Φεβρουαρίου 17, 2019

Πορτραίτα

Ήταν 27 Απριλίου του 1941, ημέρα που τα γερμανικά στρατεύματα μπαίνουν στην Αθήνα. Η Πηνελόπη Δέλτα βρίσκεται στο σπίτι της, καταπονημένη από την ασθένεια και από έναν βαθύ ανεκπλήρωτο έρωτα που τη βασανίζει για χρόνια.

Η απόφαση είναι ειλημμένη. Η μεγάλη συγγραφέας των παιδικών μας χρόνων πίνει δηλητήριο. Βασανίζεται για πέντε ημέρες, μέχρι να την εγκαταλείψει κάθε ίχνος ζωής. Αφήνει την τελευταία της πνοή στις 2 Μαΐου, μαζί με ένα σημείωμα.

«Παιδιά μου, ούτε παπά, ούτε κηδεία. Παραχώστε με σε μια γωνιά του κήπου, αλλά μόνο αφού βεβαιωθείτε ότι δεν ζω πια. Φροντίστε τον πατέρα σας. Τον φιλώ σφιχτά. Π.Σ. Δέλτα»

Η Πηνελόπη Δέλτα, αδελφή του Αντώνη Μπενάκη, γεννήθηκε το 1874 και ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά του Εμμανουήλ Μπενάκη (μεγαλέμπορο βαμβακιού) και της Βιργινίας Χωρέμη.

Την παιδική και εφηβική της ηλικία πέρασε στην Αλεξάνδρεια, με πολλά ταξίδια στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το μεγαλοαστικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε της παρείχε κάθε δυνατότητα για παιδεία και πνευματική καλλιέργεια, ενώ η αυταρχική ανατροφή, κυρίως της μητέρας της, διαμόρφωσε μία εύθραυστη προσωπικότητα που αρκετές φορές θεωρούσε ως μόνη διέξοδο το θάνατο. Η Πηνελόπη έμαθε ξένες γλώσσες, ζωγραφική και ανάγνωση και ήταν μια υποδειγματική κόρη. Υποχρεούνταν να εμφανίζεται στις κοσμικές συγκεντρώσεις της ελληνικής παροικίας, τις οποίες ωστόσο βαριόταν αφόρητα.
27 Απριλίου του 1941 η Πηνελόπη Δέλτα παίρνει δηλητήριο αφήνοντας μια λιτή, σπαρακτική επιστολή

Μόλις στα 21 της χρόνια κι ενώ η οικογένεια Μπενάκη ήρθε προσωρινά στην Αθήνα, ο θείος της, τη γνώρισε με τον Στέφανο Δέλτα έναν πλούσιο Φαναριώτη βαμβακέμπορο, και επέμεινε να τον παντρευτεί. Η Πηνελόπη εκδήλωσε την άρνησή της με μια απόπειρα αυτοκτονίας. Η κίνησή της αυτή δεν συγκίνησε τη σκληρή οικογένεια και ο γάμος έγινε, ακριβώς όπως είχε προγραμματιστεί.Με τον Στέφανο Δέλτα απέκτησαν τρεις κόρες, τη Σοφία (μετέπειτα Μαυροκορδάτου), τη Βιργινία (μετέπειτα Ζάννα) και την Αλεξάνδρα (μετέπειτα Παπαδοπούλου). Η Πηνελόπη Δέλτα ήταν υποδειγματική μητέρα. Αγαπούσε και φρόντιζε τα παιδιά της ενώ στεκόταν στο πλευρό του συζύγου της με την αυστηρότητα που όριζε η ηθική της. Τον ακολουθούσε στις κοσμικές εκδηλώσεις και σε συγκεντρώσεις όπου απαιτούνταν η παρουσία της. Αυτή ήταν και η αφορμή να έθει σε επαφή με τα πιο λαμπρά μυαλά των διανοουμένων της εποχής.
27 Απριλίου του 1941 η Πηνελόπη Δέλτα παίρνει δηλητήριο αφήνοντας μια λιτή, σπαρακτική επιστολή

Στην Αλεξάνδρεια επέστρεψαν το 1905. Τότε ήταν η χρονιά που η Πηνελόπη Δέλτα γνώρισε τον Ίωνα Δραγούμη, υποπρόξενο της Ελλάδας στην Αλεξάνδρεια. Ερωτεύτηκαν αμέσως και η φύση του ειδυλλίου τροφοδότησε ένα έντονο πάθος και μια πλατωνική-δίχως αύριο αγάπη. Ο ανεκπλήρωτος έρωτας θα κρατούσε για αρκετά χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων η Δέλτα έκανε δύο ακόμα απόπειρες αυτοκτονίας. Ομολόγησε τα πάντα στον σύζυγό της για να είναι ειλικρινής απέναντι στον εαυτό της, αλλά δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Δε μπορούσε να αντιταχθεί στις κοινωνικές επιταγές και την υποχρέωσή της απέναντι στα παιδιά της και προσπάθησε να βάλει τίτλους τέλους στη σχέση της με τον Δραγούμη.27 Απριλίου του 1941 η Πηνελόπη Δέλτα παίρνει δηλητήριο αφήνοντας μια λιτή, σπαρακτική επιστολή

Το 1912, η γνωριμία και ο έρωτας του Δραγούμη με τη Μαρίκα Κοτοπούλη, θα της δώσει το τελειωτικό χτύπημα. Από τότε, η Πηνελόπη Δέλτα θα ντυθεί στα μαύρα, μέχρι το τέλος της ζωής της.

Επιστολή της Πηνελόπης Δέλτα στον Ίωνα Δραγούμη (27 Ιουλίου 1906)

«Μένω ακόμη ένα χρόνο, σου το έγραψα· αν με θέλεις ύστερα, αν δεν αλλάξεις, Ιων μου, αν θέλεις τότε, πάρε με… Και τώρα όμως αν με ήθελες δεν θα μπορούσα να σου πω πια όχι· τώρα δεν ξέρω πια τι θα πει τιμή και λόγος και όρκος· ξέρω πως στον κόσμο κάπου ζεις εσύ, πως μ’ αγαπάς ακόμη, πως εσύ μπορείς να γίνεις δικός μου όποταν σε φωνάξω. Ιων μου, δεν σε φωνάζω· μα αν με θελήσεις ποτέ, ξέρεις πού είμαι· σε περιμένω πάντα και σ’ αγαπώ σαν Μήδεια, είσαι το μόνο δίλημμα που ζει μέσα μου με φρικτή ένταση· τ’ άλλα όλα πέθαναν, η αγάπη σου τα σκότωσε! Μη με φοβηθείς· αγαπώ άγρια, μα αγαπώ με φοβερή tendresse το χλωμό παιδί που με φίλησε στο στόμα εκεί στα πεύκα. Ιων μου, θα πεις πως είμαι τρελή, και το ξέρω, μα όπως εκείνο το βράδυ, που πρώτη φορά με ξανάβλεπες, ύστερα από την πρώτη απόπειρα, ήσουν «τρελός για μένα», έτσι κι εγώ είμαι τρελή για σένα… Και μεθώ και δεν ξέρω πια να λογαριάσω τι θα πει «τιμή» και «λόγος». Ξέρω μόνο πως σ’ αγαπώ, τ’ ακούς, Ιων; σ’ αγαπώ άγρια και θέλω την αγκαλιά σου και το στόμα σου που φιλεί φρικτά, σε θέλω όλον, όλον, δικό μου για πάντα, και πονώ αλύπητα και ανυπόφορα, και μ’ έρχεται να φύγω απόψε, πριν από το γράμμα μου, να μη σου μιλήσω πια, να μη σου γράψω «σ’ αγαπώ», μόνο να έλθω εκεί, να ορμήσω στο σπίτι σου, να χυθώ στο λαιμό σου, και χωρίς λέξη, να πνίξω την αναπνοή σου, φιλώντας σε στο στόμα, ως που να κλείσεις τα μάτια σου και να πέσει το κεφάλι σου στον ώμο μου, χλωμό και αποκαμωμένο, μισοπεθαμένο από συγκίνηση και πόνο και χαρά που σκοτώνει. Το ξέρω πως είμαι τρελή· μα η αγάπη κάποιον τρελαίνει…».

Με το Γάλλο βυζαντινολόγο Γκυστάβ Σλυμπερζέ, θα έχουν μακρόχρονη αλληλογραφία με την οποία, η Πηνελόπη Δέλτα έλαβε τη βοήθεια που χρειαζόταν για να γράψει τα μυθιστορήματά της σχετικά με τη βυζαντινή ιστορία. Η Δέλτα που είχε μετακομίσει στη Φρανκφούρτη το 1906 εξέδωσε το πρώτο της μυθιστόρημα, με τίτλο «Για την Πατρίδα», 1909. Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και σύντομα ακολουθεί και το δεύτερο μυθιστόρημά της, «Τον Καιρό του Βουλγαροκτόνου». Το στρατιωτικό κίνημα στου Γουδή το 1909 την ενέπνευσε να γράψει το «Παραμύθι χωρίς όνομα» 1911 ένα από τα ωραιότερα μυθιστορήματά της.
27 Απριλίου του 1941 η Πηνελόπη Δέλτα παίρνει δηλητήριο αφήνοντας μια λιτή, σπαρακτική επιστολή

Tο 1916 η οικογένειά της εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Kηφισιά όπου ο πατέρας της Δέλτα, Εμμανουήλ Μπενάκης, είχε εκλεγεί δήμαρχος. Τότε η Πηνελόπη Δέλτα άρχισε να συλλέγει υλικό για τον Mακεδονικό Aγώνα. Το 1918 πήρε μέρος σε δύο αποστολές στην Ανατολική Μακεδονία για να βοηθήσει παλινοστούντες ομήρους από τη Βουλγαρία. Η δολοφονία του Iωνα Δραγούμη, το 1920, από ένα εκτελεστικό απόσπασμα φανατικών βενιζελικών υπό τις διαταγές του ίδιου του πατέρα της, θα την αφήσει ένα ψυχολογικό ράκος. Πέντε χρόνια αργότερα την χτυπά αλύπητα η πολυομυελίτιδα, καθηλώνοντάς την σε αναπηρικό αμαξίδιο. Έζησε έτσι για 16 χρόνια και στο τέλος λύγισε. Πήρε το δηλητήριο σαν σήμερα το 1941 και πέθανε στις 2 Μαΐου. Στον τάφο της, στον κήπο του σπιτιού της, χαράχτηκε η λέξη ΣIΩΠH. Το έργο της Πηνελόπης Δέλτα είναι ένα από τα πιο σημαντικά όχι μόνο στην ελληνική αλλά και στην παγκόσμια λογοτεχνία.

Πορτραίτα

Ρόζα Λούξεμπουργκ
1871 – 1919


Γερμανίδα επαναστάτρια, εβραιοπολωνικής καταγωγής, από τις γυναίκες που σημάδεψαν με την δράση και το έργο τους τον 20ο αιώνα. «Η κόκκινη Ρόζα» ήταν από τους συνιδρυτές του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Πολωνίας και της Ένωσης Σπάρτακος, που εξελίχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας. Η Λούξεμπουργκ ανέπτυξε μια θεώρηση του μαρξισμού, που έδινε έμφαση στην δημοκρατία και την επαναστατική δράση για την πραγματοποίηση του σοσιαλισμού. Η θεωρία της αυτή την έφερε σε αντίθεση τόσο με τους γερμανούς σοσιαλδημοκράτες, όσο και με τους λενινιστές. Δολοφονήθηκε από παρακρατικά στοιχεία, μαζί με τον συναγωνιστή της Καρλ Λίμπκνεχτ, κατά την εξέγερση των Σπαρτακιστών τον Ιανουάριο του 1919.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ γεννήθηκε στις 5 Μαρτίου 1871 στο Ζάμοστς της Ρωσίας (σήμερα στην Πολωνία) και ήταν το νεότερο από τα πέντε παιδιά μιας μεσοαστικής εβραϊκής οικογένειας. Από τα μαθητικά της χρόνια αναμίχθηκε σε παράνομες πολιτικές δραστηριότητες και το 1889, σε ηλικία 18 ετών, μετανάστευσε στη Ελβετία και συγκεκριμένα στην Ζυρίχη, όπου σπούδασε νομικά και πολιτική οικονομία, αποκτώντας το διδακτορικό της δίπλωμα το 1898.

Κατά την διάρκεια των σπουδών της ήρθε σε επαφή στο διεθνές σοσιαλιστικό κίνημα και γνώρισε σημαντικούς εκπροσώπους της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας, όπως Γκεόργκι Πλεχάνοφ και ο Πάβελ Άξελροντ. Μαζί με τον συμφοιτητή και αιώνιο εραστή της, Λέο Γιόγκιχες, έθεσε σε αμφισβήτηση τόσο τους Ρώσους όσο και τους πολωνούς σοσιαλιστές, που είχαν ταχθεί υπέρ της πολωνικής ανεξαρτησίας. Γι’ αυτήν, ο εθνικισμός και η εθνική ανεξαρτησία ήταν οπισθοδρομικές παραχωρήσεις στον ταξικό εχθρό, την αστική τάξη. Ήταν υπέρμαχος του σοσιαλιστικού διεθνισμού και διαφωνούσε με τον Λένιν σχετικά με τη θεωρία του για την εθνική αυτοδιάθεση. Αυτή και οι συνεργάτες της ίδρυσαν το Πολωνικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, από το οποίο προήλθε ο πυρήνας του μετέπειτα Πολωνικού Κομμουνιστικού Κόμματος.

Το 1898, αφού παντρεύτηκε τον Γκούσταφ Λίμπεκ για να αποκτήσει γερμανική υπηκοότητα, εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο για να εργαστεί στο Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD). Σχεδόν αμέσως ενεπλάκη στις πολιτικές διαμάχες που ταλάνιζαν το μεγαλύτερο και ισχυρότερο κόμμα της Β’ Διεθνούς. Ο ρεφορμιστής Έντουαρντ Μπερνστάιν, ο πατέρας της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας, υποστήριζε ότι ο Μαρξ ήταν ξεπερασμένος και ότι ο σοσιαλισμός σε κράτη με υψηλό επίπεδο εκβιομηχάνισης θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μέσω της κοινοβουλευτικής οδού και την συνδικαλιστική πίεση στο κατεστημένο. Η Λούξεμπουργκ απέρριψε την θεώρηση αυτή του Μπερνστάιν, στο βιβλίο της «Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση;», στο οποίο υποστήριζε την αναγκαιότητα της επανάστασης, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι ο κοινοβουλευτισμός δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια αστική απάτη. Με την άποψή της συντάχθηκε και ο Καρλ Κάουτσκι, ο θεωρητικός ηγέτης της Β Διεθνούς,έτσι που η αναθεωρητική άποψη του Μπερνστάιν να είναι μειοψηφική στο διεθνές σοσιαλιστικό κίνημα.

Η Ρωσική Επανάσταση του 1905, διέψευσε κάποια από τα πιστεύω της Λούξεμπουργκ. Μέχρι τότε θεωρούσε ότι η Γερμανία ήταν η χώρα στην οποία ήταν περισσότερο πιθανό να γεννηθεί η παγκόσμια επανάσταση. Τώρα πλέον πίστευε ότι θα μπορούσε να ξεσπάσει στη Ρωσία. Πήγε στη Βαρσοβία, συμμετείχε στον αγώνα, συνελήφθη και φυλακίστηκε. Από την εμπειρία αυτή γεννήθηκε η θεωρία της για την επαναστατική μαζική δράση, που εξέθεσε στο κείμενό της «Μαζική απεργία, κόμμα και συνδικάτα». Η Λούξεμπουργκ πίστευε τώρα ότι η μαζική απεργία θα μπορούσε να ριζοσπαστικοποιήσει τους εργάτες και να αποτελέσει το σημαντικότερο μέσο τού προλεταριάτου για την επίτευξη της σοσιαλιστικής νίκης. Σε αντίθεση με τον Λένιν, υποτιμούσε την ανάγκη συμπαγούς κομματικής δομής, πιστεύοντας ότι η οργάνωση θα μπορούσε να προκύψει κατά φυσικό τρόπο από τον αγώνα. Για τον λόγο αυτό, κατ’ επανάληψη επικρίθηκε έντονα από τα ορθόδοξα κομμουνιστικά κόμματα.

Μετά την απόλυσή της από τη φυλακή της Βαρσοβίας, δίδαξε στη σχολή τού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος στο Βερολίνο (1907-1914), όπου έγραψε το βιβλίο «Η συσσώρευση τού κεφαλαίου» . Στην ανάλυση αυτή περιγράφει τον ιμπεριαλισμό και το αποτέλεσμα δυναμικής επέκτασης του καπιταλισμού στις υπανάπτυκτες περιοχές του κόσμου. Την περίοδο αυτή διέκοψε εντελώς τη σχέση της με την επίσημη κομματική ηγεσία των Άουγκουστ Μπέμπελ και Καρλ Κάουτσκι, οι οποίοι διαφωνούσαν με την αδιάκοπες εκκλήσεις της για την ριζοσπαστικοποίηση των μαζών.

Με την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα υποστήριξε τη γερμανική κυβέρνηση, απόφαση με την οποία διαφώνησε η Λούξεμπουργκ, περνώντας αμέσως στην αντιπολίτευση. Συμμάχησε με τον Καρλ Λίμπκνεχτ και άλλα ριζοσπαστικά στοιχεία της αριστερής πτέρυγας και σχημάτισαν την Ένωση Σπάρτακος, που είχε ως αποκλειστικό στόχο να θέσει με επανάσταση τέλος στον πόλεμο και να εγκαθιδρύσει προλεταριακή κυβέρνηση. Τα μέλη της ήταν γνωστοί και ως «Σπαρτακιστές».

Το θεωρητικό θεμέλιο της οργάνωσης ήταν το φυλλάδιο της Λούξεμπουργκ «Η κρίση της σοσιαλδημοκρατίας» (1916), γραμμένο στη φυλακή με το ψευδώνυμο Γιούνιους. Στο κείμενο αυτό συμφωνούσε με τον Λένιν, υποστηρίζοντας την ανατροπή της κυβέρνησης και τον σχηματισμό μιας νέας Διεθνούς, ισχυρής και ικανής να εμποδίσει μια καινούρια μαζική σφαγή. Η πραγματική επιρροή τής Ένωσης Σπάρτακος κατά τον πόλεμο παρέμενε, ωστόσο, μικρή.

Μετά την απελευθέρωσή τους από τη φυλακή κατά την επανάσταση του Νοεμβρίου του 1918, η Λούξεμπουργκ και ο Λίμπκνεχτ άρχισαν αμέσως να κινητοποιούν δυνάμεις για να στρέψουν την επανάσταση προς τα αριστερά. Ασκούσαν σημαντική επίδραση στο κοινό και ήταν καθοριστικός παράγοντας σε πολλές ένοπλες συγκρούσεις στο Βερολίνο. Όπως οι Μπολσεβίκοι, η Λούξεμπουργκ και ο Λίμπκνεχτ ζητούσαν την ανάληψη τής πολιτικής εξουσίας από τα σοβιέτ εργατών και στρατιωτών, αλλά εξουδετερώθηκαν από το συντηρητικό σοσιαλιστικό κατεστημένο και τον στρατό.

Στα τέλη Δεκεμβρίου του 1918, ίδρυσαν το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα (KPD), και πρώτο μέλημα της Λούξεμπουργκ ήταν να προσπαθήσει να περιορίσει την μπολσεβίκικη επιρροή σ’ αυτή τη νέα οργάνωση. Πράγματι, στο κείμενό της «Η Ρωσική Επανάσταση» άσκησε δριμύτατες επικρίσεις στο κόμμα τού Λένιν για τις θέσεις του για το αγροτικό πρόβλημα και για το ζήτημα της εθνικής αυτοδιάθεσης καθώς και για τις δικτατορικές και τρομοκρατικές μεθόδους του. Η Λούξεμπουργκ παρέμενε πάντοτε πιστή στη δημοκρατία και ήταν αντίθετη προς τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό του Λένιν.

Δεν μπόρεσε ποτέ, ωστόσο, να ασκήσει αποφασιστική επιρροή στο νέο κόμμα. Αυτή και ο Λίμπκνεχτ δολοφονήθηκαν στις 15 Ιανουαρίου 1919 από παρακρατικές ακροδεξιές ομάδες, που βρίσκονταν στην υπηρεσία του σοσιαλδημοκράτη καγκελάριου Φρίντριχ Έμπερτ, κατα την διάρκεια της εξέγερσης των Σπαρτακιστών.

Πορτραίτα

«Αντίο» στον Θέμο ......Ένα παιδί μετράει τα άστρα
Ένα ζεστό χαμόγελο που έχασκε πάντα μαζί με την υπόσχεση ότι όλα, ο,τι και να γίνει θα πάνε καλά, μια σοκολάτα και μια τεράστια αγκαλιά είναι αυτά που κρατάω σαν την πιο πολύτιμη περιουσία μου από τον Θέμο. Τον Θέμο μου.

Τον Θέμο όλων όσοι δουλέψαμε μαζί του, αν και η λέξη δουλειά δεν ταίριαζε σε αυτό το σαρωτικό πνεύμα που μας πήρε μαζί του, ένα ωραίο πρωινό, πριν από 13 χρόνια-γαμώ το γρουσούζικο αριθμό Θέμο μου-και σαν τρέλα ή σαν παράλογη δημοσιογραφική αποκοτιά μας έβαλε στη δίνη που λέγεται «Πρώτο Θέμα». Αυτό ήταν που τον έτρεφε σαν μια αστείρευτη πηγή από ιδέες για έναν κόσμο που δεν θα έμενε ποτέ κρυφός ή σαν ένα καταφύγιο για όλα εμάς τα ανέστια και ανένταχτα πλάσματα που βρεθήκαμε κοντά του. Γιατί δεν ξέρω κανέναν ποτέ που να σεβάστηκε όλα μου τα ελαττώματα αφήνοντας μου την ελευθερία να γράφω ακόμα και κείμενα σαν αυτό εδώ-γιατί Θέμο μου;-και δίνοντας μου πάντα το κίνητρο να γίνω αυτό που δεν φοβόμουν να φανταστώ.

Να κρατήσω με θάρρος την πένα μου, να βρεθώ στην πρώτη γραμμή, να μη φοβηθώ, να πάρω όλα τα αεροπλάνα του κόσμου, να αναπνεύσω ελευθερία, να τσακωθώ βίαια ακόμα και με τον ίδιο, να χτυπήσω την πόρτα πίσω μου και μετά από μιάμιση ώρα να κάθομαι μαζί του στο πάτωμα τρώγοντας παγωτό και γεμίζοντας τα φρεσκοβαμμένα χείλη με σοκολάτες. Μετά από ένα καυγά μας, του είχα πάει ένα βιβλίο με συμβουλές του Νίτσε-μου ανταπέδωσε φέρνοντας μου κόκκινα-σαν τις ιδέες στο κεφάλι μου όπως έλεγε-μακαρόν.

Ήταν ο μόνος άνθρωπος που μπορούσα να μπω απροειδοποίητα στο γραφείο του πρωινιάτικα με μια σακούλα με τυρόπιτες, ένα μίλκο και μια στίβα από βιβλία και περιοδικά-ναι, έχουμε μιλήσει και για το Κομμουνιστικό Μανιφέστο!- για να πω τον πόνο μου μιας και η πόρτα του ήταν πάντα ανοιχτή για τους πάντες, για τον καθένα.

Τον θυμάμαι να μου αφηγείται αμέτρητες ιστορίες για τα παιδικά του χρόνια στην Κυψέλη, τα σπασμένα γόνατα στις αλάνες της Φαιδριάδων, για την κομμουνιστική εποχή του εισοδισμού, για τα όνειρα του να ταξιδέψει σε μακρινές θάλασσες,για την Ελευθεροτυπία, για τις αμήχανες στιγμές του ως οικονομικού συντάκτη την ώρα που φανταζόταν να γράφει τεράστια κείμενα σαν το Vanity Fair και να γίνεται συγγραφέας. Με έπαιρνε τηλέφωνο κάθε φορά που ανακάλυπτε μια παράξενη λέξη ή όποτε ένιωθε την φωνή μου από κούραση ή από απογοήτευση να κομπάζει.

Γιατί ο,τι και να λένε, ο,τι αίσθηση και αν έχει κανείς από τη δημόσια εικόνα, όσες πολιτικές διαφωνίες και αν είχες μαζί του, ο Θέμος ήταν ένας τρυφερός πατέρας που ήθελε πρώτα να νιώθεις αγάπη και ασφάλεια ώστε να μπορέσεις να ανθίσεις. Ίσως και όχι γιατί ένας πατέρας μπορεί να μην άφηνε την ελευθερία στα παιδιά του όπως άφηνε σε εμάς, στους δικούς του, το ελεύθερο πεδίο να κατεβάζουμε ο,τι μας έρχεται στο μυαλό αρκεί να είναι ευφυές και απροσάρμοστο όπως εκείνος. Γιατί το μόνο που δεν άντεχε ήταν το μέτριο-και οτιδήποτε δεν δοκίμαζε και δεν επέτρεπε όλες τις πλευρές της σκέψης και της ζωής. Μέχρι τέλους.

Στο γραφείο του, το οποίο δεν εγκατέλειπε κυριολεκτικά ποτέ γιατί η δουλειά ήταν η ζωή του, είχε δυο τεράστιες φωτογραφίες, από κάποιο αφιέρωμα νομίζω στο Nitro, όπου στη μια ήταν ο ίδιος ντυμένος μαύρος ράπερ και στην άλλη ο Αλ Καπόνε- απόδειξη ότι ο ίδιος δεν σταμάτησε ποτέ να αυτοσαρκάζεται και αυτή ήταν η βαθιά και ουσιαστική στάση ζωής του φροντίζοντας να προκαλεί οτιδήποτε αποστεωμένο, στάσιμο και νεκρό.

Δεν μπορώ ποτέ να φανταστώ οτι θα σταματήσει να προκαλεί σαματά εκεί πάνω και εδώ σε εμάς που μας σημάδεψε για πάντα γιατί η λέξη «θάνατος», μια λέξη συνδεδεμένη με κάτι άπνοο, ξέψυχο ή οριστικό δεν μπορεί να ταιριάζει στη ζωντάνια που θα νιώθουμε κάθε φορά, μα κάθε φορά που τον σκεφτόμαστε-ναι, τον βλέπω σαν και τώρα να έρχεται από πάνω μου και να μου προσφέρει μια σοκολάτα λέγοντάς μου «μπουμπού μη μου στεναχωριέσαι για τίποτα!».

Θέμο, δεν στεναχωριέμαι γιατί για μένα θα είναι πάντα ένα μεγάλο παιδί, που σαν τον δικό μου μικρό πρίγκιπα, θα ονειρεύεται και θα μετράει τα άστρα-και όταν τα βλέπω θα σε σκέφτομαι για πάντα, εδώ κοντά μας και δίπλα μας.

Πορτραίτα

Το πρωί είναι αυτό που μου αρέσει περισσότερο. Φαίνεται ότι όλα αρχίζουν ξανά

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Haruki Murakami 

Ο Μουρακάμι γεννήθηκε στο Κιότο το 1949 αλλά πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της νιότης του στο Κόμπε. Ο πατέρας του ήταν γιος Βουδιστή ιερέα. Η μητέρα του ήταν κόρη εμπόρου από την Οσάκα. Και οι δύο δίδασκαν Ιαπωνική λογοτεχνία.

Από την παιδική του ηλικία ο Μουρακάμι επηρεάστηκε βαθιά από την Δυτική κουλτούρα, ιδίως από τη δυτική μουσική και λογοτεχνία. Μεγάλωσε διαβάζοντας μια σειρά από έργα Αμερικάνων συγγραφέων όπως ο Κουρτ Βόνεγκατ (Kurt Vonnegut) και ο Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν (Richard Brautigan) και συχνά ξεχωρίζει από άλλους Ιάπωνες συγγραφείς για τις δυτικές του επιρροές.

Ο Μουρακάμι σπούδασε θεατρικές τέχνες σε πανεπιστήμιο του Τόκυο. Η πρώτη του δουλειά ήταν σε ένα κατάστημα δίσκων. Λίγο πριν τελειώσει τις σπουδές του, άνοιξε ένα καφέ-τζαζ μπαρ στο Τόκυο με τη σύζυγο του Γιόκο. Το μπαρ ήταν υπό τη διεύθυνσή τους από το 1974 μέχρι το 1982. Πολλά από τα μυθιστορήματά του έχουν μουσικά θέματα και τίτλους που παραπέμπουν σε κλασσική μουσική (π.χ. Tο Κουρδιστό Πουλί). Μερικά από τα μυθιστορήματά του έχουν τίτλους τραγουδιών ( π.χ. τα Dance, Dance, Dance, Νορβηγικό Δάσος (από το Norwegian Wood των Beatles, που αναφέρεται σε ξύλο - στα ελληνικά η λέξη Wood μεταφράστηκε δάσος) και South of the Border, West of the Sun). Είναι επίσης ενθουσιώδης μαραθωνοδρόμος. Έτρεξε τον κλασικό μαραθώνιο της Αθήνας ανάποδα το 1983, ως τμήμα των ταξιδιωτικών του εντυπώσεων για χάρη αντρικού ιαπωνικού περιοδικού[7].

Ο Μουρακάμι έγραψε το πρώτο του έργο όταν ήταν 29. Έχει πει ότι εμπνεύστηκε ξαφνικά και ανεξήγητα το πρώτο του μυθιστόρημα σε ένα στάδιο ενώ παρακολουθούσε έναν αγώνα μπέιζμπολ το 1978. Όταν τελείωσε το γράψιμό του, το έστειλε σε ένα λογοτεχνικό διαγωνισμό και κέρδισε το πρώτο βραβείο. Ακόμα και σε αυτό το πρώτο έργο του συναντά κανείς πολλά από τα βασικά στοιχεία της μετέπειτα ώριμης γραφής του: Δυτικοποιημένο στυλ, ιδιοσυγκρασιακό χιούμορ και συναισθηματική νοσταλγία. Η τεράστια επιτυχία του μυθιστορήματός του Νορβηγικό Ξύλο (1987) τον έκανε διάσημο στη χώρα του. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες σε Ασία, Ευρώπη και Αμερική. Ο ίδιος έχει μεταφράσει στα γιαπωνέζικα έργα των Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, Τρούμαν Καπότε, Τζον Ίρβινγκ και Ρέιμοντ Κάρβερ.

Το 2006 απέσπασε το Βραβείο Φραντς Κάφκα, ενώ το 2009 το Βραβείο Ιερουσαλήμ.

Πορτραίτα

Εισήγαγε τα ειδικά εφέ και νέες τεχνικές, αλλά καταστράφηκε όταν την πρόδωσε ο σύζυγός της Στις αρχές του 20ου αιώνα ο χώρος του «θεάματος» ήταν αμφιλεγόμενος και κατακριτέος. Η Alice Guy, μια δυναμική κοπέλα 20 ετών, έχοντας ως κίνητρο την αγάπη της για τον κινηματογράφο χάραξε τη δική της πορεία. Εξέλιξε την 7η τέχνη πίσω από τις κάμερες ως σκηνοθέτης και παραγωγός, καταφέρνοντας να κερδίσει σεβασμό, κύρος και παγκόσμια καταξίωση.

Η γυναίκα που έγινε συνώνυμο των χολιγουντιανών παραγωγών στις αρχές του 20ου αιώνα, πρωτοπόρησε και δικαιώθηκε.

Η Alice Guy-Blaché γεννήθηκε το 1873 στο Παρίσι και ήταν η πρώτη σκηνοθέτης που ασχολήθηκε με αφηγηματικές- ομιλούσες ταινίες. Έκανε πάνω από 1.000 φιλμ και το 1907 άνοιξε το δικό της στούντιο παραγωγής στο Νιού Τζέρσεϋ.

Χαρακτηρίστηκε ως «ο θηλυκός Μark Zuckerberg της εποχής της». Ήταν παραγωγός και σκηνοθέτης 1.000 ταινιών. Ασχολήθηκε εντατικά και πειραματίστηκε με τον συγχρονισμό εικόνας και ήχου, τις χρωματικές αποχρώσεις των φιλμ, τα ειδικά εφέ και δεν επέτρεπε τις φυλετικές διακρίσεις στις ταινίες της. Herbert BlachéΓι’ αυτό και ήταν η πρώτη παραγωγός που προσέλαβε αφροαμερικανούς ηθοποιούς.

Ξεκίνησε την καριέρα της στα 21 της χρόνια ως γραμματέας στην εταιρία του μεγάλου εφευρέτη, μηχανικού και πρωτοπόρου του γαλλικού κινηματογράφου Léon Gaumont. Δίπλα στον Gaumont κατανόησε την τέχνη της κινηματογράφησης και έμαθε μυστικά που στην πορεία την βοήθησαν να σταθεί επαγγελματικά δίπλα σε αυθεντίες, όπως ο Emile Zola και ο Gustave Eiffel.

Η επαγγελματική καταξίωση Το 1896, ύστερα από παρότρυνση του Léon Gaumont, μαγνητοσκόπησε την πρώτη της ταινία με τίτλο «The Cabbage Fairy» ενσωματώνοντας ειδικά εφέ και τεχνικές που έμαθε από τον φωτογράφο Frédéric Dillaye. Η Guy εξελίχθηκε γρήγορα σε επικεφαλής της ομάδας παραγωγής και έκανε δικές της δουλειές έχοντας προσλάβει δικό της προσωπικό. Έτσι γνώρισε και τον μετέπειτα σύζυγό της, εικονολήπτη Herbert Blaché.

Το ζευγάρι μετακόμισε στη Νέα Υόρκη όπου άνοιξαν το γραφείο παραγωγής «SOLAX», ενώ η Alice ήταν ήδη έγκυος στην κόρη της.  Έχοντας ήδη 1.000 ταινίες στο ενεργητικό της η εταιρία των Blaché είχε την δυνατότητα να παράγει μια ταινία την εβδομάδα. Ύστερα από ένα διάστημα αποφάσισαν να μεταφέρουν την έδρα της εταιρίας τους στο Νιού Τζέρσεϊ, ενώ είχαν γίνει για δεύτερη φορά γονείς. Εκεί συνέχισαν να καινοτομούν με νέες σκηνοθετικές και σεναριακές απόπειρες, μένοντας πιστοί στην αρχική τους στάση κατά των φυλετικών διακρίσεων. Η προδοσία του συζύγου της και η οικονομική καταστροφή

Η Alice έχρησε πρόεδρο της SOLAX τον σύζυγο της προκειμένου να αφοσιωθεί η ίδια επέκταση της εταιρίας. Ο Herbert όμως είχε άλλα σχέδια και μετά από ένα χρόνο παραιτήθηκε και συνεργάστηκε με ανταγωνιστική εταιρία παραγωγής! Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο το ζευγάρι χώρισε επαγγελματικά. Η SOLAX είχε υποστεί μεγάλη οικονομική ζημιά και έκλεισε τον κύκλο της το 1920. Ο Herbert συνέχισε με μεγάλη επιτυχία την ενασχόληση του με τη βιομηχανία του θεάματος και ξαναπαντρεύτηκε.

Η Alice έχοντας καταστραφεί ολοσχερώς στράφηκε στην βοήθεια της κόρης της, η οποία την συντηρούσε μέχρι το τέλος της ζωής της, το 1968.  Έχρισε πρόεδρο της εταιρείας τον σύζυγό της αλλά αυτός την πρόδωσε και συνεργάστηκε με ανταγωνιστική εταιρία παραγωγής. Έτσι ήρθε η κατάρρευση. Η μετά θάνατον αναγνώριση με πρωτοβουλία του Σκορτσέζε

Το 1953 η γαλλική κυβέρνηση την επιβράβευσε με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής και η Επιτροπή Κινηματογράφου με συντονιστή τον Μάρτιν Σκορτσέζε εργάστηκαν σκληρά ώστε να μπει στο Πάνθεον των σκηνοθετών του Χόλυγουντ παίρνοντας τη θέση που της αξίζει στη «Λεωφόρο της Δόξας», τονίζοντας ότι πρέπει άμεσα να αναγνωριστεί ο ρόλος των πρώτων γυναικών στην ιστορία του κινηματογράφου.

Η ζωή της έγινε ταινία με τίτλο «Be Natural» από την σκηνοθέτη και παραγωγό Pamela Green η οποία θέλησε να κάνει γνωστό το ρόλο των γυναικών στα πρώτα χρόνια του κινηματογράφου....

mixanitouxronou.gr

Πορτραίτα

Έφυγε από τη ζωή το μεσημέρι της Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2019, η Κική Σεγδίτσα μετά από νοσηλεία της στο Ιπποκράτειο νοσοκομείο, όπου βρισκόταν τις τελευταίες ημέρες.

Η Κική Σεγδίτσα υπήρξε δημοσιογράφος, συγγραφέας, σεναριογράφος, ποιήτρια και κριτικός κινηματογράφου. Ήταν γεννημένη στη Λαμία κι ενώ σε μικρότερη ηλικία ήθελα να σπουδάσει και να εργαστεί ως ψυχίατρος, τελικά την κέρδισε η δημοσιογραφία και η λογοτεχνία. Ωστόσο ποτέ δεν ξέχασε την πρώτη της «αγάπη» και οι επιρροές της Ψυχολογίας ήταν εμφανείς στα κείμενά της. Πολλές φορές συμπεριλάμβανε ψυχογραφήματα των ανθρώπων στους οποίους έπαιρνε συνέντευξη, αλλά και των ηρώων της στα λογοτεχνικά της πονήματα.. Πνεύμα ανήσυχο και έντονα ανθρωποκεντρικό από μικρή ήθελε να σπουδάσει ψυχίατρος, αλλά τελικά την κέρδισε η Δημοσιογραφία και η Λογοτεχνία. Οι αναφορές στην Ψυχολογία ωστόσο δεν έλειψαν ποτέ από τα κείμενά της, είτε ως ολοκληρωμένα ψυχογραφήματα των συνεντευξιαζόμενών της, όταν εργαζόταν ως δημοσιογράφος, είτε των ηρώων της, όταν εργαζόταν ως λογοτέχνης.

Υπήρξε μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ), της Ένωσης Σεναριογράφων Ελλάδας (ΕΣΕ) της οποίας υπήρξε και μέλος του Δ.Σ. 2009-10, μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης Πρωτεργατών Ραδιοφωνίας-Τηλεόρασης, μέλος της Εταιρείας Φίλων Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά και της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων (I.F.J.).

Η παρουσία της στον χώρο της Δημοσιογραφίας υπήρξε πολύχρονη και διήρκυσε περίπου πέντε δεκαετίες. Τα κείμενά της κάλυπταν ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων, τα οποία φιλοξενήθηκαν τόσο σε έντυπη όσο και ηλεκτρονική μορφή στο μετέπειτα της καριέρας της.

Έχει συνεργαστεί με τις εφημερίδες: «Αθηναϊκή», «Απογευματινή», «Ακρόπολη», «Προοδευτική», «Νίκη», «Οικονομική», «Νέα Πολιτεία», «Εξπρές», «Μεσημβρινή» κ.α., με τα περιοδικά ειδικής ύλης: «Έρευνα» και «Κυνήγι», με τα περιοδικά ποικίλης ύλης: «Ρομάντσο», «Πάνθεον», «Βεντέττα», «Ταχυδρόμος», «Επίκαιρα», «Και», καθώς και με τα νεανικά: «Αλίκη» και «Μανίνα», του οποίου διετέλεσε και αρχισυντάκτρια.

Στο Ραδιόφωνο συνεργάστηκε με την ΤΕΔ (κατόπιν ΥΕΝΕΔ), το ΕΙΡ (κατόπιν ΕΡΤ) και το Ράδιο ΑΝΤΕΝΝΑ. Στην Τηλεόραση συνεργάστηκε με τον ΑΝΤ1 και ειδικότερα στον «Πρωινό Καφέ».

Οι διακρίσεις που σημείωσε στην καριέρα της ήταν κυρίως για τη δουλειά της ως ρεπόρτερ στο καλλιτεχνικό ρεπορτάζ, αφού είχε πάρει πάρει συνεντεύξεις σχεδόν από όλους τους σημαντικούς σκηνοθέτες, ηθοποιούς, συνθέτες, τραγουδιστές κλπ, ενώ τα τελευταία χρόνια υπήρξε και η ίδια υποκείμενο συνεντεύξεων σχετικών με την παρουσία της στον χώρο της επαγγελματικής και της λογοτεχνικής δραστηριότητάς της.

Έχει εκδώσει συνολικά έντεκα ποιητικές συλλογές: «Κίτρινα ράμφη», «Ρυτίδες», «Νεκροί Θεοί», «Ερωτική Απόδραση», «Αταξίδευτα», «Επιστροφή στο μέλλον», «Ξεγύμνωσα την κάμαρα», «Δημοπρασία 1», «Δημοπρασία 2», η «Μαρία των Ουρανών», «Προσωπογραφίες».

Έχει ασχοληθεί επίσης και με τη στιχουργική τραγουδιών, όπου το 1992 με το τραγούδι “Δωσ’ μου την καρδιά μου πίσω” (μουσική Ζακ Ιακωβίδη) πήρε το πρώτο βραβείο στίχου στο 31ο Φεστιβάλ Τραγουδιού στη Θεσσαλονίκη.

Πορτραίτα

Τασσώ Καββαδία. Η «κακιά» του κινηματογράφου, που οι θεατές την μισούσαν! Αναγκάστηκε να παντρευτεί και χώρισε με 3 παιδιά για να γίνει ηθοποιός! Ήταν ρεπόρτερ, μεταφράστρια και κειμενογράφος... Η Τασσώ Καββαδία είναι η ηθοποιός που ερμήνευσε την κακιά σε ταινίες τόσες φορές, ώστε το κοινό την ταύτισε με τον ρόλο. Κακιά πεθερά, κακιά αδελφή, κακιά γειτόνισσα. Η Καββαδία με τις ερμηνείες της, σχεδόν πάντα έκανε τη ζωή δύσκολη στις συμπρωταγωνίστριές της. Ανάλογα με το σενάριο, ήταν αυστηρή, μοχθηρή, εκδικητική, ιντριγκαδόρα, ψηλομύτα ή απλώς κακιά.

Όταν ήταν νέα και είχε όνειρο να σπουδάσει, ο πατέρας της, της το απαγόρευσε και την υποχρέωσε να παντρευτεί, όπως έκαναν όλα τα καλά κορίτσια της εποχής της. Εκείνη του έκανε το χατίρι. Παντρεύτηκε και έκανε τρία παιδιά. Δεν ξέχασε όμως τα όνειρά της και λίγο καιρό μετά, πήρε διαζύγιο από τον σύζυγο της και ξεκίνησε μια νέα ζωή.

Σπούδασε πιάνο στην Αθήνα, ζωγραφική και διακόσμηση στο Παρίσι, σκηνογραφία και ενδυματολογία κοντά στον Γιάννη Τσαρούχη και υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης, με δάσκαλο τον Κάρολο Κουν. Το αυστηρό βλέμμα, η κοφτή φωνή, τα σουφρωμένα χείλη συνέθεταν την τέλεια εικόνα της κακιάς.

Ο κόσμος είχε ταυτίσει τόσο πολύ την ηθοποιό με τον ρόλο της, που πολλές φορές η ίδια νόμιζε ότι θα της επιτεθούν. «Ένιωθες πως θα με σκίσουν, αν με δουν μπροστά τους», είχε πει σε συνέντευξή της ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές, που οι αντιδράσεις του κόσμου τρόμαζαν τον σύζυγό της.

Παρόλο που είχε ταυτιστεί με την κακία και πολύς κόσμος τη μισούσε, η Καββαδία αναγνώριζε ότι ο ρόλος αυτός την έκανε γνωστή και της άνοιγε πόρτες στον κινηματογράφο. Αγαπούσε τον χαρακτήρα που ερμήνευε κι ας μην έμοιαζε με τον πραγματικό της. Στη ζωή της δεν ήταν ποτέ κακιά Πολλές φορές γινόταν αυστηρή, αλλά μόνο με το βλέμμα και όχι με τα λόγια.

Έτσι τρόμαζε και τα εγγόνια της, όταν ήταν μικρά και έκαναν αταξίες. Πολυπράγμων ήταν και στα επαγγελματικά της, αφού εκτός από το θέατρο και τον κινηματογράφο, εργάστηκε στο ραδιόφωνο, γράφοντας κείμενα για μια γυναικεία εκπομπή και σε περιοδικά και εφημερίδες, κάνοντας ελεύθερο και καλλιτεχνικό ρεπορτάζ. Αργότερα, ασχολήθηκε και με μεταφράσεις κειμένων.

Ποτέ δεν ερχόταν σε ρήξη με τους συναδέλφους και τους προϊσταμένους της. Έφερνε εις πέρας όλες τις αρμοδιότητές της, χωρίς εντάσεις και ίντριγκες.

Μετά το διαζύγιο με τον πρώτο της άντρα, παντρεύτηκε ξανά και ήταν πολύ αγαπημένη με τον νέο της σύζυγο. Μόνο όταν ακουγόταν το «3,2,1 πάμε» και χτυπούσε η κλακέτα, η Τασσώ μεταμορφωνόταν. Από καλή κόρη, μητέρα, σύζυγος και συνεργάτης, γινόταν κακιά και αδίστακτη γυναίκα.

Η Τασσώ Καββαδία γεννήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 1921. «Η Αμαρτία της Ομορφιάς», ελληνική δραματική ταινία από το 1972. Εκεί ακούγεται μια από τις πιο δυνατές ατάκες: η ομίχλη του Λονδίνου. Και η έκρηξη ενάντια στη Μπέτυ Λιβανού. ...

Πορτραίτα

Η σειρά ταινιών κινηματογραφήθηκε από τους πρωτοπόρους αδερφούς Λυμιέρ, Ωγκύστ και Λουί.
Αναΐς Παρίση

Μια συλλογή από υψηλής ποιότητας αριστοτεχνικές εκτυπώσεις από την καρδιά της Μπελ Επόκ, στο Παρίσι, από το 1896 έως 1900. Κρατήθηκε το footage σε ένα φυσικό ρυθμό και προστέθηκε ήχος για την ατμόσφαιρα.

Αυτή σειρά ταινιών κινηματογραφήθηκε από την εταιρεία Λυμιέρ, των αδερφών Ωγκύστ και Λουί.

Οι αδελφοί Λυμιέρ, Λουί Ζαν (5 Οκτωβρίου 1864 – 6 Ιουνίου 1948) και Ωγκύστ Μαρί Λουί Νικολά (19 Οκτωβρίου 1862 – 10 Απριλίου 1954), ήταν Γάλλοι κινηματογραφιστές και εφευρέτες, δημιουργοί του κινηματογράφου (cinematographe), μίας μηχανής λήψης, εκτύπωσης και προβολής του φιλμ.

Δείτε στο 0:08 τον Καθεδρικό Ναό της Παναγίας των Παρισίων (1896)

Στο 0:58 τη Γέφυρα Άλμα (1900)
Στο 1:37 τη λεωφόρο Champs-Élysées (1899)
Στο 2:33 την Place de la Concorde (1897)
Στο 3:24 το πέρασμα μιας πυροσβεστικής (1897)
Στο 3:58 τον κήπο Tuileries (1896)
Στο 4:48 κινούμενος διάδρομος στην Έκθεση του Παρισιού (1900)
Στο 5:24 τον πύργο του Άιφελ από τον Σικουάνα (1897)

Δείτε το υπέροχο βίντεο-ταξίδι στον χρόνο:

Πορτραίτα

Τζέιν Όστιν: «Θα μπορούσα εύκολα να συγχωρήσω την περηφάνια του, αν δεν είχε συντρίψει τη δική μου»
H γυναίκα που έγραψε τα πιο εύστοχα, διαχρονικά λογοτεχνικά «manuals» για τον έρωτα και τις σχέσεις φαίνεται πως ερωτεύτηκε μία και μοναδική φορά. Με έναν νεαρό φοιτητή της Νομικής, που γνώρισε, στα 21 της, τα Χριστούγεννα του 1796. Δεν τον ξέχασε ποτέ.

Πέρυσι, συμπληρώθηκαν 200 χρόνια από το θάνατό της. Η μνήμη της, τιμήθηκε σε δεκάδες εκδηλώσεις, εκθέσεις, εκδόσεις, φεστιβάλ, λέσχες ανάγνωσης, και η πατρίδα της, υποκλίθηκε βαθιά στο έργο της. Το πρόσωπό της, πλέον, κοσμεί το εγγλέζικο χαρτονόμισμα των 10 λιρών, θυμίζοντας στον κόσμο πως η «θεία Jane» είναι ένα φαινόμενο, τουλάχιστον κατά τούτο: η δημοφιλία που γνωρίζει τα τελευταία χρόνια είναι ασύλληπτη. Το ίδιο και η διείσδυση που έχει στην pop κουλτούρα. Τεράστια, σχεδόν, δυσανάλογη του όγκου του έργου της: Έξι, μόλις, (ολόκληρα) μυθιστορήματα, μερικά ημιτελή, κάμποσα διηγήματα, μικρές παρωδίες και επιστολές -αυτό παρέδωσε στην ανθρωπότητα η Jane Austen, η κόρη ενός εφημέριου από το βαρετό Στίβεντον του Χάμσαϊρ.

Μόνο τέσσερα από τα μυθιστορήματά της -τα «παιδιά» της, όπως τα έλεγε- εκδόθηκαν όσο ζούσε: τα «Λογική και ευαισθησία» «Περηφάνια και προκατάληψη» «Μάνσφιλντ Παρκ», και «Έμμα», ενώ άλλα δύο (το «Πειθώ» και το «Αββαείο Νορθάνγκερ») κυκλοφόρησαν μετά το θάνατό της, το 1818, σε έναν ωραίο τόμο, που είχε επιμελήθηκε ο αγαπημένος αδελφός της, Henry. Από όλα (εκτός από τα δύο τελευταία) απουσίαζε η υπογραφή της, μιας και, εκείνα τα χρόνια, ήταν, φυσικά, αδιανόητο, για μια αστή δεσποινίδα, να ασχολείται με τη συγγραφή ή - το χειρότερο - να κερδίζει χρήματα απ’αυτή. Αν η Jane μάθαινε πως έκτοτε, τα βιβλία της έχουν κάνει δεκάδες ανατυπώσεις, πως έχουν γίνει σίριαλ, ταινίες, και πως αποσπάσματά τους είναι logo σε T-shirt, κούπες, και κάθε είδους παραφερνάλια, το έβρισκε πιθανότατα υπερβολικά κολακευτικό. Και σίγουρα κάπως περίεργο.

Αλλά έτσι κι αλλιώς και η ίδια η Jane Αusten ήταν ένα μεγάλο «παράδοξο». Γεννήθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 1775 -ήταν το έβδομο, από τα οκτώ παιδιά του αγγλικανού ιερωμένου George Austen και της Cassandra Leigh, της οποίας η οικογένεια είχε αριστοκρατικές καταβολές. Υπήρξε ασθενικό μωρό, παιδί με εύθραυστη υγεία. Αν και ανήκε σε μια αξιοσέβαστη οικογένεια αστών, της μεσαίας τάξης, δεν ήταν εύπορη. Όσο για την μόρφωσή της, ήταν μάλλον πενιχρή.

Όταν η Jane ήταν 9-10 χρονών, στάλθηκε, μαζί με την Cassandra, στην Οξφόρδη, για να μαθητεύσει κοντά σε κάποια κυρία Ann Cawley, όμως ξέσπασε μια επιδημία τύφου, τα δυό κορίτσια αρρώστησαν βαριά, παραλίγο να πεθάνουν και, εν τέλει, επέστρεψαν στο πατρικό τους. Στη συνέχεια, η Jane έκανε μαθήματα στο σπίτι, και σε ένα επαρχιακό οικοτροφείo: μουσική, χορό, λίγο θέατρο, λίγο κέντημα, γαλλικά, ιταλικά -τα στοιχειώδη για ένα ανύπαντρο κορίτσι της τάξης της, με μέτρια ομορφιά, μηδαμινό εισόδημα και μάλλον ασήμαντη καταγωγή. «Σχολείο» της υπήρξε, κατά κύριο λόγο η πλούσια βιβλιοθήκη του λόγιου πατέρα της. Διάβαζε ασταμάτητα από παιδί, ιδιαίτερα τα έργα του Henry Fielding, του Laurence Sterne, του Samuel Richardson και του Walter Scott. Καταπώς φαίνεται, η οικογένειά της ενθάρρυνε «τον ανοιχτό διάλογο, την κριτική και τις πνευματικές αναζητήσεις» κι έτσι από νωρίς, πριν καν κλείσει τα 12 -ενθαρρυμένη και από τον George Austen- η Jane άρχισε να γράφει: ποιήματα και ευθυμογραφικές ιστορίες, κείμενα για τις διασκεδαστικές «θεατρικές βραδιές» των Austens, ακόμα και μια σατιρική βιογραφία της βασίλισσας Εlizabeth. (σ.σ. Όλα αυτά, συγκεντρώθηκαν αργότερα σε έναν τόμο με τις πρώιμες δουλειές της υπό τον τίτλο «Juvenilia»).

Φαίνεται πως, παρά την ήσυχη ζωή της, η Jane είχε προσωπικότητα ζωηρή και πνευματώδη. Εκτός από το γράψιμο, λάτρευε τη μουσική, το πιάνο της, το χορό, τη γλυκιά ρουτίνα της ζωής στην εγγλέζικη εξοχή. Όταν, το 1801, ο κύριος Αusten αποφάσισε να παραχωρήσει το πρεσβυτέριο στον ένα του γιο, που είχε μόλις χειροτονηθεί, και να μετακομίσει με όλη του την οικογένεια στο Μπαθ, η αντίδραση της Jane σε αυτό το νέο, ήταν, σχεδόν, δραματική λιποθύμησε! Απεχθανόταν τη ζωή στην κοσμική, πολύβουη λουτρόπολη και όσο και αν οι γονείς της, προσπαθούσαν να την «σύρουν» σε χορούς και κοινωνικές εκδηλώσεις, με την ελπίδα μιας «καλής γνωριμίας» και ενός πλούσιου γάμου, εκείνη αντιστεκόταν σθεναρά. Προτιμούσε να κάθεται σπίτι και να μελετά στο πιάνο της. Ή να χάνεται σε μακρινούς, μοναχικούς περιπάτους. Και, δυστυχώς, σταμάτησε να γράφει…
Μετά τον θάνατο του George Austen, το 1805, η Jane, η Cassandra και η μητέρα τους -τρείς γυναίκες, μόνες, χωρίς ουσιαστικά κανένα έσοδο, οι οποίες ζούσαν από τη γενναιοδωρία των συγγενών τους- μετακόμισαν στο Σαουθάμπτον, για να εγκατασταθούν, τελικά, σε μια αγροικία, στο γραφικό Τσότον του Χαμσάιρ το 1809. Παρά τις οικονομικές δυσκολίες, η Jane ήταν, επιτέλους, πάλι ευτυχής. Ανενόχλητη πια, άφησε στην Cassandra το νοικοκυριό, κι εκείνη ασχολήθηκε με το αγαπημένο της γράψιμο, δίνοντας, επιτέλους την τελική μορφή, στα μυθιστορήματα που θα γίνονταν ο πυλώνας του έργου της.

Tα γραπτά της, αν και άρεσαν στους αναγνώστες δεν της έφεραν -τότε- ούτε δόξα, ούτε πολλά χρήματα, παρά μόνο λιγοστές, συμπαθητικές κριτικές. Λέγεται πως συνήθιζε να γράφει σε μικρά κομματάκια χαρτιού και πως όταν άκουγε το τρίξιμο της μεσόπορτας που οδηγούσε στο σαλονάκι/καθιστικό της, έκρυβε τα χαρτιά στο σεκρετέρ και παρίστανε πως ασχολιόταν με κάτι άλλο. Δεν ήθελε κανένας να γνωρίζει γι’ αυτό το εκκεντρικό της «χόμπι», ούτε καν οι υπηρέτες. Λέγεται επίσης πως διασκέδαζε με την ανωνυμία της και πως απολάμβανε να διαβάζει αποσπάσματα των δημοσιευμένων έργων της σε λογοτεχνικές βραδιές ή κοινωνικές συναθροίσεις. «Ρουφούσε», κοκκινίζοντας στα κρυφά, τα επαινετικά σχόλια των καλεσμένων, οι οποίοι, φυσικά, δεν ήξεραν πως η ίδια ήταν η συγγραφέας…

Δυστυχώς, το 1816, αρρώστησε βαριά και εξασθένησε. Ακόμα κι έτσι, δεν έπαψε, καθ' όλη τη διάρκεια της ασθένειάς της να γράφει. Κι όταν ήταν πια πολύ αδύναμη για να κρατήσει την πένα, έγραφε με μολύβι. Πέθανε στις 18 Ιουλίου του 1817, μετά από ένα χρόνο επώδυνης νοσηλείας (σ.σ. εικάζεται πως έπασχε από λέμφωμα Hodgkin, δηλαδή μια μορφή αιματολογικού καρκίνου, αν και άλλες μελέτες τη θέλουν να πάσχει από νόσο του Άντισον, ή να πεθαίνει δηλητηριασμένη από αρσενικό που το έπαιρνε μέσα σε φάρμακο για τους ρευματισμούς), στο Γουίντσεστερ, όπου είχε μετακομίσει για να βρίσκεται κοντά στον γιατρό της, και θάφτηκε εκεί. Ήταν μόλις 41 ετών.

Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΕΡΩΤΕΥΤΗΚΕ

Ρεαλιστικό, μεστό, το έργο της Jane Austen βρίθει από ζωηρούς, «σάρκινους» χαρακτήρες. Οι ηρωίδες της «αναπνέουν» στο χαρτί, είναι τολμηρές, ενεργητικές, επιλέγουν με σοφία την μοίρα τους. Αυτές οι ασυνήθιστες γυναίκες, αλλά και τα διεισδυτικά ψυχολογικά πορτραίτα, ανθρώπων, από όλο το κοινωνικό-πολιτικό φάσμα, είναι το ένα στοιχείο, που κάνει το έργο της Αusten ξεχωριστό. Το άλλο είναι ο τρόπος με τον οποίο «χαρτογράφησε» -με πικρία, καθαρότητα, με καυστική, λεπτή ειρωνεία- τον έρωτα και τις σχέσεις, σε μια κοινωνία όπου ο γάμος ήταν, κατά κανόνα, ένα φτηνό μέσο συναλλαγής.

Η ίδια η Jane δεν παντρεύτηκε ποτέ. Είναι, επίσης, μάλλον απίθανο να είχε ερωτική ζωή -στην πραγματικότητα, ελάχιστα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε γι’αυτήν. Αν και όσο ζούσε, η Jane Austen υπολογίζεται πως έγραψε γύρω στα 3.000 γράμματα, μόνο 160 διασώθηκαν. (Φαίνεται πως, γύρω στο 1843 η αδελφή της, η Cassandra έκαψε, κατέστρεψε ή λογόκρινε το μεγαλύτερο μέρος της επιστολογραφίας της, έτσι ώστε να μην πέσουν σε αδιάκριτα μάτια, τα «τολμηρά σχόλια της Jane για συγγενείς ή μέλη της οικογένειας»…). Δεν γνωρίζουμε καν πως έμοιαζε, παρότι, από περιγραφές των οικείων της και από ένα μικρό πορτρέτο της, φαίνεται πως ήταν ένα απλό, ασχημούλικο κορίτσι: στρογγυλοπρόσωπη, με ανοιχτά καστανά μάτια, καστανά μαλλιά, και έξυπνο -όπως λένε όσοι την γνώρισαν από κοντά- διαπεραστικό βλέμμα.

Είναι σίγουρο, πάντως, πως είχε ερωτευτεί, τουλάχιστον μια φορά. Το 1796, όταν ήταν 21 ετών, είχε σκανδαλίσει τη μικρή κοινωνία του Στίβεντον, χορεύοντας και φλερτάροντας απροκάλυπτα, με έναν νεαρό Ιρλανδό, τελειόφοιτο της Νομικής, τον Tom Lefroy, ο οποίος βρισκόταν στην περιοχή, επισκεπτόμενος συγγενείς και φίλους της οικογένειας Αusten, για τα Χριστούγεννα. Στις επιστολές της προς την Cassandra, εκείνο το διάστημα η Jane έγραφε: «Σχεδόν φοβάμαι να σου πω πώς συμπεριφερθήκαμε εγώ και ο Ιρλανδός φίλος μου. Φαντάσου μόνη σου οτιδήποτε τολμηρό και σοκαριστικό μπορεί να περιλαμβάνει ένας χορός, ή το να κάθεσαι μαζί με κάποιον…»
Σε άλλο γράμμα, η ίδια περιέγραφε τον Tom ως «όμορφο και ευχάριστο νεαρό άντρα, με εμφάνιση τζέντλεμαν, ενώ αλλού έκανε λόγο για μια «προσφορά» που περίμενε από τον νεαρό της φίλο, στον οποίο έμοιαζε πρόθυμη να εμπιστευτεί το μέλλον της. Και σε ένα ακόμα γράμμα, σημείωνε με ελαφρά περιπαικτικό ύφος: «Θα έρθει η ημέρα που θα φλερτάρω για τελευταία φορά με τον Tom Lefroy -όταν θα λάβεις αυτή την επιστολή όλα θα έχουν τελειώσει. Τα δάκρυά μου τρέχουν, καθώς γράφω, με αυτή την ιδέα, την κάπως μελαγχολική…»

Η Jane είχε προβλέψει σωστά. Λίγες μέρες μετά τα Χριστούγεννα, στα μέσα Γενάρη, η οικογένεια Lefroy επενέβη και έδωσε τέλος στην «επικίνδυνη» συναναστροφή του Tom με την δεσποινίδα Austen. Παρά τα τρυφερά τους αισθήματα, ο έρωτας και -ιδίως- ο γάμος, στην περίπτωση της Jane Αusten και του Tom Lefroy ήταν μια απίθανη, διόλου πρακτική ιδέα. Κανένας από τους δυό νέους δεν είχε προσωπική περιουσία, ο δε Tom στηριζόταν στην ευεργεσία ενός μακρινού θείου, για να ολοκληρώσει τις σπουδές του και να σταδιοδρομήσει. Η Jane δεν τον ξαναείδε ποτέ, αν και -όπως φαίνεται από τις επιστολές της- τον σκεφτόταν συχνά, για αρκετά χρόνια μετά τον χωρισμό τους.

Ίσως να τον σκεφτόταν και το 1802, όταν στα 29 της -ήδη, μια γεροντοκόρη πια, για τα μέτρα της εποχής- η δεσποινίς Jane Austen δέχτηκε τη μια και μοναδική πρόταση γάμου της ζωής της. Ένας οικογενειακός φίλος, ο Harris Bigg- Wither, έξι χρόνια νεότερός της, εύπορος, με κοινή εμφάνιση και ελαφρώς χυδαία συμπεριφορά, ζήτησε το χέρι της. Η Jane τον γνώριζε από τότε που ήταν παιδιά. Δέχτηκε την πρόταση αναγνωρίζοντας πως ο γάμος με έναν πλούσιο άντρα, θα της πρόσφερε πολλά «πρακτικά» πλεονεκτήματα: στο εξής δεν θα την βάραιναν πια οι αγωνίες της επιβίωσης, θα μπορούσε να προσφέρει στους γονείς της ήσυχα γεράματα, στην αδελφή της ένα σπίτι, ενίσχυση στα αδέλφια της. Ωστόσο το επόμενο πρωί, μετάνιωσε και απέσυρε τη συγκατάθεσή της, χωρίς να δώσει καμία εξήγηση. Γράφτηκε πως ίσως να προτίμησε την ήσυχη ζωή στο πλευρό της αδελφής της, αντί για τις υποχρεώσεις της συζύγου και της μητέρας. Αλλά η αλήθεια ίσως να κρύβεται σε μια επιστολή της Jane, προς μια μικρανιψιά της, την Fanny Knight, που της είχε γράψει, ζητώντας επίσης τη συμβουλή της, ως προς το αν έπρεπε ή όχι να δεχτεί μια πρόταση γάμου: «Οτιδήποτε άλλο είναι προτιμότερο και πιο ανεκτό, από το να παντρευτείς έναν άντρα χωρίς αγάπη…»

ΜΕΡΙΚΑ ΑΠΟ ΤΑ ΩΡΑΙΟΤΕΡΑ ΤΣΙΤΑΤΑ ΤΗΣ JANE AUSTEN
«Υπάρχουν τόσες μορφές έρωτα όσα λεπτά υπάρχουν στο χρόνο»
«Η φαντασία της γυναίκας είναι πολύ γρήγορη. Περνάει αστραπιαία από το θαυμασμό στην αγάπη, από την αγάπη στο γάμο»
«Ο πόνος, η ελπίδα, η ανάγκη που γεννά ο έρωτας έχουν την ίδια δύναμη και ένταση όσα χρόνια και αν περάσουν».
«Αν σ’ αγαπούσα λιγότερο, θα μπορούσα ίσως να μιλώ γι’ αυτό περισσότερο».
«Υπάρχουν άνθρωποι που όσο περισσότερα κάνεις γι’ αυτούς, τόσο λιγότερα κάνουν για τον εαυτό τους».
«Ο εγωισμός πρέπει πάντα να συγχωρείται, ξέρετε, επειδή δεν υπάρχει ελπίδα θεραπείας».
«Δεν θέλω οι άνθρωποι να είναι καλόβολοι, γιατί έτσι γλιτώνω από τον κόπο να τους συμπαθήσω».
«Αυτοί που δεν παραπονιούνται, δεν τους λυπούνται ποτέ».
«Θα μπορούσα εύκολα να συγχωρήσω την περηφάνια του, αν δεν είχε συντρίψει τη δική μου».
«Η ματαιοδοξία όταν δουλεύει σε ένα αδύναμο μυαλό, δημιουργεί προβλήματα κάθε είδους».
«Το μεγάλο εισόδημα είναι η καλύτερη συνταγή για την ευτυχία από όσες έχω ακούσει»
«Η ζωή μοιάζει να είναι μια γρήγορη εναλλαγή από πολυάσχολα τίποτα».
«Στον έρωτα, είμαστε όλοι ανόητοι».

Πορτραίτα

«Η Ελληνίδα υπερδραστήρια Ψυχολόγος – Παιδοψυχολόγος. Σας γνωρίζει το παιδί σας!»
Ψυχολόγος, Παιδοψυχολόγος

Η Αλεξάνδρα Καππάτου γεννήθηκε στο Αργοστόλι της Κεφαλλονιάς και είναι γόνος του Αντώνη και της Μαρίκας. Έχει νυμφευτεί τον Νικόλαο Κουτρούμπα (Φιλόλογος, Συγγραφέας) και έχουν αποκτήσει ένα παιδί τον Έκτορα.

Είναι απόφοιτη της Σχολής Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου της Αμιένης – Γαλλία, με κατεύθυνση στην κλινική ψυχολογία και την παιδοψυχολογία – Η πρακτική της άσκηση πραγματοποιήθηκε στο Hôspital Psychiatrique του Picardie, στο Pavillon Les Brueres με επόπτη το Philippe Mahaut με βασικούς άξονες τη μελέτη περιπτώσεων ασθενών με ψυχικές διαταραχές, τη χορήγηση ψυχομετρικών δοκιμασιών και τη ψυχολογική στήριξη των ασθενών.

Το 1986, ολοκληρώνοντας τις σπουδές της επιστρέφει στην Ελλάδα και άμεσα αρχίζει να δραστηριοποιείται επαγγελματικά στην Αθήνα ως Ψυχολόγος-Παιδοψυχολόγος.

Από το 1986 μέχρι σήμερα έχει παρακολουθήσει πλήθος εκπαιδευτικών σεμιναρίων και συνεδρίων για διάφορους τομείς της ψυχολογίας. Το 1986-1988 συνεργάζεται με την ιδιωτική Σχολή Βρεφονηπιαγωγών Π.Ε.Β.Ε.Σ. ως καθηγήτρια των μαθημάτων Εξελικτικής και Κλινικής Ψυχολογίας και παράλληλα εργάζεται στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Παιδαγωγικής για παιδιά με ειδικές ανάγκες ως Υπεύθυνη κατάρτισης θεραπευτικών προγραμμάτων των παιδιών και μέλος της επιστημονικής του ομάδας. Το 1989 – 1992 συμμετείχε στη δημιουργία του Πρότυπου Ψυχολογικού Κέντρου και διετέλεσε υπεύθυνη της μονάδας Παιδιών και Εφήβων. Την ίδια περίοδο δημιούργησε το Ψυχοδιαγνωστικό και Συμβουλευτικό Κέντρο με σκοπό την ανάδειξη, πρόληψη και αντιμετώπιση προβλημάτων ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων.

Μια σημαντική δραστηριότητα του Ψυχοδιαγνωστικού και Συμβουλευτικού Κέντρου μέχρι το 2003 ήταν οι ειδικές θεραπείες που πραγματοποιούνταν σε παιδιά με νοητική στέρηση, ΔΕΠ-Υ, μαθησιακές δυσκολίες, διαταραχές συμπεριφοράς, διαταραχή αυτιστικού φάσματος από επιστημονική ομάδα υπό την εποπτεία της, που αποτελούταν από λογοθεραπευτές, ειδικούς παιδαγωγούς, εργοθεραπευτές και art therapists.

Το χρονικό διάστημα 1988-1999 οργάνωσε πλήθος ενημερωτικών σεμιναρίων που παρακολούθησαν τουλάχιστον δύο χιλιάδες εκπαιδευτικοί σχετικά με θέματα παιδικής και εφηβικής ψυχολογίας. Από το 1989 μέχρι σήμερα έχει συνεργαστεί με δεκάδες ιδιωτικούς παιδικούς σταθμούς, νηπιαγωγεία και δημοτικά σχολεία στο τομέα της πρόληψης και αξιολόγησης των μαθητών και ως εισηγήτρια σεμιναρίων για γονείς σε θέματα της ειδικότητας της. Από το 1989 έχει δυναμική παρουσία στα μέσα μαζικής επικοινωνίας, μέσα από πλούσια αρθρογραφία, αλλά και πολυάριθμες τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές παρεμβάσεις, αναδεικνύοντας προβλήματα ψυχικής υγείας παιδιών – εφήβων και τις σχέσεις γονιών – παιδιών.

Έχει αναπτύξει σημαντική συγγραφική δραστηριότητα. Τα βιβλία που έχει εκδώσει, χαρακτηρίζονται από εγκυρότητα και προσιτό συγγραφικό ύφος, αν κρίνει κανείς από τη μεγάλη αποδοχή του αναγνωστικού κοινού. Η προσωπική της ιστοσελίδα αποτελεί έναν ενημερωτικό ιστότοπο σε θέματα που άπτονται σ’ όλους τους τομείς ψυχολογίας. Πρόκειται για έναν εύχρηστο διαδικτυακό τόπο, όπου οι γονείς μπορούν να αντλούν έγκυρες πληροφορίες, αλλά και να ενημερώνονται για έρευνες και θέματα επικαιρότητας, που αφορούν παιδιά, εφήβους και ενήλικες.

Είναι η πρώτη ψυχολόγος στη χώρα που από το 1989 μέσα από τη πλούσια επαγγελματική της δραστηριότητα συστηματικά γνωστοποίησε στο ευρύ κοινό προβλήματα παιδικής και εφηβικής ψυχολογίας και συνετέλεσε καθοριστικά στην ενημέρωση και εξοικείωση του κοινού με το λειτούργημα και το ρόλο του ψυχολόγου. Τα βιβλία της αναλύουν και αποδίδουν θέματα που άπτονται του ευρύτερου επιστημονικού της ενδιαφέροντος με εύληπτο τρόπο. Το «Γνωρίστε το παιδί σας» που εκδόθηκε το 1999, αποτέλεσε ένα σημαντικό συμβουλευτικό οδηγό για γονείς. Η γνώμη της έχει βαρύνουσα σημασία για κάθε σοβαρό κοινωνικό γεγονός που αφορά την ψυχολογία παιδιών και εφήβων και της ζητείται να τοποθετηθεί δημόσια.

Έχει δώσει περίπου 400 διαλέξεις σε επιστημονικούς συλλόγους, φιλανθρωπικά σωματεία και οργανισμούς σε όλη την χώρα. Έχει επίσης συμμετάσχει ως εισηγήτρια τουλάχιστον σε 100 επιστημονικές ημερίδες. Περίπου 2.500 άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε έγκριτες εφημερίδες, περιοδικά και ιστότοπους. Είναι συγγραφέας των βιβλίων: «Παιδιά στην εφηβεία, γονείς σε κρίση», εκδ. Μίνωας 2014, «Οι γονείς χωρίζουν» (εκδ. Μίνωας 2013), «Οι γονείς κάνουν τη διαφορά!» (εκδ. Μίνωας 2013), «Μεγαλώστε ευτυχισμένα παιδιά» (αναθεωρημένη έκδοση: εκδ. Μίνωας, 2013, εκδ. Μοντέρνοι καιροί, 2003), «Παίρνω ΔΙΑΖΥΓΙΟ – Τι θα πω στο παιδί μου» (εκδ. Μοντέρνοι καιροί, 2011), «Εφηβεία» (εκδ. Μοντέρνοι καιροί, 2007), «Γνωρίστε το παιδί σας» (εκδ. Μοντέρνοι καιροί, 1999). Από το 2014 μέχρι σήμερα ανά έτος συγγράφει τα ιδιαίτερα επιτυχημένα ημερολόγια για γονείς που περιλαμβάνουν χρηστικές πληροφορίες και έρευνες για τις σχέσεις γονιών παιδιών, τα όρια, τον ύπνο, το διαζύγιο, την αυτοεκτίμηση, το σχολείο κλπ., που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μίνωας. Επίσης, έχει επιμεληθεί το βιβλίο της Ένωσης Κλινικής Σεξολογίας της Ισπανίας, «Το πρώτο μου βιβλίο για το σεξ» (εκδ. Μίνωας, 2013) και το βιβλίο της Joanna Cole «Μεγαλώνω και ρωτώ για το σεξ» (εκδ. Μοντέρνοι καιροί, 1998).

Είναι μέλος του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων.

Στο χρόνο που διαθέτει για την ίδια, ασχολείται με το διάβασμα, τις εκδρομές, την μουσική και την διακόσμηση. Γνωρίζει Αγγλικά και Γαλλικά.

E-Mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Ιστοσελίδα: www.akappatou.gr

whoiswhogreece.com

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή