Σεπτεμβρίου 25, 2020

Πορτραίτα

Οι Αγίες Σοφία, Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη αποτελούν μάρτυρες της χριστιανικής εκκλησίας.

Οι Αγίες Σοφία, Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη αποτελούν μάρτυρες της χριστιανικής εκκλησίας και η μνήμη τους εορτάζεται στις 17 Σεπτεμβρίου από την Ορθόδοξη Εκκλησία ενώ από την Καθολική στις 15 Μαΐου.

Η Αγία Σοφία και οι θυγατέρες της Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη έζησαν στην Ιταλία, όπου και μαρτύρησαν για την χριστιανική τους πίστη επί ρωμαίου αυτοκράτορος Αδριανού.
Απολυτίκια

Ως ελαία κατάκαρπος ανεβλάστησας εν ταις αυλαίς του Κυρίου, Σοφία μάρτυς σεμνή και προσήγαγες Χριστώ καρπόν ηδύτατον τους της νηδύος σου βλαστούς, δι’ αγώνων ευαγών, Αγάπην τε και Ελπίδα συν τη θεόφρονι Πίστει· μεθ’ ων δυσώπει υπέρ πάντων ημών.

Εν ταις μάρτυσι λάμπεις Σοφία ένδοξε, και στεφάνοις της νίκης περι­κοσμείσαι λαμπροίς· δι᾿ ο εν ύμνοις και ωδαίς ευφημούμεν σε, ότι θυγάτρια σεμνά τω μαρτυρίω οδηγείς, Αγάπην, Πίστιν, Ελπίδα· μεθ᾿ ω μη παύση πρεσβεύειν, ελεηθήναι τας ψυχάς ημών.

Πορτραίτα

Ημέρα των γενεθλίων της Ιουλιέτας
Κάθε χρόνο στις 16 Σεπτεμβρίου η Βερόνα γιορτάζει την επέτειο της γέννησης της Ιουλιέτας - ίσως της πιο διάσημης λογοτεχνικής ηρωίδας - με σειρά εκδηλώσεων.

Κάθε χρόνο στις 16 Σεπτεμβρίου η Βερόνα γιορτάζει την επέτειο της γέννησης της Ιουλιέτας - ίσως της πιο διάσημης λογοτεχνικής ηρωίδας - με σειρά εκδηλώσεων που εκτείνονται προ και πέρα της ημέρας.

Σύμφωνα με το θεατρικό έργο του Σέξπιρ «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», η ηρωίδα γεννήθηκε την παραμονή της κέλτικης γιορτής Λάμαστιντ (1η Αυγούστου), συνεπώς την 31η Ιουλίου. Πόθεν προέκυψε η 16η Σεπτεμβρίου;

Ο Σέξπιρ δεν ήταν πρώτος που έπλασε την αθάνατη ερωτική ιστορία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας. Προϋπήρχε σε ένα κείμενο του Λουίτζι ντα Πόρτο (1485-1529) με τίτλο «Η προσφάτως ανακαλυφθείσα ιστορία των δύο ευγενών εραστών». Το κείμενο του ντα Πόρτο μελέτησε επιμελώς ο καθηγητής Τζουζέπε Φράνκο Βιβιάνι και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ιουλιέτα γεννήθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου, καθώς ο συγγραφέας αναφέρει ως ημερομηνία γέννησής της την εορτή της Αγίας Ευφημίας, η μνήμη της οποίας τιμάται τόσο από την Ρωμαιοκαθολική όσο και από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 16 Σεπτεμβρίου.

sansimera.gr

 

Πορτραίτα

Η Google σήμερα μέσα από doodle, τιμάει την Πολωνή ποιήτρια, Mascha Kaléko. Η Mascha Kaléko αναγνωρίστηκε κυρίως για το έργο της κατά τη δεκαετία του '30.

 

Η Kaléko γεννήθηκε στις 7 Ιουνίου 1907 στο Χρζάνοβ της Γαλικίας, από Εβραίους γονείς, οι οποίοι εφτά χρόνια αργότερα εγκαταστάθηκαν στη Γερμανία. Άλλαξε επώνυμο το 1928 όταν παντρεύτηκε τον εβραίο δάσκαλο Saul Aaron Kaléko. Άρχισε να εκδίδει τα ποιήματά της το 1929. Με την τρυφερά εύθραυστη ποίησή της κατάφερε να γίνει γνωστή στους λογοτεχνικούς κύκλους του Βερολίνου. Σύχναζε σε στέκια όπως το «Romanisches Café», όπου συναντούσε σπουδαίους λογοτέχνες.

Ως έφηβη άρχισε να γράφει ποίηση και μέσα σε αρκετά χρόνια έγινε διάσημη, καθώς οι εφημερίδες άρχισαν να δημοσιεύουν το έργο της και, μάλιστα, στο ποίημά της, με τίτλο «Das Bißchen Ruhm» έγραψε μεταφορικά για τη φήμη της ως φυτά που πρέπει να διατηρούνται με καθημερινή φροντίδα, μια ιδέα που αντανακλάται στην απεικόνιση του Google Doodle.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, η Kaléko ήταν ήδη μια καθιερωμένη προσωπικότητα της λογοτεχνικής πρωτοπορίας (avant-garde) του Βερολίνου. Η Kaléko, το 1933, δημοσίευσε το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Das Lyrische Stenogrammheft» και, δύο χρόνια αργότερα, κυκλοφόρησε το «Kleine Lesebuch für Große». Η ποίησή της αναγνωρίστηκε από την λογοτεχνική πρωτοπορία του Βερολίνου στην διάρκεια του Μεσοπολέμου.

Το 1933 δημοσίευσε την πρώτη της ποιητική συλλογή «Das Lyrische Stenogrammheft» («Το λυρικό σημειωματάριο στενογραφίας») και ακολούθησε δύο χρόνια αργότερα η συλλογή «Kleine Lesebuch für Große» («Μκρός αναγνώστης για ενήλικες»). Η ποίηση της Kaléko στα έργα της αυτά συλλαμβάνει την ουσία της καθημερινής αστικής ζωής στο λυκόφως της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και μέσω των σατιρικών στίχων της εξερευνά σημαντικά θέματα όπως η κοινωνική αδικία και η εξορία.

Η Kaléko έγραψε ποίηση χρηστική, ποίηση της καθημερινότητας και για τον καθημερινό άνθρωπο που δεν έχει απαραιτήτως σε μεγάλη εκτίμηση την υψηλή τέχνη. Θέματά της ήταν τα κοινά θέματα της ποίησης: έρωτας, θάνατος, μοναξιά, απογοήτευση. Αυτό που την ξεχώρισε, ήταν το ιδιαίτερο ύφος της, ο σατιρικός και σαρκαστικός τόνος της, αλλά και η πραγματικότητα που περιέγραφε.

Το 1956 επισκέφθηκε για πρώτη φορά μεταπολεμικά την Γερμανία και στις 16 Σεπτεμβρίου 1974 απήγγειλε για τελευταία φορά ποιήματά της δημόσια, στην Αμερικανική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου.

Η Μάσα Καλέκο πέθανε στις 21 Ιανουαρίου 1975 στην Ζυρίχη της Ελβετίας, σε ηλικία 67 ετών.

Πορτραίτα

Η πιο διάσημη συγγραφέας έργων μυστηρίου γεννήθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου του 1890 ως Μαίρη Κλαρίσα Άγκαθα Μίλερ, στο Ντέβον της Αγγλίας.


Η Άγκαθα Κρίστι (Agatha Christie), η πιο διάσημη συγγραφέας έργων μυστηρίου, γεννήθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου του 1890 ως Μαίρη Κλαρίσα Άγκαθα Μίλερ, στο Ντέβον της Αγγλίας. Μεγάλωσε στο Άσφιλντ, όπου έβγαλε το σχολείο και στη συνέχεια σπούδασε τραγούδι στο Παρίσι.

Το 1914, πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, παντρεύτηκε τον συνταγματάρχη Άρτσιμπαλντ Κρίστι, με τον οποίο απέκτησε μία κόρη. Όταν ο σύζυγός της αποστρατεύτηκε, η ίδια εργάστηκε ως βοηθός σε φαρμακείο, όπου έμαθε για τα δηλητήρια.

Άρχισε να γράφει με την ενθάρρυνση της αδερφή της και στο πρώτο βιβλίο της, που κυκλοφόρησε το 1920 υπό τον τίτλο «Η μυστηριώδης υπόθεση στο Στάυλς», παρουσίασε για πρώτη φορά τον θρυλικό ντετέκτιβ Ηρακλή Πουαρό, ένα χαρακτήρα που εμφανίστηκε σε περισσότερα από 25 ακόμα μυθιστορήματά της. Το δεύτερο βιβλίο της («Η Δολοφονία του Ρότζερ Ακρόυντ» - 1926) βρέθηκε στην κορυφή του πίνακα πωλήσεων και η ίδια μεταξύ των δημοφιλέστερων συγγραφέων.

Παρά τη μεγάλη επιτυχίας της, μετά το θάνατο της μητέρας και του συζύγου της, η Άγκαθα Κρίστι εισήλθε σε μία περίοδο συναισθηματικής αναταραχής. Εξαφανίστηκε για 11 ημέρες και τελικά εντοπίστηκε σε ιαματικά λουτρά.

Το 1930 παντρεύτηκε έναν αρχαιολόγο, το σερ Μαξ Μάλοουαν, τον οποίο συνόδευε στις αποστολές του στη Μέση Ανατολή, όπου κι εξελίχθηκαν πολλά από τα μυθιστορήματά της. Εκεί δημιουργήθηκε και η Μις Μαρπλ, μία από τις πιο αγαπημένες της ηρωίδες.

Συνολικά, η Άγκαθα Κρίστι έγραψε περίπου 80 μυθιστορήματα, 30 συλλογές διηγημάτων και 15 θεατρικά έργα, καθώς και 6 αισθηματικά ρομάντζα με το ψευδώνυμο Μαίρη Γουέστμακοτ. Μέχρι το θάνατό της, στις 12 Ιανουαρίου του 1976, είχαν πωληθεί πάνω από 400 εκατομμύρια αντίτυπα των βιβλίων της, σε περισσότερες από 100 γλώσσες.

Προτεινόμενα Έργα
Δέκα Μικροί Νέγροι (Λιβάνη)
Ποντικοπαγίδα (Λυχνάρι)
Έγκλημα στο Νείλο (Λυχνάρι)
Έγκλημα στο Όριεντ Εξπρές (Μίνωας)
Έγκλημα τα Χριστούγεννα (Λιβάνης)
Ο φόνος του Ρότζερ Ακρόυντ (Άγρα)
Ο πλωτός ναύαρχος (Άγρα)
Πέντε μικρά γουρουνάκια (Λυχνάρι)
Η αυτοβιογραφία μου (Λυχνάρι)

ansimera.gr

Πορτραίτα

Μαρίκα Κοτοπούλη
Ελληνίδα ηθοποιός από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες του νεοελληνικού θεάτρου. Ασχολήθηκε επιτυχημένα με όλα τα είδη του θεατρικού (δράμα, κωμωδία, επιθεώρηση), αν και αυτοδίδακτη. Διέπρεψε, όμως, στην τραγωδία...

Ελληνίδα ηθοποιός· από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες του νεοελληνικού θεάτρου. Ασχολήθηκε επιτυχημένα με όλα τα είδη του θεατρικού (δράμα, κωμωδία, επιθεώρηση), αν και αυτοδίδακτη. Διέπρεψε, όμως, στην τραγωδία, με τη βαθιά φωνή της, το πάθος και τη λιτότητα στην κίνηση. Ήταν ευφυέστατη και ετοιμόλογη και γενικά μία από τις πιο ενδιαφέρουσες προσωπικότητες της σύγχρονης Ελλάδας.
Η Μαρίκα Κοτοπούλη γεννήθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 1887, από γονείς ηθοποιούς, τον Δημήτριο Κοτοπούλη (1848-1919) και την Ελένη Κοτοπούλη (1851-1926), το γένος Σιλιβάκου. Είχε τρεις αδερφές, επίσης ηθοποιούς: τις δίδυμες Χρυσούλα Μυράτ ή Χρυσούλα Κοτοπούλη και Φωτεινή Κοτοπούλη - Λούη ή Φωτεινή Λούη και την Πόπη Κοτοπούλη.
Το βάπτισμα του πυρός στο θέατρο το πήρε βρέφος σαράντα ημερών στο έργο «Ο Αμαξηλάτης των Άλπεων», που ανέβασε ο θίασος των γονιών της. Σε ηλικία έξι ετών έπαιξε το ρόλο της μικρής μαθήτριας στην πρώτη ελληνική επιθεώρηση «Λιγ’ απ’ όλα» των Μίκιου Λάμπρου και Λάμπου Αστέρη. Μέχρι τα δέκα της είχε υποδυθεί το τέκνο του λοχία Γουλιέλμου στους «Δύο Λοχίας» των Ντομπινί, Μποντουέν και Μαγιάρ, το φάντασμα στον σεξπιρικό «Μάκβεθ», την Αδιαφορίδου στο «Παρθεναγωγείον» του Δεληκατερίνη και τον Έρωτα στο έργο του Καλοστύπη «Προμηθεύς εν Ολύμπω».
Από το 1897 έκανε θεατρικές εμφανίσεις με τον θίασο των γονιών της και εκτός Αθηνών - Θεσσαλονίκη, Σύρο, Ναύπλιο, Πάτρα και Σμύρνη - ερμηνεύοντας ρόλους, όπως την Κυρά-Γιάννενα στον «Αγαπητικό της Βοσκοπούλας» του Κορομηλά, τη Μάγδα στο ομώνυμο δράμα του Ζούντερμαν και την κυρία Λάσκαρη στα «Μαλλιά Κουβάρια» του Νικολάου Λάσκαρη. Έκανε μεγάλη εντύπωση για τις υποκριτικές της ικανότητες και οι κριτικοί της εποχής, όπως ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, ο Παύλος Νιρβάνας, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος, ο Άριστος Καμπάνης και ο Ιωάννης Κονδυλάκης, δεν φείσθηκαν κολακευτικών σχολίων για τις επιδόσεις της στο θεατρικό σανίδι. Τη χαρακτήρισαν «δόξα της ελληνικής σκηνής», «θαύμα σκηνικής σαγήνης», «αληθινή ενσάρκωση της μεγάλης τέχνης και ιδανικόν της ελληνικής σκηνής» και «μοναδική της Ελλάδος τραγωδό».
Το 1902 προσελήφθη στη «Νέα Σκηνή» του Χρηστομάνου, αλλά αποχώρησε γρήγορα, για να ενταχθεί στο νεοσύστατο «Βασιλικό Θέατρο Αθηνών». Στην πρώτη της εμφάνιση ερμήνευσε τον Μώμο στο σεξπιρικό «Όνειρον Θερινής Νυκτός» και συνέχισε με την Ιφιγένεια στην ομώνυμη τραγωδία του Γκαίτε και τη Μαργαρίτα στον «Φάουστ» του ιδίου. Σημαντική στιγμή στην καριέρα της νεαρής Κοτοπούλη υπήρξε η συμμετοχή της στην τριλογία του Αισχύλου «Ορέστεια», που ανέβηκε στη δημοτική το Νοέμβριο του 1903 από το Βασιλικό Θέατρο και προκάλεσε τη βίαια αντίδραση των οπαδών της καθαρεύουσας. Τα αιματηρά επεισόδια που ακολούθησαν είναι γνωστά ως «Ορεστειακά».
Τον Οκτώβριο του 1906 αναχώρησε για το Παρίσι, συνοδευόμενη από τον εξάδελφό της ηθοποιό Πέτρο Νικολάου. Στη γαλλική πρωτεύουσα παρέμεινε επί τετράμηνο, όπου παρακολούθησε πλήθος παραστάσεων κι ενημερώθηκε για τις τρέχουσες θεατρικές εξελίξεις. Αμέσως μετά την επάνοδό της στην Αθήνα εμφανίσθηκε για είκοσι μέρες στη Σύρο με τον θίασο της μητέρας της, παίζοντας μεταξύ άλλων στα έργα «Μάγδα» του Ζούντερμαν, «Κυρά της Θάλασσας» του Ίψεν και «Αρχισιδηρουργός» του Ονέ. Μετά την περιοδεία αυτή επέστρεψε στην Αθήνα και, όπως έγραψε ο ιστορικός του νεοελληνικού θεάτρου Γιάννης Σιδέρης, έστησε τον θρόνο της στην ελληνική πρωτεύουσα, ο οποίος παρέμεινε έκτοτε ασάλευτος.
Η θιασαρχική της σταδιοδρομία άρχισε το 1908, όταν ίδρυσε θίασο με τον κωμικό Κωνσταντίνο Σαγιώρ και παρουσίασαν το έργο του Μπράκο «Μητέρα». Στη συνέχεια ανέβασαν τη «Στέλλα Βιολάντη» του Ξενόπουλου (10 Ιουνίου 1909), το μονόπρακτο του Νιρβάνα «Όταν σπάση τα δεσμά του» (Αύγουστος 1909) και «Τα χαμίνια» του Δεληκατερίνη (Σεπτέμβριος 1909). Τον χειμώνα του ίδιου χρόνου, ο θίασός της περιόδευσε στην Κωνσταντινούπολη, τη Σύρο και τον Βόλο.
Το 1908, ενώ βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη για περιοδεία, η Κοτοπούλη ερωτεύτηκε τον πολιτικό και στοχαστή Ίωνα Δραγούμη, ο οποίος υπηρετούσε στην εκεί ελληνική πρεσβεία. Η πολύκροτη σχέση τους βάστηξε μέχρι τη δολοφονία του αγαπημένου της, στις 30 Ιουλίου 1920, από υποστηρικτές του Ελευθερίου Βενιζέλου.
Το 1911 ίδρυσε νέο θίασο σε συνεργασία με τον κωμικό ηθοποιό του μουσικού θεάτρου Ιωάννη Παπαϊωάννου και παρουσίασε στο «Αττικόν» της οδού Σταδίου την «Ηλέκτρα» του Χόφμανσταλ. Τον Απρίλιο του 1912 συγκρότησε τον πρώτο προσωπικό της θίασο και απέκτησε δική της θεατρική στέγη στην πλατεία Ομονοίας, στο θέατρο της «Νέας Σκηνής», που ανακαινίσθηκε και μετονομάστηκε σε «Θέατρον Μαρίκας Κοτοπούλη». Εκεί, έπαιξε επί σειρά ετών σπουδαίους ρόλους, όπως την «Ηλέκτρα» του Αισχύλου, την «Ηρώ» του Γκριλπάτσερ, τη Δεισδαιμόνα στον «Οθέλλο» του Σέξπιρ, τη Στρίγκλα στο «Ημέρωμα της Στρίγκλας» του Σέξπιρ, τη Φραγκίσκα στον «Αμαξά Ένσελ» του Χάουπτμαν, την Πορκία στον «Έμπορο της Βενετίας» του Σέξπιρ, τη Φαύστα στην ομώνυμη τραγωδία του Βερναρδάκη και την Αγαθή στον «Νικηφόρο Φωκά» του ιδίου.
Το 1921 τιμήθηκε με τον Χρυσό Σταυρό του Γεωργίου Α’ και το 1923 με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών του Υπουργείου Παιδείας. Το 1924 παντρεύτηκε τον αιγυπτιώτη επιχειρηματία Γιώργο Χέλμη (1891-1975), με τον οποίο έζησε για το υπόλοιπο της ζωής της. Το ζευγάρι δεν απέκτησε παιδιά. Το 1926 έκτισε το εξοχικό της στην περιοχή του Ζωγράφου, το οποίο σήμερα στεγάζει του Μουσείο Μαρίκας Κοτοπούλη.
Ένας από τους πολλούς σταθμούς της θεατρικής της σταδιοδρομίας, υπήρξε η παράσταση της «Εκάβης» του Ευριπίδη, που δόθηκε στο Παναθηναϊκό Στάδιο στις 18 Σεπτεμβρίου 1927, σε σκηνοθεσία Φώτου Πολίτη, ο οποίος έγραψε τότε: «Η παράσταση της Εκάβης, οφείλεται αποκλειστικά στο μεγάλο ενθουσιασμό της Μαρίκας Κοτοπούλη και στη θερμή αγάπη της για την αρχαία τραγωδία. Μία τόσο εξαιρετική καλλιτέχνις δεν είναι δυνατό, παρά να νοιώθη βαθειά, πως τελικός προορισμός της είναι να ζωντανεύη τις αρχαίες ηρωίδες».
Το 1929 ίδρυσε την «Ελευθέρα Σκηνή» μαζί με τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Σπύρο Μελά και τον γαμπρό της Μήτσο Μυράτ, η οποία παρουσίασε έργα νέας πνοής (Λερνορμάν, Μπατάιγ). Το 1930 σημείωσε μεγάλη επιτυχία με την «Ιφιγένεια εν Ταύροις» του Ευριπίδη και τον Οκτώβριο του ίδιου έτους αναχώρησε για μεγάλη περιοδεία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Έδωσε παραστάσεις στη Νέα Υόρκη, τη Βοστώνη, το Ντιτρόιτ, το Σικάγο και το Κλίβελαντ με τα έργα «Ερωτόκριτος», «Αγαπητικός της Βοσκοπούλας», «Ηλέκτρα», «Ιφιγένεια εν Ταύροις», «Στέλλα Βιολάντη» κ.ά. Οι Τάιμς της Νέας Υόρκης έγραψαν για την παράσταση της «Ηλέκτρας»: «Μολονότι η κ. Κοτοπούλη, αδράχνει τον ρόλο της με σφοδρότητα, είναι πάντοτε κυρίαρχος όλων των θυελλωδών συγκινήσεών της».
Τον Απρίλιο του 1932 συνεργάστηκε για πρώτη φορά με την άλλη μεγάλη κυρία του νεοελληνικού θεάτρου, την Κυβέλη. Η συνεργασία τους διάρκεσε με διαλείμματα έως το 1934. Παρουσίασαν, μεταξύ άλλων, το έργο του Μπέρναρ Σο «Το επάγγελμα της κυρίας Ουόρεν», που ήταν η πρώτη απόπειρα της Κοτοπούλη σε κωμικό ρόλο.
Το 1933 εμφανίστηκε για πρώτη και τελευταία φορά στη μεγάλη οθόνη. Πρωταγωνίστησε στην ελληνοτουρκική συμπαραγωγή «Ο κακός δρόμος» («Fena Yol»), που σκηνοθέτησε ο Ερτογρούλ Μουχσίν σε σενάριο Γρηγορίου Ξενόπουλου, με συμπρωταγωνιστές την Κυβέλη, τον Γιώργο Παππά και τον Βασίλη Λογοθετίδη.
Μετά την εγκατάλειψη του «Θεάτρου Κοτοπούλη», η Μαρίκα ίδρυσε το 1937 το νέο θέατρό της, το επιβλητικό «Ρεξ» επί της οδού Πανεπιστημίου, παρουσιάζοντας με μεγάλη επιτυχία το έργο του Αντρέ Ζοζέ «Ελισάβετ». Το 1939 γιορτάστηκε η τριακονταετία της θιασαρχικής της διαδρομής και ο θίασός της έγινε ημικρατικός.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής απείχε συνειδητά από τις θεατρικές παραστάσεις και βοήθησε αρκετούς αριστερούς συναδέλφους της, που διώκονταν για την αντιστασιακή τους δράση. Η ίδια ανήκε στη Δεξιά και υποστήριζε τον θεσμό της βασιλείας.
Μετά την απελευθέρωση διορίστηκε πρόεδρος της καλλιτεχνικής επιτροπής και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου, το οποίο μετονομάστηκε σε Βασιλικό, αμέσως μετά την παλινόρθωση της βασιλείας το 1946. Συμμετέχοντας σε κλιμάκιο του Βασιλικού Θεάτρου ερμήνευσε το ρόλο της Κλυταιμνήστρας στις παραστάσεις της «Ορέστειας» του Αισχύλου, που δόθηκαν το 1949 στο Ηρώδειο και τιμήθηκε με το ανώτατο παράσημο της χώρας από τον βασιλιά Παύλο. Την ίδια χρονιά παρέδωσε τα ηνία του θιάσου της στον ανιψιό της Δημήτρη και η ίδια περιορίστηκε σε έκτακτες εμφανίσεις.

Δίπλα της μαθήτευσαν και αναδείχθηκαν σημαντικές προσωπικότητες του νεοελληνικού θεάτρου, όπως ο Δημήτρης Ροντήρης, ο Μήτσος Μυράτ, ο Δημήτρης Μυράτ, ο Αλέξης Μινωτής, η Κατίνα Παξινού, ο Αιμίλιος Βεάκης, ο Γιώργος Παπάς, ο Βασίλης Λογοθετίδης, ο Γιώργος Γληνός, ο Κάρολος Κουν, η Μελίνα Μερκούρη, η Έλλη Λαμπέτη και η Σαπφώ Νοταρά. Ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για το νεοελληνικό έργο και ανέδειξε συγγραφείς της γενιάς της και νεώτερους (Γρηγόριος Ξενόπουλος, Παντελής Χορν, Δημήτρης Μπόγρης, Αλέκος Λιδωρίκης, Δημήτρης Ιωαννόπουλος, Άγγελος Τερζάκης, Δημήτρης Ψαθάς, Σακελλάριος - Γιαννακόπουλος).

Η Μαρίκα Κοτοπούλη πέθανε αιφνιδίως από καρδιακή ανακοπή στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 1954, σε ηλικία 67 ετών.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/1614

Πορτραίτα

Σήμερα 1η Σεπτέμβρη,(καλό μήνα σε όλους) και δείτε πληθώρα κυρίων ονομάτων που γιορτάζουν. Μη ξεχάσετε να ευχηθείτε στους:

Αδαμαντίνη, Αδαμάντιος, Αδαμαντία, Διαμαντής, Διαμάντω, Αθηνά, Ακριβή, Ακριβός, Αντιγόνη, Αντίγονος, Αρηβοία, Ασπασία, Ασπάσιος, Αφροδίτη, Διώνη, Δωδώνη, Ελπινίκη, Ερασμία, Εράσμιος, Ερατώ, Ερμηνεία, Ευτέρπιος, Ευτέρπη, Θαλής, Θάλεια, Θεανώ, Θεονόη, Θεονύμφη, Καλλιρρόη, Καλλίστη, Κλειώ, Κλεονίκη, Κλεόπατρος, Κλεοπάτρα, Κοραλία, Μαργαρίτης, Μαργαρίτα, Μαριάνθη, Μελπομένη, Μόσχος, Μόσχω, Ουράνιος, Ουρανία, Πανδώρα, Παρθένα, Παρθενόπη, Πηνελόπη, Πολύμνιος, Πολύμνια, Πολυνίκη, Σαπφώ, Συμεών, Συμεωνία, Τερψιχόρη, Τρωάς, Χάιδος, Χάιδω, Χαϊδεμένη, Χαρικλής, Χαρίκλεια.

Χρόνια πολλά σε όλους και καλό Σεπτεμβρη!

Πορτραίτα

Ο Πατριάρχης, ο Κατακτητής του κόσμου, και ο ευσεβής Αλέξης

Παύλος Μεθενίτης

Σήμερα, 30 Αυγούστου, είναι η γιορτή του Αγίου Αλεξάνδρου, του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, που έζησε τον τρίτο μετά Χριστόν αιώνα στη Μικρά Ασία. Ωστόσο, το όνομα «Αλέξανδρος», το έκανε διάσημο στα πέρατα του κόσμου ο βασιλιάς της Μακεδονίας και γιος του Φιλίππου, που έζησε εφτά αιώνες πριν τον συνονόματό του Πατριάρχη.Το όνομα παράγεται από τη ρίζα του ρήματος «αλέξω», που σημαίνει απωθώ, προστατεύω, αποκρούω και το ουσιαστικό «ανήρ, του ανδρός». Αλέξανδρος είναι αυτός που απωθεί τους άνδρες, τους εχθρούς, δηλαδή ο γενναίος και κραταιός πολεμιστής. Το όνομα έχει κοινή καταγωγή με το αλεξίπτωτο, αυτό που προστατεύει από την πτώση, το αλεξικέραυνο, το αλεξίσφαιρο, κλπ.

Αξίζει να αναφερθεί πως ο Μέγας Αλέξανδρος ίδρυσε τριάντα μία πόλεις με το όνομά του – με διασημότερη την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Το όνομα του στρατηλάτη υπάρχει σε πάμπολλες γλώσσες του κόσμου, από τα ουρντού στην Ινδία, που είναι «Σικάνταρ», μέχρι τα γαελικά στην Σκωτία – το όνομα «Άλιστερ» προέρχεται από το Αλέξανδρος, όπως το αραβικό «Ισκάντερ», το τούρκικο «Ισκεντέρ», το αλβανικό «Λέκα», το ουγγρικό «Σάντορ» και το σέρβικο «Σάσα». Μπορεί να μην έζησε πολύ, μόλις 33 χρόνια, όμως αυτά άρκεσαν για να αφήσει ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα στην Ιστορία.
Υποκοριστικό του Αλεξάνδρου είναι βέβαια το Αλέκος, αλλά το «Αλέξης», αν και έχει την ίδια ρίζα -αλέξω-, προέρχεται από τον όσιο Αλέξιο, ένα ρωμαίο του τέταρτου αιώνα, που ήταν τόσο ευσεβής, ώστε όταν τον πάντρεψαν οι γονείς του με μια ευλαβεστάτη, επίσης, δεσποινίδα, οι δυο τους αποφάσισαν να παραμείνουν αγνοί, βοήθειά μας. Πάντως, για να ξαναγυρίσουμε στον Άγιο Αλέξανδρο, τον Πατριάρχη, να πούμε πως είναι από τους λίγους αγίους που δεν μαρτύρησαν νέοι για την πίστη τους: ο Άγιος Αλέξανδρος πέθανε πλήρης ημερών, σε ηλικία 98 ετών.

https://www.news247.gr/

Πορτραίτα

Διάσημη τραγουδίστρια από το Πράσινο Ακρωτήριο, γνωστή και ως «ξυπόλητη ντίβα», επειδή συνήθιζε να τραγουδά ανυπόδητη, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τη φτώχεια που επικρατούσε στην πατρίδα της. Αποκλήθηκε βασίλισσα των μόρνα, των τραγουδιών της πατρίδας της, που συνδυάζουν τους ρυθμούς της Δυτικής Αφρικής, τα πορτογαλικά φάντο (fado), τα βραζιλιάνικα μοντχίνα (modhina) και τους αγγλικούς ναυτικούς σκοπούς (sea shanty). Ήταν ιδιαίτερα αγαπητή στη χώρα μας, όπου είχε βρεθεί αρκετές φορές για συναυλίες.

Η Σεζάρια Εβόρα (Cesária Évora, ορθότερη προφορά στα πορτογαλικά Σεζάριε Εβούρε), γεννήθηκε στο νησί Σάο Βισέντε του νησιωτικού συμπλέγματος του Πράσινου Ακρωτηρίου, στις 27 Αυγούστου 1941. Σε ηλικία επτά ετών έμεινε ορφανή από πατέρα, που ήταν βιολιστής, και η μητέρα της, που εργαζόταν ως μαγείρισσα, αγωνίστηκε μάταια να μεγαλώσει αυτήν και τα έξι αδέλφια της με τα πενιχρά εισοδήματά της. Στα δέκα της, η μικρή Σιζέ, όπως ήταν το χαϊδευτικό της, μπήκε σε καθολικό ορφανοτροφείο. Εκεί ήταν που ήρθε σε πρώτη επαφή με τη μουσική, συμμετέχοντας στη χορωδία του ιδρύματος.

Στα 16 της κι ενώ εργαζόταν ως ράφτρα, συνάντησε ένα ναυτικό, ονόματι Εντουάρντο, ο οποίος τη μύησε στα παραδοσιακά μουσικά στιλ των νησιών του Πράσινου Ακρωτηρίου, κολαντέιρα (σατιρικά τραγούδια κοινωνικής κριτικής) και μόρνα (τραγούδια της λύπης, της μελαγχολίας και της νοσταλγίας). Στη δεκαετία του '60 ξεκίνησε να τραγουδά σε τοπικά μπαρ και ξενοδοχεία, στα οποία σύχναζαν ναυτικοί, για λίγα εσκούδο (τα νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου ήταν αποικία της Πορτογαλίας έως το 1975) ή ένα ποτήρι γκρογκ (τοπικό ποτό).

Τη δεκαετία του '70 η Εβόρα ήταν πλέον αρκετά γνωστή στο νησί της, χωρίς όμως η επιτυχία της αυτή να βελτιώσει τα οικονομικά της. Έτσι, αποφάσισε να σταματήσει το τραγούδι για να μπορέσει να θρέψει τα δύο παιδιά της, που είχε αποκτήσει εκτός γάμου. Επί δέκα χρόνια δεν τραγούδησε και η ίδια τα περιγράφει ως «σκοτεινά χρόνια». Την ίδια περίοδο πάλεψε με τον αλκοολισμό.

Τη διεθνή επιτυχία της οφείλει σε δύο συμπατριώτες της, που ζούσαν στην Ευρώπη. Στον Μπάνα, που την προσκάλεσε να τραγουδήσει στην Πορτογαλία και τον Ζοζέ ντα Σίλβα, που την έπεισε να μεταβεί στο Παρίσι για να ηχογραφήσει ένα δίσκο. Το άλμπουμ La Diva Aux Pieds Nus (Η Ξυπόλητη Ντίβα) κυκλοφόρησε το 1988 και γνώρισε μεγάλη επιτυχία.

Η Σεζάρια Εβόρα εκτοξεύτηκε στο διεθνές μουσικό στερέωμα με το τέταρτο άλμπουμ της Miss Perfumado (1992), με πωλήσεις που ξεπέρασαν τα 300.000 αντίτυπα, χάρις στο τραγούδι Sodade, που έγινε η πρώτη διεθνής επιτυχία της. Η πορτογαλική λέξη saudade έχει περίπλοκη σημασία, που είναι δύσκολο να μεταφραστεί. Σημαίνει γενικά νοσταλγία, πόθο, λύπη και μετάνοια. Η έκφραση της sodade αποτελεί εσωτερικό στοιχείο στη μουσική του Πράσινου Ακρωτηρίου.

Το 1995 ήταν υποψήφια για Βραβείο Γκράμι στην κατηγορία της World Music με το άλμπουμ Cesaria. Θα το κερδίσει τελικά το 2003 για το άλμπουμ Voz d'Amor.

Τον Μάιο του 2010 υπέστη καρδιακή προσβολή στην Πορτογαλία, όπου βρισκόταν για σειρά συναυλιών και υποβλήθηκε σε εγχείριση ανοιχτής καρδιάς στο Παρίσι. Τον Σεπτέμβριο του 2011 ανακοίνωσε ότι θέτει τέλος στη μουσική καριέρα της, ακυρώνοντας τις προγραμματισμένες συναυλίες της, καθώς βρισκόταν «σε κατάσταση μεγάλης εξάντλησης». Έφυγε από τη ζωή στις 17 Δεκεμβρίου 2011, κατόπιν βραχείας νοσηλείας στην εντατική νοσοκομείου της πατρίδας της.

Δισκογραφία
La Diva Aux Pieds Nus (1988)
Distino di Belita (1990)
Mar Azul (1991)
Miss Perfumado (1992)
Cesária (1995)
Cabo Verde (1997)
Café Atlantico (1999)
São Vicente di Longe (2001)
Voz d'Amor (2003)
Rogamar (2006)
Nha Sentimento (2009)

Πηγή: https://www.sansimera.gr

Πορτραίτα

Στις 26 Αυγούστου 1919 πεθαίνει ο Γεώργιος Σουρής
Ήταν ένας από τους σπουδαιότερους σατιρικούς ποιητές της νεότερης Ελλάδας, έχοντας χαρακτηριστεί ως «σύγχρονος Αριστοφάνης».

Ο Σουρής όμως, ξεκίνησε να γράφει κρυφά τους στίχους του στα κατάστιχα και μετά από δύο μήνες αποχώρησε. Όταν ήλθε στην Αθήνα γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ωστόσο, δεν κατόρθωσε να πάρει πτυχίο μετά την απόρριψή του από τον καθηγητή του Σιμτέλο στο μάθημα της μετρικής, κατ΄ άλλους στα Λατινικά, γεγονός που του στοίχισε πολύ όπως διαπιστώνεται στους εκδικητικούς του στίχους. Για να βγάλει τον επιούσιο παρέδιδε μαθήματα και δημοσιογραφούσε.

Όπως σημείωνε τότε ο Σπύρος Μελάς, ο Σουρής είχε πλούσια πνευματικά προσόντα και πλούτο γνώσεων με συνέπεια να καταστεί εξαίρετος δημοσιογράφος της έμμετρης σάτιρας των γεγονότων της εποχής. Οι πρώτοι σατιρικοί του στίχοι δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά «Ασμοδαίος», «Μή χάνεσαι» του Βλάση Γαβριηλίδη και «Ραμπαγάς».

Στις 2 Απριλίου 1883, σε ηλικία 30 ετών έβγαλε το πρώτο φύλλο της εφημερίδας του, που ο Γεώργιος Δροσίνης τη βάφτισε «Ο Ρωμηός», που ήταν μια έμμετρη εβδομαδιαία σατιρική εφημερίδα. Τον Αύγουστο έδωσε εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο, αλλά κόπηκε «μετά πολλών επαίνων», όπως σατιρίζει, στη μετρική.

Ο «Ρωμηός» κυκλοφόρησε ως τις 17 Νοεμβρίου 1918 (τελευταίο φύλλο), λίγο πριν το θάνατο του Σουρή, για 36 χρόνια και 8 μήνες, σε 1.444 συνολικά τεύχη και 2 παραρτήματα. Το 1900, στο Δημοτικό Θέατρο των Αθηνών, παρουσιάστηκαν με επιτυχία οι «Νεφέλες» του Αριστοφάνους, σε έμμετρη απόδοσή του. Έγραψε και αρκετές έμμετρες κωμωδίες, οι οποίες καυτηρίαζαν τα κακώς κείμενα της εποχής.

Το έργο του χαρακτηριζόταν από την ποιητική του γονιμότητα και την πληθώρα των στίχων του. Έγραφε πάντα καλοπροαίρετα σχολιάζοντας το λαό, τους άρχοντες, τους Βασιλείς, χωρίς ωστόσο να βρίζει. Συχνά αυτοσαρκαζόταν και έξοχο δείγμα αυτοσαρκασμού είναι το ποίημα «Η Ζωγραφιά μου».

Η γλώσσα του είναι μικτή. Χρησιμοποιεί πολύ τη δημοτική, αλλά συχνά στα ποιήματά του υπάρχουν αρκετές λόγιες λέξεις και φράσεις, για λόγους είτε μετρικούς είτε σατιρικούς. Είχε άλλωστε συγκρουστεί εντονότατα με τον Γιάννη Ψυχάρη και τους μαχητικούς δημοτικιστές των αρχών του 20ού αιώνα. Βεβαίως, κάποιοι τον είπαν στιχοπλόκο και κατηγόρησαν το έργο του υποστηρίζοντας πως στερείται ποιητικής αξίας ή ότι είναι εντελώς επιφανειακό.

 

Ο Σουρής προτάθηκε 5 χρονιές για το Νόμπελ Λογοτεχνίας:

To 1907, από 9 μέλη της Ένωσης Ελλήνων Καλλιτεχνών, τον καθηγητή Φιλολογίας και Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιο Χατζιδάκη, τον Πρόεδρο της Βουλής Νικόλαο Λεβίδη με άλλους 100 βουλευτές.
Το 1908 (η πρόταση του 1908 φέρει δυσανάγνωστη υπογραφή).
Το 1909, από τον Φιλολογικό Όμιλο Παρνασσό και τους Δημήτριο Πατσόπουλο και Παύλο Καρολίδη.
Το 1911, από την Ελληνική Φιλολογική Εταιρεία (με έδρα την Κωνσταντινούπολη).
Το 1912, ξανά από τον Γεώργιο Χατζιδάκη.

 Το ποίημα τούτο έκαμε δώρο τη πρωτοχρονιά του 1878, στη μετέπειτα γυναίκα του Μαρία.

          Στη Γυναίκα Μου 

Προσφιλές μου ταίρι, δίχως να στο πω,
το καταλαβαίνεις ότι σ' αγαπώ.
Κι αν με σε κακιώνω στη κακή μου ώρα
κι αρχινά μουρμούρα και κακογλωσσιά,
μου αρέσει να 'χω και ολίγη μπόρα,
μου αρέσει λίγη φουσκοθαλασσιά.

Δίχως πείσμ' αγάπη, δίχως λίγη πίκρα,
δεν αξίζει διόλου και δεν έχει γλύκα.
Βάστα μου, γυναίκα, μούτρα σοβαρά
και κλωστή σου κόβω, κάκια σου κρατώ,
επειδή νομίζω πως καμμιά φορά
κι η πολλή μπουνάτσα φέρνει εμετό.

Προσφιλές μου ταίρι, δίχως να στο πω,
το καταλαβαίνεις ότι σ' αγαπώ.
Σ' αγαπώ με γέλια, μα και θυμωμένη
κι αν ποτέ γυρίζω να ιδώ καμμιά,
πάντα όμως κτήμα ιδικό σου μένει
η καρδιά μου όλη και... η ασχημιά.

Ονομαστό ήταν το φιλολογικό του σαλόνι, στο οποίο σύχναζαν όλοι οι ποιητές και συγγραφείς της εποχής του.
Ο Γεώργιος Σουρής πέθανε στο εξοχικό του στο Νέο Φάληρο στις 26 Αυγούστου 1919, σε ηλικία 66 ετών.
Το πένθος για το χαμό του ήταν πανελλήνιο και η κηδεία του έγινε δημοσία δαπάνη με τιμές στρατηγού.
Στον Σουρή απονεμήθηκε μετά θάνατον το παράσημο του Ανώτατου Ταξιάρχη του Σωτήρος για τις υπηρεσίες του προς την πατρίδα.
Το 1932 στήθηκε η προτομή του στον κήπο του Ζαππείου.

Πορτραίτα

Η 27η του Αυγούστου είναι αφιερωμένη στον πολύ σπουδαίο Άγιο Φανούριο. Ο μεγαλομάρτυς χάθηκε σε νεαρή ηλικία, καθώς μαρτύρησε επί ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Η λήθη σκέπασε για αιώνες τη θυσία του, μέχρι που το 1500 μετά Χριστό βρέθηκε με θαυματουργό τρόπο η εικόνα του.

Αυτή είναι η απαρχή της σύνδεσης του Αγίου με την φανουρόπιτα, βέβαια. Εφόσον η εικόνα του βρέθηκε, εντελώς άθικτη μέσα στα χαλάσματα παλιάς εκκλησιάς η εικόνα του Αγίου, συνδέθηκε με την εύρεση κρυφών πραγμάτων.

Το όνομα Φανούριος βέβαια, συνδέθηκε με το «φανερώνω» κάνοντας σχεδόν αυτονόητη τη δύναμη του Αγίου να φανερώνει κρυφά πράγματα.

Η αλήθεια βέβαια είναι πώς, όσο και αν εντάχθηκε καλά το έθιμο της φανουρόπιτας στην ορθόδοξη παράδοση, το έθιμο είναι προχριστιανικό, με βαθιές ρίζες .

Η φανουρόπιτα φτιάχνεται από τις γυναίκες και ενσωματώνει πρακτικές του μαγικού ιερατείου της Γαίας. Τώρα πια η πίτα μπορεί να φτιαχτεί και με 7 υλικά, αλλά αυτό δεν ίσχυε στις απαρχές.

Τα υλικά ήταν πάντα 9, παραπέμποντας στους 9 μυστικούς μήνες της κύησης, όπου το παιδί αυξάνεται περιμένοντας να φανερωθεί.

Σε σπάνιες περιπτώσεις τα υλικά ήταν 40, δημιουργώντας σχέση με τη χθόνια μορφή της Γης, που κρύβει τους νεκρούς και περιμένει την ανάστασή τους και το φανέρωμα πάλι πάνω στη γη όσων έχουν περάσει από την άλλη μεριά.

Τα υλικά από τα οποία φτιάχνεται η φανουρόπιτα είναι χαρακτηριστικά της εποχής, και αντιπροσωπεύουν τις χθόνιες δυνάμεις της γης, που μέσα στα σπλάχνα της κρύβει τα πάντα, αλλά και κυοφορεί τα πάντα.

Η σταφίδα που μπαίνει έχει την λογική της σποράς της νέας αμπέλου, που από μια μικρή ρώγα θα βλαστήσει ένα ολόκληρο αμπέλι. Η ζάχαρη είναι νέο συστατικό, παλιά έβαζαν μέλι ή πετιμέζι, που έχουν μεγάλη μεταφυσική αξία. Το νερό δεν ήταν από την πηγή, ή από την βρύση, ήταν αγιασμός .

Κατά την ώρα της παρασκευής οι γυναίκες προσεύχονται, στον Άγιο Φανούριο στην ορθόδοξη παράδοση και στη θεά Δήμητρα στην αρχαία πατρώα.

Η προσευχή έχει ως στόχο να αυξήσει τις δυνάμεις του αγιασμένου παρασκευάσματος και να το κάνει δυνατό στο έργο του. Ποιο όμως είναι το έργο της φανουρόπιτας, τι καλείται να φανερώσει;

Στη λαϊκή παράδοση η φανουρόπιτα βοηθά στον εντοπισμό χαμένων αντικειμένων, κυρίως κοσμημάτων, αλλά και κλειδιών, μιας που τα κλειδιά ανήκουν στον χώρο του υπερφυσικού και όταν χαθούν απαιτείται μαγική εργασία για να φανερωθούν.

Αλλά το κύριο μέλημα των γυναικών που έφτιαχναν τη φανουρόπιτα, είναι να φανερωθεί το «τυχερό» για τα ανύπαντρα μέλη της οικογένειας, τόσο των αγοριών, όσο και των κοριτσιών.

Πρόκειται στην ουσία για μια πρακτική που έχει στόχο από τη μια τη μαντεία, γιατί πρέπει να βρεθεί ποιος θα μπει στο σπίτι νύφη ή γαμπρός, και από την άλλη έχει γονιμική επίδραση, δηλαδή έχει σκοπό να φανερώσει και να προσφέρει καλή τύχη και πολλά παιδιά.

Το να πέσει η φανουρόπιτα, να μη φουσκώσει δηλαδή, θεωρείτο δείγμα μελλοντικής ατεκνίας και οι γυναίκες έσπευδαν να την πετάξουν την πίτα αυτή χωρίς να το μάθει κανένας, δημιουργώντας αμέσως καινούρια. Ήταν πολύ κακός οιωνός .

Η εκκλησία δεν έδειξε καμία δυσκολία στο να αγιάσει και να ευλογήσει το έθιμο, δείχνοντας αυτήν την προσαρμοστικότητα που της επέτρεψε να συνδεθεί με την λαϊκή ψυχή .

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή