Όπως λέει στη βιογραφία της, που εκδόθηκε το 1993, δεν ήξεραν ούτε οι γονείς της την ακριβή μέρα γέννησής της. Κι εκείνη την ορίζει την 1η Ιουλίου 1920. Τα πρώτα της τραγούδια τα “ερμηνεύει” στο λιμάνι Αλκαντάρα της Λισσαβόνας.

Στον πάγκο όπου πουλούσε φρούτα με τη μητέρα της. Οι στίχοι των φάδος αναδίνουν μια απλότητα και θλίψη που ταίριαζαν απόλυτα στην ιδιοσυγκρασία της Ροντρίγκεζ. Όπως, άλλωστε, δήλωνε η ίδια, ήταν “πεσιμίστρια και μηδενίστρια”. Φάδο -που στα πορτογαλικά σημαίνει μοίρα ή πεπρωμένο- ονομάζεται ένα είδος μουσικής που εντοπίζεται τη δεκαετία του 1820 στην Πορτογαλία.

Σίγουρα όμως είχε παλαιότερες ρίζες. Η μουσική είναι μελαγχολική, το ίδιο και οι στίχοι, που συχνά μιλούν για τη θάλασσα ή για τη ζωή των φτωχών. Η μουσική έχει σχέση με την πορτογαλική λέξη saudade, μια από τις δυσκολότερες λέξεις προς μετάφραση. Είναι ένα είδος προσμονής. Ένα μείγμα νοσταλγίας, λύπης, πόνου αλλά και ευτυχίας κι αγάπης. Δεν είναι λίγοι οι λάτρεις της μουσικής φάδο, που ισχυρίζονται ότι οι ρίζες της είναι ένα μείγμα της μουσικής των σκλάβων της Αφρικής με την παραδοσιακή μουσική των Πορτογάλων ναυτών και αραβικές επιρροές.

Το 1939 – μετά από ένα διάστημα που πέρασε τραγουδώντας σε τοπικά φεστιβάλ – άρχισε να τραγουδά τα φάδο σε κάποια από τα κλαμπ και τις ταβέρνες της Πορτογαλλικής πρωτεύουσας. Αυτή η κίνησή της ήταν κόντρα στις αντιλήψεις των γονιών της, με αποτέλεσμα να αντιδράσουν αρνητικά. Για εκείνα τα χρόνια, το να είσαι φαδίστα θεωρείτο κάτι πρόστυχο.

Το διάστημα 1950-1970 ήταν η χρυσή περίοδος της Αμάλιας Ροντρίγκες, καθώς τότε απέκτησε και τον τίτλο “ιέρεια των φάδος”. Με την πρώτη της περιοδεία στη Λατινική Αμερική και στις ΗΠΑ, στις αρχές της δεκαετίας του ‘50, άρχισε να γίνεται αρκετά γνωστή. Το μεγάλο της ταλέντο άρχισε να αναγνωρίζεται και οι καλύτεροι μουσικοί της Πορτογαλίας γράφουν τραγούδια για τη φωνή της. Εκείνη την εικοσαετία, πρωταγωνίστησε σε πολλές ταινίες κι εμφανίστηκε για συναυλίες σε αρκετές χώρες που την κάλεσαν. Ανάμεσά τους η τότε Σοβιετική Ένωση, το Μεξικό και η Ιαπωνία. Κυκλοφόρησε δεκάδες δίσκους, που όλοι γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Η πιο αντριπροσωπευτική της συλλογή είναι το “The Art of Amalia”, με τις πολύ γνωστές επιτυχίες “Coimbra”(για την ομώνυμη πόλη) και “Barco Negro”.

 Πέθανε στις 6 Οκτωβρίου 1999 στο σπίτι της στην Λισαβόνα, σε ηλικία 78 ετών. Είχε παντρευτεί δύο φορές χωρίς να αποκτήσει παιδιά.

Η πορτογαλική κυβέρνηση κήρυξε τριήμερο πένθος και η κηδεία της εξελίχθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Δεκαπέντε κιθαρωδοί έπαιξαν ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια της βασίλισσας των φάδο , το Αμάλια, γραμμένο ειδικά για αυτήν, κατά τη διάρκεια της κηδείας στη βασιλική Εστρέλα της Λισαβόνας.