Η Ντόρις Λέσινγκ (Doris Lessing - γεννήθηκε Ντόρις Μέι Τάυλερ στο Κερμανσάχ, Περσία στις 22 Οκτωβρίου, 1919 - 17 Νοεμβρίου 2013 στο Λονδίνο, Ηνωμένο Βασίλειο) ήταν Βρετανή συγγραφέας. Έλαβε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 2007 και περιγράφηκε από τη Σουηδική Ακαδημία ως: «επική συγγραφέας της γυναικείας εμπειρίας, η οποία με σκεπτικισμό, πάθος και ιδεαλιστική δύναμη υπέβαλε έναν διχασμένο πολιτισμό σε εξονυχιστική έρευνα» Στην ηλικία των 87 ήταν από τους γηραιότερους συγγραφείς που έλαβαν το βραβείο. Ο αμέσως προηγούμενος ήταν ο Τέοντορ Mόμσεν, που έλαβε το βραβείο σε ηλικία 85 ετών το 1902.

Γεννήθηκε στις 22 Οκτωβρίου του 1919 στην τότε ονομαζόμενη Περσία, (σημ.Ιράν) από Βρετανούς γονείς. Ο πατέρας ήταν υπάλληλος της «Αυτοκρατορικής Τράπεζας της Περσίας» και η μητέρα της νοσοκόμα. Είχε έναν αδερφό, τον Χάρυ.
Το 1925 με την προοπτική γρήγορου πλουτισμού από την καλλιέργεια καλομποκιού στην βρετανική τότε αποικία της Νότιας Ροδεσίας, (σημ. Ζιμπάμπουε), η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αφρική. Η νεαρή Ντόρις μεγάλωσε στην 10.0000 στρεμμάτων φάρμα της οικογένειας, ζώντας όμως μια ζωή με αυστηρούς κανόνες και περιορισμούς εξαιτίας των αντιλήψεων της μητέρας της περί καθωσπρεπισμού. Μάλιστα τα πρώτα χρόνια του σχολείου τα πέρασε σε ένα αυστηρό θρησκευτικό σχολείο που διήυθυναν καλόγριες. Η εγκύκλιος μόρφωσή της τελείωσε στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου αφού την απέβαλαν από το Γυμνάσιο λόγω αδυναμίας προσαρμογής σε αυτό, που αργότερα θα ονόμαζε «θεσμοποίηση της βλακείας»

Η Λέσσινγκ από τότε, έχοντας ήδη αναπτύξει μια αγάπη για το διάβασμα συνέχισε τη μορφωσή της (φιλολογική κυρίως), μόνη της.
Προσπαθώντας να ξεφύγει από τους περιορισμούς της μητέρας της, στα 15 της έφυγε από το σπίτι και δούλεψε σαν εσωτερική νοσοκόμα. Εκείνη την περίοδο άρχισε να γράφει ιστορίες, δύο από τις οποίες δημοσιεύτηκαν σε περιοδικό της Νότιας Αφρικής.


Το 1937 εγκαταστάθηκε στην πρωτεύουσα Σώλσμπερυ (σημ. Χαράρε) και δούλεψε σαν τηλεφωνήτρια. Στα 19 της, το 1939 παντρεύτηκε έναν άντρα που διάλεξαν οι γονείς της, τον Φρανκ Γουίσντομ με τον οποίο απέκτησε δυο παιδιά. Λίγα χρόνια αργότερα όμως, το 1943, εγκατέλειψε την οικογένειά της, και εγκαταστάθηκε σε δικό της σπίτι. Τότε ήρθε σε επαφή με ένα όμιλο κομμουνιστών διανοούμενων. Εκεί γνώρισε και τον επόμενο άντρα της, τον Ανατολικογερμανό διπλωμάτη Γκόντφρηντ Λέσσινγκ με τον οποίο παντρεύτηκε το 1945 και έκαναν ένα γιο, τον Πήτερ. Όμως και αυτός ο γάμος ναυάγησε, αφού ο Λέσσινγκ την εγκατέλεψε το 1949.

Αυτή τη χρονιά αποφάσισε να μετακομίσει μαζί με το γιο της, στο Λονδίνο, χώρα στην οποία διέμεινε για το υπόλοιπο της ζωής της. Στο Λονδίνο εξάλλου εκείνη τη χρονιά εκδόθηκε και το πρώτο της μυθιστόρημα, «Τραγουδάει το χορτάρι» (The Grass Is Singing) που γνώρισε την επιτυχία, τόσο στην Αγγλία όσο και στις ΗΠΑ.
Φανατικό μέλος του Κομμουνιστικού κόμματος, αποχώρησε το 1956 αποδοκιμάζοντας την εισβολή των Σοβιετικών δυνάμεων στην Ουγγαρία 
Το 1956 επίσης και έπειτα από τη θαρραλέα δημόσια κριτική της στα καθεστώτα, της απαγορεύτηκε η είσοδος και στην Νότια Ροδεσία και στην Νότια Αφρική. Η απαγόρευση άρθηκε το 1995 (λόγω πλέον την μεγάλης φήμης της) και η Λέσινγκ το εκμεταλεύτηκε αμέσως για να επισκεφτεί τα δυο παιδιά της και τα εγγόνια της.
Πέθανε στις 17 Νοεμβρίου του 2013 σε ηλικία 94 χρόνων, ύστερα από σταδιακή κατάπτωση λόγω εγκεφαλικού επεισοδίου.

Σημαντικά έργα της
Το πρώτο της βιβλίο «Τραγουδάει το χορτάρι» (The Grass Is Singing), που το έγραψε το 1950, εμφανίζει όλα τα θέματα τα οποία θα την απασχολήσουν στο μετέπειτα συγγραφικό της έργο αλλά και στην δημόσια ζωή της. Παρακολουθώντας τη ζωή της λευκής νοτιαφρικανικής Μαίρης Τέρνερ, καταγράφει την κλειστοφοβική λευκή κοινωνία των αποίκων της Ροδεσίας που αποκομμένοι λόγω του ρατσισμού τους, περιορίζουν και καταπιέζουν και οι ίδιοι τα μέλης της και ιδιαίτερα τις γυναίκες.

Για την κοινωνία της Νότιας Αφρικής θα μιλήσει και πάλι στην πενταλογία της «Τα παιδιά της βίας», (Children of Violence) η οποία παρακολουθεί τη ζωή της Μαίρης Κουέστ, ζωή ταυτόσημη σχεδόν με αυτήν της Λέσινγκ.
Στο «Χρυσό σημειωματάριο» (The Golden Notebook) θα μιλήσει για τη γυναίκα αλλά με έναν λόγο που ...συνδέοντας το προσωπικό με το πολιτικό, με τρόπο που δεν συναντάται συχνά στα μυθιστορήματα του 20ου αιώνα, το βιβλίο σημαδεύει την ανάδυση του σύγχρονου γυναικείου λόγου. Το βιβλίο και η ηρωίδα του, η Άννα Φρίμαν αγαπήθηκε όλα αυτά τα χρόνια από πολλές γενιές αναγνωστριών και τελικά - αν και αντίθετα από την βούληση της συγγραφέως κατοχυρώθηκε σαν ένα από τα καλύτερα βιβλία του γυναικείου φεμινισμού. Μάλιστα ο Μάλκολμ Μπράντμπουρι θα το χαρακτηρίσει σαν το σημαντικότερο έργο που εμφανίστηκε στο βρετανικό μυθιστόρημα μετά τα έργα της Βιρτζίνια Γουλφ.
Στη δεκαετία του 1970 θα ασχοληθεί με αυτό που η ίδια ονόμασε «μυθοπλασία εσωτερικού χώρου», χρησιμοποιώντας την επιστημονική φαντασία, την μεταφυσική, τον μυστικισμό για να σχολιάσει τα γεγονότα και την κοινωνία εκείνης της δεκαετίας. Όσο γερνάω βλέπω τον κόσμο όλο και λιγότερο πειστικό· έτσι καθώς μας προσπερνάει ορμητικά είναι ένα όνειρο, μια σκιά. Στ’ αλήθεια πιστεύω ότι υπάρχει και κάτι άλλο. Όμως αυτό που με ενδιαφέρει είναι πώς με το χρόνο καταρρέουν πεποιθήσεις και βεβαιότητες, έτσι που απομένεις με όλο και λιγότερη πίστη ή ενδιαφέρον για την ‘πολύτιμη’ προσωπικότητά σου».

Χαρακτηριστική του τρόπου θέασης της ζωής εκείνη την περίοδο είναι η τετραλογία της «Κάνωπος, αστερισμός του Άργους:αρχεία» (Canopus in Argos: Archives) ,(από την οποία μόνο τα δύο πρώτα βιβλία έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά μέχρι σήμερα), αλλά και το «Αναμνήσεις ενός επιζώντος» (The Memoirs of a Survivor).
Κατά τη συγγραφέα και μεταφράστρια Αργυρώ Μαντόγλου «Η καλή τρομοκράτισσα» ,(The Good Terrorist),είναι ένα κομβικό σημείο στο σύμπαν των μυθιστορημάτων της. Ο θυμός, η απογοήτευση και οι διαψεύσεις της εποχής της Θάτσερ, μεταμορφώνονται τώρα σε ωμή βία και μια μεσήλικη γυναίκα, γίνεται συνειδητά μέλος μιας τρομοκρατικής ομάδας. Ντόρις Λέσινγκ

«Αντισυμβατικότητα, το όνομά σου είναι Ντόρις Λέσσινγκ», έγραψε κάποτε η Λόρνα Σέιτζ για την συγγραφέα που πάντοτε εναντιωνόταν στις «ταμπέλες». Για το βιβλίο της το «Χρυσό σημειωματάριο», για άλλη μια φορά, η συγγραφέας αρνήθηκε το χαρακτηρισμό «μπροσούρα για το πόλεμο των φύλων» που δόθηκε από τους περισσότερους κριτικούς τονίζοντας ότι περισσότερο προσπαθεί να «αποδώσει το πνευματικό και ηθικό κλίμα της Βρετανίας πριν από 100 χρόνια».

«Στο εσωτερικό του χρυσού σημειωματάριου τα πράγματα σμίγουν, τα διαχωριστικά γκρεμίζονται, και μόνο με το τέλος του κατακερματισμού προκύπτει αμορφία. Η Άννα κι ο Σολ Γκριν «καταρρέουν». Είναι τρελοί, παράφρονες, μανιακοί» είχε δηλώσει η συγγραφέας.

Το «Χρυσό σημειωματάριο» που θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα μυθιστορήματα του εικοστού αιώνα αφηγείται την ιστορία της Άννας Βουλφ, μιας χωρισμένης μητέρας και μυθιστοριογράφου, η οποία από φόβο μην τρελαθεί, καθώς παλεύει ενάντια στις καθημερινές αντιξοότητες και το συγγραφικό μπλοκάρισμα στο Λονδίνο της δεκαετίας του '50, καταγράφει τα βιώματά της σε τέσσερα χρωματιστά σημειωματάρια.

Κόκκινο σημειωματάριο : «Ενώ για όλους τους ανθρώπους ο πόλεμος είχε δυο φάσεις (δυνατή ήττα μέχρι το Στάλινγκραντ/ελπίδα για νίκη με την είσοδο των Ρώσων στον πόλεμο), για τους αριστερούς είχε … τρεις φάσεις» γράφει η Λέσινγκ αντιμετωπίζοντας με αυτοσαρκασμό και σχόλια πικρά και σατιρικά, το «κομμουνιστικό όνειρο»

Στο μαύρο σημειωματάριο καταγράφει τη συγγραφική της ζωή, στο κόκκινο τις πολιτικές της απόψεις, στο κίτρινο τη συναισθηματική της ζωή και στο μπλε καθημερινά γεγονότα. Αναζητά την προσωπική και πολιτική της ταυτότητα μέσα από τα τραύματα του παρελθόντος. Την απόρριψη, την προδοσία, τα επαγγελματικά αδιέξοδα. Ωστόσο, θα τη βρει στο πέμπτο σημειωματάριο «το χρυσό» το οποίο ενώνει τα νήματα της ζωής της και κρατά το κλειδί της ανάρρωσής της.

Κίτρινο σημειωματάριο: Ωστόσο, όταν κοιτάζω προς τα πίσω, […], ξέρω ότι όλα αυτά είναι ανοησίες. Κι έτσι, όλη αυτή η αντι- ανθρωπιστική τρομοκρατία για την εξαφάνιση της προσωπικότητας, χάνουν για μένα το νόημά τους σε αυτό το σημείο, όταν παράγω αρκετή συναισθηματική ενέργεια για να δημιουργήσω την ανάμνηση του ανθρώπου που είχα γνωρίσει[…]

Και λέω, άραγε η βεβαιότητα στην οποία εμμένω ανήκει στις εικαστικές τέχνες και στον κινηματογράφου και όχι στο μυθιστόρημα, καθόλου στο μυθιστόρημα, το οποίο διεκδικήθηκε από τη διάλυση και την κατάρρευση; Τι δουλειά έχει ένας μυθιστοριογράφος να εμμένει στην ανάμνηση ενός χαμόγελου ή ενός βλέμματος, ενώ γνωρίζει πολύ καλά την πολυπλοκότητα που κρύβεται πίσω τους»;

Μαύρο σημειωματάριο: «Γιατί έχω πάντα αυτήν την επιτακτική ανάγκη να κάνω τους άλλους να δουν τα πράγματα όπως εγώ; Είναι παιδαριώδες, για ποιο λόγο να το κάνουν; Αυτό σημαίνει πως φοβάμαι να είμαι μόνη σ΄ αυτά που αισθάνομαι.

Στην πανοραμική αυτή θεώρηση της ζωής μιας γυναίκας, το Χρυσό Σημειωματάριο αποτελεί καμπή στη συγγραφική διαδρομή της Λέσσινγκ. Η ηρωίδα είναι κομμουνίστρια, μαγείρισσα, περιπαθής ερωμένη, φίλη.

Στο βιβλίο που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1962 και θεωρείται πλέον ένα από τα μείζονα μυθιστορήματα του 20ού αιώνα, είναι πραγματικά αξιοπρόσεκτο πόσο πρωτοπόρα για την εποχή είναι κάποια ερωτήματα που βάζει, με πόση ευαισθησία αντιμετωπίζουν οι ήρωες πρακτικές και νοοτροπίες που χαρακτηρίζουν γενιές, πόσο ανθρώπινα αμφισβητούνται τα στερεότυπα και τα δόγματα της κομμουνιστικής και της φεμινιστικής ιδεολογίας.

«Πολιτική ταυτότητα, έμφυλη ταυτότητα, προσωπική ταυτότητα. Συναισθηματική απόρριψη, σεξουαλική προδοσία. Κατευναστική μητρότητα: η μάνα δεν δικαιούται να διαλυθεί. Γυναικεία φιλία. Η Ντόρις Λέσινγκ γράφει για τα μεγάλα θέματα με ψυχολογικό ρεαλισμό και νοητικό βάθος, που παρασέρνει τον αναγνώστη. Επιλέγει μια σύνθετη φόρμα με παλίνδρομες κινήσεις στον χρόνο, για να αναδείξει το θέμα της - και το πετυχαίνει. Βέβαια συνδέει με έμφαση τον οργασμό της ηρωίδας της με τον απόλυτο έρωτα, πράγμα που αποδεικνύει πως η μεγάλη κυρία των γραμμάτων, παρά τις διάπυρες δηλώσεις της, είναι στο βάθος μια ρομαντική» είχε γράψει η Σοφία Νικολαϊδου το 2011 για το έργο της.

Εμβληματικό για τη γενιά των sixties, το βιβλίο θεωρήθηκε φεμινιστικό ενώ κάθε άλλο παρά στρατευμένο ήταν στη «γυναικεία υπόθεση. Οι αναγνώστριες χαιρέτισαν την αφήγηση της Λέσσινγκ ως μια αυθεντική καταγραφή της εμπειρίας τους και υιοθέτησαν την Άννα, με τους απογοητευτικούς άνδρες της, την αβέβαιη πολιτική θέση και την μπλοκαρισμένη δημιουργικότητα, ως «αδελφή τους», μια ακόμη γυναίκα που διεκδικούσε πεισματικά την ταυτότητά της.

Κάποιες μάλιστα μετέτρεψαν τη Λέσσινγκ σε φεμινιστικό εικόνισμα, κάτι που η ίδια αρνήθηκε πεισματικά, φτάνοντας μάλιστα να θεωρήσει τη «θηλυκή της οδύσσεια» έργο αποτυχημένο, γιατί η πρόσληψή του έγινε με όρους που το ίδιο το κείμενο ποτέ δεν έθεσε. «Αυτό το μυθιστόρημα δεν ήθελε να είναι ο κράχτης της απελευθέρωσης των γυναικών, ούτε να χρησιμοποιηθεί στον πόλεμο των δύο φύλων», έγραψε στον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης του «Σημειωματαρίου» το 1971, έχοντας ήδη κατανοήσει ότι «οι βίαιες κοινωνικοπολιτικές μεταβολές που ζούμε μετακινούν συθέμελα τον κόσμο προς ένα νέο μοντέλο» και ότι «την εποχή που αυτές οι μεταβολές θα έχουν συντελεστεί, οι στόχοι της απελευθέρωσης των γυναικών μπορεί να φαντάζουν πολύ μικροί και αλλόκοτοι».

Αργότερα, δεν θα διστάσει να καταγγείλει το φεμινισμό και τις ακρότητές του. «Δεν έχω τίποτα κοινό με τις φεμινίστριες· αντιθέτως με ενοχλεί η δυσκαμψία, η απολυτότητά τους», σχολίαζε το 1994. «Δεν τους περνάει καν από το μυαλό ότι μια γυναίκα μπορεί να αγαπά τους άνδρες ή να απολαμβάνει τη συντροφιά τους». Η Λέσινγκ αγαπάει τους άνδρες, δεν τους θεωρεί εξ ορισμού εγωιστές, ανώριμους, συναισθηματικά ακατέργαστους, αλλά συντρόφους και συνομιλητές, εξ ίσου συντεθλιμμένους από κοινωνικές δομές και συμβάσεις.


Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια