Γεννήθηκε σαν σημερα 15 Δεκεμβρίου 1923.

Το σπίτι του Κουν ήταν κάπου στη Ζωοδόχου Πηγής. Κι όταν λέω σπίτι, εννοώ ένα δωμάτιο μέσα σε μια αυλή. Μια μεγάλη ξύλινη πόρ­τα μισάνοιχτη, πάντως ο Γιώργος χτύπησε με τη γροθιά του πριν μπούμε μέσα.

Έμπα, ακούστηκε μια δυνατή, περίεργη φωνή, και μπήκαμε. Στη ζωή μου έχει παίξει μεγάλο ρόλο η πρώτη στιγμή που γνωρίζω έναν άνθρωπο. Μόλις γνώρισα τον Γιώργο ένιωσα εμπιστοσύνη. Η πρώτη μου επαφή με τον Κουν με γέμισε δέος. Μισοξαπλωμένος σ’ ένα δι­πλό σιδερένιο κρεβάτι με μπρούντζινα πόμολα. Φορούσε ένα χοντρό πουλόβερ και από τη μέση και κάτω σκεπασμένος με μια στρατιωτι­κή κουβέρτα. Πάνω στο κρεβάτι, κατάχαμα, και σ' ένα μπαούλο πιο πέρα, σκορπισμένα χαρτιά. Κρατούσε ένα τσιγάρο και τα δάχτυλά του κατακίτρινα, πλάι του μια καρέκλα όπου ήτανε ακουμπισμένο ένα κεσεδάκι γιαουρτιού γεμάτο αποτσίγαρα.

Η Άλκη, είπε ο Γιώργος. Ο Κουν μόλις που σήκωσε το κεφάλι να μου ρίξει μια ματιά. Θέατρο; ρώτησε εκείνος, νομίζω έτσι για να πει κάτι.
Όχι, κουκλοθέατρο, έκανε ο Γιώργος. Γράφει. Κι ύστερα εξαφανίστηκα. Ο Γιώργος μου έγνεψε να καθίσω πάνω στο μπαούλο, εκεί­νος παραμερίζοντας τα χαρτιά κάθισε στα πόδια του κρεβατιού και ήτανε σαν να υπήρχανε μόνο οι δυο τους και το θέατρο. Λες και δεν υπήρχαν Κατοχή και πείνα, λες και δεν υπήρχε κρεμασμένο από το ταβάνι ένα φανάρι, που όσοι δεν είχαν ψυγείο έβαζαν εκεί μέσα τα φαγητά. Λες και μέσα στο φανάρι δεν υπήρχε ένα μόνο τσίγκινο πιάτο, σκεπασμένο μ’ ένα κομμάτι εφημερίδα, λες και χάμω, κοντά στο κρεβάτι δεν έχασκαν κάτι σαραβαλιασμένες στρατιωτικές μπότες, λες και δεν υπήρχε μούχλα σε μια μεριά του τοίχου κοντά στο παρά­θυρο. Λες και βρισκότανε σε κάποιο θέατρο με βελούδινα καθίσματα και βελούδινες κουρτίνες στη σκηνή. Και λέγανε για την Αγριόπαπια, αν η Καιτούλα -ποια να ήταν άραγε- θα μπορούσε να ξεπεράσει τον εαυτό της, κι ο Κουν είχε αγωνία κι ο Γιώργος τον καθησύχαζε. Κι ύστερα ο Κάρολος τον ρώτησε: Το δικό σου πώς πάει; Η Ντόρα που το διάβασε είπε... Τσέχωφ. Γελάει ο Γιώργος.
— Υπερβολές της Ντόρας.
— Λέω να πάει τρίτο μετά τη Σουάνεβιτ, κάνει ο Κάρολος.
— Όπως νομίζεις, απαντά ο Γιώργος.

Κι ύστερα θυμήθηκαν ένα κορίτσι ξεχασμένο στο μπαούλο.
— Τι είπες, κάνει κουκλοθέατρο; ρωτάει ο Κάρολος.
Ο Γιώργος μου γνέφει να πάω κοντά τους.
— Ο Εμπειρίκος και ο Γκάτσος που το είδαν ενθουσιάστηκαν.
— Έλα να σε φιλήσω, λέει ο Κάρολος και μ' αγκαλιάζει.

Παρ' όλο το κρύο στο δωμάτιο, τα χέρια του είναι ζεστά. Μύρισα ολόκληρη καπνό. Βγαίνοντας, πριν κλείσουμε την πόρτα, ο Κάρολος φώναξε:
— Γιώργο, τη μετάφραση του Στανισλάφσκι.
— Καλά Κάρολε, έκανε ο Γιώργος κλείνοντας την πόρτα.

Ύστερα βγήκαμε στο δρόμο. Αμίλητοι. Είχε αρχίσει να σκοτει­νιάζει. Προχωρήσαμε και λίγο παρακάτω καθίσαμε σε μια χαμηλή μάντρα. Πέρασαν μπροστά μας τρεις γερμανοί στρατιώτες, ο ένας κρατούσε από ένα λουρί ένα τεράστιο σκύλο που γρύλισε μόλις μας προσπέρασαν.

Ελληνίδα συγγραφέας. Άφησε ως παρακαταθήκη στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία την «Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα» και στην παγκόσμια παιδική λογοτεχνία «Το καπλάνι της βιτρίνας» και «Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου».

Πηγή: https://www.sansimera.gr