισμό και πολλές συζητήσεις. Αλλά όμως και στην καθημερινότητά τους, πέρα από τις διαδικτυακές βραδιές με κουίζ ή επιτραπέζια και τη λέσχη βιβλίου, κάθε εβδομάδα έρχεται σε όλους το λεγόμενο «ντόνατ». Ενα λινκ το οποίο πρέπει να πατήσουν και για μισή ώρα να γνωρίσουν καλύτερα έναν συνάδελφό τους. Την περασμένη εβδομάδα ο Γιώργος βρέθηκε να μιλάει με μια Πορτογαλίδα για την Ανδρο – το νησί καταγωγής του, το μωρό που περιμένει και τον Οζι, τον σκύλο του που έχει γίνει η μασκότ στα ζουμ.

https://www.kathimerini.gr/s