Απριλίου 08, 2020

Πορτραίτα

Ήταν απόγευμα της 1ης Απριλίου του 1902, πριν ακριβώς 114 χρόνια, στην επαρχιακή πόλη της Καλαμάτας, όταν ο φιλόλογος Ευγένιος Πολυδούρης και η γυναίκα του Κυριακή Μαρκάτου αποκτούν ένα κοριτσάκι που του δίνουν το όνομα Μαρία.

Σχεδόν 28 χρόνια μετά, στις 29 Απριλίου του 1930, έχοντας ήδη ζήσει έναν συναρπαστικό, αλλά και «ασύδοτο» για την εποχή βίο, η σπουδαία Ελληνίδα ποιήτρια, γνωστή και για τον έρωτα της με τον Κώστα Καρυωτάκη, πεθαίνει από ένεση μορφίνης στην κλινική Χρηστομάνου στα Πατήσια.
Η ίδια είχε ζητήσει λίγο νωρίτερα από τον καλό της φίλο και «αιώνιο θαυμαστή» της, Βασίλη Γεντέκο, να της προμηθεύσει το ναρκωτικό στο θεραπευτήριο όπου βρισκόταν, καθώς είχε προσβληθεί από φυματίωση.

«Η Μαρία δραπετεύει από παντού. Από το σπίτι της, από τον έρωτα, από τη δουλειά της, από την Ελλάδα, από τα νοσοκομεία, από την παραδοσιακή ποίηση κι από την ίδια τη ζωή. Υπερτιμά τις δυνάμεις της, γιατί δεν τις διαχωρίζει από τις ανησυχίες της, που ’ναι ακατάλυτες.

Ενώ η ίδια αισθάνεται πως ζει πολύ σοβαρά και με πάθος, εμείς, παρακολουθώντας τη ζωή της, έχομε την εντύπωση ότι παίζει, διασκεδάζει, βαριέται και φεύγει», γράφει για αυτήν η Λιλή Ζωγράφου.
Και ίσως αυτά τα λόγια της Ζωγράφου να συνοψίζουν καλύτερα από κάθε τι άλλο που έχει ειπωθεί ή γραφτεί για αυτήν, τον πυρήνα του χαρακτήρα και της προσωπικότητα της, που δεν είναι άλλος από την έννοια της ελευθερίας.

Η Πολυδούρη άλλωστε δείχνει από πολύ μικρή ενα ιδιαίτερο ταλέντο που ταιριάζει με την ξεχωριστή, τολμηρή φύση της. Στα 14 της μόλις χρόνια δημοσιεύει το πρώτο της έργο, το πεζοτράγουδο «Ο πόνος της μάνας», το οποίο και αναφέρεται στο θάνατο ενός ναυτικού, τον οποίον ξέβρασαν τα κύματα στις ακτές των Φιλιατρών και είναι επηρεασμένο από τα μανιάτικα μοιρολόγια που άκουγε στο Γύθειο.

Αν και γεννημένη στην Καλαμάτα, στην οποία επιστρέφει σε ηλικία 16 ετών, η Πολυδούρη μεγάλωσε, λόγω των μεταθέσεων που πήρε ο καθηγητής πατέρας της, στο Γύθειο και στα Φιλιατρά.

Αφού ολοκληρώνει το Γυμνάσιο, προσλαμβάνεται μετα απο εξετάσεις στην Νομαρχία Μεσσηνίας το 1918, αλλά δυο χρόνια αργότερα, το 1920 χάνει -μέσα σε 40 μέρες- και τους δυο γονείς της, ένα γεγονός που την συνταράσσει αλλά και την απελευθερώνει την ίδια στιγμή.
Οι γονείς της δεν ήταν όμως οι άνθρωποι που την καταπίεζαν. Η μητέρα της ασχολείται με το γυναικείο κίνημα, μεταφέροντας στην κόρη της τις ιδέες και τα προτάγματα του, ενώ ο πατέρας της είναι ένας φιλελεύθερος γονιός, ειδικά με τα δεδομένα ενός άνδρα της εποχής εκείνης.
Η κλειστή και συντηρητική κοινωνία της Καλαμάτας όμως δεν είναι ακόμη έτοιμη για μια «προχωρημένη» γυναίκα σαν την Πολυδούρη, που συγκινείται από την Οκτωβριανή Επανάσταση, εμπνέεται από τους φεμινιστικούς αγώνες, και είναι τελικά μια από τις λίγες γυναίκες που γράφουν στον Ελευθέριο Βενιζέλο επιστολή, ζητώντας του την καθιέρωση της ψήφου των γυναικών.

Το 1921 και αφού οι δυο γονείς της είναι ήδη νεκροί, παίρνει μετάθεση για την Νομαρχία της Αθήνας, άλλη μια εξέλιξη που θα επηρρεάσει καθοριστικά την ζωή της, καθώς εκεί θα γνωρίσει τον συνάδελφο της και έναν από τους σημαντικότερους ποιητές της Ελλάδας του μεσοπολέμου, τον Κώστα Καρυωτάκη.

Ο έρωτας που αναπτύσσεται μεταξύ τους από τον Ιανουάριο του 1922 που πρωτοσυναντιόνται είναι σφοδρός και το πάθος της για εκείνον καθηλωτικό. Όπως συμβαίνει όμως με τις ζωές όλων των «καταραμένων» καλλιτεχνών, δεν θα έχει το αίσιο τέλος που όλοι ονειρεύονται. (ο όρος «καταραμένη» χρησιμοποιείται στο άρθρο σε μια πιο ελεύθερη ερμηνεία, μιας και η Πολυδούρη ήταν περισσότερο μια νεο-ρομαντική, λυρική ποιήτρια)

Το ίδιο καλοκαίρι, τον Αύγουστο του 1922, ο Καρυωτάκης μαθαίνει ότι πάσχει από σύφιλη, μια ανίατη και στιγματική για την εποχή ασθένεια, την οποία εμμέσως παραδέχεται με το ποίημα του «Ώχρα Σπειροχαίτη» (ο ιός που προκαλεί την σύφιλη).

Της ζητά να χωρίσουν λέγοντας της ότι δεν μπορεί να την παντρευτεί, σε αυτήν την κατάσταση υγείας. Εκείνη του απαντά ότι δεν μπορεί να σκεφτεί την ζωή της χωρίς εκείνον και του προτείνει να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά. Ο περήφανος Καρυωτάκης αρνείται αυτόν τον απαξιωτικό για εκείνον «συμβιβασμό».

Η Πολυδούρη καταρρέει. Πιστεύει ότι ο Καρυωτάκης είναι ανειλικρινής μαζί της για το θέμα της αρρώστιας και πιστεύει ότι η ιστορία αυτή είναι μια πρόφαση για να την ξεφορτωθεί. Δεν αντέχει όμως να τον χάσει από την ζωή της και έτσι συνεχίζει να διατηρεί φιλική σχέση μαζί του.

Το 1924 γνωρίζει τον Αριστοτέλη Γεωργίου, έναν νέο, όμορφο και πλούσιο δικηγόρο εκ Παρισίων με τον οποίο και αρραβωνιάζεται το 1925. Το έτος αυτό θα φέρει πολλες αλλαγές στην ζωή της. Απολύεται λόγω της ασυνέπειας της στην εργασία από την Νομαρχία Αθηνών, εγκαταλείπει την Νομική Σχόλη, στην οποία φοιτά από την εποχή που πρωτοέφτασε στην πρωτεύουσα και γράφεται στην Σχολή Θεάτρου του Εθνικού και μετέπειτα στην Δραματική Σχολή Κουναλάκη.

Τίποτα όμως απ όλα αυτά δεν μπορούν να γιατρέψουν τον καημό που έχει στην καρδιά της για τον ανεκπλήρωτο έρωτα της με τον Καρυωτάκη. Το 1926 διαλύει τον αρραβώνα της με τον Γεωργίου και φεύγει για το Παρίσι, όπου και παρακολουθεί μαθήματα υψηλής ραπτικής στην σχολή Εκόλ Πιζιέ.

Εκεί, το 1928, θα εισαχθεί επειγόντως στο νοσοκομείο Σαριτέ, όπου και θα μάθει ότι έχει προσβληθεί από φυματίωση. Επιστρέφει αμέσως στην Αθήνα και εισάγεται στο Νοσοκομείο Σωτηρία. Εκεί, στην τρίτη θέση απόρων βρίσκεται μαζί με τον Γιάννη Ρίτσο που νοσηλεύεται για τον ίδιο λόγο και για τον όποιον η Πολυδούρη γράφει το «Βαριά Καρδιά».

Τον Ιούλιο του ίδιου έτους μαθαίνει τα νέα για την αυτοκτονία του Καρυωτάκη. Το συγκλονιστικό αυτό γεγονός του χαμού του «αιώνιου» αγαπημένου της, αποτελεί άλλη μια ευκαιρία για «απελευθέρωση», όπως μόνο οι σπουδαίοι καλλιτέχνες μπορούν να «αξιοποιήσουν» τέτοια τραγικά γεγονότα.

Το 1928 κυκλοφορεί την πρώτη της ποιητική συλλογή, «Οι τρίλλιες που σβήνουν », ενώ το επόμενο έτος κυκλοφορεί και η δεύτερη δουλειά της, «Ηχώ στο Χάος». Κι όμως, συγκλονισμένη από την απώλεια, καταπονημένη από την ασθένεια, η Πολυδούρη δεν είναι ποτέ ξανά η ίδια. 


Το 1929 θα γράψει αναφερόμενη προφανώς στον εραστή που την εγκατέλειψε με τέτοιον τρόπο, «Αὐτὸς ποὺ αὐτοκτονεῖ γιατὶ τοῦ ἦρθε μιὰ μεγάλη λύπη στὴ ζωή, αὐτὸς εἶνε ἕνας ἀνάξιος τῆς ζωῆς, δὲν ἔπρεπε νὰ τὸν ἔχη δεχτῆ καθόλου. Εἶνε ἕνας μικρόψυχος. Ἑξαιρῶ ὅσους αὐτοκτονοῦν γιατί εἶνε ἄρρωστοι, εἴτε σωματικά, εἴτε ψυχικά. Φυσικὰ εἶνε ταπεινωτικὸ νὰ ζῆ κανεὶς στὸ περιθώριο τῆς ζωῆς, κι᾿ ὅμως νὰ ζῇ!»

Έχει ήδη φτάσει Απρίλιος του 1930. Φήμες λένε ότι ο Άγγελος Σικελιανός, φίλος της που την εκτιμά πολύ, διαθέτει τα χρήματα για την νοσηλεία της στον Χρηστομάνο όπου και την μεταφέρει. Άλλοι λένε ότι ενεργείται έρανος από φίλους της και το «Βήμα», κάτι που όταν το μαθαίνει η Πολυδούρη έξαλλη ζητά να σταματήσει. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι την φροντίδα της έχει αναλάβει η πάντα πιστή σε αυτήν αδερφή της Βιργινία και άλλοι ότι αυτός που τελικά την φρόντισε ήταν ο πρώην αρραβωνιαστικός της.
Όπως και να χει η Πολυδούρη αργοπεθαίνει. Ζητά από έναν φίλο της να την προμηθεύσει με ενέσιμη μορφίνη, η οποία και θα δώσει την χαριστική βολή. Τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου «σβήνει» στην κλινική. Θα κηδευτεί την ίδια μέρα στο Α Νεκροταφείο.

Γράφει για εκείνην την ημέρα ο Άγγελος Τερζάκης στο «Βήμα». «Ακολουθήσαμε το δρόμο για τον τάφο λιγοστοί πάντα, μια κηδεία σχεδόν οικογενειακή, όπου εμείς, οι νέοι οι ολότελα ξένοι στην οικογένεια, είχαμε το αίσθημα πως κηδεύουμε κάποιον, που, κρυφά, ανήκει μόνο σ’ εμάς. Είναι κάτι, που δεν μοιάζει με τίποτα, το πένθος αυτό των νέων για τους νέους. Σα να ξέρουν αυτοί κάτι, ένα μυστικό, κάποιο σύνθημα, που τους δένει μεταξύ τους. Οι μεγάλοι δεν το υποψιάζονται. Είναι ανίκανοι να το νιώσουν. Σκέφτονται συμβατικά, τυπικά και καθιερωμένα».
Μην βιαστείτε να νιώσετε λύπηση για την Πολυδούρη. Είναι αλαζονικό να νιώθουμε στεναχώρια για αυτούς που ακολούθησαν την καρδιά τους και έζησαν την ζωή τους ελεύθεροι. Και όντως η Πολυδούρη έζησε μια έντονη, μποέμ ζωή, πέρα από συμβάσεις και καταπιέσεις.

Παρέα με άντρες, κάτι που τότε φάνταζε «εξώλης και προώλης», με ένα τσιγάρο στο χέρι, στο διαμέρισμα της στην οδό Μεθώνης, στην «αβαντ γκαρντ» καλλιτεχνική περιοχή των Εξαρχείων, πίνοντας και γλεντώντας με φίλους της, σπουδαίους καλλιτέχνες και διανοούμενος, ενεργή στα κοινωνικά κινήματα και ζητήματα, η Πολυδούρη έζησε μια ζωή που λίγες γυναίκες του μεσοπολέμου είχαν την ευκαιρία.
Κι αν ακόμη αυτό το άρθρο, όπως και τα πιο πολλά άρθρα για εκείνη, ασχολείται πιο πολύ με την συναρπαστική ζωή της και τον ρομαντικό έρωτα της με τον Καρυωτάκη παρα με τα ποιήματα της, αυτό δεν μπορεί να υποτιμήσει το καλλιτεχνικό της έργο που είναι ακόμη πιο σπουδαίο.

Η «Αφιέρωση», το «Γιατί μ Αγάπησες», το «Ήρθα μια Μέρα», το «Όλα θα Σβήσουν», το «Παρίσι», το «Σαν Πεθάνω», το «Σωτηρία», το «Ένα βράδυ στον Σταθμο» και τόσα ακόμη ποιήματα και κάποια πεζά. 

Η Πολυδούρη είναι μια από τις σημαντικότερες γυναίκες ποιήτριες της Ελλάδας. Επηρεασμένη και αυτή όπως οι περισσότεροι σύγχρονοι της από τον ρομαντισμό και τους «καταραμένους» ποιητές της Γαλλίας, η Πολυδούρη γράφει με λυρισμό για το αίσθημα του ανικανοποίητου και της παρακμής (decadance).
Ακολουθώντας τους αγαπημένους της Μπωντλαίρ, Βερλαίν, Μαιτερλίγκ, αλλά και τους Έλληνες Ζαν Μωρεά και ασφαλώς τον Καρυωτάκη, η Πολυδούρη ασχολείται με τα δυο κύρια θέματα, τον έρωτα και τον θάνατο, με έντονες τις συναισθηματικές μεταπτώσεις στην γραφή της.
Αν και αρκετοί εντοπίζουν τεχνικές αδυναμίες και στιχουργικές ευκολίες στο έργο της, τα ποιήματα της είναι γεμάτα συναίσθημα, συγκίνηση αλλά και σαρκασμό. Γεμάτα όπως ήταν και η ζωή της.

Η επιμελήτρια της έκδοσης των ποιημάτων της Χριστίνα Ντουνιά έιπε κάποτε σε μια συνέντευξη της: «Ένα λογοτεχνικό έργο μπορεί να διαβαστεί αυτόνομα. Η βιογραφία ωστόσο, όταν δεν χρησιμοποιείται λαθεμένα για να ερμηνεύσει το κείμενο, μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά με ποικίλους τρόπους στην ανάγνωσή μας».
Και πρόσθεσε, «Μας ενδιαφέρει η ζωή της Πολυδούρη; Ναι, γιατί η ζωή της τρέφει με τόσο συγκλονιστική ειλικρίνεια την ποίησή της, ώστε δεν είναι εύκολο να απομονώσουμε το έργο της, όσο και αν μπορεί κάλλιστα να σταθεί αυτόνομο και ανεξάρτητο».

Πηγή: iefimerida.gr - https://www.iefimerida.gr

Πορτραίτα

«Γυμνή πόλη», «Η νύχτα και η πόλη», «Ριφιφί», «Ποτέ την Κυριακή», «Φαίδρα», «Τοπ Καπί»... Κάθε ταινία και ένα σημείο στην κινηματογραφική, αλλά και προσωπική πορεία του Ζυλ Ντασέν, ενός σκηνοθέτη που το όνομά του ταυτίστηκε με διεθνείς καλλιτεχνικές και εμπορικές επιτυχίες, αλλά και με την αγάπη του για την Ελλάδα και τον πολιτισμό της. Ποια ήταν όμως τα στοιχεία εκείνα που έπλασαν την ανθρώπινη, πνευματική και καλλιτεχνική του ταυτότητα; Ποια είναι η προσωπική του ψυχική διαδρομή; Η κόρη του, Ρισέλ, μιλάει αποκλειστικά στο «Κ» και μας παραδίδει ένα μοναδικό πορτρέτο.

Ρισέλ Ντασέν, μιλήστε μου για τον πατέρα σας.

Τον πατέρα μου τον έλεγαν Τζουλς Ντάσιν. Γεννήθηκε στο Μιντλτάουν του Κονέκτικατ από Εβραίους γονείς που είχαν έρθει από την Ανατολική Ευρώπη. Είχε τέσσερις αδελφούς και δύο αδελφές. Ηταν τόσο φτωχοί, που πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι γιατί δεν είχαν να πληρώσουν το ενοίκιό τους – ήταν, βλέπετε, τα χρόνια της κρίσης στην Αμερική. Ομως, το ότι ήταν μετανάστες τούς έδινε δύναμη και ενέργεια. Οι πέντε αδελφοί, μάλιστα, έμπλεκαν συχνά σε καβγάδες στους δρόμους του Χάρλεμ σαν μικροί γκάνγκστερ. Σε όλη του τη ζωή ο πατέρας μου παρέμεινε ένα παιδί του δρόμου, ένας μαχητής. Ακόμα και στο τέλος, με όλα τα προβλήματα υγείας που τον βασάνιζαν, όταν τον ρωτούσα «μπορείς να μου πεις πώς αντέχεις;» εκείνος απαντούσε: «Ξέρεις πού μεγάλωσα εγώ; Στο Χάρλεμ!».

Πώς ένα «παιδί του δρόμου» στράφηκε προς την τέχνη;

Κατ’ αρχάς, πρέπει να σας πω ότι με την κρίση στην Αμερική η δουλειά του πατέρα του –ήταν κουρέας– δεν πήγαινε καθόλου καλά και η οικογένεια συντηρούνταν στην ουσία από τον θείο του, τον αδελφό της μητέρας του. Ετσι ο πατέρας του, ταπεινωμένος, τους εγκατέλειψε και η μητέρα του βρέθηκε μόνη και φτωχή με επτά παιδιά, τα οποία έπρεπε να δουλέψουν από πολύ μικρά. Ο πρώτος γιος έγινε παντοπώλης, ο δεύτερος γαλατάς, ο τέταρτος γουναράς, αλλά ο τρίτος γιος, ο Ζυλ, αρνήθηκε να γίνει κάτι αντίστοιχο. Πάντα είχε μέσα του το όνειρο της ομορφιάς και αγαπούσε ό,τι ήταν μεγάλο στη ζωή. Αφησε, λοιπόν, το σχολείο στα δώδεκά του και λίγο αργότερα αποφάσισε να κυνηγήσει το όνειρό του.

Πώς ακριβώς το κατάφερε;

Πήγε σε μια ακρόαση για ηθοποιούς και πέτυχε! Επιστρέφει στο σπίτι όλος χαρά και το ανακοινώνει στους αδελφούς του. Εκείνοι τον ακούν συντετριμμένοι. Ο Ζυλ όχι μόνο δεν θα έφερνε χρήματα στο σπίτι, αλλά εκείνοι θα έπρεπε επιπλέον να πληρώνουν για διάφορα μαθήματα που έπρεπε να κάνει ως ηθοποιός, όπως μαθήματα ξιφασκίας! Μάλιστα ήταν τόσο τολμηρός, που πήγε σε ένα εβραϊκό θέατρο λέγοντας ότι μιλούσε Γίντις, ενώ δεν ήξερε ούτε λέξη! Και έπαιξε μέχρι και Σαίξπηρ στα Γίντις! Σ’ αυτό το θέατρο, λοιπόν, ήταν ένας σκηνοθέτης, ο Μπένο Σνάιντερ. Αυτός τον έκανε να καταλάβει ότι έπρεπε να γίνει σκηνοθέτης: «Εσύ, στην ουσία, δεν παίζεις», του είπε. «Σκηνοθετείς τον εαυτό σου». Ετσι ο νεαρός Ζυλ άρχισε να σκηνοθετεί στο θέατρο.

Αυτό ήταν και το εισιτήριό του για τον κόσμο της 7ης τέχνης;

Ακριβώς. Τον ανακάλυψαν σε μια παράσταση που έκανε στο Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν και του πρότειναν να πάει στο Χόλιγουντ. Την εποχή εκείνη, ήταν μεγάλη ντροπή για τους «διανοουμένους» της Νέας Υόρκης να «πουληθούν» στους «βαρβάρους» της Καλιφόρνιας. Παρ’ όλα αυτά πήγε, διότι αυτό θα του επέτρεπε να ζήσει. Ηταν όμως πολύ δυστυχής εκεί, διότι οι σκηνοθέτες ήταν στην υπηρεσία των διευθυντών των στούντιο, οι οποίοι ήταν άνθρωποι ακαλλιέργητοι και χυδαίοι. Το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν το κέρδος. Εν τω μεταξύ, έμοιαζε πολύ νεότερος από ό,τι πραγματικά ήταν και την εποχή που πήγε στο Χόλιγουντ έμοιαζε δεκαέξι χρονών. Οταν, λοιπόν, ανακοίνωσαν στον πρωταγωνιστή της πρώτης του μεγάλου μήκους ταινίας ότι σκηνοθέτης του θα είναι ο Ζυλ, εκείνος αναφώνησε: «Αποκλείεται!». Καθώς, όμως, είχε υπογράψει συμβόλαιο, αναγκάστηκε να δεχτεί. Ηταν ο Κόνραντ Βάιτ, γνωστός Γερμανός ηθοποιός της εποχής. Οταν λοιπόν άρχισαν τα γυρίσματα, λυπήθηκε τον Ζυλ που ήταν άπειρος και άρχισε να του δίνει σκηνοθετικές οδηγίες για να τον βοηθήσει. Είχε καταλάβει ότι αυτό το παιδί είχε κάτι.

Πέρα όμως από το ταλέντο, είχε και ανεπτυγμένη πολιτική συνείδηση...

Ηταν σχεδόν φυσικό, διότι εκείνη την εποχή όσοι είχαν καταγωγή από άλλες χώρες ήταν έντονα πολιτικοποιημένοι. Οι Εβραίοι από την Ευρώπη, μάλιστα, ήταν συχνά κομμουνιστές. Λόγω ακριβώς αυτής της πολιτικοποίησής του τον έβαλαν και στη Μαύρη Λίστα. Αυτό τον συνέθλιψε ψυχικά και ανέκοψε την καλλιτεχνική του πορεία, αλλά δεν τον έκανε να προδώσει τους ομοτέχνους του. Διότι ο Ζυλ, ως άνθρωπος του δρόμου, είχε πάντα ως αρχή ότι τον φίλο σου δεν τον προδίδεις ποτέ. Κι αυτό ήταν για κείνον μια πολιτική αλλά και ηθική στάση. Ο ίδιος προδόθηκε από ανθρώπους που αγαπούσε και πιο συγκεκριμένα από τον Εντουαρντ Νμίτρικ. Ομως, το μεγάλο δράμα, η μεγάλη οδύνη της ζωής του ήταν ότι ο αγαπημένος φίλος του Ελία Καζάν λύγισε και έδωσε ονόματα στην Επιτροπή. Ο Ζυλ δεν συγχώρησε ποτέ τον Καζάν, ίσως γιατί τον αγαπούσε πολύ. Ισως ακόμα διότι πίστευε ότι ήταν ήδη πολύ αναγνωρισμένος στη δουλειά του και θα μπορούσε να μην το κάνει. Ο Καζάν, έκτοτε, προσπάθησε πολλές φορές να έλθει σε επαφή με τον Ζυλ, αλλά αυτός δεν δέχτηκε ποτέ. Σε όλη του τη ζωή, όμως, μιλούσε για τον Ελία. Τον αγαπούσε πραγματικά σαν αδελφό του.

Με τη μητέρα σας, την Μπεατρίς, πότε γνωρίστηκαν;

Οταν ήταν 18 χρονών. Ο Ζυλ λάτρευε καθετί ωραίο. Ετσι ερωτεύτηκε και τη μητέρα μου, η οποία ήταν μουσικός, πολύ καλή βιολονίστα, και είχε σπουδάσει με υποτροφία στην περίφημη Σχολή Τζούλιαρντ. Αργότερα μάλιστα, ο Πάμπλο Καζάλς, αναγνωρίζοντας το ταλέντο της, την πήρε στην ορχήστρα του στη νότια Γαλλία. Η μητέρα μου, λοιπόν, συγκέντρωνε όλα εκείνα τα καλλιτεχνικά χαρίσματα που τρέλαιναν τον Ζυλ. Κατά τη διάρκεια της κρίσης, μάλιστα, συμμετείχε σε μια ορχήστρα γυναικών, όπως στο «Μερικοί το προτιμούν καυτό», εξασφαλίζοντας τα χρήματα που χρειάζονταν για να ζήσουν. Εφερνε με το βιολί της την τροφή του ζευγαριού. Αυτά τα χρόνια, έτσι όπως τα διηγούνταν ο Ζυλ, αν και ήταν δύσκολα, ήταν χρόνια όμορφα, γεμάτα ενέργεια, ελπίδα και ευτυχία.

Η μητέρα σας πώς ήταν ως άνθρωπος;

Ηταν όμορφη. Οχι μοιραία όμορφη, αλλά γοητευτικά όμορφη. Είχε μέσα της τη χαρά της ζωής και της άρεσε η περιπέτεια. Ενώ οι γονείς της δεν συμφωνούσαν με τη σχέση της με τον Ζυλ, διότι η οικογένειά του ήταν πολύ πιο φτωχή από τη δική τους, εκείνη επέλεξε να τον ακολουθήσει. Τον αγαπούσε! Ο Ζυλ είχε μια δύναμη, μια ζωντάνια απόλυτα μεταδοτική. Ηθελε να κάνει όμορφα πράγματα και σε ξεσήκωνε να τα κάνεις μαζί του. Και ήταν και πολύ όμορφο αγόρι. Κι έπειτα, ήταν και οι δυο τους καλλιτέχνες. Η μητέρα μου δεν ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη μουσική, διότι δεν ήθελε να εγκαταλείψει την οικογένειά της. Εκανε όμως κονσέρτα στο σπίτι. Ετοίμαζε το δείπνο και στα διαλείμματα μας έπαιζε Μπαχ. Πήγαινε ξανά στην κουζίνα για να βεβαιωθεί ότι το γλυκό σοκολάτας δεν είχε παραψηθεί και στη συνέχεια ερχόταν και μας έπαιζε Μότσαρτ. Μετά καθόμασταν στο τραπέζι και τρώγαμε. Μερικές φορές μάλιστα, όταν βαρυστομαχιάζαμε, μας έδινε ένζυμα για να χωνέψουμε. Ηταν μια πραγματική Εβραία μαμά. Και ήταν ένας άνθρωπος που είχε μέσα της τη μουσική. Ακόμα και στο τέλος της ζωής της, που ήταν σε πολύ κακή κατάσταση, ακούγαμε συνεχώς μουσική. Εγώ της κρατούσα το χέρι –εκείνο με το οποίο κρατούσε το βιολί– κι ένιωθα στην παλάμη μου τα δάχτυλά της να παίζουν τις νότες. Ηταν τόσο όμορφο! Αυτό με έκανε να πιστεύω ότι ο καλλιτέχνης δεν γερνά ούτε πεθαίνει. Η μητέρα μου ήταν ένας άνθρωπος πολύ όμορφος και πολύ μόνος στη ζωή.

Ο Ζυλ Ντασέν στα γυρίσματα της πρώτης του ταινίας στο Χόλιγουντ, με τον Γερμανό ηθοποιό Κόνραντ Βάιτ. Τα παιδιά του Ντασέν: η Τζούλι (αριστερά), ο Τζο (κέντρο) και η Ρισέλ (δεξιά) στις στέγες της Κωνσταντινούπολης, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του «Τοπ Καπί».

Διατήρησε επαφή με τον Ζυλ μετά τον χωρισμό τους;

Η μητέρα μου έναν άντρα αγάπησε στη ζωή της και είχε τη χαρά να πεθάνει με το χέρι του μέσα στο δικό της. Ο άντρας αυτός ήταν ο Ζυλ. Μεταξύ τους υπήρχε κάτι πολύ βαθύ, κάτι που τους έφερνε κοντά σε όλη τους τη ζωή, χωρίς πάντα να το επιδιώκουν, όπως με τον θάνατο του Τζο, του αδελφού μου, που ήταν γι’ αυτούς μια τραγωδία. Ο Ζυλ, λοιπόν, σαράντα μέρες μετά τον θάνατο της Μελίνας, ήρθε στη Γαλλία να δει τη μητέρα μου, που ήταν ήδη πολύ βαριά άρρωστη, κι έπεσε στην αγκαλιά της! Εκείνη τη στιγμή είχα ξανά δύο γονείς που αγαπιούνταν. Δύο γονείς που ήταν ευτυχισμένοι. Που έλεγαν εβραϊκά ανέκδοτα και γελούσαν, ενώ ήξεραν πολύ καλά τι επρόκειτο να συμβεί. Είναι ένα από τα πιο όμορφα πράγματα που έχω ζήσει. Η μητέρα μου, στην ουσία, τον περίμενε για να πεθάνει. Τον περίμενε με τη δύναμη της καρδιάς, διότι η δύναμη του σώματος δεν υπήρχε πια. Και έξι μέρες μετά, έφυγε, με το χέρι της μέσα στο δικό του.

Πώς βλέπατε τη σχέση του με τη Μελίνα;

Ο Ζυλ και η Μελίνα αναγνώρισαν ο ένας στον άλλον αυτό που θα μπορούσαν να γίνουν μαζί. Και μαζί θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τον εαυτό τους. Ο Ζυλ, ως άλλος Πυγμαλίωνας, έφερε στη Μελίνα τον κόσμο, το θέατρο, τον κινηματογράφο. Την ερωτεύτηκε τρελά και ως γυναίκα, και ως ηθοποιό. Το «Ποτέ την Κυριακή» είναι η έκφραση της λατρείας του προς αυτήν. Ηταν κάτι πολύ δυνατό. Και φυσικά η Μελίνα ήταν και ο λόγος που ήρθε στην Ελλάδα. Αν δεν υπήρχε η Μελίνα, θα είχε γυρίσει στην Αμερική και θα έκανε ταινίες εκεί. Η Μελίνα, όμως, δεν δεχόταν να φύγει από την Ελλάδα – άλλωστε αργότερα με την πολιτική, αυτό ήταν αδύνατον. Η Μελίνα επέβαλε την Ελλάδα στον Ζυλ. Αυτό, όμως, που μπορώ να πω για τον Ζυλ είναι ότι ερωτεύτηκε τη Μελίνα και τον ελληνικό πολιτισμό, αλλά όχι και τη συμπεριφορά των Ελλήνων. Ενιωθε ένα χάσμα ανάμεσα στον πολιτισμό που λάτρεψε και τη συμπεριφορά των ανθρώπων, μια συμπεριφορά που τον έκανε να απομονωθεί. Και πάρα πολύ συχνά ονειρευόταν να επιστρέψει στη Νέα Υόρκη. Η Μελίνα, όμως, ήταν στο σπίτι της και κάτι τέτοιο δεν το συζητούσε καν. Κι όταν πια η Μελίνα έφυγε, εκείνος κατέρρευσε. Δεν είχε πια τη δύναμη να το κάνει. Ακόμα και τη μέρα του θανάτου του νοσταλγούσε την πατρίδα του και έλεγε: «Πάμε πίσω στη Νέα Υόρκη; Πάμε;».

Πότε πήγε τελευταία φορά στην Αμερική;

Οταν ήταν 94 χρονών. Τότε συνέβη το εξής καταπληκτικό. Ο Πολ Τζέρικο, ένας σεναριογράφος που ήταν επίσης στη Μαύρη Λίστα, έπεισε τα μέλη της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου να ζητήσουν συγγνώμη από όλους όσους δεν είχαν υπερασπιστεί κατά την περίοδο του Μακαρθισμού. Λέει, λοιπόν, στον Ζυλ που ήταν φίλος του: «Πρέπει να έρθεις. Δεν υπάρχουν πολλοί από μας που είναι ακόμα ζωντανοί. Πρέπει να είμαστε παρόντες και να δεχτούμε τη συγγνώμη τους. Πρέπει να αφήσουμε τη σφραγίδα μας!». Ετσι ο Ζυλ πήγε στο Λος Αντζελες και παρέστη στην τελετή. Ομως το ταξίδι αυτό τον εξάντλησε και επέστρεψε στην Αθήνα άρρωστος με πνευμονία. Είχε δίκιο όμως που πήγε, διότι ήταν η ζωή του! Ηταν ο θρίαμβός του! Η αξία του είχε αναγνωριστεί πλέον επίσημα από εκείνους που τον είχαν κυνηγήσει. Και το τρομερό είναι ότι ο Πολ Τζέρικο του είπε μετά την τελετή: «Ελα να μείνεις στο σπίτι απόψε και θα σε πάω εγώ αύριο στο αεροδρόμιο». Ο Ζυλ όμως προτίμησε να γυρίσει στο ξενοδοχείο του. Και ο Τζέρικο, οδηγώντας μέσα στη νύχτα, έπεσε πάνω σ’ ένα δέντρο και σκοτώθηκε ακαριαία. Το έργο του είχε πια ολοκληρωθεί. Εφυγε για να συναντήσει τη μοίρα του, όπως και ο Ζυλ τη δική του, γυρίζοντας να ζήσει τα τελευταία του χρόνια ως μοναχικός ηλικιωμένος στην Αθήνα.

Είχε έρθει για κείνον η στιγμή του απολογισμού;

Νομίζω ότι, όταν είσαι κοντά στο τέλος, αυτό είναι αναπόφευκτο. Ξέρω ότι δεν αγάπησε πολλές ταινίες του. Ισως δύο από αυτές, τη «Γυμνή πόλη» και το «Ριφιφί». «Το “Ριφιφί” το πέτυχα», έλεγε με ικανοποίηση. Η σκηνοθεσία ήταν όντως καταπληκτική και είχε πάρει το Βραβείο Σκηνοθεσίας στις Κάννες. Μ’ αυτό το βραβείο, άλλωστε, νίκησε και τη Μαύρη Λίστα. Αλλά νομίζω ότι έκανε και τον απολογισμό της ζωής του ως άνδρας, ως πατέρας, ως σύζυγος. Ηταν πολύ μόνος. Πολύ. Είχε την τύχη να έχει δύο κόρες που τον σέβονταν και τον τιμούσαν, δύο κόρες που τον αγαπούσαν βαθιά. Δεν μπορούσαμε, βέβαια, να μείνουμε στην Ελλάδα, αλλά ερχόμασταν πολύ συχνά και τον βλέπαμε.

Πέρα από σας, ποιος άλλος στάθηκε στο πλάι του;

Ελάχιστοι. Πραγματικά ελάχιστοι. Πάρα πολύ τον στήριξε η Μελίτα Κούρκουλου, την οποία αγαπούσε πολύ. Για τους άλλους ήταν πια γέρος και άχρηστος. Το ξέρω ότι τους ηλικιωμένους συχνά τους ξεχνάμε και η ευγνωμοσύνη για ό,τι έκαναν για μας ξεθωριάζει. Αλλά εμένα ήταν ο μπαμπάς μου και πονούσα στη σκέψη ότι, ενώ είχε δώσει τόσα πράγματα στην Ελλάδα, δεν υπήρχε πια για κανέναν. Εβαλε όλες του τις δυνάμεις για να γίνει το Μουσείο Ακρόπολης και είμαι σίγουρη ότι, αν δεν είχε παλέψει σαν παιδί του Χάρλεμ, το μουσείο αυτό δεν θα είχε γίνει. Δούλεψε γι’ αυτό 14 ολόκληρα χρόνια. Και τώρα υπάρχει. Υπάρχει για τα παιδιά της Ελλάδας. Γι’ αυτά ήθελε να το κάνει, για την εκπαίδευσή τους. Με τη Μελίνα, βέβαια, το έκαναν, αλλά ήταν δική του ιδέα. Ο Ζυλ ήταν ένας Λόρδος Βύρωνας. Αγωνίστηκε για την Ελλάδα. Δεν έπρεπε να τον έχουν σαν παλιά εφημερίδα, σαν αυτές που τυλίγουμε τα ψώνια στην αγορά. Ηταν ένας άνθρωπος που πρόσφερε πραγματικά. Στο τέλος είχε μείνει κατάπληκτος με την αγνωμοσύνη όλων εκείνων που κάποτε έτρωγαν στο τραπέζι του νύχτα και μέρα, και που, όταν έμεινε πια μόνος, δεν έβρισκαν τον χρόνο να του ευχηθούν ούτε «Καλή Χρονιά».

Ευτύχησε, όμως, να έχει κοντά του τους ανθρώπους που αγαπούσε...

Βεβαίως. Και την τελευταία μέρα, καθώς ήξερα πόσο λάτρευε τον Σαίξπηρ, έφερα μαζί μου τον «Αμλετ». «Θέλεις να σου διαβάσω εκείνο το σημείο όπου ο Αμλετ δίνει οδηγίες στους ηθοποιούς;» τον ρωτάω. Μου γνέφει: «Ναι». Και άρχισα να διαβάζω. Αμέσως ένιωσα τη νεαρή καλλιτεχνική του ψυχή να ζωντανεύει στο άκουσμα του υπέροχου αυτού κειμένου. Οταν τελείωσα την ανάγνωση, είπε: «Ξανά!». Ξαναδιαβάζω. «Ξανά!» Ξαναδιαβάζω. «Ξανά!» Και στο τέλος, τον είδα να κοιτά προς μια γωνιά του δωματίου του, όπου πάνω στον λευκό τοίχο έβλεπε τη νεκρή μητέρα και την αδελφή του να τον καλούν. Με την ελάχιστη δύναμη που του είχε απομείνει, ανασηκώθηκε στο κρεβάτι του ψελλίζοντας: «Η μητέρα μου! Η αδελφή μου, η Μπέτι! Είναι εδώ!». Και ξεψύχησε.

Ως κόρη του, πώς θα τον περιγράφατε συνολικά ως προσωπικότητα;

Ο πατέρας μου ήταν γοητευτικός και του άρεσε να γοητεύει τους ανθρώπους. Ηταν άνθρωπος της δράσης και άνθρωπος του έρωτα. Επίσης, ήταν απαιτητικός, διότι πίστευε ότι, όταν είσαι δημιουργός, δεν πρέπει να είσαι μαλθακός. Οι ηθοποιοί που τον είχαν σκηνοθέτη ήταν πολύ ευτυχείς, γιατί τους έβαζε να κάνουν πράγματα που δεν μπορούσαν καν να φανταστούν. Συμπερασματικά, θα έλεγα ότι την πρώτη περίοδο της ζωής του, ο Ζυλ ήταν ένας αδελφός και ένας γιος για την οικογένειά του. Στη συνέχεια, έγινε ο άνδρας της δράσης, της ομορφιάς και του έρωτα και στο τέλος έγινε ξανά ο άνθρωπος της οικογένειας. Και πιστεύω ότι, παρά τα σοβαρότατα προβλήματα υγείας που είχε, κατάφερε να ζήσει τόσο καιρό για να κλείσει ακριβώς τον κύκλο αυτό. Τώρα πια ήταν πραγματικά μαζί μας. «Το πιο όμορφο πράγμα που έκανα στη ζωή μου είστε εσείς!» είπε στο τέλος σ’ εμένα και στην αδελφή μου, κι αυτή η φράση του χαράχτηκε στην καρδιά μου για πάντα.

Γεννήθηκε 18 Δεκεμβρίου 1911, Μιντλτάουν, Κονέκτικατ, ΗΠΑ
Απεβίωσε 31 Μαρτίου 2008 στην Αθήνα

https://www.kathimerini.gr/892959/article/proswpa/synentey3eis/risel-ntasen-o-pateras-moy-zyl-ntasen

Πορτραίτα

Έφυγε από τη ζωή ο Μανώλης Γλέζος σε ηλικία 98 ετών. Ο Μανώλης Γλέζος άφησε σήμερα την τελευταία του πνοή στις 13:15 λόγω καρδιακής ανεπάρκειας.

Πλήρης ημερών και κυρίως πλήρης πνευματικής διαύγειας, ο Μανώλης Γλέζος σημάδεψε την πολιτική ιστορία του τόπου τα τελευταία 100 χρόνια. Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, Κατοχή, Αντίσταση, Εμφύλιος, φυλακές, εξορίες, ο Μανώλης Γλέζος έζησε στο μεδούλι του τους αγώνες αυτού του λαού.

Πολέμησε και φώναξε μαζί του, φυλακίστηκε και εξορίστηκε με τους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και της Αριστεράς. Η μεταπολίτευση τον βρήκε πολιτικά ακμαίο, με αποτέλεσμα να διαδραματίσει και πάλι πρωταγωνιστικό ρόλο.

Στην τελευταία φάση της ζωής του ευθυγραμμίστηκε με τα οράματα της κυβερνώσας Αριστεράς. Ψηφίστηκε για να συμμετάσχει στην κυβερνώσα πλειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ το 2015. Όμως ο αρμονικός βίος με την ηγεσία του κόμματος υπήρξε βραχύς, κάτι που ήταν ούτως ή άλλως αναμενόμενο.

Ο Μανώλης Γλέζος αμφισβητούσε τις κομματικές νόρμες και κυρίως τους κομματικούς μηχανισμούς. Πικράθηκε από την πορεία που ακολούθησε ο ΣΥΡΙΖΑ και πήρε τις αποστάσεις του, τις οποίες κράτησε μέχρι τέλους.

Έλληνας δημοσιογράφος και πολιτικός, με διαδρομή στα κοινά που ξεκινά από τα χρόνια της μεταξικής δικτατορίας και φθάνει μέχρι το σήμερα. Τη νύχτα της 30ής προς 31η Μαΐου 1941, μαζί με τον Απόστολο Σάντα, κατέβασε από την Ακρόπολη τη σβάστικα, κερδίζοντας τον παγκόσμιο θαυμασμό. Ηγετική προσωπικότητα της Αριστεράς, διώχθηκε επανειλημμένα για την πολιτική του δραστηριότητα και παρέμεινε κρατούμενος (φυλακή και εξορία) 16 χρόνια σε όλη τη ζωή του.

Ο Μανώλης Γλέζος γεννήθηκε στην Απείρανθο (στ’ Απεράθου, σύμφωνα με την ντοπιολαλιά της περιοχής) της Νάξου στις 9 Σεπτεμβρίου 1922. Ο πατέρας του Νικόλαος Γλέζος (1892-1924) ήταν δημόσιος υπάλληλος και δημοσιογράφος, ενώ η μητέρα του Ανδρομάχη Ναυπλιώτου (1894-1967) καταγόταν από την Πάρο.

Τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στο χωριό του, όπου τελείωσε το δημοτικό σχολείο. Το 1935 ήρθε στην Αθήνα μαζί με την οικογένειά του και ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές, δουλεύοντας παράλληλα ως φαρμακοϋπάλληλος. Το 1940 πέτυχε στην ΑΣΟΕΕ (σημερινό Οικονομικό Πανεπιστήμιο).

Μαθητής γυμνασίου, δημιούργησε αντιφασιστική ομάδα το 1939 για την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου από τους Ιταλούς και την αποτίναξη της δικτατορίας του Μεταξά. Μόλις ξέσπασε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος στις 28 Οκτωβρίου 1940 ζήτησε να καταταχτεί ως εθελοντής, αλλά, λόγω του νεαρού της ηλικίας του, δεν του επετράπη. Εργάστηκε όμως εθελοντικά στο Υπουργείο Οικονομικών (Γ' Ταμείο Εισπράξεων Αθηνών).

Την περίοδο της ναζιστικής κατοχής (1941-1944) ανέπτυξε έντονη απελευθερωτική δράση μέσα από τις γραμμές της ΟΚΝΕ, του ΕΑΜ Νέων και της ΕΠΟΝ, με αποτέλεσμα να υποστεί φυλακίσεις και διώξεις. Τη νύχτα της 30ής προς την 31η Μαΐου 1941, μαζί με τον Απόστολο Σάντα, κατέβασε από την Ακρόπολη τη σβάστικα και καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο. Στις 24 Μαρτίου 1942 συνελήφθη μαζί με τον Απόστολο Σάντα από τα γερμανικά στρατεύματα και φυλακίστηκε έναν μήνα στις φυλακές Αβέρωφ, όπου βασανίστηκε απάνθρωπα, με αποτέλεσμα να προσβληθεί από φυματίωση βαρύτατης μορφής.

Στις 21 Απριλίου 1943 συνελήφθη από τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής και παρέμεινε φυλακισμένος τρεις μήνες. Στις 7 Φεβρουαρίου 1944 συνελήφθη από συνεργάτες των αρχών κατοχής και παρέμεινε στις φυλακές επτάμισι μήνες, απ' όπου δραπέτευσε στις 21 Σεπτεμβρίου 1944. Κατά τη διάρκεια της κατοχής δούλεψε ως υπάλληλος στον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό (1941-1943) και τον Δήμο Αθηναίων (1943-1945).

Μετά την απελευθέρωση δούλεψε στην εφημερίδα Ριζοσπάστης ως συντάκτης και από τις 10 Αυγούστου 1947 έως το κλείσιμό της ανέλαβε αρχισυντάκτης, εκδότης και διευθυντής. Στις 3 Μαρτίου 1948 συνελήφθη και παραπέμφθηκε συνολικά σε 28 δίκες για αδικήματα Τύπου. Καταδικάστηκε σε διάφορες ποινές, από τις οποίες μία φορά σε θάνατο, τον Οκτώβριο του 1948. Άλλη μία φορά καταδικάστηκε σε θάνατο, στις 21 Μαρτίου 1949, για παράβαση του Γ' Ψηφίσματος. Οι θανατικές καταδίκες δεν πραγματοποιήθηκαν, ύστερα από έντονες διαμαρτυρίες της ελληνικής και της διεθνούς κοινής γνώμης. Το 1950 οι θανατικές ποινές μετατράπηκαν σε ισόβια και τελικά αποφυλακίστηκε στις 16 Ιουλίου 1954.

Στις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951, αν και φυλακισμένος, εκλέχτηκε βουλευτής Αθηνών με την ΕΔΑ. Τότε κήρυξε απεργία πείνας, με αίτημα την αποφυλάκιση των δέκα εκλεγέντων βουλευτών της ΕΔΑ που ήταν εξορία και φυλακή. Σταμάτησε την απεργία πείνας τη 12η ημέρα, όταν έφεραν από την εξορία τους επτά εξόριστους βουλευτές. Μετά την αποφυλάκισή του εκλέχτηκε μέλος της Διοικούσας Επιτροπής της ΕΔΑ και ανέλαβε οργανωτικός γραμματέας της. Τον Δεκέμβριο του 1956 ανέλαβε τη διεύθυνση της εφημερίδας «Η Αυγή». Στις 5 Δεκεμβρίου 1958 συνελήφθη με την κατηγορία της κατασκοπίας και καταδικάστηκε.

Αποφυλακίστηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1962, ύστερα από τις έντονες αντιδράσεις της ελληνικής και της διεθνούς κοινής γνώμης. Στις εκλογές της 29ης Οκτωβρίου 1961 εκλέχτηκε βουλευτής Αθηνών με την ΕΔΑ, παρά το γεγονός ότι βρισκόταν στη φυλακή.

Αμέσως μετά την εκδήλωση του στρατιωτικού πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου συνελήφθη μαζί με άλλους πολιτικούς ηγέτες και κρατήθηκε στου Γουδή, στο Πικέρμι, στη Γενική Ασφάλεια, στη Γυάρο, στο Παρθένι Λέρου και τέλος στον Ωρωπό, απ' όπου αποφυλακίστηκε το 1971. Συνολικά, ο Μανώλης Γλέζος καταδικάστηκε 28 φορές για την πολιτική του δραστηριότητα, από τις οποίες τρεις φορές σε θάνατο, και παρέμεινε στις φυλακές 11 χρόνια και 5 μήνες, και άλλα 4 χρόνια και 6 μήνες στην εξορία. Παρέμεινε, δηλαδή, κρατούμενος (φυλακή και εξορία) 16 χρόνια σε όλη τη ζωή του. Το 1968 καταδίκασε την εισβολή των Σοβιετικών στην Τσεχοσλοβακία, αποκόπτοντας έτσι τους δεσμούς του με το ΚΚΕ.

Μετά τη Μεταπολίτευση εργάστηκε για την ανασυγκρότηση της ΕΔΑ, της οποίας διετέλεσε γραμματέας ως το 1985 και πρόεδρος από το 1985 έως το 1989. Παράλληλα συνεργάστηκε με το ΠΑΣΟΚ σε τρεις εκλογικές αναμετρήσεις. Το 1981 εκλέχτηκε βουλευτής Αθηνών, το 1984 ευρωβουλευτής και το 1985 βουλευτής Β' Πειραιά.

Στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές του 1986 εξελέγη κοινοτάρχης Απειράνθου, του χωριού όπου γεννήθηκε, και εισήγαγε τον θεσμό της Άμεσης Δημοκρατίας στη λήψη και την εκτέλεση των αποφάσεων. Στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2002 κατήλθε επικεφαλής του συνδυασμού «Ενεργοί Πολίτες» για τη διευρυμένη Νομαρχία Αθηνών-Πειραιώς, που υποστηρίχθηκε από τον Συνασπισμό, και εξελέγη νομαρχιακός σύμβουλος, ενώ ο συνδυασμός του συγκέντρωσε το 11% των ψήφων. Στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2010 εξελέγη δημοτικός σύμβουλος Πάρου, επικεφαλής του συνδυασμού «Κίνηση Ενεργών Πολιτών Πάρου».

Επανήλθε στην κεντρική πολιτική σκηνή το 2012, όταν στις διπλές εκλογές της 6ης Μαΐου και της 17ης Ιουνίου εκλέχτηκε βουλευτής Επικρατείας με τον ΣΥΡΙΖΑ. Με το ίδιο κόμμα εξελέγη ευρωβουλευτής στις ευρωεκλογές της 25ης Μαΐου 2014, για να κάνει γνωστό το ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων στην Ελλάδα.

Το χαστούκι που έριξε μια Γερμανίδα ακτιβίστρια στον καγκελάριο Κίζινγκερ το αφιέρωσε στον Μανώλη Γλέζο για την αντιναζιστική του δράση. 47 χρόνια μετά τον συνάντησε και του το ‘πε από κοντά...

Τον Μάιο του 2015 ο Μανώλης Γλέζος παρευρέθηκε σε εκδήλωση στο Βερολίνο που διοργανώθηκε από την ευρωκοινοβουλευτική ομάδα του Die Linke με θέμα «70 Χρόνια από την ημέρα της Απελευθέρωσης»...

Στο πάνελ μαζί του βρέθηκε και η Μπεάτε Κλάρσφελντ, η οποία έγινε παγκοσμίως γνωστή για το χαστούκι που έδωσε τον Νοέμβριο του 1968 στο Βερολίνο στον χριστιανοδημοκράτη καγκελάριο Κουρτ Γκέοργκ Κίζινγκερ, λόγω του ναζιστικού παρελθόντος του...

«Το αφιερώνω στον Μανώλη Γλέζο» είχε πει τότε. 47 χρόνια μετά του το είπε και από κοντά...

Μετά την επίθεση, δημοσίευσε το ποίημα με τίτλο «Το Χαστούκι», στο οποίο εξηγούσε για ποιους λόγους έκρινε ότι ήταν απαραίτητο για τη Γερμανία. «Για να εκδικηθούμε τους νεκρούς του Στάλινγκραντ» έγραφε η ακτιβίστρια, «Για τον καπνό απ’ τις καμινάδες του Άουσβιτς». Μία από τις στροφές του ποιήματος ήταν αφιερωμένη στον Μανώλη Γλέζο: «Για να καθαριστούν όλα τα κτήρια που μολύνθηκαν απ’ τη σημαία με τη σβάστικα, εις μνήμην του κάθε Μανώλη Γλέζου, που την κατέβασε και την έσκισε».

Πορτραίτα

Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια μεγάλη διπλή γιορτή, καθώς εκτός από Εθνικό, έχει και θρησκευτικό χαρακτήρα.

Ας δούμε σε αυτό το πρώτο μέρος το Εθνικό σκέλος της μεγάλης αυτής γιορτής του ελληνισμού.

Η Εθνική γιορτή της 25ης Μαρτίου

Στις 25 Μαρτίου γιορτάζουμε την Επανάσταση του 1821 που έγινε εναντίον του τουρκικού ζυγού μετά από 400 χρόνια σκλαβιάς.

Στην ουσία αναφερόμαστε στην ένοπλη εξέγερση των Ελλήνων εναντίον των Οθωμανών με σκοπό την ίδρυση ανεξάρτητου κράτους, του ελληνικού κράτους που υπάρχει ακόμη και σήμερα.

Με άλλα λόγια τότε γιορτάζουμε την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Όπως, όμως, και στην περίπτωση της 28ης Οκτωβρίου, έτσι και την 25η Μαρτίου γιορτάζουμε ουσιαστικά την έναρξη και όχι τη λήξη της επανάστασης.

Πιο συγκεκριμένα, η Επανάσταση, σε διπλωματικό επίπεδο, ξεκίνησε ήδη από τα τέλη Φεβρουαρίου του 1821 από την μακρινή Μολδοβλαχία (σημερινή Ρουμανία) από τον πρίγκηπα Αλέξανδρο Υψηλάντη.

Στην Ελλάδα η εξέγερση ξεκίνησε από την Πελοπόννησο και γρήγορα εξαπλώθηκε στη Στερεά Ελλάδα κι από εκεί σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην καλλιέργεια της εθνικής ταυτότητας που ήταν απαραίτητη για την εκκίνηση της Επανάστασης καταλυτικό ρόλο έπαιξε ο νεοελληνικός διαφωτισμός.

Από τους κυριότερους εκπροσώπους του υπήρξε ο Ρήγας Φεραίος ή Βελεστινλής, ο οποίος είχε γράψει και το περίφημο “καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά 40 χρόνια σκλαβιά και φυλακή”, φράση η οποία συνδέθηκε άρρηκτα με τον απελευθερωτικό αγώνα.

Γιατί γιορτάζεται στις 25 Μαρτίου;

Σύμφωνα με τους λαϊκούς θρύλους η Επανάσταση ξεκίνησε από τα Καλάβρυτα και συγκεκριμένα από την Αγία Λαύρα.

Εκεί, ο μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός ύψωσε κρυφά τη σημαία της Επανάστασης στις 25 Μαρτίου 1821, δίνοντας το έναυσμα για τον απελευθερωτικό αγώνα.

Ο Π.Π. Γερμανός σηκώνει το λάβαρο της Επανάστασης
Το γεγονός αυτό καταγράφηκε ιστορικά και μάλιστα του δόθηκε έμφαση καθώς συσχέτιζε κατά κάποιον τρόπο την Εκκλησία και τη θρησκευτική παράδοση με την Επανάσταση.

Επίσης, σύμφωνα με μια άποψη η ημερομηνία επιλέχθηκε αφενός λόγω της θρησκευτικής σημασίας της και αφετέρου γιατί πίστευαν ότι την ημέρα εκείνη θα μπορούσαν να κρύψουν την Επανάσταση μέσα στους θρησκευτικούς πανηγυρισμούς.

Ζήτω η Επανάσταση
Έτσι η επέτειος εορτασμού του ιστορικού αυτού γεγονότος καθορίστηκε να γίνεται κάθε χρόνο στις 25 Μαρτίου.

Μη χάσετε το δεύτερο μέρος του αφιερώματος που αφορά στους θρησκευτικούς εορτασμούς της διπλής αυτής γιορτής.

Ζήτω η 25η Μαρτίου!

Είδαμε στο πρώτο μέρος το Εθνικό σκέλος της γιορτής της 25ης Μαρτίου με τον απελευθερωτικό αγώνα εναντίον των Οθωμανών κατακτητών.

Εκτός, όμως, από τον εθνικό της χαρακτήρα, η γιορτή της 25ης Μαρτίου έχει και θρησκευτικό χαρακτήρα.

Σε αυτό το δεύτερο μέρος, λοιπόν, θα ασχοληθούμε με τη θρησκευτική πλευρά της διπλής αυτής γιορτής που δεν είναι άλλη από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου.

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου

Στις 25 Μαρτίου, εκτός από την Επανάσταση εναντίων των Τούρκων, γιορτάζεται και ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, μία από τις μεγαλύτερες γιορτές του Χριστιανισμού.

Άλλωστε για τον λόγο αυτό συνδέθηκε και ο εορτασμός της Επανάστασης με την ημέρα αυτή. Τι είναι όμως ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου;

Η ημέρα του Ευαγγελισμού ήταν η μέρα που η Παναγία έμαθε την χαρμόσυνη είδηση ότι πρόκειται να γεννήσει τον Χριστό, τον υιό του Θεού.

Ετυμολογικά, η λέξη Ευαγγελισμός προέρχεται από την ομηρική λέξη ευάγγελος, που σημαίνει αγγελιοφόρος καλών ειδήσεων (ευ + άγγελος).

Τα χαρμόσυνα νέα μετέφερε στη Θεοτόκο Μαρία ο Αρχάγγελος Γαβριήλ. Μάλιστα, δεν της ανακοίνωσε απλώς το νέο, ότι πρόκειται δηλαδή να φέρει στον κόσμο τον Ιησού, σαν κάτι το δεδομένο, αλλά ζήτησε τη συγκατάθεση της.

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ
Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Λουκά που κατέγραψε το γεγονός, ο Θεός με αυτό τον τρόπο έδωσε στην Παναγία τη δυνατότητα να αποφασίσει μόνη της, δίνοντας της την χαρά της συνδημιουργίας.

Η Παναγία ρώτησε τον Άγγελο πως θα γινόταν να κυοφορήσει παιδί δεδομένου ότι δεν είχε σωματική επαφή με κάποιον άνδρα μιας και ήταν απλώς αρραβωνιασμένη και όχι παντρεμένη με τον Ιωσήφ.

Τότε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ εξήγησε στη Μαρία ότι αυτό ήταν το θέλημα του Θεού και ότι Αυτός θα φροντίσει για όλα. Για αυτό και το παιδί αυτό θα είναι ο Υιός του Θεού.

Μάλιστα ανέφερε το παράδειγμα της Ελισάβετ, η οποία αν και ήταν στείρα γέννησε με τη βοήθεια του Θεού σε προχωρημένη ηλικία.

Έτσι η Παναγία πείστηκε και δέχτηκε το Θεϊκό πρόσταγμα και ο Γαβριήλ αποχώρησε έχοντας εκπληρώσει το έργο του.

Κάθε χρόνο, γιορτάζουμε το γεγονός αυτό στις 25 Μαρτίου.

Χρόνια Πολλά!

Πορτραίτα

Καλημερούδια σιόρες και αφεντάδες μου.

Ορμήνειες (οδηγίες) για τον ιό στα Κεφαλονίτικα !!

Άβιζο
(δεν είναι αυτό που νομίζετε , σημαίνει ειδοποίηση)

Τόμου και κομπαρίστηκε εφκειός ο ιός από το Κορώνι , μας επόστιασε ούλους μες τσι κάζες.

Που κακιά ανεμορπή να τον έβρει και να μπουνε χίλιοι διάουτσε μέσα του, θηλυκοί και γκαστρωμένοι.

Ετούτος ο ιος τζόγιες μου, δεν είναι κάζο πενσάτο, παρί κάζο ατσιτέντε.

Λένε πως είναι φλουέντσα και αναγκρίζει τον καταπιώνα.

Δελέγκου ιδεάζετε πως σας αγκαζάρισε, να στιμάρετε το δοτόρο σας. Να σας δωσει την ρετσέτα σας και τότενες , τίρα βια στο μινούτο στον σπετσιέρη σας.

Να νίβεστε καλά στο μαστέλο με βαρεκίνα, μη σας έβρει μόρα, κορακόβηχας και αναφανός.

Να φοράτε την μπαούτα σας, να κάμετε την βατσίνα σας και να μην ρουφάτε την ρούγκλα σας. Να πίνετε τσιπουρίτη, ρομπόλα και νερό απ τη Σισσιώτισσα ή την βρύση στην πλατεία του Ληξουριού.

Να μην βαρδαλωνίζετε , πριχού βγάλετε την φάουσα , σας ποστιάσουν στο οσπιτάλιο και τότενες , αντίο μαστέλλο και σας επάνε για χώμα Δραπάνου & φέρετρο Μπαμπάνου.

Μα ακούτε και νια άλλη ορμήνεια...

Να αριβάρετε εδεκεί στον Αφέντη στα Ομαλά, που είστε ούλοι θεόκουρλοι.

Μην σπαβεντάρετε ωρές, μοναχά τα μέντε σας.

Πού θα πάει...Θα αραπιστεί.

 

Το πήραμε από τον φίλο Ορέστη Καππάτο

Φωτογραφία Διονύσης Καππάτος

https://www.facebook.com/orestis.kappatos

 

https://www.forwoman.gr

Πορτραίτα

Simone Veil: Η πρώτη γυναίκα πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου #EuWomen

Η Simone Veil ήταν επιζήσασα του Ολοκαυτώματος, και η πρώτη γυναίκα Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Δικηγόρος, πολιτικός, και φεμινίστρια, η Simone Veil υπηρέτησε ως Υπουργός Υγείας της Γαλλίας την περίοδο 1974-1979. Το 1979 έγινε μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και εκλέχθηκε Πρόεδρος, παραμένοντας στη θέση αυτή μέχρι το 1982. Έτσι, ήταν Πρόεδρος του πρώτου άμεσα εκλεγμένου Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και πρώτη γυναίκα Πρόεδρος.

Η Simone Veil αναγνωρίστηκε στη Γαλλία κυρίως για τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων και για τη δράση της στη βελτίωση των ζωών των γυναικών και των συνθηκών κράτησης στις φυλακές.

Είναι επίσης γνωστή σε όλη την Ευρώπη για την προώθηση του σεβασμού και τη διατήρηση της μνήμης των Εβραίων που σκοτώθηκαν στο Ολοκαύτωμα κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και για την αφοσίωσή της στις ευρωπαϊκές αξίες και την ενότητα.

Είναι αντικέιμενο θαυμασμού τόσο για το πολιτικό όσο και για το προσωπικό θάρρος της, αφού επέζησε από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς.

Η παιδική της ηλικία και οι τραυματικές εμπειρίες της κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δημιούργησαν την αφοσίωση της σε μια ενωμένη Ευρώπη, ένα στόχο που θα υπερασπιζόταν σε ολόκληρη τη ζωή της.

Πηγή: europa.eu

http://europedirect.eliamep.gr/

Πορτραίτα

Θρυλική νοτιοαφρικανίδα τραγουδίστρια, γνωστή και ως «Μάμα Άφρικα», ένα από τα σύμβολα του αγώνα κατά του απαρτχάιντ.

Η Μίριαμ Μακέμπα (Miriam Makeba) γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου 1932 σε μια τενεκεδούπολη στα περίχωρα του Γιοχάνεσμπουργκ. Η καριέρα της άρχισε τη δεκαετία του '50, όταν συνδύασε την τζαζ με τα παραδοσιακά τραγούδια της Νότιας Αφρικής, σε μια εποχή που η λέξη «world music» ήταν άγνωστη. Στο διεθνές προσκήνιο εμφανίσθηκε το 1959, κατά τη διάρκεια περιοδείας της στις ΗΠΑ με το νοτιοαφρικάνικο συγκρότημα «Manhattan Brothers».

Την επόμενη χρονιά της αφαιρέθηκε το διαβατήριο από τη ρατσιστική κυβέρνηση της Νότιας Αφρικής, επειδή συμμετείχε στο ντοκιμαντέρ «Come Back Africa» με περιεχόμενο κατά του απαρτχάιντ και αναγκάσθηκε να ζήσει στην εξορία. Επέστρεψε στη Νότιο Αφρική, μετά την αποφυλάκιση του Νέλσον Μαντέλα το 1990 και όταν το ρατσιστικό καθεστώς της χώρας έπνεε τα λοίσθια.

Η Μίριαμ Μακέμπα έγινε η πρώτη αφρικανίδα καλλιτέχνιδα που κέρδισε βραβείο Γκράμι (1966). Το μοιράστηκε με τον Χάρι Μπελαφόντε στην κατηγορία φολκ μουσικής για το άλμπουμ «An Evening With Belafonte/Makeba». Μεγάλες επιτυχίες της θεωρούνται τα τραγούδια «Pata Pata» (1956), «Malaika» (1960) και «Τhe Cling Song» (1965). Το 1987 συνεργάστηκε με τον Πολ Σάιμον, συμμετέχοντας στην περιοδεία του «Graceland».

Παντρεύτηκε συνολικά πέντε φορές και απέκτησε μία κόρη, την Μπόγκι, η οποία έφυγε από τη ζωή το 1985, σε ηλικία 35 ετών. Μεταξύ των συζύγων της, ο συμπατριώτης της τρομπετίστας της τζαζ Χιου Μασεκέλα και ο αμερικανός πολιτικός ακτιβιστής Στόκλι Καρμάικλ. Ο γάμος της με τον Καρμάικλ, που ήταν μέλος της ριζοσπαστικής οργάνωσης των μαύρων «Μαύροι Πάνθηρες», προκάλεσε θύελλα διαμαρτυριών στις ΗΠΑ και ακύρωση πολλών συναυλιών της. Το ζευγάρι αναγκάσθηκε να μετακομίσει και να ζήσει στη Γουινέα.

Το 2005 ξεκίνησε την αποχαιρετιστήρια περιοδεία της ανά τον κόσμο, που ολοκληρώθηκε με τρόπο μοιραίο. Συμμετέχοντας σε συναυλία στο Καστελβολτούρνο στα περίχωρα της Καζέρτας υπέρ του ιταλού συγγραφέα Ρομπέρτο Σαβιάνο («Γόμορρα»), τον οποίο απειλεί η ναπολιτάνικη Καμόρα, αισθάνθηκε αδιαθεσία και κατέρρευσε. Μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο της Καζέρτας, όπου αργά το βράδυ της 9ης Νοεμβρίου 2008 άφησε την τελευταία της πνοή από ανακοπή καρδίας, σε ηλικία 76 ετών. Ήταν ένας θάνατος, όπως τον φανταζόταν: να βρίσκεται επί σκηνής και να τραγουδά για καλό σκοπό.

Πηγή: https://www.sansimera.gr

Πορτραίτα

Η λογοτεχνία και τα Γράμματα απομένουν φτωχότερα μετά την απώλεια μίας από τις σημαντικότερες συγγραφείς της μεταπολεμικής και μεταδικτατορικής Ελλάδας.
Η Άλκη Ζέη «έσβησε» σε ηλικία 97 ετών, στο σπίτι της, με τα παιδιά της, Ειρήνη και Πέτρο. Η ελληνική λογοτεχνία θρηνεί για μία απώλεια που σφραγίζει όχι μόνο μία, αλλά περισσότερες γενιές. Στα βιβλία της αφήνει πέρα από την συναρπαστική γραφή της, μία «κιβωτό» αυτοβιογραφικών στοιχείων από μία γεμάτη και συχνά δύσκολη ζωή.

Η αγαπημένη και πολυμεταφρασμένη συγγραφέας άφησε παρακαταθήκη στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία την «Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα» και στην παγκόσμια παιδική λογοτεχνία «Το καπλάνι της βιτρίνας» και το κλασικό πλέον βιβλίο της «Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου».

Τελευταία της δημόσια παρουσία ήταν τον Δεκέμβριο του 2019 στην κατάμεστη, από ενήλικες και μαθητές σχολείων, αίθουσα του Μεγάρου Μουσικής, σε μια τιμητική βραδιά που διοργανώθηκε με αφορμή την κυκλοφορία του τελευταίου της βιβλίου «Ένα παιδί από το πουθενά» (εκδ.Μεταίχμιο), στην οποία η HuffPost έδωσε το «παρών».

Η κηδεία της θα είναι πολιτική και θα γίνει την Τρίτη 4 Μαρτίου από το Α΄Νεκροταφείο, όπου αναπαύεται και ο σύζυγος της Γιώργος Σεβαστίκογλου.

Η Άλκη Ζέη συμμετείχε στην ΕΠΟΝ στη διάρκεια της κατοχής και εξορίστηκε το 1948, όταν προσπάθησε να ακολουθήσει τον αριστερό σύζυγό της Γιώργο Σεβαστίκογλου, κατά την απόδρασή του στην Τασκένδη. Τον συνάντησε τελικά εκεί έξι χρόνια αργότερα.

Το 1964 επέστρεψε στην Ελλάδα για να ξαναφύγει πάλι το 1967 με τον ερχομό της Χούντας, αυτή τη φορά για το Παρίσι, από όπου επέστρεψε οριστικά μετά την πτώση της δικτατορίας.

Η Άλκη Ζέη γεννήθηκε στην Αθήνα. Ο πατέρας της καταγόταν από την Κρήτη και η μητέρα της από τη Σάμο, όπου πέρασε τα πρώτα παιδικά της χρόνια. Παντρεύτηκε τον θεατρικό συγγραφέα και σκηνοθέτη Γιώργο Σεβαστίκογλου, που πέθανε το 1991. Απέκτησαν δύο παιδιά.
Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών και στο Κινηματογραφικό Ινστιτούτο της Μόσχας, στο τμήμα σεναριογραφίας.
Από το 1954 έως το 1964 έζησε σαν πολιτική πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση. Το 1964 επιστρέφει οικογενειακώς στην Ελλάδα, για να ξαναφύγουν πάλι όλοι μαζί με τον ερχομό της Χούντας το 1967. Αυτήν τη φορά ο τόπος διαμονής τους είναι η Γαλλία, και συγκεκριμένα το Παρίσι, απ’ όπου επιστρέφουν μετά τη δικτατορία.

Από πολύ μικρή ασχολήθηκε με το γράψιμο. Στις πρώτες ακόμη τάξεις του Γυμνασίου άρχισε να γράφει κείμενα για το κουκλοθέατρο. Ένας από τους ήρωες που δημιούργησε, ο Κλούβιος, έγινε κατοπινά ο ήρωας του γνωστού κουκλοθέατρου «Μπαρμπα-Μυτούσης», εμπνεύστρια του οποίου ήταν η Ελένη Θεοχάρη-Περάκη. Πρώτο της μυθιστόρημα είναι Το καπλάνι της βιτρίνας (1963), που το έχει εμπνευστεί από τα παιδικά της χρόνια στη Σάμο και είναι σχεδόν αυτοβιογραφικό. Ακολουθεί μια σειρά μυθιστορημάτων για παιδιά, και το 1987 κυκλοφορεί το πρώτο της βιβλίο για μεγάλους Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα. Το 2013 κυκλοφόρησε το αυτοβιογραφικό της βιβλίο Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, και το 2017 το Πόσο θα ζήσεις ακόμα, γιαγιά.
Το 2010 τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου της.

Ο καθαρός τρόπος γραφής της, η γλωσσική αρτιότητα, η κριτική στάση απέναντι σε πρόσωπα και καταστάσεις, το χιούμορ και η διεισδυτική ματιά στα γεγονότα, είναι τα χαρακτηριστικά των έργων της Άλκης Ζέη που το έχουν κάνει να αγαπηθεί από το ελληνικό και το ξένο αναγνωστικό κοινό. Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα , Το καπλάνι της βιτρίνας και Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου, συμπεριλαμβάνονται στα διαχρονικά ευπώλητα βιβλία της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.

Τα βιβλία της απευθύνονται κυρίως στα παιδιά και τους εφήβους, πάντα όμως διαβάζονται με μεγάλη ευχαρίστηση και από τους ενήλικες. Εμπνέονται από προσωπικές της εμπειρίες υφαίνοντας την υπόθεσή τους παράλληλα με ιστορικά γεγονότα. Τα θέματα που πραγματεύονται είναι καθημερινά και πανανθρώπινα.

Το Καπλάνι της βιτρίνας, το πρώτο της μυθιστόρημα, υπήρξε έργο - σταθμός για την ελληνική παιδική λογοτεχνία και θεωρείται πλέον ένα κλασικό έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας για παιδιά, με συνεχείς επανεκδόσεις από το 1963 που πρωτοκυκλοφόρησε στην Ελλάδα και πολλές μεταφράσεις και διακρίσεις στο εξωτερικό. Η Άλκη Ζέη αποτελεί πρέσβειρα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό, καθώς το σύνολο του έργου της είναι μεταφρασμένο και κυκλοφορεί σε πολλές χώρες ανά τον κόσμο. Η ίδια έχει επίσης μεταφράσει από τα γαλλικά, τα ιταλικά και τα ρωσικά αρκετά βιβλία.

Το 2014 αναγορεύτηκε επίτιμη διδάκτωρ του Τμήματος Επιστημών Προσχολικής Αγωγής και Εκπαίδευσης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ενώ το 2015 απέσπασε την ίδια τιμή από το Πανεπιστήμιο Πατρών της Σχολής Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών.

Τον Ιανουάριο του 2015 έλαβε τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Τιμής, διάκριση που αποδίδεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας σε διαπρεπείς προσωπικότητες των τεχνών, των επιστημών και των γραμμάτων, ενώ τον Σεπτέμβριο του 2015 τιμήθηκε από τη Γαλλία με τον τίτλο του Ταξιάρχη του Τάγματος των Τεχνών και των Γραμμάτων (Commandeur de l’Ordre des Arts et des Lettres).

Μενδώνη: Το έργο της ανήκει σε όλους μας και σε όλες τις ηλικίες
Η υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού Λίνα Μενδώνη αναφέρει στο συλλυπητήριο μήνυμα της για τον θάνατο της Άλκης Ζέη:

«Με το έργο της και τη δημιουργική κοινωνική της παρουσία, η Άλκη Ζέη χαρακτήρισε και άφησε το αποτύπωμά της σε μια ολόκληρη κατηγορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Μαζί της μεγάλωσαν διαδοχικά γενεές. Γιαγιάδες και παππούδες, αλλά και τα παιδιά τους, γονείς οι ίδιοι σήμερα, και τα δικά τους παιδιά.

Δεν ήταν απλώς η αγαπημένη συγγραφέας, που γνώρισε τεράστια επιτυχία και αναγνώριση. Αν μέναμε εκεί θα μειώναμε αυτό που ήταν στην πραγματικότητα: Γιατί η Άλκη Ζέη πέρα από βραβεία, διακρίσεις και υψηλές πωλήσεις, ήταν η λατρεμένη γιαγιά και ταυτόχρονα η απολύτως νεανική παρουσία, η προσωποποίηση της εφηβείας στο διηνεκές.

Με την προσωπική γραφή της δημιούργησε ένα εντελώς νέο είδος, το εφηβικό μυθιστόρημα, που εμπεριείχε ιστορικά στοιχεία με ένα τρόπο άμεσο και διακριτό!

Χρησιμοποίησε τις αυτοβιογραφικές της αναφορές μετατρέποντας τις σε συναρπαστικές ιστορίες. Από εκείνες που σε κάνουν να γυρίζεις στη δική σου εφηβεία, σπεύδοντας να διαβάσεις την επόμενη σελίδα.

Η Άλκη δε μιμήθηκε τη νεανική γλώσσα ούτε την ευαισθησία της παιδικής ηλικίας. Τα κατείχε απόλυτα και ζούσε με αυτά! Αφηγήθηκε τις ιστορίες της χωρίς να καταφεύγει στη νοσταλγία.

Έζησε η ίδια μια ζωή, σχεδόν μυθιστορηματική, με πολλές δυσκολίες, τις οποίες αντιμετώπισε με χαμόγελο και γενναιότητα. Το εμβληματικό της «Καπλάνι της Βιτρίνας», με τις αμέτρητες μεταφράσεις σε όλο τον κόσμο, γράφεται «για αναγνώστες από 11 έως 111 ετών». Είναι διαπίστωση απόλυτα ακριβής. Το έργο της ανήκει σε όλους μας και σε όλες τις ηλικίες.

Πορτραίτα

Κωστής Παλαμάς : Ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές της Ελλάδα


Στο ποιητικό του έργο, που ξεπερνά τις είκοσι συλλογές, κυριαρχεί η Ελλάδα ως ιδανικό και αντικείμενο αγάπης, η πορεία του ελληνικού έθνους μέσα στους αιώνες, η προσπάθεια δημιουργικής αφομοίωσης του αρχαιοελληνικού πνεύματος και της λαϊκής παράδοσης και το πνεύμα της οικουμενικότητας του ελληνικού πολιτισμού.

Έλληνας ποιητής, δοκιμιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας, διηγηματογράφος και θεατρικός συγγραφέας, από τις σπουδαιότερες πνευματικές φυσιογνωμίες του νέου Ελληνισμού. Αποτέλεσε κεντρική μορφή της λογοτεχνικής «γενιάς του 1880» και της αποκαλούμενης «Νέας Αθηναϊκής Σχολής», η οποία συσπείρωνε νέους ποιητές που αντιδρούσαν στις υπερβολές του αθηναϊκού ρομαντισμού και ενδιαφέρονταν για την καθιέρωση της δημοτικής στον ποιητικό λόγο. Στο ποιητικό του έργο, που ξεπερνά τις είκοσι συλλογές, κυριαρχεί η Ελλάδα ως ιδανικό και αντικείμενο αγάπης, η πορεία του ελληνικού έθνους μέσα στους αιώνες, η προσπάθεια δημιουργικής αφομοίωσης του αρχαιοελληνικού πνεύματος και της λαϊκής παράδοσης και το πνεύμα της οικουμενικότητας του ελληνικού πολιτισμού.

Ο Κωστής Παλαμάς γεννήθηκε στην Πάτρα στις 13 Ιανουαρίου του 1859 και καταγόταν από παλαιά μεσολογγίτικη οικογένεια, που είχε να επιδείξει εθνικούς αγωνιστές και πνευματικούς δημιουργούς. Σε ηλικία επτά ετών έμεινε ορφανός από πατέρα και μητέρα και πήγε να ζήσει στο Μεσολόγγι με τον θείο του Δημήτριο Παλαμά. Στο Μεσολόγγι, που τόσο αγάπησε και τραγούδησε νοσταλγικά, έζησε έως το 1875, οπότε έφυγε για την Αθήνα και γράφτηκε στη Νομική Σχολή. Δεν άργησε να καταλάβει, πως η πραγματική του κλίση ήταν η ποίηση και εγκαταλείποντας τις σπουδές του αφοσιώθηκε ολόψυχα στην τέχνη του λόγου και ιδιαίτερα του ποιητικού. Άλλωστε, από τα εννιά του χρόνια έγραφε στίχους και διάβαζε Έλληνες και ξένους ποιητές.

Το 1879 άρχισε να δημοσιογραφεί στις εφημερίδες και τα περιοδικά του καιρού του και το 1886 τύπωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Τραγούδια της Πατρίδος μου. Στο βιβλίο αυτό, όπως και στα άλλα δύο που ακολούθησαν, Ο Ύμνος στην Αθηνά (1889) και Τα μάτια της ψυχής (1992), ο Παλαμάς φανερώνει τις πρώτες νεανικές του προσπάθειες, προικισμένος με πλούσια ευγένεια και ευαισθησία. Μαζί με τον Δροσίνη, τον Πολέμη και άλλους ποιητές της Νέας Σχολής, χρησιμοποιεί τη δημοτική γλώσσα, σε αντίθεση με τους ρομαντικούς καθαρευουσιάνους ποιητές, Σούτσο, Βασιλειάδη, Παράσχο και άλλους.

Στις 27 Δεκεμβρίου του 1887 παντρεύτηκε τη Μαρία Βάλβη, γόνο πολιτικής οικογένειας του Μεσολογγίου, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά, τον Λέανδρο (1891-1958), τη Ναυσικά και τον Άλκη. Στις 15 Οκτωβρίου 1897, ο Παλαμάς διορίστηκε γραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών, σε ένδειξη τιμής για το ποιητικό του έργο. Γι’ αυτό και οι εφημερίδες του καιρού (Εστία, Άστυ, Ακρόπολις), επαίνεσαν ζωηρότατα την απόφαση του τότε Υπουργού Παιδείας, Ανδρέα Παναγιωτόπουλου, βρίσκοντας την ευκαιρία να εγκωμιάσουν τον ποιητή. Λέγεται ότι, όταν ο Παλαμάς παρουσιάστηκε να αναλάβει υπηρεσία, ο τότε πρύτανης του Πανεπιστημίου, Αλκιβιάδης Κρασσάς, του είπε: «Ελπίζω, κύριε Παλαμά, τώρα που έχετε μια αξιοπρεπή θέση, ότι θα παύσετε… να γράφετε ποιήματα». Ευτυχώς, η ελπίδα του διαπρεπούς αστικολόγου της εποχής εκείνης διαψεύστηκε και η ελληνική τέχνη κέρδισε μια κορυφαία ποιητική φυσιογνωμία.

Τον ίδιο χρόνο με τον διορισμό του εκδίδει τη συλλογή Ίαμβοι και Ανάπαιστοι, που αποτελεί σταθμό στο έργο του. Στο μικρό αυτό βιβλίο, ο ποιητής δείχνει πιο ώριμος, έχει προσωπικό τόνο, δίνει λιτά και επιγραμματικά τις συγκινήσεις που του χαρίζει ο κόσμος της ιστορίας και της ζωής, όπως επισημαίνει η ποιήτρια Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη. Ο θάνατος του μικρού παιδιού του, του Άλκη, συντρίβει την πατρική του καρδιά, που ζητά τη λύτρωση στην ποίηση. Γράφει τότε τον Τάφο (1898), «τα λυρικά αυτά δάκρυα, που αποκρυσταλλώθηκαν σε σταλακτίτες», όπως γράφει ο κριτικός Ανδρέας Καραντώνης.

Το 1904 ο Παλαμάς κυκλοφορεί την ποιητική συλλογή Ασάλευτη Ζωή, έργο ωριμότητας του ποιητή, όπου η αγνή συγκίνηση δένεται σφιχτά με το στοχασμό και τη γλαφυρότητα του στίχου. Ακολουθούν ποιητικές συλλογές, όπως Οι καημοί της λιμνοθάλασσας, Πολιτεία και Μοναξιά, Οι Βωμοί και οι δύο μεγάλες επικές συνθέσεις του Ο δωδεκάλογος του γύφτου (1907) και Η φλογέρα του Βασιλιά (1910), που τον ανεβάζουν στην κορυφή του ποιητικού Παρνασσού. Τελευταία του ποιητική συλλογή Οι νύχτες του Φήμιου (1935).

Εκτός από ποίηση, ο Παλαμάς έγραψε ένα θεατρικό έργο, την Τρισεύγενη (1903), που ξεχωρίζει για τη γνήσια ποιητική συγκίνηση, μια σειρά διηγημάτων με καλύτερο τον Θάνατο του Παληκαριού και πλήθος κριτικών δοκιμίων. Το 1926 έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και το 1930 πρόεδρός της. Το 1934 ήταν υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, καθώς η φήμη του είχε προ πολλού διαβεί τα σύνορα του ελληνικού κράτους. Ιδιαίτερα τον απασχόλησε το Γλωσσικό Ζήτημα. Υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της δημοτικής και κορυφαία μορφή του δημοτικιστικού κινήματος με το κύρος του, αλλά και με τις κυρώσεις που υπέστη για τον γλωσσικό του αγώνα (προσωρινή απομάκρυνσή του από το πανεπιστήμιο). Αξιοσημείωτη ήταν η στάση του στα Ευαγγελικά και τα Ορεστειακά.

Ο Κωστής Παλαμάς πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 και η κηδεία του την επομένη στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών εξελίχθηκε σε αντικατοχικό συλλαλητήριο.

Η συνεισφορά του Κωστή Παλαμά στα ελληνικά γράμματα υπήρξε τεράστια. Ανανέωσε σημαντικά την ποιητική μορφή, αξιοποιώντας στο έπακρο τις δυνατότητες της λογοτεχνικής μας παράδοσης, από τον Όμηρο και τον Ρωμανό τον Μελωδό, ως τον Κάλβο, τον οποίο καθιέρωσε, και το δημοτικό μας τραγούδι. Παράλληλα, έκανε ένα τεράστιο λογοτεχνικό άνοιγμα προς τις λογοτεχνίες της Ευρώπης, μπολιάζοντας την ποίησή του με τα σύγχρονα ρεύματα του Παρνασσισμού, του Συμβολισμού και του Ρεαλισμού. Με αγνό πανανθρώπινο ιδεαλισμό και πηγαία λυρική πνοή, ο Παλαμάς δημιούργησε μια ολόκληρη εποχή κι έγινε δάσκαλος στις νεώτερες γενιές. 

Αξίζει, ωστόσο, τον κόπο να κλείσουμε με μιαν αισιόδοξη ερωτική προτροπή του Παλαμά:

Κι αν ποθείς να πετάξεις
και στα πάντα ν’ αράξεις
και τα γκέμια ν’ αδράξεις
του Πηγάσου, έρωτά μου,
σ’ εμέ ολάκερη δώσου·
με το φως του όλο εμπρός σου
για να φέξει ο θεός σου (…)

Πηγή: SanSimera.gr

Πορτραίτα

Κώστας Βουτσάς, Η Μαμά, Οι Κιοφτέδες, Τα φουντούκια & Ο Χαλβάς ...31 Δεκεμβρίου 1931 - 26 Φεβρουαρίου 2020
Κώστας Βουτσάς: Σε ηλικία 88 ετών άφησε την τελευταία του πνοή, ο αγαπημένος ηθοποιός - «Έφυγε» τις πρώτες πρωινές ώρες της Τετάρτης (26/02), στο νοσοκομείο «Αττικόν»

Ο Ηρακλής Τσαγκάρης, αναπληρωτής καθηγητής της ΜΕΘ του Π.Γ.Ν. Αττικόν, μίλησε το πρωί της Τετάρτης, στον Alpha για τη μεγάλη μάχη που έδωσε ο αγαπημένος ηθοποιός στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας όπου νοσηλευόταν από τις 7 Φεβρουαρίου.

«Όλο το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό που είχε την φροντίδα του από τις 7 Φεβρουαρίου που εισήχθη στη ΜΕΘ έμεινε κατάπληκτο από την προσπάθεια του Κώστα Βουτσά, από την γενναιότητά του και από το σθένος του σε μια πάρα πολύ δύσκολη κατάσταση για τον ίδιο. Προσπάθησε πάρα πολύ, μαζί με όλους εμάς βέβαια, για να αναστρέψει μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση. Υπήρξαν σύνθετα οργανικά προβλήματα που σε συνδυασμό με τη μεγάλη ηλικία έκαναν το πρόβλημα εξαιρετικά δυσεπίλυτο. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να πούμε ότι πραγματικά ο μεγάλος Έλληνας ηθοποιός έδωσε με μεγάλο κουράγιο αυτή τη μάχη και πραγματικά μας άφησε όλους κατάπληκτους», ανέφερε χαρακτηριστικά.

«Είχαμε περιοδική επικοινωνία με τον Κώστα. Εξέφραζε με πολύ έντονο τρόπο τις συναισθηματικές του αντιδράσεις πάντα με μεγάλη ευγένεια, πάντα προς την θετική κατεύθυνση και πολλές φορές ήταν αυτός που ενθάρρυνε εμάς και όχι εμείς αυτόν. Ζήσαμε πολλές στιγμές μαζί του, είναι αποτυπωμένες αυτές οι στιγμές σε όλους μας και θέλουμε να στείλουμε στην οικογένειά του τα θερμότερα συλλυπητήρια μας», κατέληξε ο καθηγητής.

Το «αντίο» του Κυριάκου Μητσοτάκη
Ο πρωθυπουργός σε μήνυμά του στο Twitter, έγραψε μεταξύ άλλων: «Μαζί του δύει μία ολόκληρη εποχή αθωότητας. Η αισιοδοξία και το αγνό του χαμόγελο θα μας συνοδεύουν πάντα».

Δείτε την ανάρτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη:

Ο Κώστας Βουτσάς ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι, μαζί με το γέλιο και τη χαρά που μοίρασε απλόχερα σε τόσες γενιές Ελλήνων. Μαζί του δύει μία ολόκληρη εποχή αθωότητας. Η αισιοδοξία και το αγνό του χαμόγελο θα μας συνοδεύουν πάντα. Θερμά συλλυπητήρια στην οικογένειά του.

Η επίσημη ανακοίνωση
Το πρωί της Τετάρτης, δόθηκε στη δημοσιότητα η ανακοίνωση του νοσοκομείου για το θάνατο του Κώστα Βουτσά:

«Ο Κώστας Βουτσάς εισήχθη στο Π.Γ.Ν. «ΑΤΤΙΚΟΝ» στις 7 Φεβρουαρίου 2020 με λοίμωξη του αναπνευστικού και σημαντική καρδιακή και αναπνευστική δυσλειτουργία, που οδήγησαν σε διασωλήνωση και εισαγωγή στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Ετέθη σε μηχανική υποστήριξη της αναπνοής και της νεφρικής λειτουργίας. Η κατάστασή του σταθεροποιήθηκε αρχικά αλλά την 24η Φεβρουάριου το βράδυ παρουσίασε σημαντική επιδείνωση, που εξελίχθηκε σε πολυοργανική ανεπάρκεια και κατέληξε πάρα τις γενόμενες θεραπευτικές παρεμβάσεις, στις 26/02/2020 στις 02:24.»
​​​​​​
Ο Διοικητής του Π.Γ.Ν. «ΑΤΤΙΚΟΝ»

Σπυρίδων Αποστολόπουλος»

Ποιος ήταν Κώστας Βουτσάς
Ο Κώστας Βουτσάς γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1931 στον Βύρωνα Αττικής. Μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη από προσφυγική οικογένεια με καταγωγή από τους Επιβάτες Ανατολικής Θράκης. Το οικογενειακό επίθετο ήταν Σαββόπουλος, αλλά το «Βουτσάς» επικράτησε από τον παππού του που έφτιαχνε βαρέλια και τα βαρέλια παλαιότερα τα έλεγαν «βουτσιά».

Όταν ξεκίνησε την καριέρα του, τού είχε προτείνει θιασάρχης να το αλλάξει σε «Βέσελης», αλλά αρνήθηκε.

Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Μακεδονικού Ωδείου, απ' όπου αποφοίτησε το 1953 και αρχικά έλαβε μέρος σε παραστάσεις περιπλανώμενων θιάσων (μπουλούκια).

Κατά την περίοδο του εμφυλίου ήταν οργανωμένος στα «Αετόπουλα» της αριστεράς και μοίραζε προκηρύξεις.

Μετά την γερμανική κατοχή και την λήξη του πολέμου ασχολήθηκε με τον αθλητισμό ως αθλητής ταχύτητας.

Όταν ο προπονητής του τον έστειλε σε μια κατασκήνωση στην Μηχανιώνα για πρετοιμασία, ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με την ηθοποιία. Στον ίδιο χώρο έκαναν πρόβες για το θεατρικό της κατασκήνωσης.

Όταν έκλεισε τα 21 αποφάσισε να εγκαταλείψει την Θεσσαλονίκη και να έρθει στην Αθήνα, ελπίζοντας ότι θα έχει καλύτερη τύχη.

Φθάνοντας στην Αθήνα έδωσε εξετάσεις για να πάρει το δίπλωμα άσκησης επαγγέλματος του ηθοποιού.

Ξεκίνησε να παίζει μικρούς ρόλους σε διάφορες θεατρικές παραστάσεις. Η πρώτη του σοβαρή κινηματογραφική εμφάνιση γίνεται το 1953 στην ταινία «Ο Μπαμπάς εκπαιδεύεται».

Το 1961 εμφανίστηκε σε δυο ταινίες της Φίνος Φιλμ, «Η Αλίκη στο Ναυτικό» του Αλέκου Σακελλάριου και «Ο σκληρός άνδρας» του Γιάννη Δαλιανίδη.

Την δεκαετία του ΄60 ο Κώστας Βουτσάς καθιερώθηκε ως ένας από τους πιο απολαυστικούς κωμικούς και πρωταγωνίστησε σε περίπου εβδομήντα ταινίες. Το χαρακτηριστικό του μπρίο, το ύφος του, το πληθωρικό παίξιμο του, του χάρισαν ρόλους στις πιο θρυλικές κωμικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. Με την Φίνος Φιλμ γυρίζει πάνω από τριάντα ταινίες.

Θέατρο, τηλεόραση και βιντεοταινίες
Την δεκαετία του ’80 έπαιξε σε βιντεοταινίες, αλλά πέρασε και στην αντίπερα όχθη του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, όπως και ο Θανάσης Βέγγος, ερμηνεύοντας πιο απαιτητικούς ρόλους σε ταινίες του σκηνοθέτη Βασίλη Βαφέα. Ξεχώρισε ο ρόλος του μικροαστού λογιστή στην κοινωνική ταινία του Βαφέα «Ο Έρωτας του Οδυσσέα», για την οποίον τιμήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης το 1984. Η ταινία εκπροσώπησε την Ελλάδα στο «Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών» του Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών το 1985 και ένα χρόνο αργότερα μεταδόθηκε ως μίνι σειρά από την ΕΡΤ.

Στην τηλεόραση πρωτοεμφανίστηκε το 1973 με την σειρά του Κώστα Πρετεντέρη «Ονειροπαρμένος» (ΕΡΤ), που ήταν μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες εκείνων των χρόνων.Συνέχισε με δημοφιλείς σειρές, όπως «Το Ημερολόγιο ενός Θυρωρού» (ΥΕΝΕΔ, 1979), και «Ο Ανδροκλής και τα Λιοντάρια του» (ΕΡΤ, 1985).

Παράλληλα, ξεδίπλωσε το κωμικό του ταλέντο σε όλα τα είδη του θεάτρου – πρόζα, επιθεώρηση, μιούζικαλ. Ενδεικτικά, έπαιξε σε κωμωδίες του Νίκου Τσιφόρου («Αγάπη μου Παλιόγρια», που γυρίστηκε και επιτυχημένη ταινία με τον ίδιο και την Ξένια Καλογεροπούλου, «Οι Απάνω και οι Κάτω»), του Κώστα Πρετεντέρη (« Ο νονός μου ο διάβολος», «Ο καπετάν Κώστας στο Πόρτο-Λιμπερτά») του Ασημάκη Γιαλαμά (Μπαμπά, ποιός είναι ο μπαμπάς μου;»), αλλά σε έργα των Μολιέρου «Ο Αρχοντοχωριάτης» και Ντάριο Φο («Όποιος κλέβει ένα πόδι κερδίζει στην αγάπη»). Ο Κώστας Βουτσάς έπαιξε, επίσης, σε κωμωδίες του Αριστοφάνη («Θεσμοφοριάζουσες», «Σφήκες», «Όρνιθες») με μεγάλη επιτυχία και με κοσμοσυρροή στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου.

Η προσωπική του ζωή
Υπήρξε σύζυγος της ηθοποιού και χορεύτριας Έρρικας Μπρόγερ, με την οποία απέκτησε μια κόρη, τη Σάντρα (1972). Έχει άλλες δύο κόρες από τον δεύτερο γάμο του, με τη Θεανώ Παπασπύρου, τη Θεοδώρα (1977) και τη Νικολέτα (1979), με την πρώτη να ακολουθεί τα δικά του βήματα στο χώρο της ηθοποιίας.

Ο θετός γιος του (από προηγούμενο γάμο της τρίτης γυναίκας του Εύης Καραγιάννη, πρώην μοντέλου και ηθοποιού), Άνθιμος Ανανιάδης είναι επίσης ηθοποιός.

Το 2015, ο Κώστας Βουτσάς έκανε σχέση με τη 39 χρόνια μικρότερή του ηθοποιό, Αλίκη Κατσαβού, με την οποία παντρεύτηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2016 και στις 23 Ιουλίου του ίδιου έτους απέκτησαν ένα γιο, τον Φοίβο.

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή