Νοεμβρίου 29, 2021

Πορτραίτα

Johannes Vermeer: H Google τιμά με doodle τον σπουδαίο Ολλανδό ζωγράφο
389 χρόνια από τη γέννηση του Γιοχάνες Βερμέερ

Ο Ολλανδός ζωγράφος Johannes Vermeer (Γιοχάνες Βερμέερ), που ειδικευόταν στην απεικόνιση καθημερινών σκηνών από τη ζωή της μεσαίας τάξης, έχει σήμερα την τιμητική του, αφού η Google του αφιερώνει το σημερινό της doodle, με αφορμή τη συμπλήρωση 389 χρόνων από τη γέννησή του.


Ο Vermeer γεννήθηκε στις 31 Οκτωβρίου του 1632 και πέθανε στις 15 Δεκεμβρίου 1675. Έζησε και εργάστηκε στην περιοχή του Ντελφτ της Νότιας Ολλανδίας κατά τον 17ο αιώνα.

Μαζί με τον Ρέμπραντ αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ζωγράφους της «Χρυσής εποχής» στην ολλανδική ζωγραφική (1584-1702).

Πολύ λίγες πληροφορίες είναι γνωστές για τη ζωή του Vermeer και οι περισσότερες από αυτές προέρχονται από επίσημα νομικά έγγραφα της εποχής.

Στις 20 Απριλίου 1653, νυμφεύτηκε την Catharina Bolnes, κόρη εύπορης οικογένειας. Απέκτησαν συνολικά 14 παιδιά, από τα οποία τα 4 πέθαναν σε πολύ νεαρή ηλικία.

Johannes Vermeer
Ο ίδιος o Vermeer ζωγράφιζε κατά μέσο όρο δύο πίνακες το χρόνο, πιθανότατα όχι τόσο για λόγους εμπορικής εκμετάλλευσης αλλά κυρίως για ανθρώπους που εκτιμούσαν τους πίνακές του. Εκτιμάται ότι αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους ολοκλήρωσε συνολικά λίγα έργα.

Ο Ολλανδός ζωγράφος έχαιρε εκτίμησης ως καλλιτέχνης αλλά και ως ειδήμων σε ζητήματα τέχνης. Ενδεικτικό είναι το γεγονός πως το 1672 ταξίδεψε στη Χάγη, προκειμένου να πιστοποιήσει τη γνησιότητα μίας συλλογής έργων του Φρειδερίκου Γουλιέλμου, εκλέκτορα του Βρανδεμβούργου.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του περιήλθε σε δεινή οικονομική κατάσταση, εξαιτίας του πολέμου που ξέσπασε μεταξύ Ολλανδίας και Γαλλίας το 1672. Καθώς δεν μπορούσε να συντηρήσει την πολυμελή οικογένειά του έπεσε σε κατάθλιψη και η σωματική του υγεία επιδεινώθηκε. Πέθανε το 1675 και λέγεται πως ετάφη στις 15 Δεκεμβρίου, στον οικογενειακό τάφο της Παλαιάς Εκκλησίας του Ντελφτ.

Ο Vermeer διακρίθηκε κυρίως ως ζωγράφος ρωπογραφιών, καθημερινών ρεαλιστικών σκηνών και ηθογραφιών. Κατά το μεγαλύτερο ποσοστό οι πίνακες του προσαρμόζονται στην κυρίαρχη τάση της ολλανδικής ηθογραφικής ζωγραφικής, σύμφωνα με την οποία έπρεπε να καταδικάζονται η αμαρτία και τα ανθρώπινα πάθη, με απώτερο στόχο τη διαπαιδαγώγηση και την ανάδειξη της «ενάρετης» ζωής.

Στην πλειονότητά τους, τα ηθογραφικά έργα του επιδιώκουν να διακωμωδήσουν τις αποκλίνουσες συμπεριφορές, ενώ ελάχιστα από αυτά παρουσιάζουν ένα πρότυπο προς μίμηση, όπως ο πίνακας Η Γαλατού (περ. 1658), ένας από τους διασημότερους πίνακες του, ο οποίος απεικονίζει μία υπηρέτρια να εκτελεί επιμελώς τα καθήκοντά της.

Αν και το έργο του επαινέθηκε στη διάρκεια της ζωής του και κατά τον 18ο αιώνα, στη συνέχεια περιέπεσε στη λήθη. Η επανεκτίμηση του έργου του σχετίζεται με την εμφάνιση του κινήματος του ιμπρεσιονισμού.

Το 1866 ο Γάλλος πολιτικός και κριτικός Theophile Bürger-Thoré (1806-1869), ο οποίος ενδιαφερόταν έντονα για την ολλανδική ζωγραφική του 17ου αιώνα, παρουσίασε ένα δοκίμιο στο οποίο συνδύασε τη θεωρία των ιμπρεσιονιστών για το χρώμα ως συνάρτηση του φωτός με την αρμονία των χρωμάτων στους πίνακες του Vermeer, προσφέροντας με αυτό τον τρόπο ένα ευρύτερο πεδίο πρόσληψης και εκτίμησης του έργου του.

Πορτραίτα

Μυστικιστής, φιλόσοφος, πνευματικός δάσκαλος, συγγραφέας, μουσικοσυνθέτης, ταξιδευτής, υπήρξε πνεύμα χαρισματικό που επηρέασε κόσμο. Εβδομήντα χρόνια μετά τον θάνατό του (29/10/1949) πολλά ερωτήματα γι' αυτό τον «γητευτή ψυχών» παραμένουν άλυτα.
Θοδωρής Αντωνόπουλος

Οι πληροφορίες για τον ίδιο και τη δράση του, ιδίως στα νεανικά του χρόνια, κινούνται μεταξύ μύθου και πραγματικότητας, όπως και τα περιώνυμα συγγράμματά του. Το σίγουρο είναι ότι ο Γεώργιος Γκουρτζίεφ με το ευθυτενές παράστημα, το έντονο, διεισδυτικό βλέμμα και το χαρακτηριστικό ανατολίτικο παχύ μουστάκι έζησε συναρπαστικά κι εξελίχθηκε σε περιζήτητο πνευματικό δάσκαλο προτού αυτό γίνει «συρμός» στη Δύση, προτείνοντας ένα δικό του συγκριτιστικό σύστημα συνειδητότητας και αυτοβελτίωσης που αποσκοπούσε στη γνώση και την πνευματική ανύψωση εντός, όμως, του υφιστάμενου υλικού κόσμου, τον οποίον καθόλου δεν «σνόμπαρε».

Επηρέασε πολλούς επώνυμους κι έγινε cult μορφή, από τη δεκαετία του '60 και μετά ειδικά, με τις διδασκαλίες του να παραμένουν ζωντανές μέσα από το έργο των ακολούθων και των μελετητών του. Παρά τη φήμη και τις ελληνοποντιακές του ρίζες, δεν τιμήθηκε ποτέ επίσημα από την Πολιτεία ή την ποντιακή κοινότητα, ακριβώς εξαιτίας της αμφιλεγόμενης περσόνας του – η Εκκλησία άλλωστε τον έχει χαρακτηρίσει «αιρετικό τσαρλατάνο», άσχετα που η εξόδιος ακολουθία του τελέστηκε σε χριστιανικό ναό (τον ρωσικό καθεδρικό του αγίου Αλεξάνδρου Νέφσκι στο Παρίσι).

Ο προσωπικός γιατρός του είπε ότι «πέθανε σαν βασιλιάς». Βρισκόταν στην έβδομη δεκαετία της ζωής του και τα θρυλούμενα ως τελευταία του λόγια ήταν: «Σας αφήνω όλους σε ένα υπέροχο χάος!».

Γεννημένος στο Γκιούμρι της Αρμενίας κάπου μεταξύ 1866-77 από μητέρα Αρμένισσα και πατέρα Πόντιο, ξυλουργό το επάγγελμα κι ερασιτέχνη τραγουδοποιό, μεγάλωσε στο Καρς της Τουρκίας που είχε τότε προσαρτήσει η τσαρική Ρωσία. Σπούδασε στο ρωσικό κολέγιο της πόλης και τον προόριζαν για στρατιωτικό γιατρό ή ιερωμένο, όμως η ρουτίνα και ο κομφορμισμός των καθημερινών ανθρώπων της εποχής του δεν ήταν γι΄αυτόν. Έχοντας ζήσει σε πολυπολιτισμικό περιβάλλον, πνεύμα φύσει ανήσυχο, περιπετειώδες και πολυμήχανο, τα παράτησε όλα ξεκινώντας ένα μακροχρόνιο «ταξίδι αναζήτησης» αλλά και συλλογής γνώσεων, ιδεών κι εμπειριών σε Καύκασο, Κεντρική Ασία, Μέση Ανατολή, Θιβέτ πιθανόν, Ιταλία, Ελλάδα και άλλα μέρη, επιδιδόμενος κυρίως στο εμπόριο (σκεύη, κιλίμια, χαλιά κ.ά.) για τα προς το ζην. Έμαθε να συνεννοείται σε καμπόσες γλώσσες, φημολογείται δε ότι χρημάτισε μέχρι μυστικός πράκτορας.

Επιστρέφοντας στη Ρωσία το 1912, παραμονές του Α' Παγκόσμιου, παντρεύεται τη Γιούλια Οστρόφσκα που θα χάσει το 1926 από καρκίνο. Ταυτόχρονα ξεκινά την ιδιόμορφη πνευματική διδασκαλία του στη Μόσχα. Εκεί γνωρίζεται με τον μαθηματικό και φιλόσοφο Πίτερ Ουσπένσκι που τον βοηθά να συστηματοποιήσει και να διδάξει το πολύπλοκο, δαιδαλώδες αλλά στη βάση του κατανοητό και εύληπτο, κατά τον ίδιο, σύστημά του στην Αγία Πετρούπολη, όπου ήδη έχει δημιουργηθεί ένας δεύτερος κύκλος μαθητών.

Το σύστημα αυτό που φιλοδοξούσε να συνενώσει και να υπερβεί τις ασκητικές μεθόδους του μοναχού, του φακίρη και του γιόγκι ονομάστηκε «Τέταρτος Δρόμος» κι εκδόθηκε σε βιβλίο από τον Ουσπένσκι ο οποίος διαφωνώντας αργότερα με τον μέντορά του ιδρύει δική του σχολή όπως έκαναν κι άλλοι πρώην μαθητές του Αρμενοπόντιου γητευτή ψυχών, που άλλοι θεωρούν φωτισμένη μορφή και στοχαστή σπουδαίο, άλλοι πάλι έναν ευφυή μπαγαμπόντη. Γεγονός είναι ότι μαγνήτισε αρκετούς επιφανείς συγχρόνους του, ανάμεσά τους ο γλύπτης εξάδελφός του Σεργκέι Μερκούροφ που αργότερα ασπάστηκε τον κομμουνισμό, ο Άγγλος συγγραφέας Τζον Μπένετ, ο Σκωτσέζος ψυχίατρος Μορίς Νικόλ, ο συνθέτης και μαέστρος Τόμας Ντε Χάρτμαν. Οι τρεις τελευταίοι έγραψαν κιόλας ολόκληρα πονήματα για εκείνον, όπως και άλλοι μαθητές του.

Το ενδιαφέρον για τον Γκουρτζίεφ ανανεώθηκε τη δεκαετία του '60 όταν πολλοί είδαν στο πρόσωπό του έναν πρώιμο «traveler», έναν σπουδαίο μυστικιστή που όμως έμοιαζε ταυτόχρονα γήινος, οικείος, μοντέρνος. Μεταξύ των θαυμαστών του οι Τίμοθι Λίρι, Άλαν Γουότς, Κόλιν Γουϊλσον, Ρόμπερτ Φριπ, Κιθ Τζάρετ, Φρανκ Λόιντ Ράιτ. Μέχρι ο γνωστός Ινδός γκουρού Όσο Ραζνίς φαίνεται πως είχε επηρεαστεί από εκείνον, παρότι έβρισκε «ατελές» το σύστημά του. Το 1963 εκδίδεται στα αγγλικά το μάλλον σπουδαιότερο και από λογοτεχνικής πλευράς έργο του «Συναντήσεις με Αξιοσημείωτους Ανθρώπους» το οποίο έκανε ταινία ένας άλλος μεγάλος λάτρης του, ο Πίτερ Μπρουκ με πρωταγωνιστές τους Ντράγκαν Μαξίμοβιτς και Τέρενς Σταμπ (1979). Γυρίστηκαν και ντοκιμαντέρ γι΄αυτόν ενώ οι Monty Pythons τον μνημόνευσαν με μια σατιρική –τι άλλο!– αναφορά στο «Νόημα της Ζωής».

Οι «Συναντήσεις με αξιοσημείωτους ανθρώπους» είναι ουσιαστικά ένα «βιβλίο δρόμου» πιο ευφάνταστο και καθηλωτικό από το «On the Road» του Τζακ Κέρουακ, το οποίο κυκλοφόρησε δεκαετίες αργότερα. Είναι το δεύτερο μέρος της τριλογίας «Όλα και τα Πάντα» η οποία περιλαμβάνει επίσης τις «Ιστορίες του Βελζεβούλ στον εγγονό του», μια σωστή κοσμολογική εποποιία, καθώς επίσης το ανολοκλήρωτο «Η ζωή είναι πραγματική μόνο όταν "είμαι"», με κύριο θέμα την αυτοβελτίωση και τις μεθόδους της. Σε αυτήν συνοψίζει όλη του τη φιλοσοφία, παραθέτοντας ταυτόχρονα αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Δύσκολο να πει κανείς ποια από αυτά είναι ρεαλιστικά και ποια κινούνται στη σφαίρα του θρύλου, κάτι που άλλωστε συμβαίνει γενικότερα με τις ιστορίες, τα πρόσωπα και τα περιστατικά που αναφέρει – ήταν κιόλας γνωστή η αγάπη του για τις αλληγορίες και τις παραβολές, του άρεσε δε να περιβάλλεται από μυστήριο. Έγραψε ακόμα τον «Προάγγελο του επερχόμενου καλού» ενώ το «Ο Γκουρτζίεφ μιλά στους μαθητές του» είναι μάλλον σημειώσεις τρίτων από διαλέξεις του, πρακτική που ο ίδιος αποθάρρυνε. Οπαδοί του κυκλοφόρησαν αργότερα και άλλα βιβλία με λόγους και διαλέξεις του ενώ στο YouTube κυκλοφορούν πλέον αρκετά βίντεο με διδασκαλίες, χορογραφίες και μουσικές του όπως κι ένα σπάνιο ντοκουμέντο όπου τον καταγράφει ζωντανά κινηματογραφική κάμερα σε δρόμους του Παρισιού.


Η Οκτωβριανή Επανάσταση του '17 που ως γνωστό δεν πολυσυμπαθούσε πνευματισμούς και θρησκείες υποχρεώνει τον Γκουρτζίεφ να ξενιτευτεί ξανά. Σταθμεύει για λίγο σε Καύκασο και Κωνσταντινούπολη ώσπου μετά από πολλές περιπέτειες και ταλαιπωρίες καταλήγει το 1922 μαζί με λίγους ακολούθους του στη Γαλλία. Επανιδρύει σε έναν πύργο στο Αβόν το Ινστιτούτο για την Αρμονική Ανάπτυξη του Ανθρώπου που είχε εγκαινιάσει στην Τιφλίδα το 1919, μια σχολή αυτοβελτίωσης με κοινοβιακό πνεύμα. Η δημόσια εικόνα του παραλίγο να αμαυρωθεί όταν η ακόλουθός του Νεοζηλανδή συγγραφέας Κάθριν Μάνσφιλντ πέθανε εκεί την επόμενη χρονιά, ούσα εντούτοις ήδη βαριά άρρωστη από εξωπνευμονική φυματίωση. Το 1924 κι αφού διασώζεται παρά τρίχα από τροχαίο, ξεκινά να γράφει τα κυριότερα βιβλία του. Αναρρώνοντας αρχίζει να πηγαινοέρχεται στις ΗΠΑ προς διάδοση της διδασκαλίας του και αναζήτηση πόρων για τη συντήρηση του Ινστιτούτου. Παρουσιαζόμενος και ως πρακτικός θεραπευτής, προσεγγίζει διάφορους επώνυμους και αποσπά ως υποστήριξη ικανά χρηματικά ποσά που όμως δεν αποτρέπουν το «λουκέτο». Αποκτά ωστόσο «δίκτυο» και στην Αμερική σε μια εποχή που υπήρχε αυξημένο ενδιαφέρον για τις πνευματικές αναζητήσεις.

Ο Β' Παγκόσμιος τον βρίσκει στο Παρίσι όπου συνεχίζει να διδάσκει, αν και πολλά έχουν αλλάξει στον κόσμο και στον ίδιο από την εποχή του Αβόν. Από καιρό πλέον έκανε λένε περισσότερο «την πλάκα του», μετατρέποντας τις συνεδρίες σε γλέντια με φαγοπότι από όπου δεν έλειπαν οι αθυροστομίες και το επίμονο φλερτ με το άλλο φύλο. Κατ' άλλους, πάλι, απλώς κατέδειχνε το πραγματικό νόημα της ζωής! Αλλού έχει γραφτεί ότι ήταν χειριστικός και ενίοτε αυθάδης, ότι στα τελευταία συνήθιζε να προσβάλει επίτηδες δημόσια τους συνομιλητές του, επονόμαζε δε τα συμπόσια που παρέθετε σε ακολούθους «γεύματα ηλιθίων». Όντας ωστόσο σε σχετικά καλή οικονομική κατάσταση, φέρεται να βοήθησε στερημένους γειτόνους του στην Κατοχή.

Μετά την απελευθέρωση επανενώνεται με τους ανά τον κόσμο μαθητές του, τα ξαναβρίσκει με τον Ουσπένκσι, επιβιώνει μάλιστα κι από δεύτερο σοβαρό τροχαίο το 1948 για να καταλήξει στις 29/10 του επόμενου έτος σε παρισινό νοσοκομείο, έχοντας ήδη επιβαρυμένη υγεία. Ο προσωπικός γιατρός του είπε ότι «πέθανε σαν βασιλιάς». Βρισκόταν στην έβδομη δεκαετία της ζωής του και τα θρυλούμενα ως τελευταία του λόγια ήταν: «Σας αφήνω όλους σε ένα υπέροχο χάος!».

Η κοσμοθεωρία του εμπεριέχει στοιχεία από νεοπλατωνικούς, γνωστικούς, χριστιανισμό, βουδισμό, ζωροαστρισμό, ινδουισμό και Ισλάμ, ιδιαίτερα από τη διδασκαλία των σούφι μυστικών. Είχε επίσης επιρροές από τους θεοσοφιστές – είχε πιθανότατα συναντήσει τη Ρωσίδα «ηγερία» τους Έλενα Μπλαβάτσκι. Οι επιστήμες δεν τον άφηναν αδιάφορο, επιδίωκε μάλιστα να προσδώσει επιστημονική βαρύτητα στις μεθόδους του. Πρέσβευε έναν πνευματικό, τρόπον τινά, υλισμό. Πολλοί ακόλουθοί του είδαν στην περί πολλαπλών πραγματικοτήτων αντίληψή του πολλά κοινά με την κβαντική θεωρία και τους γενικούς νόμους των φυσικών συστημάτων, πιστεύουν δε ότι η μυστικιστική (πιθανόν αλχημιστική) θεωρία του εννεαγράμματος που διατύπωνε σε καινούργιο πλαίσιο –μια κατηγοριοποίηση της προσωπικότητας βάσει μαθηματικών τύπων– έχει αποτελεσματικές εφαρμογές στην ψυχολογία και την ψυχοθεραπεία, απαντάται μάλιστα και σαν εκλαϊκευμένο ψυχολογικό τεστ.

Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που φιλοσοφικές η θρησκευτικές πεποιθήσεις φαίνονται να συγγενεύουν με επιστημονικές παρατηρήσεις και διαπιστώσεις, εντούτοις ο εκάστοτε βαθμός συσχέτισής τους οφείλει να ακολουθεί ορισμένα κριτήρια. Ο ίδιος ο Γκουρτζίεφ απέφευγε να μνημονεύει τις πηγές του, ισχυριζόταν μόνο ότι διδάχθηκε πολλά από την Αδελφότητα Σαρμούνγκ, μια προφανώς επινοημένη κοινότητα εσωτεριστών σούφι-φυλάκων της πανανθρώπινης γνώσης με αρχαίες καταβολές που διαβιεί σε κρυφά, απομονωμένα ησυχαστήρια στην Κεντρική Ασία.

Πυρήνα της διδασκαλίας του αποτελεί η θέση ότι κάθε άνθρωπος βλέπει την πραγματικότητα στην οποία ζει υποκειμενικά, αδυνατώντας να συλλάβει το όλο. Βρίσκεται διαρκώς σε μια ονειρική κατάσταση «ύπνου-αφύπνισης». Μόνο με τη σωστή καθοδήγηση μπορεί να δει καθαρά, να αντιληφθεί το επιστητό στην πληρότητά του, να αποκτήσει αυτεπίγνωση και μαζί συνείδηση συμπαντική. Παρότι, λέει, η ύπαρξη καθενός μας συναποτελείται από το συναισθηματικό, το φυσικό και το νοητικό στοιχείο, στα εκπαιδευτικά ιδρύματα και τα ιεροδιδασκαλεία εστιάζουν συνήθως σε ένα μόνο από αυτά. Αποστρέφεται τον συμβατικό, μηχανικό τρόπο ζωής και την αποσπασματικότητα που επιβάλλει στην αυθεντική εμπειρία και την πραγματική γνώση, παρεμποδίζοντάς τις. Εκτιμά τον αναχωρητισμό, διαφωνεί όμως με την κοινωνική απομόνωση που αυτός προϋπέθετε. Αντιπροτείνει ότι ο άνθρωπος μπορεί μέσα από την καθημερινή ζωή κι από τις συνθήκες που κάθε φορά αντιμετωπίζει να προσεγγίσει την ανώτερη δύναμη μέσα του. Βασικά εργαλεία η διαρκής αυτοπαρατήρηση, η αυτοενθύμιση, η «ενεργός προσοχή».

Γεώργιος Γκουρτζίεφ: βαθυστόχαστος, πρωτοπόρος διανοητής ή ταλαντούχος παραμυθάς;
«Το γέλιο μας απελευθερώνει από την πλεονάζουσα ενέργεια μέσα μας που διαφορετικά θα γινόταν αρνητική, δηλητηριώδης. Είναι το καλύτερο αντίδοτο».

Εκτός από τη δουλειά με τον εαυτό και τη μελέτη, εξέχοντα ρόλο στις διδαχές του είχαν ο διαλογισμός, η μουσική κι ο χορός ως ιεροτελεστία στα πρότυπα των δερβίσηδων. Έφτιαξε κι ο ίδιος μουσικά κομμάτια, συνεργάστηκε επίσης στενά με τον Ντε Χάρτμαν, διευθυντή της ορχήστρας των μπαλέτων της Αγίας Πετρούπολης και μαθητή του. Οι συνθέσεις τους εμπνέονται από τις παραδοσιακές λαϊκές μουσικές της Ανατολής, τη βυζαντινή, την αλεβίτικη και τη σούφικη παράδοση. Στα βήματα του Πυθαγόρα, διακήρυττε ότι μέσα από τις μουσικές δονήσεις μπορούν να μελετηθούν οι νόμοι του σύμπαντος. Εξήρε, επιπλέον, την παιδευτική σημασία του γέλιου.

Απέφυγε να υποδυθεί ρόλο μεσσιανικό και να διαμορφώσει τη διδασκαλία του σε αποκρυσταλλωμένο δόγμα. Πρόβαλλε περισσότερο ως «αρωγός εκπαιδευτής», καθώς έλεγε, στην πνευματική προσπάθεια κάποιου παρά σαν ένας παντογνώστης μύστης, αφήνοντας έτσι μεγαλύτερη ελευθερία σκέψης και κινήσεων στους ακολούθους του. Αν και θεωρούσε τα συναισθήματα φενάκη στον δρόμο της τελείωσης, δεν απαρνιόταν τις σαρκικές απολαύσεις – γερός πότης και καλοφαγάς, είχε, καθώς φαίνεται, και πλούσια ερωτική ζωή αφού του αποδίδονται επτά παιδιά από διαφορετικές μητέρες. Ούτε πάντως για τρανταχτά σκάνδαλα και προκλητική χλιδή υπάρχουν μαρτυρίες, ούτε για απόκτηση αμύθητης περιουσίας όπως συνέβη –και συμβαίνει– με άλλες «γκουρού» διασημότητες. Ομάδες, ιδρύματα και κέντρα μελέτης της ζωής και του έργου του –με πλέον γνωστό το Gurdjieff Foundation που εδρεύει στη Νέα Υόρκη– υπάρχουν σήμερα σε αρκετά μέρη του κόσμου, στην Ελλάδα επίσης, χωρίς να ακολουθούν απαραίτητα κοινή προσέγγιση.

 https://www.lifo.gr/

 

Πορτραίτα

Στη γυναίκα που θεωρείται η πρώτη Ευρωπαία επαγγελματίας λογοτέχνης είναι αφιερωμένο το σημερινό doodle της Google. Σήμερα θεωρείται μία από τις σημαντικότερες λόγιες του μεσαίωνα και μία από τις πιο αξιοσημείωτες φεμινίστριες όλων των εποχών. Το έργο της άνοιξε νέους ορίζοντες για τις γυναίκες που ήθελαν να διεκδικήσουν μία θέση στην λογοτεχνία, έδωσε φωνή στους υπέρμαχους της ίσης εκπαίδευσης αντρών και γυναικών και στιγμάτισε την κοινή μεσαιωνική πρακτική της συκοφάντησης των γυναικών στην λογοτεχνία

Την εποχή της ήταν πολύ γνωστή και είχε μεγάλη φήμη, ενώ την ώθηση για να γράψει της την έδωσε το γεγονός πως όταν χήρεψε χρειαζόταν χρήματα για να θρέψει τον εαυτό της και τα τρία παιδιά της.

Η Κριστίν ντε Πιζάν γεννήθηκε το 1364 στην Βενετία. Ήταν κόρη του Τομάσο ντι Μπενβενούτο ντα Πιζάνο που ήταν γιατρός, αστρολόγος και σύμβουλος του Καρόλου Ε΄ της Γαλλίας. Λόγω του επαγγέλματος του πατέρα της, η Κριστίν είχε την τύχη να μεγαλώσει μέσα σε ένα περιβάλλον με πολλά ερεθίσματα και με πρόσβαση στην γνώση, κάτι ιδιαίτερα σπάνιο για μία γυναίκα εκείνη την εποχή.

Παντρεύτηκε σε ηλικία 15 ετών κάποιον αξιωματούχο του παλατιού και έκανε τρία παιδιά, ένα από τα οποία πέθανε πολύ μικρό.

Το 1389, όμως, ο άντρας της πέθανε από πανώλη και η Κριστίν έμεινε χήρα σε ηλικία 25 ετών με τρία παιδιά χωρίς καμία πηγή εισοδήματος. Επιπλέον, βρέθηκε με το δυσβάσταχτο βάρος των χρεών που είχε αφήσει ο σύζυγός της καθώς και με την υποχρέωση να φροντίζει την μητέρα της και την ανιψιά της. Αμέσως μετά τον θάνατο του συζύγου της προσπάθησε να εισπράξει κάποια χρήματα που άνηκαν σε εκείνον όπως και ορισμένους μισθούς που του οφείλονταν, αλλά η νομοθεσία της εποχής, που ήταν εξαιρετικά άδικη για τις γυναίκες, δεν προέβλεπε την είσπραξη χρημάτων από μία χήρα παρά το γεγονός ότι τα δικαιούνταν. Αντί να πάρει τα δεδουλευμένα του συζύγου της, λοιπόν, έμπλεξε σε μία σειρά από χρονοβόρες, πολύπλοκες και ψυχοφθόρες νομικές διαδικασίες μετά από τις μηνύσεις που δέχτηκε από τον αρχιεπίσκοπο του Σενς και τον βασιλικό σύμβουλο Φρανσουά Σαντεπρίμ που αρνούνταν να τις δώσουν τα χρήματα που της ανήκαν.

Προκειμένου, λοιπόν, να επιβιώσει εκείνη και η οικογένειά της, όπως αναφέρει το σχετικό λήμμα της Wikipedia αναγκάστηκε να εργαστεί παρά το γεγονός ότι αυτό ήταν κάτι εξαιρετικά δύσκολο γα μία γυναίκα εκείνης της εποχής. Χρησιμοποίησε τις γνώσεις της, την μόρφωσή και τις εξαιρετικές λογοτεχνικές της ικανότητες για να βγάλει τα προς το ζην και έγινε μία από τους πρώτους επαγγελματίες συγγραφείς της Ευρώπης. Πλούσιοι ευγενείς άρχισαν να δείχνουν την προτίμησή τους σε αυτή την συγγραφέα που ήταν ταυτόχρονα εξωτική καθώς οι γυναίκες συγγραφείς ήταν κάτι εξαιρετικά σπάνιο, αλλά εξαιρετικά και ικανή και άρχισαν να της αναθέτουν ερωτικά ποιήματα και βιογραφίες. Οι ικανότητές της ήταν τέτοιες που πολύ σύντομα εξασφάλισε μία θέση στην αυλή της Ισαβέλας της Βαυαρίας, της βασίλισσας της Γαλλίας. Πολύ σύντομα απέκτησε πανευρωπαϊκή φήμη και συχνά την συνέκριναν με τον Βιργίλιο και τον Κικέρωνα λόγω των τεχνικών ικανοτήτων της αλλά και της ευφυίας που διαφαίνονταν μέσα από το έργο της.

Το πιο γνωστό της έργο είναι το Trésor de la cité des dames που δημοσιεύθηκε το 1405 και μεταφράστηκε στα αγγλικά ως η Πόλη των Κυριών (The City of Ladies) στο οποίο κατέγραφε τη ζωή και το έργο σημαντικών γυναικών της ιστορίας και της μυθολογίας. Σε αυτό το έργο εξετάζει επίσης τα αίτια για τις κοινωνικές διακρίσεις σε βάρος των γυναικών και περιλαμβάνει συμβουλές προς τις γυναίκες σχετικά με το πως θα μπορούσαν να αυξήσουν την μόρφωσή τους και να βελτιώσουν την κοινωνική τους θέση.

Σήμερα η Πόλη των Κυριών θεωρείται ένα από τα πιο βασικά φεμινιστικά κείμενα και αποτελεί πηγή για όσους πιστεύουν ότι οι γυναίκες θα πρέπει να έχουν ίσες εκπαιδευτικές δυνατότητες με τους άντρες. Την εποχή της όμως δέχτηκε τεράστια επίθεση από εκείνους που αισθάνονταν ότι απειλούνται από την ιδέα ότι οι γυναίκες είναι ίσες με τους άντρες.

Το 1415 ξέσπασε ο Εκατονταετής Πόλεμος από τον οποίο η Γαλλία βγήκε ηττημένη. Αυτή η εξέλιξη επηρέασε σημαντικά την Κριστίν ντε Πιζάν και αποφάσισε να αποσυρθεί σε ένα μοναστήρι. Εκεί έγραψε και το Λόγος Περί της Ζαν ντ΄ Άρκ το 1429. Τελικά απεβίωσε στο μοναστήρι κάποια στιγμή μεταξύ του 1430 και του 1431.

Πορτραίτα

«Ποτέ δε φοράω μάσκαρα, συχνά γελάω μέχρι δακρύων»: Οι κανόνες της γηραιότερης γυναίκας στην ιστορία
Αν κρίνουμε από τις απολαυστικές ατάκες της Ζαν Καλμάν, που έζησε 122 χρόνια και 164 μέρες, τα ελιξίρια μακροζωίας της ήταν το χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός.

Αναΐς Παρίση 

Ηγηραιότερη καταγεγραμμένη γυναίκα στην ιστορία έζησε 122 χρόνια και 164 μέρες. Η Ζαν Καλμάν γεννήθηκε στη Γαλλία, στην πόλη Αρλ, στις 21 Φεβρουαρίου 1875. Όταν κατασκευάστηκε ο Πύργος του Άιφελ, ήταν 14 ετών. Την ίδια περίοδο γνώρισε και τον Βίνσεντ βαν Γκογκ. Η εντύπωση που της έδωσε ο θρυλικός ζωγράφος, σύμφωνα με συνέντευξη που έδωσε η υπεραιωνόβια Γαλλίδα το 1988, ήταν η εξής: «Ήταν βρόμικος, κακοντυμένος και δυσάρεστος».

Μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής της παρέμεινε ενεργή. Στα 85 χρόνια της άρχισε να ασχολείται με την ξιφασκία. Έκανε ποδήλατο μέχρι τα 100 της. Στα 114 πρωταγωνίστησε σε μια ταινία για τη ζωή της. Στα 115 υποβλήθηκε σε μια επέμβαση στο ισχίο. Στα 117 της σταμάτησε το κάπνισμα, που είχε αρχίσει το 1896, σε ηλικία 21 ετών. Όχι για λόγους υγείας, αλλά επειδή, καθώς είχε σχεδόν χάσει την όρασή της, δεν ήθελε να ζητάει διαρκώς από άλλους να της ανάψουν το τσιγάρο.

Στα 117 της σταμάτησε το κάπνισμα, που είχε αρχίσει το 1896, σε ηλικία 21 ετών. Όχι για λόγους υγείας, αλλά επειδή, καθώς είχε σχεδόν χάσει την όρασή της, δεν ήθελε να ζητάει διαρκώς από άλλους να της ανάψουν το τσιγάρο.

Το 1965, όταν ήταν 90 ετών, καθώς δεν είχε απογόνους (η μοναχοκόρη της, Ιβόν, είχε πεθάνει από το 1934 και το εγγόνι της σε δυστύχημα το 1963), πούλησε το διαμέρισμά της σε έναν 47χρονο δικηγόρο ο οποίος, βάσει της συμφωνίας τους, θα της κατέβαλλε 2.500 φράγκα τον μήνα. Η ειρωνεία είναι ότι ο δικηγόρος πέθανε πριν προλάβει να την ξεχρεώσει και το χρέος πέρασε στη χήρα του, που συνέχισε να πληρώνει τις δόσεις στην Μαντάμ Καλμάν.

Η ακούραστη Γαλλίδα δεν έχασε ποτέ την οξυδέρκειά της. Όταν τη ρώτησαν, στα 120α γενέθλιά της, πώς φανταζόταν το μέλλον της, απάντησε, λακωνικά: «Πολύ σύντομο».

Η ακούραστη Γαλλίδα δεν έχασε ποτέ την οξυδέρκειά της. Όταν τη ρώτησαν, στα 120α γενέθλιά της, πώς φανταζόταν το μέλλον της, απάντησε, λακωνικά: «Πολύ σύντομο».

Μερικοί από τους «κανόνες ζωής» της μάς δίνουν μια γεύση από το απολαυστικό πνεύμα της:

«Είμαι ερωτευμένη με το κρασί».

«Όλα τα μωρά είναι όμορφα».

«Νομίζω ότι θα πεθάνω από το γέλιο».

«Ο καλός Θεούλης μου με ξέχασε».

«Έχω μόνο μία ρυτίδα, και κάθομαι πάνω σε αυτήν».

«Ποτέ δεν φοράω μάσκαρα γιατί συχνά γελάω μέχρι δακρύων».

«Αν κάτι δεν μπορείς να το αλλάξεις, μην ανησυχείς γι’ αυτό».

«Αν κάτι δεν μπορείς να το αλλάξεις, μην ανησυχείς γι’ αυτό».

«Ποτέ μη χάνεις το χαμόγελό σου. Έτσι εξηγείται η μακροβιότητά μου».

«Δεν βλέπω καλά, δεν ακούω καλά, δεν νιώθω καλά, αλλά όλα είναι μια χαρά».

«Έχω τεράστια επιθυμία να ζήσω και μεγάλη όρεξη, ειδικά για γλυκά».

«Τα πόδια μου είναι σιδερένια, αλλά για να είμαι ειλικρινής, έχουν αρχίσει να σκουριάζουν και να τρίζουν κάπως».

«Τα πόδια μου είναι σιδερένια, αλλά για να είμαι ειλικρινής, έχουν αρχίσει να σκουριάζουν και να τρίζουν κάπως».

«Έπαιρνα ευχαρίστηση όποτε μπορούσα. Ενεργούσα με μυαλό ξεκάθαρο και ηθικά και χωρίς να μετανιώνω. Είμαι πολύ τυχερή».

«Η νιότη είναι μια κατάσταση του μυαλού, δεν εξαρτάται από το σώμα σου. Στην πραγματικότητα είμαι ακόμα νέα, μόνο που τα τελευταία 70 χρόνια δεν δείχνω στις ομορφιές μου».

Όταν, τέλος, κάποτε σε μια συνέντευξη ένας δημοσιογράφος της είπε: «Μαντάμ, ελπίζω να τα ξαναπούμε την επόμενη χρονιά», εκείνη του απάντησε: «Γιατί όχι; Δεν είσαι τόσο ηλικιωμένος, ακόμα εδώ θα είσαι!».

Φωτογραφία: L. Lichtenfells.https://www.womantoc.gr/

Πορτραίτα


Σαν σήμερα στις 26 Ιουλίου του 1952, έφυγε από τη ζωή η Αργεντινή ηθοποιός Εβίτα Περόν, δεύτερη σύζυγος του προέδρου της Αργεντινής, Χουάν Περόν, με καθοριστική συμβολή στην άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής, αντικείμενο λατρείας από τους φτωχούς και απόκληρους της χώρας («ντεσκαμισάδος») και ποπ είδωλο στη Δύση.

Γεννήθηκε στις 7 Μαΐου του 1919 ως Μαρία Εύα Ντουάρτε στο Λος Τόλδος της Αργεντινής. Ήταν ένα από τα εξώγαμα τέκνα του γαιοκτήμονα Χουάν Ντουάρτε και της Χουάνα Ιμπαργκούρεν. Και οι δύο γονείς της είχαν καταγωγή από τη Χώρα των Βάσκων.

Σε ηλικία 15 ετών, η νεαρή Εβίτα μετακόμισε στο Μπουένος Άιρες, όπου προσπάθησε να κάνει καριέρα στον κόσμο του θεάματος, ως ηθοποιός του θεάτρου και του ραδιοφώνου. Το 1944 η τύχη τής χαμογέλασε, όταν γνωρίστηκε σε μία φιλανθρωπική εκδήλωση με τον χήρο συνταγματάρχη Χουάν Περόν, ηγετικό στέλεχος της στρατιωτικής χούντας, που κυβερνούσε την Αργεντινή από το 1943.

Η γνωριμία τους εξελίχθηκε σε ειδύλλιο κι ένα χρόνο αργότερα το ζευγάρι πέρασε το κατώφλι της εκκλησίας. Τον Φεβρουάριο του 1946 ο πενηντάχρονος Περόν εκλέχθηκε Πρόεδρος της Αργεντινής και η 27χρονη Εβίτα έγινε η πρώτη κυρία της χώρας.

Στη δική της συμβολή οφείλεται κατά ένα μεγάλο μέρος η νομοθετική κατοχύρωση τους δικαιώματος ψήφου των γυναικών.

Η «αγιοποίηση» της Εβίτας Περόν

Από την πρώτη στιγμή δεν περιορίστηκε στον επίζηλο τίτλο της πρώτης κυρίας, αλλά αναμίχθηκε ενεργά στην άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής. Μολονότι δεν κατέλαβε ποτέ κυβερνητική θέση, ενεργούσε ως ντε φάκτο Υπουργός Υγείας και Εργασίας. Παρείχε γενναιόδωρες αυξήσεις ημερομισθίων στα εργατικά συνδικάτα, τα οποία ανταπέδιδαν με την πολιτική τους στήριξη στον Χουάν Περόν, ενώ δημιούργησε ένα ίδρυμα, το οποίο στηριζόμενο σε συνεισφορές των συνδικάτων και των επιχειρήσεων, καθώς και σε μέρος των εσόδων των λαχείων, χρηματοδότησε την ανέγερση νοσοκομείων, σχολείων, ορφανοτροφείων, οίκων ευγηρίας και άλλων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων.

Στη δική της συμβολή οφείλεται κατά ένα μεγάλο μέρος η νομοθετική κατοχύρωση του δικαιώματος ψήφου των γυναικών. Το 1949 ίδρυσε το Περονιστικό Φεμινιστικό Κόμμα, που ήταν ο γυναικείος βραχίονας του κόμματος του συζύγου της. Το 1951, μολονότι γνώριζε ότι πάσχει από καρκίνο, επιδίωξε και κατόρθωσε να πάρει το χρίσμα για την αντιπροεδρία της χώρας της Αργεντινής, αλλά ο στρατός την εξανάγκασε να παραιτηθεί από την υποψηφιότητά της.

Η Εβίτα Περόν πέθανε στις 26 Ιουλίου του 1952, σε ηλικία μόλις 33 ετών. Με τρεμάμενη φωνή, ο εκφωνητής του κρατικού ραδιοφώνου της Αργεντινής ανήγγειλε στους συμπατριώτες του το θλιβερό γεγονός: «Η κυρία Εύα Περόν, η πνευματική αρχηγός της χώρας, πέρασε στην αιωνιότητα».

Αγία ή χυδαία λαϊκίστρια;

Οι μισοί την έχουν σχεδόν αγιοποιήσει ως προστάτιδα των «ντεσκαμισάδος», των φτωχών και των κατατρεγμένων, ενώ οι υπόλοιποι τη θεωρούν μία αδίστακτη, διεφθαρμένη και χυδαία λαϊκίστρια, που έριξε έξω τα ταμεία της χώραςΑπό την πρώτη στιγμή της παρουσίας της στη δημόσια ζωή της Αργεντινής, η Εβίτα Περόν δίχασε τους συμπατριώτες της και τους διχάζει ακόμη και σήμερα.

Οι μισοί την έχουν σχεδόν αγιοποιήσει ως προστάτιδα των «ντεσκαμισάδος», των φτωχών και των κατατρεγμένων, ενώ οι υπόλοιποι τη θεωρούν μία αδίστακτη, διεφθαρμένη και χυδαία λαϊκίστρια, που έριξε έξω τα ταμεία της χώρας.

Χαρακτηριστική είναι η διαδρομή του λειψάνου της, που αντικατοπτρίζει τη σχέση αγάπης και μίσους των συμπατριωτών της προς το πρόσωπό της. Το 1955, οι εχθροί της έκλεψαν τη σορό της Εβίτας, μετά την ανατροπή του Περόν και τη φυγάδευσαν στην Ιταλία, όπου έμεινε κρυμμένη για 16 χρόνια. Το 1971 η στρατιωτική κυβέρνηση, υποχωρώντας στις αξιώσεις των Περονιστών, παρέδωσε το λείψανό της, στον για δεύτερη φορά χήρο Χουάν Περόν, ο οποίος ζούσε εξόριστος στη Μαδρίτη.

Όταν ο Περόν επανήλθε στην εξουσία, η τρίτη σύζυγός του Ιζαμπέλ, αποβλέποντας στο να κερδίσει την εύνοια των λαϊκών μαζών, μετέφερε τη σορό της στην Αργεντινή και την έθαψε σε μία κρύπτη του Προεδρικού Μεγάρου, δίπλα στη σορό του Χουάν Περόν. Δύο χρόνια αργότερα, μία νέα χούντα, εχθρική προς τον Περονισμό, απομάκρυνε τα δύο λείψανα. Τελικά, τα οστά της Εβίτας τάφηκαν στον οικογενειακό τάφο των Ντουάρτε, στο κοιμητήριο της Ρεκολέτα στο Μπουένος Άιρες.

Η ιθύνουσα τάξη της Αργεντινής, ποτέ δεν αποδέχτηκε στους κόλπους της το νόθο κορίτσι ενός μικρομεσαίου τσιφλικά. Η Ευρώπη, όμως, θαμπώθηκε με την ομορφιά, τα λαμπερά χρυσαφικά και τις πανάκριβες γούνες της. Από την επομένη του θανάτου της, η Εβίτα πέρασε στη σφαίρα του μύθου. Φρόντισε γι' αυτό και η αγγλοσαξωνική πολιτιστιστική βιομηχανία, που την έκανε ποπ είδωλο, μέσα από το μιούζικαλ του Άντριου Λόϊντ Γουέμπερ «Εβίτα» (1978) και την κινηματογραφική μεταφορά του από τον Άλαν Πάρκερ το 1996, με πρωταγωνίστρια τη Μαντόνα. Το πασίγνωστο τραγούδι από το μιούζικαλ του Γουέμπερ «Don’t Cry for Me Argentina», που έγινε παγκόσμια επιτυχία, βασίστηκε στο επίγραμμα που υπάρχει στον τάφο της: «Μην κλαις για μένα Αργεντινή. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν θα σε εγκαταλείψω».

https://www.zougla.gr/

Πορτραίτα

Ποια ήταν η γυναίκα που αποκλήθηκε «η αυτού εξοχότης, η πριγκίπισσα της πολωνικής τέχνης»

Αφιερωμένο στη Ζόφια Στριγένσκα, τη γυναίκα που αποκλήθηκε «η αυτού εξοχότης, η πριγκίπισσα της πολωνικής τέχνης», είναι αφιερωμένο το σημερινό doodle της Google.

Η Ζόφια Στριγένσκα ήταν Πολωνή ζωγράφος, γραφίστρια, εικονογράφος, σκηνογράφος και εκπρόσωπος του αρ ντεκό. Μαζί με την Όλγκα Μποζνάνσκα και την Ταμάρα ντε Γουεμπίτσκα, ήταν μια από τις πιο γνωστές Πολωνές καλλιτέχνιδες της περιόδου του μεσοπολέμου. Στη δεκαετία του 1930, ήταν υποψήφια για την υψηλού κύρους Χρυσή Δάφνη της Πολωνικής Ακαδημίας Λογοτεχνίας, αλλά απέρριψε την προσφορά.

Ως παιδί, ζωγράφισε και σκιτσογραφούσε συχνά. Αρχικά, παρακολούθησε μια σχολή χειροτεχνίας, στη συνέχεια ένα σεμινάριο δασκάλου και μέχρι το 1909 την ιδιωτική σχολή τέχνης του Λεόναρντ Στροϊνόφσκι. Το 1909 άρχισε να μελετά ζωγραφική στη σχολή καλών τεχνών για γυναίκες της Μάρια Νιεντζιέλσκα. Αποφοίτησε το 1911 με πτυχία ζωγραφικής και εφαρμοσμένης τέχνης. Το 1910 πήγε ταξίδι με τον πατέρα της στην Ιταλία μέσω της Αυστροουγγαρίας, κατά τη διάρκεια του οποίου επισκέφτηκαν γκαλερί και μουσεία στη Βιέννη και τη Βενετία. Ως νεαρό κορίτσι δούλεψε σε περιοδικά όπως το «Ρόλος» και το «Φωνή του Λαού».

Την 1η Οκτωβρίου 1911, όπως αναφέρει το σχετική λήμμα της Wikipedia, έγινε δεκτή στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου, όπου έγιναν δεκτοί μόνο 40 από τους περίπου 200 αιτούντες. Χρησιμοποίησε το όνομα του αδερφού της, Ταντέους Γκζιμάλα Λουμπάνσκι και ντυμένη σαν αγόρι, καθώς εκείνη την εποχή η ακαδημία δεν δέχοταν γυναίκες. Μετά από ένα χρόνο, οι συμφοιτητές της άρχισαν να έχουν υποψίες.

Τον Μάιο του 1913, ο Γέζι Βαρχαουόφσκι, κριτικός τέχνης του πολωνικού περιοδικού «Czas», συζήτησε εκτενώς για τη Ζόφια Λουμπάνσκα, καθιστώντας την γνωστή και ξεκινώντας την καριέρα της.

Στις 4 Νοεμβρίου 1916, η Ζόφια παντρεύτηκε τον Κάρολ Στριγένσκι, αρχιτέκτονα του στυλ Ζακοπάνε. Απέκτησαν τρία παιδιά: την Μάγκντα και τα δίδυμα αγόρια Γιάτσεκ και Γιαν. Ο Στριγένσκι παρουσίασε τη γυναίκα του στους φίλους του, τους καλλιτέχνες και τους εκπροσώπους της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1930 η Στριγένσκα ήταν ξεχασμένη καλλιτέχνης και δεν ήθελε να αναζητήσει αναγνώριση. Χρειαζόταν απεγνωσμένα χρήματα, καθώς είχε πουλήσει λίγους πίνακες. Μόνο το 1938 έλαβε πολλές παραγγελίες από το πολωνικό Υπουργείο Εξωτερικών, συμπεριλαμβανομένης μιας για ένα κιλίμι για τον Αυτοκράτορα της Ιαπωνίας Χιροχίτο.

Πέρασε το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Κρακοβία. Το 1943 ανακάλυψε ότι είχε σύφιλη, η οποία επηρέασε τα μάτια της, ώστε κατά καιρούς να μην μπορούσε να ζωγραφίσει. Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αρνήθηκε να ενταχθεί στην κομμουνιστική Ένωση Πολωνών Συγγραφέων με αποτέλεσμα να πέσει σε δυσμένεια από το καθεστώς το οποίο συστηματικά για τα επόμενα χρόνια την αγνοούσε και την αποκαλούσε ασήμαντη.

Πέθανε το 1976 στη Γενεύη και θάφτηκε στο τοπικό νεκροταφείο του Σένε-Μπουρ.

Πορτραίτα

18 Φεβρουαρίου – Διδώ Σωτηρίου

Η Διδώ Σωτηρίου, γεννημένη σαν σήμερα το 1909, ήταν Ελληνίδα συγγραφέας, δημοσιογράφος και αντιστασιακή ενταγμένη στο αριστερό κίνημα.Τιμήθηκε με το βραβείο ελληνοτουρκικής φιλίας Αμπντί Ιπεκτσί, το 1983, με το Ειδικό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας, το 1989, με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, το 1990 και με τον Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος, το 1995. Το 2001 η Εταιρεία Συγγραφέων καθιέρωσε προς τιμήν της το βραβείο “Διδώ Σωτηρίου”, το οποίο απονέμεται “σε ξένο ή έλληνα συγγραφέα που με τη γραφή του αναδεικνύει την επικοινωνία των λαών και των πολιτισμών μέσα από την πολιτισμική διαφορετικότητα”

Φοίτησε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών και το 1937 παρακολούθησε για λίγους μήνες μαθήματα γαλλικής λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Συνεργάστηκε με το περιοδικό “Γυναίκα” (ως αρχισυντάκτρια) και τις εφημερίδες “Νέος Κόσμος” και “Ριζοσπάστης” (αρχισυντάκτρια από το 1944), ενώ κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής συνεργάστηκε με τις Μέλπω Αξιώτη, Έλλη Αλεξίου, Έλλη Παππά, Τιτίκα Δαμασκηνού, και άλλες ελληνίδες της αντίστασης. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1959 με την έκδοση του μυθιστορήματος “Οι νεκροί περιμένουν”. Έργα της μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες. Ένα κομμάτι του έργου της έχει γνωρίσει επιτυχία στο εξωτερικό, και ιδιαίτερα στην Τουρκία.

Ανήκει στους έλληνες πεζογράφους του μεσοπολέμου. Το έργο της κινείται στο πλαίσιο του ρεαλισμού με έντονη την παρουσία του αυτοβιογραφικού στοιχείου και της συναισθηματικής συμμετοχής του συγγραφέως στις περιπέτειες των ηρώων της, και αντλεί τη θεματολογία του από τη μικρασιατική καταστροφή, την περίοδο του εμφυλίου και την μετά τον εμφύλιο περίοδο της ελληνικής ιστορίας. Με τα “Ματωμένα χώματα” εγκαινίασε την πορεία της προς μια γραφή που συνδυάζει τη μυθιστορηματική τεχνική με μια προοπτική εξέτασης των θεμάτων της από ιστορική σκοπιά, πορεία που συνέχισε και στα δύο επόμενα μυθιστορήματά της την “Εντολή”, με θέμα την υπόθεση Μπελογιάννη και το “Κατεδαφιζόμεθα”. Πέθανε στην Αθήνα στις 23 Σεπτεμβρίου του 2004. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, γεννημένων από τον 18ο αιώνα έως το 1935, Ε.ΚΕ.ΒΙ.)

‘Εχει πει:

– Δεν είδα γύρω μου να σέβεται κανείς τον άνθρωπο. Είδα να σέβονται τον πλούτο, τη δύναμη, την εξουσία, τη μοχθηρία, την ατιμία…

– Στον πόλεμο δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσεις τη δολοφονία από την πατριωτική πράξη.

Επιμέλεια: Δήμητρα Ντζαδήμα 

https://www.fractalart.gr/

Πορτραίτα

Γεννήθηκε σαν σημερα 15 Δεκεμβρίου 1923.

Το σπίτι του Κουν ήταν κάπου στη Ζωοδόχου Πηγής. Κι όταν λέω σπίτι, εννοώ ένα δωμάτιο μέσα σε μια αυλή. Μια μεγάλη ξύλινη πόρ­τα μισάνοιχτη, πάντως ο Γιώργος χτύπησε με τη γροθιά του πριν μπούμε μέσα.

Έμπα, ακούστηκε μια δυνατή, περίεργη φωνή, και μπήκαμε. Στη ζωή μου έχει παίξει μεγάλο ρόλο η πρώτη στιγμή που γνωρίζω έναν άνθρωπο. Μόλις γνώρισα τον Γιώργο ένιωσα εμπιστοσύνη. Η πρώτη μου επαφή με τον Κουν με γέμισε δέος. Μισοξαπλωμένος σ’ ένα δι­πλό σιδερένιο κρεβάτι με μπρούντζινα πόμολα. Φορούσε ένα χοντρό πουλόβερ και από τη μέση και κάτω σκεπασμένος με μια στρατιωτι­κή κουβέρτα. Πάνω στο κρεβάτι, κατάχαμα, και σ' ένα μπαούλο πιο πέρα, σκορπισμένα χαρτιά. Κρατούσε ένα τσιγάρο και τα δάχτυλά του κατακίτρινα, πλάι του μια καρέκλα όπου ήτανε ακουμπισμένο ένα κεσεδάκι γιαουρτιού γεμάτο αποτσίγαρα.

Η Άλκη, είπε ο Γιώργος. Ο Κουν μόλις που σήκωσε το κεφάλι να μου ρίξει μια ματιά. Θέατρο; ρώτησε εκείνος, νομίζω έτσι για να πει κάτι.
Όχι, κουκλοθέατρο, έκανε ο Γιώργος. Γράφει. Κι ύστερα εξαφανίστηκα. Ο Γιώργος μου έγνεψε να καθίσω πάνω στο μπαούλο, εκεί­νος παραμερίζοντας τα χαρτιά κάθισε στα πόδια του κρεβατιού και ήτανε σαν να υπήρχανε μόνο οι δυο τους και το θέατρο. Λες και δεν υπήρχαν Κατοχή και πείνα, λες και δεν υπήρχε κρεμασμένο από το ταβάνι ένα φανάρι, που όσοι δεν είχαν ψυγείο έβαζαν εκεί μέσα τα φαγητά. Λες και μέσα στο φανάρι δεν υπήρχε ένα μόνο τσίγκινο πιάτο, σκεπασμένο μ’ ένα κομμάτι εφημερίδα, λες και χάμω, κοντά στο κρεβάτι δεν έχασκαν κάτι σαραβαλιασμένες στρατιωτικές μπότες, λες και δεν υπήρχε μούχλα σε μια μεριά του τοίχου κοντά στο παρά­θυρο. Λες και βρισκότανε σε κάποιο θέατρο με βελούδινα καθίσματα και βελούδινες κουρτίνες στη σκηνή. Και λέγανε για την Αγριόπαπια, αν η Καιτούλα -ποια να ήταν άραγε- θα μπορούσε να ξεπεράσει τον εαυτό της, κι ο Κουν είχε αγωνία κι ο Γιώργος τον καθησύχαζε. Κι ύστερα ο Κάρολος τον ρώτησε: Το δικό σου πώς πάει; Η Ντόρα που το διάβασε είπε... Τσέχωφ. Γελάει ο Γιώργος.
— Υπερβολές της Ντόρας.
— Λέω να πάει τρίτο μετά τη Σουάνεβιτ, κάνει ο Κάρολος.
— Όπως νομίζεις, απαντά ο Γιώργος.

Κι ύστερα θυμήθηκαν ένα κορίτσι ξεχασμένο στο μπαούλο.
— Τι είπες, κάνει κουκλοθέατρο; ρωτάει ο Κάρολος.
Ο Γιώργος μου γνέφει να πάω κοντά τους.
— Ο Εμπειρίκος και ο Γκάτσος που το είδαν ενθουσιάστηκαν.
— Έλα να σε φιλήσω, λέει ο Κάρολος και μ' αγκαλιάζει.

Παρ' όλο το κρύο στο δωμάτιο, τα χέρια του είναι ζεστά. Μύρισα ολόκληρη καπνό. Βγαίνοντας, πριν κλείσουμε την πόρτα, ο Κάρολος φώναξε:
— Γιώργο, τη μετάφραση του Στανισλάφσκι.
— Καλά Κάρολε, έκανε ο Γιώργος κλείνοντας την πόρτα.

Ύστερα βγήκαμε στο δρόμο. Αμίλητοι. Είχε αρχίσει να σκοτει­νιάζει. Προχωρήσαμε και λίγο παρακάτω καθίσαμε σε μια χαμηλή μάντρα. Πέρασαν μπροστά μας τρεις γερμανοί στρατιώτες, ο ένας κρατούσε από ένα λουρί ένα τεράστιο σκύλο που γρύλισε μόλις μας προσπέρασαν.

Ελληνίδα συγγραφέας. Άφησε ως παρακαταθήκη στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία την «Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα» και στην παγκόσμια παιδική λογοτεχνία «Το καπλάνι της βιτρίνας» και «Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου».

Πηγή: https://www.sansimera.gr

Πορτραίτα

Ποια είναι η γυναίκα με τη δάδα στην αρχή των ταινιών της Columbia -Δεν ξαναπόζαρε ποτέ στη ζωή της [εικόνες]

Αν όχι σε όλους, στους περισσότερους, η εικόνα της γυναίκας με τη δάδα, σύμβολο της μεγάλης αμερικάνικης εταιρείας παραγωγής ταινιών Columbia Pictures, που εμφανίζεται λίγο πριν την έναρξη μιας ταινίας, μας είναι οικεία.

Όμως, η ιστορία με την πραγματική γυναίκα που πόζαρε για αυτό το σύμβολο, ενός από τα παλαιότερα στούντιο στο Χόλιγουντ, είχε μείνει μέχρι πριν και από λίγα χρόνια άγνωστη.

Όλα ξεκίνησαν το 1918 από τα αδέλφια Χάρι και Τζακ Κον και τον φίλο τους Τζόελ Μπραντ, που ίδρυσαν την εταιρεία CBC Film Sales Corporation. Στα πρώτα του χρόνια, το στούντιο πραγματοποίησε ως επί το πλείστον χαμηλού προϋπολογισμού παραγωγές, οδηγώντας τους Κον και Μπραντ το 1924, να μετονομάσουν την εταιρεία τους σε Columbia Pictures. Το όνομά τους και το γυναικείο λογότυπο φέρουν το όνομα της Κολούμπια, που είναι το πιο ξεχασμένο γυναικείο σύμβολο των ΗΠΑ.

Το λογότυπο της Columbia Pictures -το οποίο στο πέρασμα των χρόνων, έχει περάσει από πέντε σημαντικές αναθεωρήσεις - είναι μια γυναίκα που φέρει μία δάδα και φοράει έναν χιτώνα και όπως αναφέρθηκε, αντιπροσωπεύει την Κολούμπια, μια προσωποποίηση των ΗΠΑ.

Το σήμα της Columbia Pictures
Αρχικά το 1924, η Columbia Pictures χρησιμοποίησε ένα λογότυπο με μια αρχαία Ρωμαία που κρατά μια ασπίδα στο αριστερό της χέρι και ένα ραβδί σιταριού στο δεξί της χέρι. Η γυναίκα φορούσε το παραδοσιακό ρούχο των γυναικών στην αρχαία Ρώμη. Η εικόνα βασίστηκε στην ηθοποιό Evelyn Venable, γνωστή για την παροχή της φωνής της ως «The Blue Fairy» στην ταινία «Πινόκιο» της Walt Disney.

Το λογότυπο άλλαξε το 1928 με τη γυναίκα να φορά τυλιγμένη τη σημαία των ΗΠΑ γύρω της και να κρατά έναν πυρσό ψηλά και για πρώτη φορά, εμφανίζεται το όνομα Columbia Pictures πάνω από αυτήν.

Το τρέχον λογότυπο δημιουργήθηκε το 1992 και ξεκίνησε τη χρήση του σε ταινίες το επόμενο έτος, όταν οι Σκοτ Μέντνικ και το The Mednick Group προσλήφθηκαν από τον Πίτερ Γκάμπερ να δημιουργήσουν λογότυπα για όλα τα ψυχαγωγικά ακίνητα που ανήκαν στη Sony Pictures. Ο Μέντνικ προσέλαβε τον καλλιτέχνη της Νέας Ορλεάνης, Μάικλ Ντες, για να ξαναβάψει ψηφιακά το λογότυπο και να επιστρέψει τη γυναίκα σε μια «κλασική» εμφάνιση. Ο Μάικλ Ντες προσέλαβε ως μοντέλο για το λογότυπο την Τζένη Τζόζεφ, μία καλλιτέχνιδα των γραφικών τεχνών που εργαζόταν για την εφημερίδα Times-Picayune. Λόγω χρονικών περιορισμών, συμφώνησε να βοηθήσει στο μεσημεριανό της διάλειμμα.

Η αρχική Lady Columbia, όπως είπαμε ήταν ντυμένη με την αμερικανική σημαία, αλλά στον Ντες είχαν δώσει την οδηγία να αλλάξει το χρώμα σε λευκό, πορτοκαλί και μπλε και να μη χρησιμοποιήσει την «αστερόεσσα».

H Τζένη Τζόζεφ ποζάρει για το σύμβολο της Columbia Pictures που θα μείνει στην ιστορία / Φωτογραφία: Kathy Anderson
Σε μια συνέντευξη του 2013, ο Ντες είπε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί αν αυτό οφειλόταν σε νομικά ή εμπορικά ζητήματα. Η φωτογράφηση διήρκεσε τέσσερις ώρες και έγινε από τη φωτογράφο Κάθυ Άντερσον στο σαλόνι του διαμερίσματός της στη Νέα Ορλεάνη, το οποίο είχε μετατραπεί σε ένα μικρό, αυτοσχέδιο φωτογραφικό στούντιο. Ο Μάικλ έφτασε αργότερα με ένα κουτί κρουασάν για να ξεκινήσει η φωτογράφιση.

«Όταν ο εκπληκτικά ταλαντούχος εικονογράφος (και φίλος) Μάικλ Ντες μου ζήτησε να τραβήξω φωτογραφίες αναφοράς για έναν πίνακα, δεν είχα ιδέα πόσο εικονικό θα γινόταν αυτό το έργο τέχνης», είπε η Άντερσον. «Μια συνάδελφος, η σχεδιάστρια σελίδων της εφημερίδας Times-Picayune, Τζένη Τζόζεφ, ήταν το τέλειο μοντέλο και τα υπόλοιπα είναι ιστορία», πρόσθεσε.

Ο Ντες χρησιμοποίησε τις εικόνες που προέκυψαν για τον iconic πλέον πίνακά του. Είναι η μόνη και η τελευταία φορά που η Τζόζεφ πόζαρε ως μοντέλο, αλλά εκατομμύρια άνθρωποι έχουν δει το πρόσωπό της τα τελευταία 25 χρόνια κάθε φορά που βλέπουν τις ταινίες.

«Η συνάντηση με την Τζένη Τζόζεφ ήταν θεόσταλτη. Είναι μια γενναιόδωρη, ευγενική και διαχρονικά όμορφη κοπέλα. Δεν είχε εργαστεί ως μοντέλο στο παρελθόν και ποτέ δεν το ξαναέκανε από τότε», έχει δηλώσει σε συνέντευξη του ο Ντες.

Στις πιο ήρεμες στιγμές μεταξύ της φωτογράφισης, η Τζένη θα καθόταν εξαντλημένη. Τότε ήταν που η Κάθι πίεσε ενστικτωδώς το κουμπί της φωτογραφικής μηχανής της και κατέγραψε ένα σπάνιο θέαμα της γυναίκας με τη δάδα, να ξεκουράζεται.

H Τζένη Τζόζεφ ξεκουράζεται κατά τη διάρκεια της φωτογράφησης / Φωτογραφία: Kathy Anderson
Το 2012, η Τζένη Τζόζεφ έδωσε συνέντευξη στο WWL-TV. «Το κάναμε λοιπόν κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μου για μεσημεριανό φαγητό. Μου τύλιξαν ένα σεντόνι και κρατούσα ένα απλό φωτιστικό γραφείου, ένα πορτατίφ. Και το κρατούσα απλά ψηλά. Το κάναμε αυτό με μια λάμπα».

«Ποτέ δεν πίστευα ότι θα φτάσει στη μεγάλη οθόνη και ποτέ δεν πίστευα ότι θα υπήρχε ακόμα 20 χρόνια αργότερα, και σίγουρα ποτέ δεν πίστευα ότι θα ήταν σε ένα μουσείο, οπότε αυτό είναι ευχάριστο, με ικανοποιεί», είπε ο δημιουργός του περίφημου λογότυπου της Columbia, που θυμίζει το άγαλμα της Ελευθερίας, Μάικλ Ντες.
Πηγή: iefimerida.gr

Πορτραίτα

Η "Ντίβα" της όπερας Μαρία Κάλλας, γεννήθηκε σαν σήμερα 2 Δεκεμβρίου 1923.

Η μεγαλειώδης φωνή της, το βασιλικό παράστημά της και η μνημειακή στάση της καθιέρωσαν τη Μαρία Κάλλας ως ένα φαινόμενο του λυρικού θεάτρου που δύσκολα θα μπορέσει ποτέ να ξεπεραστεί.

Με τα μοναδικά φωνητικά και υποκριτικά της προσόντα η Μαρία Κάλλας ανανέωσε την όπερα και το ρεπερτόριό της (ιδιαίτερα το ιταλικό «μπελ-κάντο») και αποτελεί σημείο αναφοράς για κάθε τραγουδίστρια της όπερας, που φιλοδοξεί να κερδίσει από τους ειδικούς και το κοινό τον τίτλο της «νέας Κάλλας».

Η Μαρία Σοφία Άννα Καικιλία Καλογεροπούλου - όπως ήταν το πλήρες ελληνικό όνομά της γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου του 1923 στη Νέα Υόρκη, κόρη του φαρμακοποιού Γεωργίου Καλογερόπουλου από τον Μελιγαλά Μεσσηνίας και της Ευαγγελίας (Λίτσας) Δημητριάδη από τη Στυλίδα Φθιώτιδος.

1. Ο πρώτος ρόλος
Ο πρώτος ρόλος της Μαρίας Κάλλας ήταν η «Σαντούτσα» στην όπερα του Μασκάνι «Καβαλερία Ρουστικάνα», σε μία παράσταση των μαθητών του ωδείου. Το 1939 εγγράφεται στο Ωδείο Αθηνών, στην τάξη της διάσημης Ελβίρα ντε Ιντάλγκο – σημαντική τραγουδίστρια της όπερας στις αρχές του 20ου αιώνα – κοντά στην οποία μαθητεύει και γνωρίζει τα μυστικά της υψηλής τεχνικής των ρόλων του ιταλικού ρομαντικού ρεπερτορίου.

Η καριέρα της απογειώθηκε σε ρόλους δραματικής υψιφώνου και δραματικής κολορατούρα με τη βοήθεια του βιομήχανου Τζιανμπατίστα Μενεγκίνι, ο οποίος λάτρεψε την Μαρία Κάλλας, όχι μόνο ως καλλιτέχνιδα, αλλά και ως γυναίκα (στις 21 Απριλίου του 1949, η Κάλλας τον παντρεύεται). Το 1951 εκπόρθησε και τη «Σκάλα» του Μιλάνου, με τους Σικελικούς Εσπερινούς του Βέρντι. Μετά τη «Σκάλα» του Μιλάνου ήρθε η σειρά της Μητροπολιτικής Όπερας της Νέας Υόρκης (ΜΕΤ) να υποκλιθεί στην φαινομενική καλλιτέχνιδα Μαρία Κάλλας το 1956. Το καλοκαίρι του 1957 εμφανίζεται στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και κυριολεκτικά αποθεώνεται.

Η κορυφαία ερμηνεία του Casta Diva

2. Η Μήδεια
Η μοναδική εμφάνιση της Κάλλας επί της μεγάλης οθόνης ήταν στην ταινία «Μήδεια» του σπουδαίου Ιταλού σκηνοθέτη Πιερ Πάολο Παζολίνι, η οποία βασίζεται στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη.

Το φιλμ γυρίστηκε στην Καππαδοκία, με τον Παζολίνι να μένει πιστός στον μύθο. Παράλληλα την πλαισιώνει μουσικά με ακούσματα κλασικής ιρανικής μουσικής, παραδοσιακής ιαπωνικής μουσικής και άλλα έθνικ παραδοσιακά κομμάτια τονίζοντας έτσι την πρωτόγονη φύση των ανθρώπων της Μήδειας μέσα από ιεροτελεστίες και ανθρωποθυσίες.

«Ελπίζω να κατάφερα να βγάλω προς τα έξω όσο γινόταν καλύτερα την ανθρώπινη φύση της Μήδειας, κάτι που στο μύθο υπάρχει ελάχιστα, σε αντίθεση με την κακεντρέχεια. Ίσως να ήρθα σε αντιπαράθεση με τον Παζολίνι, αλλά επιθυμία μου ήταν να δείξω κάτι περισσότερο από την καλοσύνη της ηρωίδας, να πάω πέρα από τις σκοτεινές πλευρές του χαρακτήρα της» είχε δηλώσει η Κάλλας.

3. Ο Ωνάσης
Ο Ωνάσης και η Κάλλας γνωρίστηκαν το 1957, σε μια δεξίωση που διοργάνωσε η γνωστή κοσμικογράφος της εποχής, Έλσα Μάξγουελ. Το ειδύλλιο μεταξύ τους αναπτύχθηκε δύο χρόνια μετά, όταν ο Ωνάσης προσκάλεσε την Κάλλας και τον σύζυγό της σε κρουαζιέρα, με την πολυτελή θαλαμηγό του. Η παρουσία της συζύγου του, Τίνας Λιβανού, δεν απασχόλησε τον Ωνάση, που είχε επικεντρωθεί στον στόχο του: Στην Κάλλας. Τη φλέρταρε τόσο ανοικτά που που όταν κατά τη διάρκεια μιας στάσης στην Κωνσταντινούπολη ανέβηκε στη θαλαμηγό ο Πατριάρχης Αθηναγόρας, ευλόγησε την Κάλλας και τον Ωνάση, νομίζοντας ότι είναι σύζυγοι.

Λέγεται ότι εκείνη τη νύχτα, Ωνάσης και Κάλλας εγκατέλειψαν τη θαλαμηγό με μια βάρκα, για να απομονωθούν σε μία ήσυχη παραλία. Από εκείνη τη στιγμή άρχισε η παθιασμένη σχέση τους. Ο Ωνάσης πήρε διαζύγιο από την Τίνα Λιβανού. Η Κάλλας «ελευθερώθηκε» από τον σύζυγό της σχεδόν τρεις μήνες μετά.

Το ζευγάρι είχε μεσογειακό ταμπεραμέντο. Ωνάσης και Κάλλας καυγάδιζαν σχεδόν καθημερινά. Με το πέρασμα του χρόνου, ο Ωνάσης άρχισε να απομακρύνεται από εκείνη. Η Κάλλας, που είχε αραιώσει τις εμφανίσεις της στην όπερα, περνούσε ατέλειωτες στη θαλαμηγό, περιμένοντάς τον.

Το 1968, το ζευγάρι μετρούσε σχεδόν δέκα χρόνια σχέσης. Και ενώ η Κάλλας παρέμενε ερωτευμένη, ο Ωνάσης είχε ήδη προχωρήσει στην επόμενη κατάκτησή του: Την Τζάκι Κένεντι. Ο χωρισμός στοίχισε πολύ στην Κάλλας. Κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες να ξεπεράσει τα προσωπικά της προβλήματα, επανακάμπτοντας στην λυρική σκηνή, δίχως αποτέλεσμα. Η τελευταία της εμφάνιση πραγματοποιείται στην πόλη Σαπόρο της Ιαπωνίας στις 11 Δεκεμβρίου του 1974.

4. Ο θάνατός της
Σύμφωνα με την επίσημη ιατρική έκθεση, ο θάνατος της Κάλλας στις 16 Σεπτεμβρίου του 1977 οφειλόταν σε καρδιακή ανακοπή. Πολλοί θεωρούν ότι αυτή επήλθε μετά από υψηλή δόση βαρβιτουρικών που φέρεται να πήρε η σοπράνο, διότι της είχε στοιχίσει η επώδυνη σχέση της με τον Αριστοτέλη Ωνάση.

Το 2010 ωστόσο μια ιταλική έρευνα έρχεται να ρίξει νέο φως στο μυστήριο που περιβάλλει το θάνατο της Κάλλας: Σύμφωνα με τους Ιταλούς φωνίατρους Φράνκο Φούσι και Νίκο Παολίλο, που παρουσίασαν τα αποτελέσματα της μελέτης τους στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια, η τραγουδίστρια υπέφερε από δερματομυοσίτιδα, μία εκφυλιστική νόσο που φθείρει τους μυς και τους ιστούς, συμπεριλαμβανομένου του λάρυγγα. Έτσι, μοιάζει να εξηγείται και η συνεχής παρακμή του μεγαλείου της φωνής της, που είχε αρχίσει να γίνεται αισθητή από τις αρχές της δεκαετίας του ’60.

Το φαινόμενο Κάλλας

Όπως εξηγούν οι δύο Ιταλοί επιστήμονες, η θεραπεία για τη δερματομυοσίτιδα βασίζεται σε κορτιζονούχα και ανοσοκατασταλτικά σκευάσματα, τα οποία είναι πιθανό να επιφέρουν σταδιακά καρδιακή ανεπάρκεια. Επομένως, ο Φούσι και ο Παολίλο συμφωνούν με την επίσημη ιατρική έκθεση, μόνο που διευκρινίζουν ότι η ανακοπή δεν ήταν τυχαίο γεγονός, αλλά το αποτέλεσμα της εκφυλιστικής μυασθένειας. Αφετηρία για τις ιταλικές έρευνες αποτέλεσαν οι ηχογραφήσεις της διάσημης σοπράνο, τόσο από το στούντιο όσο και από ζωντανές εμφανίσεις της. Με τη μέθοδο της φασματογραφικής ανάλυσης οι επιστήμονες εξέτασαν τις ηχογραφήσεις ίδιων κομματιών από διαφορετικές χρονικές περιόδους και διαπίστωσαν τις αλλοιώσεις στη φωνή της καλλιτέχνιδας, η οποία έφτασε τα τέλη της δεκαετίας του ’70 να γίνει μέτζο σοπράνο. Οι δύο φωνίατροι ανέλυσαν επίσης και τα τελευταία βίντεο της Κάλλας, στα οποία ήταν εμφανής και η μυϊκή χαλάρωση που είχε υποστεί, αφού ο θώρακας της δεν διατεινόταν κατά τη διάρκεια των αναπνοών. Η μελέτη αυτή έρχεται να ρίξει νέο και πιθανότατα καθοριστικό φως στη διάγνωση της δερματομυοσίτιδας, που είχε σχηματίσει ο ιατρός Μάριο Τζακοβάτσο, ο οποίος είχε επισκεφτεί την τραγουδίστρια το 1975, αλλά είχε κρατήσει κρυφή τη διάγνωση του μέχρι το 2002.

5. Το μεγάλο μυστικό
Στο κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ "Απόλυτη Κάλλας" του Γάλλου σκηνοθέτη Φιλίπ Κολί, βασισμένο σε ιστορικά αρχεία, αποκαλύπτεται μια μυστική πτυχή της ζωής της μεγάλης "ντίβας".

Συγκεκριμένα αποκαλύπτεται ότι η Μαρία Κάλλας στις 30 Μαρτίου του 1960 γέννησε ένα άρρεν βρέφος πλην όμως νεκρό που φέρεται ως καρπός του έρωτά της με τον Αριστοτέλη Ωνάση. Ο Κολί ισχυρίζεται ότι επαλήθευσε το ατυχές αυτό γεγονός με πιστοποιητικό γέννησης, στο οποίο αναφέρεται με το όνομα Όμηρος, αλλά με επίθετο "μη αναγνώσιμο". Επίσης ισχυρίζεται ότι κατέχει φωτογραφίες από το νεκροταφείο Μπρέσο του Μιλάνου όπου, κατά τους ισχυρισμούς του, θάφτηκε το νεογέννητο υπό "άκρα μυστικότητα". Επίσης υπάρχουν φήμες που λένε ότι το παιδί δόθηκε για υιοθεσία μετά τη γέννησή του σε άγνωστο θετό γονέα.

Πηγή:
Sansimera, Βικιπαιδεία/https://www.news247.gr/

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.