Ιανουαρίου 23, 2022

Πορτραίτα

Ο Οδηγισμός είναι μία παγκόσμια οργάνωση νεότητας, με 10.000.000 μέλη σε 140 χώρες σ’ όλο τον κόσμο. Ιδρύθηκε από τον Λόρδο Ρόμπερτ Μπέιντεν Πάουελ, ως η θηλυκή εκδοχή του προσκοπισμού.

Ο Οδηγισμός είναι μία παγκόσμια οργάνωση νεότητας, με 10.000.000 μέλη σε 140 χώρες σ' όλο τον κόσμο. Σκοπός του είναι να αξιοποιήσει τον ελεύθερο χρόνο των παιδιών και των νέων, με παιδαγωγικά, σύγχρονα και ευχάριστα προγράμματα, που θα συμβάλλουν στη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους, έτσι ώστε να εξελιχθούν σε άτομα ελεύθερα, υπεύθυνα, ευτυχισμένα και ικανά να γίνουν φορείς ανάπτυξης και δημιουργίας ενός καλύτερου κόσμου.

Ιδρύθηκε στις 31 Μαΐου του 1910 στην Αγγλία από τον Λόρδο Ρόμπερτ Μπέιντεν Πάουελ, ως η θηλυκή εκδοχή του προσκοπισμού, τον οποίο είχε ιδρύσει ο ίδιος τρία χρόνια νωρίτερα. Στη νέα αυτή προσπάθειά του είχε και την καθοριστική βοήθεια της αδερφής του, Ανιές.

Στην Ελλάδα, η πρώτη αντίστοιχη προσπάθεια έγινε στις 10 Ιουνίου του 1915, με την ίδρυση του Σώματος Ελληνίδων Προσκόπων, που ιδρύθηκε από το Σώμα Ελλήνων Προσκόπων, στο οποίο και υπαγόταν αρχικά. Διαλύθηκε, όμως, τον επόμενο χρόνο, για να ανασυσταθεί ως ανεξάρτητη κίνηση το 1932 από την Ειρήνη Καλλιγά.

Σήμερα, το Σώμα Ελληνίδων Οδηγών έχει μετονομαστεί σε Σώμα Ελληνικού Οδηγισμού και διαθέτει περισσότερα από 20.000 μέλη σε 160 πόλεις και χωριά.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/

 

Πορτραίτα

 

Ο Ινδός γιόγκι Πραλάντ Τζάνι που ισχυριζόταν ότι δεν είχε φάει ή πιει τίποτα εδώ και 80 χρόνια και ο οποίος αποτέλεσε αντικείμενο ιατρικής μελέτης αλλά και αμφισβήτησης, πέθανε σήμερα σε ηλικία 90 ετών «από γηρατειά», όπως ανακοίνωσε ο γείτονάς του στο Γαλλικό Πρακτορείο.

Ο Τζάνι καταγόταν από το μικρό χωριό Τσαράντα, στην πολιτεία Γκουτζαράτ (δυτική Ινδία) και υποστήριζε ότι δεν είχε καταναλώσει νερό ή τροφή από την ηλικία των 11 ετών καθώς - όπως ισχυριζόταν - τον είχε ευλογήσει μία θεά όταν ήταν μικρός, κάτι που του χάρισε ειδικές δυνάμεις. «Έλαβα το ελιξήριο της ζωής... γεγονός που μου επέτρεψε να ζω χωρίς τροφή και νερό», έλεγε στο Γαλλικό Πρακτορείο το 2003.

 

Ο ασκητισμός του, που είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια μικρή κοινότητα πιστών γύρω του, προσέλκυσε το ενδιαφέρον των επιστημόνων. Ομάδες γιατρών από την Ινδία τον εξέτασαν και τον παρακολούθησαν επισταμένως δύο φορές, το 2003 και το 2010.

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης μελέτης, όπου παρακολουθείτο σε μόνιμη βάση από κάμερες, ο γιόγκι δεν έφαγε ούτε ήπιε για δύο εβδομάδες, αφήνοντας άναυδους τους γιατρούς.

«Αυτό το φαινόμενο παραμένει ένα μυστήριο», είχε δηλώσει εκείνη την εποχή στον Τύπο ένας νευρολόγος της ομάδας των επιστημόνων.

Δεν είναι δυνατό να εξακριβωθεί εάν ο γιόγκι πράγματι δεν κατανάλωνε καμία τροφή ή καθόλου νερό κατά τη διάρκεια όλων αυτών των δεκαετιών.

Για τους γιατρούς πάντως, είναι αδιανόητο το ανθρώπινο σώμα να μπορέσει να επιβιώσει από κάτι τέτοιο για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.

Πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ, https://www.kathimerini.gr/

Πορτραίτα

Σαν σήμερα το 1909 γεννιέται ο Nicholas Winton.

ΗGoogle τιμάει σήμερα με ένα google doodle το διάσημο Βρετανό ανθρωπιστή, Nicholas Winton.

Ποιος ήταν όμως ο Nicholas Winton;
Ο Nicholas Winton γεννήθηκε στις 19 Μαΐου 1909 από Εβραίους γονείς και μεγάλωσε στο Hampstead του Λονδίνου. Η αλήθεια είναι πως όταν η οικογένεια του Nicholas Winton έφτασε στη Μ. Βρετανία από τη Γερμανία, από όπου και καταγόταν, σε μία προσπάθεια ενσωμάτωσης στη βρετανική κοινωνία άλλαξαν θρήσκευμα και βαφτίστηκαν Χριστιανοί αποκτώντας το επίθετο που κράτησε ο ίδιος σε όλη του τη ζωή, Winton.

Όταν ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ξέσπασε το 1938 ο Nicholas Winton αποφάσισε να δράσει προκειμένου να σώσει πολλές αθώες ψυχές που απειλούνταν από τη δίνη του πολέμου. Έτσι, ξεκίνησε μια τεράστια προσπάθεια για να σώσει παιδιά κυρίως Εβραϊκής καταγωγής από την απειλή της γερμανικής κατοχής στη σημερινή Τσεχία φροντίζοντας για την ασφαλή μεταφορά τους στη Μ. Βρετανία.

Η συγκεκριμένη επιχείρηση ήταν αρκετά επικίνδυνη και απαιτούσε προσεκτικό χειρισμό από το Nicholas Winton και τους συνεργάτες του. Πιο συγκεκριμένα, οι ίδιοι έπρεπε να βρουν σπίτια για τα παιδιά και βρετανικές οικογένειες πρόθυμες να τα πάρουν κοντά τους, να συγκεντρώσουν χρήματα, να δωροδοκήσουν αξιωματούχους και να παραποιήσουν έγγραφα. Το Μάρτιο του 1939, το πρώτο τρένο αναχώρησε από την Πράγα και τους επόμενους μήνες συνολικά 669 παιδιά διασώθηκαν με ασφάλεια.

Η τρομερή προσπάθεια του Nicholas Winton παρέμεινε άγνωστη για σχεδόν 50 χρόνια τόσο από το ευρύ κοινό όσο και από τη σύζυγο του Nicholas Winton. Όλα αυτά άλλαξαν το 1988, όταν η σύζυγος του ανακάλυψε έγγραφα στη σοφίτα τους που αναφέρονταν στις τολμηρές διασώσεις.

Ο σπουδαίος αυτός ανθρωπιστής έφυγε από τη ζωή την 1η Ιουλίου 2015 και ολόκληρη η ζωή και το έργο του αποτελούν πηγή έμπνευσης και παράδειγμα μίμησης ως προς την αλληλεγγύη και την αγάπη για τους συνανθρώπους μας.

Παρακάτω μπορείτε να δείτε ένα ντοκιμαντέρ για το έργο και τη δράση του Nicholas Winton κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου:

Πορτραίτα

Πρόκειται για την αποθέωση του απόλυτου έρωτα που αντιπροσωπεύει την κατάργηση των ατομικών ανθρώπινων ορίων και λειτουργεί ως ένωση του ατόμου με το σύμπαν. Η μετάφραση ως ευρηματική ανάπλαση του ποιητικού κειμένου Τριστάνος και Ιζόλδη αποδίδει πρωτίστως την ιδιαίτερη ευαισθησία του Ίσαρη απέναντι στην αισθητική και στα σημαινόμενα του πρωτοτύπου, πράγμα άλλωστε που προσδιορίζει το σύνολο της μεταφραστικής του δραστηριότητας, και ειδικότερα όταν η μετάφραση λειτουργεί ως ασφαλής δίαυλος για την ανάπτυξη δημιουργικού διαλόγου ανάμεσα στην τέχνη του λόγου και στην τέχνη των ήχων.

Ο Τριστάνος και Ιζόλδη (γερμ. Tristan und Isolde) αποτελεί έναν από τους ποιητικότερους θρύλους του Μεσαίωνα στην υπόθεση του οποίου ο Ρίχαρντ Βάγκνερ εμπνεύσθηκε το ομώνυμο λυρικό τρίπρακτο δράμα, έργο του, που κατέχει εξέχουσα θέση στην ιστορία της Όπερας, η πρώτη του οποίου και δόθηκε στο Βασιλικό Θέατρο Μονάχου στις 10 Ιουνίου 1865.

Η υπόθεση του θρύλου αυτού μεταφέρθηκε με ομώνυμο τίτλο στη κινηματογραφική σκηνή σε σκηνοθεσία Κέβιν Ρέινολτς και με πρωταγωνιστές τους Τζέιμς Φράνκο, Σοφία Μάιλς και Ρούφους Σιούελ.

Υπόθεση
Ο Τριστάνος ντε Λεονουά που ορφανός είχε αρπαχθεί από πειρατές, ελευθερώνεται και ανατρέφεται από τον θείο του Μάρκο, Βασιλέα της Κορνουάλης. Μετά από ένα περιπετειώδη και γεμάτο ανδραγαθήματα βίο μεταξύ των οποίων και το φόνο ενός τέρατος της Ιρλανδίας, του Μορχούτ, προς το οποίο οι Κορνουάλιοι πρόσφεραν ετησίως 400 νεανίδες προς βορά του, ο Τριστάνος επιφορτίζεται να μεταβεί στην Ιρλανδία και να ζητήσει για λογαριασμό του θείου του Βασιλέως την χείρα της εκεί Πριγκίπισσας Ιζόλδης της ξανθής.

Επιστρέφοντας με την Ιζόλδη στη Κορνουάλη από μοιραίο λάθος πίνουν και οι δύο κάποιο μαγικό φίλτρο, που ήταν προορισμένο να προκαλεί ακατανίκητο και αιώνιο έρωτα σε όποιους το γεύονταν. Έτσι αμφότεροι, έρμαιο του πάθους τους, απατούν τον Βασιλέα, αν και τον σέβονται. Αργότερα ο Τριστάνος, (για να απαλλαγεί απ΄ αυτόν τον έρωτα) παντρεύεται την Ιζόλδη τη Λευκώλενο.

Σε τραυματισμό του όμως από δηλητηριασμένο βέλος και γνωρίζοντας πως το αντίδοτο το έχει η Ιζόλδη η ξανθή την ειδοποιεί να σπεύσει σε τακτή προθεσμία. Στην έκκλησή του εκείνη προστρέχει πράγματι με πλοίο με λευκά πανιά όπως της είχε υποδείξει ο Τριστάνος.

Η σύζυγός του όμως η Ιζόλδη η Λευκώλενος από ζηλοτυπία αναγγέλλει στον κατάκοιτο Τριστάνο ότι το πλοίο φθάνει με μαύρα όμως πανιά, οπότε κι εκείνος άπελπις πλέον εκπνέει. Μετ΄ ολίγον στο στήθος του εκπνέει και η μόλις αφιχθείσα φίλη του Ιζόλδη.

Μύθος
Ο μύθος του Τριστάνου και της Ιζόλδης είναι πιθανότατα κέλτικης καταγωγής και υπήρξε προϊόν επεξεργασίας των τροβαδούρων του 12ου και 13ου αιώνα Μπερούλ και Τομάς. Ο τελευταίος συνέθεσε μια διασκευή του μύθου, περίπου το 1170, στην οποία βασίστηκε μεταγενέστερα ο Γερμανός ποιητής Γκότφρηντ φον Στράσμπουργκ (Gottfried von Straßburg). Ανασύνθεση του έπους αυτού επιχείρησε και ο Ιωσήφ Μπετιέ το 1900. Για τη σύνθεση του λιμπρέτου της όπερας, ο Βάγκνερ στηρίχθηκε στην εκδοχή του Στράσμπουργκ. Το έργο μεταφράσθηκε στην ελληνική από τον Νίκο Βεντήρη.

Πορτραίτα

Η πρωτομαγιά ήταν η ημέρα πολλών παγανιστικών εορτών, τελετών και λατρείας προς τη φύση.

Έτσι, ως ένδειξη τιμής προς την μητέρα φύση οι γυναίκες έπρεπε να ανευρεθούν ερωτικά με τους άντρες.

Συνήθως, σε αυτές τις τελετές ο αρχιερέας κρατούσε ένα κλαδί δέντρου στολισμένο με λουλούδια.

Από τότε το πέος απέκτησε και άλλο όνομα… »μαγιόξυλο».

Ο μήνας Μάιος…

Πήρε το όνομά του, κατά την επικρατέστερη εκδοχή, από τη θεότητα Μάγια ή Μαία, μητέρα του θεού Ερμή. Ήταν η θεά της γονιμότητας. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, η ονομασία Μάιος προέρχεται από τη λατινική λέξη μάγιορ, που είναι ο συγκριτικός βαθμός του επιθέτου μάγκνους-μεγάλος. (Πλούταρχος)

Ο Μάιος είναι ο μήνας των λουλουδιών και της βλάστησης.

Στη λαϊκή συνείδηση συσχετίζεται με τα μάγια και τη μαγεία. Γι’ αυτό, υπάρχουν και οι προλήψεις ότι δεν πρέπει να γίνονται γάμοι τον Μάιο, ούτε κάποια σοβαρή εργασία τον μήνα αυτό… «Το Μάη μήτε δέντρο να φυτέψεις, μήτε παιδί να παντρέψεις» λέει η παροιμία.

Οι λαϊκές ονομασίες του Μαΐου προέρχονται από τη φύση… (Πράσινος, Κερασάρης, Τριανταφυλλάς, Λούλουδος)

Πανελλήνιο έθιμο την Πρωτομαγιά είναι να πλέξιμο στεφανιών με λουλούδια και στάχυα («Μάηδες», «Μαγιοστέφανα») για την ευφορία της Γης. Τα κρεμούν στις εξώπορτες ή στους εξώστες των σπιτιών μέχρι τις 24 Ιουνίου, οπότε τα καίνε στις φωτιές του Αϊ-Γιάννη.

Συνηθίζεται να βάζουν στο στεφάνι ένα σκόρδο ή ένα αγκάθι ως αποτρεπτικό του κακού.

Το μήνα Μάιο υπάρχουν πολλές βροχές προκαλούν ζημιές στα σιτηρά, εξ ου και η παροιμία «Στον καταραμένο τόπο, μήνα Μάη βρέχει».

Η μεγάλη θρησκευτική εορτή του Μαΐου είναι των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης (21 Μαΐου).

Σαββούλα Μάλλιου Κριαρά

http://lastpoint.gr/

Πορτραίτα

Όσα αναφέρει στην αυτοβιογραφία του σχετικά με τα βασανιστήρια που υπέστη από τη χούντα των συνταγματαρχών .

Ο Θάνος Μικρούτσικος ήταν από τους δημιουργούς, που προφανώς είχε μπει στο στόχαστρο της χούντας των συνταγματαρχών και είχε μάλιστα συλληφθεί τόσο ο ίδιος όσο και ο αδερφός του Ανδρέας. Επίσης ήταν από τους πρώτους 150 που μπήκαν στο Πολυτεχνείο στις 14 Νοέμβρη του 1973. Ο αδερφός του μπήκε δυο μέρες αργότερα.

Τα αποσπάσματα που ακολουθούν προέρχονται από το βιβλίο του Οδυσσέα Ιωάννου, «Ο Θάνος κι ο Μικρούτσικος, Μια αυτοβιογραφία μέσα από 24 συναντήσεις» (εκδόσεις Πατάκη).

«Η 21η Απριλίου 1967 ξημέρωσε, βέβαια, με τον τρόπο που όλοι γνωρίζουμε.

Μας ξύπνησε η μητέρα μου, η οποία άκουγε εμβατήρια στο ραδιόφωνο. Από το μπαλκόνι είδαμε ένα τανκ να περνάει από την Πατησίων. Κατέβηκα αμέσως στον δρόμο και άρχισα να κατεβαίνω την Κεφαλληνίας. Στην ίδια οδό, πιο χαμηλά έμενε και ο Λοΐζος. Συναντηθήκαμε στον δρόμο, σαν χαμένοι. Θυμάμαι τον Μάνο να μου λέει "Τι ατυχία είναι αυτή! Δηλαδή δεν θα γίνει απόψε η συναυλία;". Ο Μάνος δεν ήταν αφελής. Αυτή όμως η φράση εκφράζει όλο το ξάφνιασμα και το μούδιασμα εκείνης της μέρας, αλλά και τη σιγουριά μας πως αυτό που συνέβη το πρωί θα τελειώσει μέχρι το βράδυ.

1968. Είχαμε ξεκινήσει με τον αδερφό μου γερμανικά στο φροντιστήριο του Αργυροηλιόπουλου. Σε αρκετά τηλεφωνήματά μας είχε αναφερθεί το όνομα του φροντιστηρίου για να δώσουμε κάποιο ραντεβού πριν ή μετά το μάθημα. Το τηλέφωνο του σπιτιού μας το παρακολουθούσε η Ασφάλεια και θεωρούσαν πως το «Αργυροηλιόπουλος» ήταν κάποιο συνθηματικό ή κάποιο σημαντικό πρόσωπο της αντιδικτατορικής δράσης. Αργότερα, όταν με συνέλαβαν, έφαγα το ξύλο της αρκούδας όπως και ο αδερφός μου, ο Αντρέας, για να μαρτυρήσουμε ποιος ήταν ο Αργυροηλιόπουλος!»

12 μέρες στην απομόνωση
«Οι κηδείες του Γεωργίου Παπανδρέου και του Γιώργου Σεφέρη εξελίχτηκαν μεν σε συλλογικές διαμαρτυρίες ενάντια στη Χούντα, όμως μία από τις πρώτες οργανωμένες διαμαρτυρίες έγινε στις 21 Απριλίου 1972 στο Μουσείο, στην Πατησίων, από 150 φοιτητές. Ανάμεσά τους η Κοραλία (σ.σ. Σωτηριάδου, η πρώτη του σύζυγος), ο αδερφός μου, ο Μάνος Σωτηριάδης, ο Μιχάλης Σαμπατακάκης, εγώ, η Όλγα Τρέμη, κ.ά. Καθόμασταν στα τραπεζάκια του καφενείου στο Μουσείο, σηκωθήκαμε όλοι όρθιοι και φωνάξαμε «Κάτω η Χούντα».

Μέχρι την Πρωτομαγιά μας είχαν «μαζέψει» σχεδόν όλους στα καινούρια κτίρια της Ασφάλειας στη Μεσογείων. Μας έβαλαν τον καθένα μόνο του, σε μικρά κελιά χωρίς φως, στην απομόνωση. Τέταρτος όροφος. στη Μεσογείων. Επί 4 μέρες δεν είχε έρθει κανένας να με πάρει για ανάκριση. Την τέταρτη μέρα, την ώρα που ζήτησα άδεια να πάω στην τουαλέτα, κατά σύμπτωση λίγο πριν είχε ζητήσει άδεια και ο αδερφός μου. Τον συνάντησα, λοιπόν, στην τουαλέτα και είδα ένα πρόσωπο που τρόμαξα να το γνωρίσω από την παραμόρφωση λόγω των βασανιστηρίων. Ο Αντρέας μού είπε "Θάνο, δεν είπα τίποτα για σένα". Για κάποιον λόγο η Ασφάλεια θεωρούσε εμένα πρωτεργάτη, και πίστεψαν πως ο μικρός θα "έσπαγε" πιο εύκολα. Η αλήθεια είναι πως ίσχυε το αντίστροφο, ο Ανδρέας είχε όντως εμπλακεί με την οργάνωση εκείνης της διαμαρτυρίας, ενώ εγώ απλά είχα πάει».

Την πέμπτη ημέρα ανέκριναν τον Θάνο. «Το βράδυ, με πήγαν στο γραφείο ενός υπαστυνόμου που λεγόταν Βλάχος. Καθόταν επάνω στο γραφείο του σταυροπόδι, καπνίζοντας, μιλώντας μου όχι ιδιαίτερα ευγενικά, λέγοντάς μου πως ο αδερφός μου τα ξέρασε όλα και καλά θα κάνω να αρχίσω να μιλάω κι εγώ. Κάποια στιγμή μπαίνει μέσα ο διαβόητος Μάλλιος. Τότε έγινε κάτι παράξενο. Ο Βλάχος, σαν αιφνιδιασμένος, σηκώνεται όρθιος, σβήνει βιαστικά το τσιγάρο και τον χαιρετάει σχεδόν στρατιωτικά». Ωστόσο ο Μάλλιος τον επέπληξε για τη συμπεριφορά του. Ο Μικρούτσικος σχολιάζει: «Προφανώς ήταν κάποιο παιχνίδι, αλλά δεν υπάρχει μόνο αυτή η ανάγνωση. Εκείνοι οι άνθρωποι έπρεπε να αναπτύξουν μεταξύ τους σχέσεις απόλυτης υπακοής και πειθαρχίας γιατί αυτό απαιτούσε το έργο που είχαν αναλάβει, των ανακρίσεων και των βασανιστηρίων».

Μόλις την έκτη ημέρα του έβαλαν λάμπα στο κελί του ενώ την έβδομη μέρα τον ρώτησαν αν ήθελε κάποια εφημερίδα να διαβάσει και ο Μικρούτσικος ζήτησε το Βήμα. «Μου έφερε την Αθλητική Ηχώ. Την ξεκοκάλισα, την έμαθα όλη απ’ έξω. Θυμάμαι ακόμη τώρα πως τερματοφύλακας στα Άσπρα Χώματα έπαιζε ο Μπουτιέρος! Κρατούσα τις οδοντογλυφίδες από το φαγητό που μου έφερναν οι δικοί μου και έπαιζα ποδοσφαιράκι που είχα επινοήσει στο κρεβάτι».

Όσον αφορά την έβδομη και όγδοη νύχτα ο Μικρούτσικος περιγράφει το διάλογό του με έναν νεαρό αστυφύλακα: «"Εσύ δεν είσαι ο Μικρούτσικος που έχεις κάνει έναν δίσκο με τον Καρυωτάκη;" "Ναι" του λέω. "Σε έχω δει και στην μπουάτ Ορίζοντες. Εγώ είμαι φανατικός της ποίησης του Λόρκα!". Ξεπερνώντας την έκπληξή μου, αρχίζω να του απαγγέλλω στίχους του Λόρκα. Ερχόταν στο κελί κάθε βράδυ να μιλήσουμε για ποίηση».

Την 12η μέρα ο Θάνος Μικρούτσικος αποφυλακίστηκε.

Ήταν 14 Νοέμβρη 1973. Ο Θάνος Μικρούτσικος ήταν από τους πρώτους 150 που μπήκαν στο Πολυτεχνείο. Εκείνες τις μέρες πριν την αιματηρή 17η Νοέμβρη, ο συνθέτης έπαιζε πιάνο στο αμφιθέατρο. Κυρίως μουσική του Θεοδωράκη. Όταν τα τανκς μπήκαν στο Πολυτεχνείο καθόταν με την πρώτη σύζυγό του, Κοραλία, στα σκαλιά του τμήματος της Αρχιτεκτονικής. Άκουγαν τους πυροβολισμούς από τα αυτόματα να πέφτουν σωρηδόν. Έπιασε την Κοραλία από το χέρι και άρχισαν να τρέχουν προς την πύλη που βρισκόταν στην οδό Στουρνάρη. Μπήκαν μαζί με περίπου ακόμη 200 άτομα μέσα σε μια πολυκατοικία για να γλιτώσουν. Κάθονταν στη σκάλα σιωπηλοί. Κάποια στιγμή κάποιος φώναξε να πάνε στην ταράτσα. Όμως, ο Μικρούτσικος τους είπε ότι εκεί πάνω κινδύνευαν περισσότερο. Φοβόταν μην τους ρίξουν από κάτω. Λίγο αργότερα, η αστυνομία τους συνέλαβε και τους μετέφερε στην ασφάλεια. Πέρασαν από τρομερά βασανιστήρια. Εκείνον τον χτυπούσαν με ξύλα στο κεφάλι και στα χέρια. «Δυο μήνες πέρασαν για να μπορέσω να ξαναβάλω τα χέρια μου στο πιάνο», διαβάζουμε στην αυτοβιογραφία του.

https://www.reader.gr/

Πορτραίτα

Είναι ο ένατος μήνας του ισλαμικού έτους, κατά τον οποίο, σύμφωνα με την παράδοση, «παραδόθηκε το Κοράνι ως οδηγός των ανθρώπων».

Το Ραμαζάνι είναι ο ένατος μήνας του ισλαμικού έτους, κατά τον οποίο, σύμφωνα με την παράδοση, «παραδόθηκε το Κοράνι ως οδηγός των ανθρώπων» («Ραμαντάν» στα αραβικά, «Ραμαζάν» στα τουρκικά). Ο μήνας αυτός είναι ιερός για τους Μουσουλμάνους, καθώς επιβάλλεται να τηρούνται ορισμένοι κανόνες, που έχουν χαρακτήρα εξιλασμού και υπακοή στις εντολές του Θεού (Αλάχ).

Το 2020 το Ραμαζάνι αρχίζει στις 23 Απριλίου και τελειώνει στις 23 Μαίου. Θυμίζει, τηρουμένων των αναλογιών, τη χριστιανική Μεγάλη Τεσσαρακοστή.

Ο μήνας του Ραμαζανιού είναι το διάστημα, κατά το οποίο οι Μουσουλμάνοι απέχουν από τα... πάντα κατά τη διάρκεια της ημέρας. Από το πρωί έως τη δύση του ηλίου, δεν τρώνε, δεν πίνουν, δεν καπνίζουν και δεν κάνουν σεξ, ώστε να πετύχουν πλήρη σωματική και πνευματική κάθαρση. Δεν φθάνει μόνο η απόλυτη νηστεία κατά τη διάρκεια της ημέρας για να εκτελέσει ο πιστός το καθήκον του απέναντι στον Θεό. Θα πρέπει να μην υποπέσει και σε ορισμένα αμαρτήματα, όπως το ψέμα, η συκοφαντία, η ζηλοφθονία, η πλεονεξία και η ψευδομαρτυρία.

Το Ραμαζάνι είναι περίοδος αναγέννησης κι ένα από τα πέντε κύρια καθήκοντα του καλού μουσουλμάνου. Μετά τη Δύση επιτρέπονται τα πάντα, αφού οι πιστοί προσευχηθούν και καθίσουν στο τραπέζι για το δείπνο, που ονομάζεται «ιφτάρ». Στη συνέχεια επισκέπτονται φίλους και γνωστούς, ενώ πολλοί μουσουλμάνοι ξαγρυπνούν προσευχόμενοι έως την επόμενη αυγή. Από τα μεσάνυχτα ως την ανατολή του ηλίου προβλέπεται ένα γεύμα, το «σαχούρ», για να αντιμετωπίσουν οι πιστοί την παρατεταμένη νηστεία της ημέρας.

Το Ραμαζάνι τελειώνει με τριήμερη γιορτή χαράς, η οποία ονομάζεται «ιντ αλ-φιτρ» («διακοπή της νηστείας», «Σεκέρ Μπαϊράμ» στα τουρκικά) ή «ιντ αλ-σαρχίρ» («μικρή γιορτή»).

0 μουσουλμανικός κόσμος καλείται να περάσει τον ιερό μήνα υπό τα αυστηρά μέτρα της κοινωνικής αποστασιοποίησης.

Φέτος τα πράγματα θα είναι διαφορετικά. Στις περισσότερες χώρες οι χώροι λατρείας όλων των θρησκειών μένουν κλειστοί και οι αρχές διαμηνύνουν πως οι προσευχές κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού είναι δυνατές μόνο στο σπίτι. Ήδη εδώ και εβδομάδες, ο χώρος γύρω από την ιερή Κάαμπα στη Μέκκα είναι σχεδόν άδειος.

«Οι καρδιές μας κλαίνε», δήλωσε στο BBC ο Αλί Μούλα, ο μουφτής στο Μεγάλο Τζαμί της Μέκκας. «Έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε το ιερό τζαμί γεμάτο με ανθρώπους κατά τη διάρκεια της ημέρας, της νύχτας, όλη την ώρα ... Νιώθω πόνο βαθιά μέσα μου» αναφέρει.

Εν τω μεταξύ οι θρησκευτικές αρχές στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανακοίνωσαν ότι οι γιατροί που ασχολούνται με ασθενείς που έχουν μολυνθεί από τον κορονοϊό εξαιρούνται από τη νηστεία του Ραμαζανιού, ενώ κάλεσαν τους μουσουλμάνους να προσεύχονται στα σπίτια τους. Στη χώρα έχουν ανασταλεί οι προσευχές σε όλα τα τεμένη στο πλαίσιο των μέτρων για τον περιορισμό της εξάπλωσης του Covid-19.

Aνάλογη απόφαση για την εξαίρεση των γιατρών από τη νηστεία έλαβε προ ημερών και η Σαουδική Αραβία.

Ποια είναι η σημασία του Ραμαζανιού; Τι ακριβώς εορτάζεται;

Η νηστεία κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού αποτελεί έναν από τους πέντε πυλώνες του Ισλάμ, μαζί με τις άλλες τέσσερις: την ομολογία πίστεως, την προσευχή, την ελεημοσύνη και το ιερό προσκύνημα. Γιατί όμως είναι τόσο σημαντική η αποχή από το φαγητό και το ποτό, καθώς και από άλλες σωματικές απολαύσεις;

Ποια είναι η πνευματική σημασία της νηστείας;

«Είναι όρος για να λάβουν οι πιστοί την ευλογία του Θεού κατά τον μήνα του Ραμαζανιού. Όλοι οι αρτιμελείς πιστοί, άνδρες και γυναίκες, καθώς επίσης τα κορίτσια και τα αγόρια που έχουν φτάσει στην ηλικία κατά την οποία ξεκινούν να τηρούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, οφείλουν να νηστεύουν κατά τη διάρκεια του μήνα. Όπως ορίζεται στο Κοράνι, η καθημερινή νηστεία αρχίζει πριν από την ανατολή του ηλίου και τελειώνει μετά το ηλιοβασίλεμα. Όλοι όσοι δεν μπορούν να απέχουν από το φαγητό και το ποτό, λόγω γήρατος, ασθένειας ή για άλλους λόγους, εξαιρούνται από τη νηστεία, αλλά εξακολουθούν να μπορούν να λάβουν τις ευλογίες του Ραμαζανιού».

Πέρα από τη νηστεία, ποιοι είναι οι πιο κοινοί τρόποι μέσω των οποίων οι πιστοί τιμούν τον μήνα του Ραμαζανιού;
«Το Ραμαζάνι δεν περιορίζεται στη νηστεία κατά τη διάρκεια της ημέρας. Αποτελεί επίσης μια περίοδο περισυλλογής, αφοσίωσης στον Θεό και επίκλησής του, ιδίως μέσω της ανάγνωσης ή της απαγγελίας αποσπασμάτων του Κορανίου. Εξίσου σημαντική είναι η συμβολή στην ευημερία των λιγότερο τυχερών μελών της (όποιας) κοινότητας. Η εντατική ενδοσκόπηση και η αυξημένη συνείδηση του Θεού κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού αποσκοπούν στον περιορισμό των πιο κοινών παραπτωμάτων, όπως η κακολογία ή το να λέει ψέματα κανείς ή το να κρατά κακία. Μία από τις σημαντικότερες στιγμές του μήνα του Ραμαζανιού είναι γνωστή ως «Νύχτα του Πεπρωμένου», «Λεϊλάτ αλ Καντρ» στα αραβικά.

Το Κοράνι αναφέρει πως αυτή την ξεχωριστή βραδιά οι άγγελοι και, κυρίως, ο αρχάγγελος Γαβριήλ κατέρχονται από τον Παράδεισο στη Γη φέρνοντας την ειρήνη και τη θεία παρουσία στον κόσμο. Καθώς όμως δεν είναι ακριβώς καθορισμένο ποια βραδιά είναι η «Νύχτα του Πεπρωμένου», οι πιστοί οφείλουν να βρίσκονται διαρκώς σε ετοιμότητα».

Υπάρχουν διαφορές στον τρόπο που εορτάζεται το Ραμαζάνι;
«Ο τρόπος εορτασμού μπορεί να διαφέρει από κοινότητα σε κοινότητα. Οι σιίτες μουσουλμάνοι, για παράδειγμα, περιμένουν ώσπου να χαθούν στον ορίζοντα και τα τελευταία σημάδια της δύσης του ηλίου για να καταλύσουν τη νηστεία, ήτοι μερικά λεπτά αργότερα από τους περισσότερους σουνίτες μουσουλμάνους. Μια σημαντική εξέλιξη, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, αποτελεί το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια του δείπνου – «ιφτάρ» στα αραβικά – που ακολουθεί μετά το τέλος της ημερήσιας νηστείας είναι ευπρόσδεκτα και άτομα που δεν ασπάζονται τον μωαμεθανισμό

Πορτραίτα

«La Bohemienne», πίνακας του Renoir

«Να δέχεσαι τον κόσμο όπως τον βρίσκεις, το κακό με το καλό, να επωφελείσαι στο έπακρο τη στιγμή. Να γελάς στην Τύχη, είτε είναι γενναιόδωρη ή σκληρή μαζί σου. Να ξοδεύεις ελεύθερα όταν έχεις λεφτά, και να ελπίζεις χαρούμενος όταν δεν έχεις καθόλου. Να σπαταλάς απρόσεχτα το χρόνο να ζεις για την αγάπη και την τέχνη», περιγράφει γλαφυρά τη νοοτροπία του μποέμ της εποχής ο Αμερικανός συγγραφέας Gelett Burgess

Μία εθνολογική ανακρίβεια έμελλε να χαρίσει το όνομά της σε μία καλλιτεχνική τάση που μετρά αισίως 150 και χρόνια ζωής. Όταν οι αντισυμβατικοί καλλιτέχνες και διανοούμενοι του Παρισιού, παραγκωνισμένοι και περιθωριοποιημένοι από την Εκκλησία, τους επίσημους επιστημονικούς κύκλους και την υψηλή κοινωνία της εποχής για τις νέες, παράδοξες και «αιρετικές» προσεγγίσεις τους στην τέχνη, τον έρωτα, την επιστήμη, τα ήθη και τον τρόπο ζωής, αναζήτησαν καταφύγιο στις φτωχογειτονιές του Παρισιού στις αρχές του 19ου αιώνα, ο όρος bohemian ήταν ήδη ευρύτατα διαδεδομένος.

Η πόλη των Μποέμ. Στις αρχές του 20ου αιώνα, στα πεζοδρόμια των γειτονιών του Παρισιού, στη Μονμάρτρη και στο Μονπαρνάς, τύποι υπέροχοι υπηρετούσαν και διέδιδαν τη μοντέρνα Τέχνη. Τύποι γνωστοί σε όλους μας που κέρδισαν την παγκόσμια αναγνώριση και το θαυμασμό: Πικάσο, Μοντιλιάνι, Απολινέρ, Μπρακ, Ματίς, Ζακόμπ… Έρχονταν απ’ όλες τις χώρες. Ήταν ζωγράφοι, ποιητές, γλύπτες, μουσικοί, συγγραφείς, άνθρωποι της διασκέδασης, αιώνια ερωτευμένοι και ελεύθεροι. Φορούσαν χάρτινες γραβάτες και τρύπια πέδιλα. Ήταν καλλιτέχνες. Για τρεις δεκαετίες οδηγούσαν το χορό της πένας και του πινέλου. Η ζωή τους ήταν εκτυφλωτική σαν τα έργα τους. Και τα έργα τους όμορφα σαν τη ζωή τους. Ήταν και παρέμειναν οι ήρωες της εποχής των Μποέμ, οι εκπρόσωποι ενός κόσμου εκπληκτικού, το φως του οποίου φωτίζει ακόμη τον αιώνα μας.
«Μποέμ» είναι ένας άνθρωπος που ζει ελεύθερα, δημιουργικά, χωρίς συγκεκριμένα όρια και αυστηρούς κανόνες. Συνήθως είναι καλλιτέχνης, επιμελώς ατημέλητος και με χαλαρή διάθεση για τη ζωή. Τι σημαίνει όμως ο όρος «μποέμ» και από πού προέρχεται; «La Bohemienne», πίνακας του Renoir Η λέξη «μποέμ», “boheme” στα γαλλικά ή «bohémien» στα Γαλλικά, σημαίνει ο κάτοικος της Βοημίας, περιοχής της Τσεχίας. Μέχρι και τις αρχές του 19ου αιώνα, οι Γάλλοι αποκαλούσαν «μποέμ» τους τσιγγάνους, γιατί πίστευαν λανθασμένα, ότι όλοι οι τσιγγάνοι είχαν περάσει μέσω Βοημίας για να φτάσουν εκεί. Από τα μέσα του 19ου αιώνα, ο όρος «μποέμ» άλλαξε περιεχόμενο. Τον χρησιμοποιούσαν για να περιγράψουν τους φτωχούς, μη συμβατικούς καλλιτέχνες του Παρισιού που ζούσαν ενάντια στους κανόνες και τις κοινωνικές συμβάσεις. Όταν η νέα γενιά ρομαντικών καλλιτεχνών του 19ου αιώνα, έστρεψε την πλάτη στα χρήματα της μέσης τάξης και συγκεντρώθηκε στις φτωχογειτονιές του Παρισιού, άρχισαν να συναναστρέφονται με τις άλλες περιθωριοποιημένες ομάδες της κοινωνίας που κατοικούσαν εκεί, όπως ήταν οι τσιγγάνοι.

Επηρεάστηκαν από τη νομαδική νοοτροπία τους. Υιοθέτησαν το στυλ τους, φορώντας ριχτά ρούχα και φανταχτερά μαντήλια. Παρουσίαζαν τους τσιγγάνους ως ρομαντικούς ταξιδιώτες, που κοιμόντουσαν κάτω απ’ τα αστέρια και γνώριζαν τον κόσμο. Η πρώτη φορά που η λέξη «μποέμ» εμφανίστηκε σε έντυπο ήταν το 1834, σε κείμενο του συγγραφέα Φέλιξ Πιατ, που έδωσε τον εξής ορισμό: «Η μανία των νεαρών καλλιτεχνών να ζήσουν εκτός της εποχής τους, με εναλλακτικές ιδέες και εναλλακτική συμπεριφορά, τους απομονώνει από τον κόσμο. Τους μετατρέπει σε ξένους. Τους περιθωριοποιεί απ’ τον νόμο και την κοινωνία. Είναι οι μποέμ (δηλαδή οι τσιγγάνοι) του σήμερα». Το 1845, με το δημοφιλές μυθιστόρημα του Ερρίκου Μυρζέ, «Σκηνές μποέμικης ζωή», η λέξη έγινε συνώνυμη με το καλλιτεχνικό ρεύμα της εποχής και έκτοτε χρησιμοποιείται για να προσδώσει αυτή την αίσθηση ελευθερίας και ρομαντισμού....
Η συγγραφέας Βιρτζίνια Νίκολσον συγγενής της Βιρτζίνια Γουλφ χαρακτηρίζει τους μποέμ αουτσάιντερ της ζωής. Στο βιβλίο της «Among the Bohemians», η Νίκολσον ερευνά τον τρόπο ζωής των ανδρών και των γυναικών κατά το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα στη Βρετανία. Αντάρτες και πνεύματα ελεύθερα μεταφέρουν τον ιδεαλισμό και τη δημιουργικότητά τους σε κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής, κωφεύοντας στην αποδοκιμασία, άτομα καταχρεωμένα, μέθυσοι, χρήστες ουσιών… Ανθρωποι που εγκαταλείπουν τα πολυτελή σπίτια τους και ζουν σε τροχόσπιτα τσιγγάνων, μιμούμενοι τον τρόπο ζωής των αθίγγανων της Βοημίας, απ’ όπου προέρχεται ο όρος μποέμ. Κι είναι, τελικά, αυτές οι επιλογές που στο τέλος του οδήγησαν στη φτώχεια, την πείνα τον εθισμό και τον θάνατο.
ΟΙ ΚΑΛΙΦΟΡΝΕΖΟΙ
Στην αντιπέρα όχθη του Ατλαντικού, ο όρος μποέμ χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από και για τους νεαρούς δημοσιογράφους που υπήρξαν ανταποκριτές στα μέτωπα του εμφυλίου πολέμου τα πρώτα χρόνια του 1860, έτσι που για κάποιο διάστημα να γίνει σχεδόν συνώνυμος του πολεμικού ανταποκριτή αλλά και του γράφοντα στις εφημερίδες της εποχής. Αργότερα η έννοια του ταυτίστηκε με τη σημασία που είχε και στην Ευρώπη και στους κύκλους του έτρεξαν να ενταχθούν λογοτέχνες όπως ο Μαρκ Τουέιν και ο Τσαρλς Γουόρεν Στόνταρντ. Το 1872 μάλιστα ιδρύθηκε στο Σαν Φρανσίσκο της Καλιφόρνια το Bohemian Club, το οποίο αν και ξεκίνησε ως λέσχη καλλιτεχνών, άρχισε να δέχεται στους κόλπους του βιομήχανους, επιχειρηματίες και πολιτικούς, διαστρεβλώνοντας έτσι την πραγματική σημασία της ονομασίας του, περιορίζοντάς την στους φραγκάτους bon viver της περιοχής.
ΜΠΙΤ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΗΤΤΑ: Πραγματικοί μποέμ στην αμερικανική επικράτεια υπήρξαν οι hipsters της δεκαετίας του ‘40, οι beatniks στα χρόνια του ‘50 και μετέπειτα οι hippies και όλα τα underground κινήματα, μέχρι να βγουν στην επιφάνεια και να γίνουν κι αυτά κομμάτι του mainstream και να κεφαλοποιηθούν στην αγορά.
​Ο ΜΠΟΕΜΗΣ ΤΩΝ ΕΞΑΡΧΕΙΩΝ:

Στη χώρα μας, ο μποέμης, η μποέμισσα και το μποέμικο, βρήκαν το αντίστοιχό τους στους ρεμπέτες και στην κουλτούρα τους, οι οποίοι ήταν και οι πρώτοι που υιοθέτησαν τον όρο, γράφοντας δεκάδες τραγούδια για την μποέμικη ζωή. Στην ελληνική δημώδη γλώσσα μάλιστα, πέρασε η λέξη ομόηχα χαρακτηρίζοντας γενικά την ανέμελη ζωή γεμάτη απολαύσεις, χωρίς κανένα ιδιαίτερο μειωτικό χαρακτήρα ή προέκταση.

Αντίθετα, ο μποέμης χαρακτηρίζει όχι μόνο τον bon viver, αλλά και τον ανοιχτόκαρδο, εξωστρεφή, καλόκαρδο και γενναιόδωρο άνθρωπο: Τώρα τ’ αποφάσισα μποέμης για να γίνω/και για τον κόσμο στο εξής δεκάρα πια δε δίνω/Σ’ αυτό τον ψεύτικο ντουνιά μποέμικα θα ζήσω/τη λεβεντιά, τα νιάτα μου να τα ευχαριστήσω/Στον κόσμο πια μποέμικα τώρα διασκεδάζω/και πόνο μέσα στην καρδιά, κανένα πια δε βάζω (Μποέμης των Στ. Περπινιάδη και Στρ. Παγιουμτζή, στίχοι του Δ. Σέμση).


Ένας bohemian είναι απλούστατα ένας καλλιτέχνης ή ένας άνθρωπος των γραμμάτων, ο οποίος, συνειδητά ή ασυνείδητα, διαχωρίζεται από το συμβατικό, στη ζωή και στην τέχνη», έγραφε το «Westminster Review» το 1862

Μια γεύση μποέμ στο σπίτι μας
Το στυλ μποέμ δεν αφορά αποκλειστικά τα ρούχα και τα αξεσουάρ που φοράμε. Εφαρμόζεται τέλεια και στα σπίτια μας και ειδικά στα δωμάτια όπου περνάμε τον περισσότερο χρόνο: από το σαλόνι ως την κουζίνα περνώντας από το μπάνιο μας.Δεν υπάρχουν μυστικά για να υιοθετήσει κάποιος το στυλ μποέμ στο σπίτι του. Επιλέξτε χρωματιστά αντικείμενα, καλής ποιότητας. Απελευθερωθείτε στη χρήση τους, κρεμάστε π.χ. ένα όμορφο σάλι στον τοίχο του υπνοδωματίου. Αξιοποιήστε τα πολύχρωμα βάζα ή φωτιστικά που έχετε στη διάθεσή σας για να γεμίσετε το χώρο με όμορφα πράγματα. Και την επόμενη φορά που θα κάνετε μια αγορά, επιλέξτε ένα μποέμ αντικείμενο και όχι κάτι άψυχο.

 

Τα μποέμ αντικείμενα ή έπιπλα συνδιάζονται τέλεια με τα μοντέρνα κομμάτια που ήδη διαθέτει κάποιος στο σπίτι του. Ενας πίνακας vintage κρεμιέται τέλεια δίπλα σε κάτι πιο μοδάτα, απλά προσέξτε λίγο τη σύνθεση και τα χρώματα.Ισχυρά χαρτιά του στιλ μποέμ είναι τα χαλιά και τα ριχτάρια. Ενα μποέμ ριχτάρι μπορεί να αλλάξει ριζικά το υπνοδωμάτιο και τη διάθεσή μας.

http://theatrecomments.weebly.com/

Πορτραίτα

Vivian Maier: Πώς μια γκουβερνάντα αναγνωρίστηκε μετά θάνατον ως η πιο σπουδαία φωτογράφος δρόμου του 21ου αιώνα

Όταν ο John Maloof ξεκίνησε να γράφει το βιβλίο Portage Park, δεν μπορούσε να φανταστεί τι θα ανακάλυπτε. Ο σκοπός του ήταν απλός: Πρώτον να εμπλακεί περισσότερο στην κοινότητα της νέας γειτονιάς στην οποία μόλις είχε μετακομίσει και δεύτερον, να αναδείξει την παραμελημένη γοητεία της βορειοδυτικής πλευράς του Σικάγο.

Ο εκδότης του βιβλίου του, του είχε πει -μεταξύ πολλών άλλων- ότι το βιβλίο θα έπρεπε να έχει περίπου διακόσιες είκοσι vintage φωτογραφίες υψηλής ποιότητας, απαίτηση η οποία προϋπέθετε έρευνα και τρέξιμο από τη μία άκρη της πόλης στην άλλη σε μικρές ή μεγάλες δημοπρασίες, με την ελπίδα να βρει ξεχασμένο υλικό που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει στο εγχείρημά του.

Ένα απόγευμα κατά τη διάρκεια αυτού του ιδιαίτερου κυνηγητού, ο Maloof άκουσε από σύμπτωση για μία δημοπρασία σε ένα σπίτι και σκέφτηκε ότι θα ήταν καλό να πάει γιατί θα μπορούσε να βρει κάτι χρήσιμο. Τι βρήκε; Τίποτα περισσότερο από ένα κουτί με πολλά αρνητικά, τα οποία ήταν αδύνατο να αξιολογήσει εκείνη τη στιγμή, οπότε και αποφάσισε να παίξει με την τύχη και να αγοράσει έναντι τετρακοσίων δολαρίων. Αυτή τελικά ήταν και η σημαντικότερη αγορά που έκανε ποτέ στη ζωή του.

Στην αρχή με το συνεργάτη του θεώρησαν ότι τα περιεχόμενα του συγκεκριμένου κουτιού δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη αξία για το project του βιβλίου, οπότε και το άφησαν στην άκρη μέχρι που ένα χρόνο μετά και με το βιβλίο πλέον στον εκδότη, ο Maloof αποφάσισε -χωρίς ιδιαίτερο λόγο- να περάσει την ώρα του κοιτώντας και τυπώνοντας ορισμένα από τα αρνητικά. Έμεινε αποσβολωμένος! Όταν μετά από καιρό τελείωσε την πρώτη μελέτη εκείνου του υλικού, είχε στα χέρια του περισσότερες από τριάντα χιλιάδες φωτογραφίες και η συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν αριστουργήματα. Δεν ήξερε σε ποιον ανήκαν, αλλά όποιος είχε κάνει αυτά τα κλικ, ήταν χωρίς αμφιβολία ένας από τους πιο παραγωγικούς και ταλαντούχους Αμερικανούς φωτογράφους των τελευταίων εκατό ετών.

O Maloof ήταν μαγεμένος. Έκανε σεμινάρια φωτογραφίας, έφτιαξε στη σοφίτα του ένα σκοτεινό θάλαμο και βάλθηκε να σώσει όσο περισσότερο υλικό μπορούσε από αυτόν τον εκπληκτικό φωτογράφο. Ένα χρόνο μετά είχε καταφέρει να διασώσει το ενενήντα τοις εκατό του υλικού -εκατό με εκατόν πενήντα χιλιάδες αρνητικά δηλαδή- και είχε ανακαλύψει πως ο φωτογράφος ήταν τελικά μία γυναίκα ονόματι Vivian Maier, η οποία εργάστηκε για σαράντα χρόνια ως νταντά για πλούσιες οικογένειες στο Σικάγο και στη Νέα Υόρκη και μεταξύ των καθημερινών της υποχρεώσεων, στις βόλτες με τα παιδιά και στα ταξίδια σε άλλες πόλεις, τραβούσε φωτογραφίες.

Ο Maloof συνεπαρμένος από τη δουλειά της Maier, έφτιαξε ένα blog ανεβάζοντας εκατό φωτογραφίες της. Κανένας δεν το είχε επισκεφτεί μέχρι που χάρη σε ένα post σε discussion board στο Flickr, μίλησε για αυτό και ξεκίνησε η καταιγίδα… Από εκείνη τη στιγμή και μετά η δουλειά της Maier έγινε ανάρπαστη, ο κόσμος τη λάτρεψε, μεγάλες εφημερίδες της έκαναν αφιερώματα, γνωστές γκαλερί σε Αμερική, Ευρώπη, Ασία φιλοξένησαν εκθέσεις με τις φωτογραφίες της, η ιστορία της έγινε ντοκιμαντέρ που προτάθηκε για Όσκαρ και η εύρεση του έργου της χαρακτηρίστηκε ως η κορυφαία φωτογραφική ανακάλυψη του εικοστού πρώτου αιώνα.

Δε θα μάθουμε ποτέ το λόγο που η Vivian Maier αποφάσισε να μην γνωστοποιήσει την εκπληκτική δουλειά της. Μπορεί να ένιωθε ότι δεν ήταν αρκετά καλή, μπορεί να μην ήξερε με ποιον να μιλήσει για να την προωθήσει ή μπορεί απλά να μην την απασχολούσε τίποτα περισσότερο πέραν της δημιουργικής διαδικασίας, αν και αυτό το τελευταίο δεν είναι πιθανό, μιας και είχε κάνει απόπειρες για να γίνει γνωστή. Όταν σκέφτομαι την ιστορία της όμως, αναρωτιέμαι πόσοι ακόμα καλλιτέχνες, δημιουργοί και εν τέλει άνθρωποι είναι εκεί έξω, με μια αγκαλιά γεμάτη δώρα οι οποίοι διστάζουν να τα μοιραστούν με όλους εμάς.

Αυτό το άρθρο είναι ένα κάλεσμα σε όλους αυτούς τους ανθρώπους, άντρες και γυναίκες. Δεν έχει σημασία τι κάνει την καρδιά σας να σκιρτά, σας παρακαλώ μοιραστείτε τα δώρα σας μαζί μας. Το κυνήγι των ονείρων δεν ευοδώνεται στην επίτευξή τους, αλλά στην επίδειξη του θάρρους που απαιτείται για να ξεκινήσουμε να τα κυνηγάμε. Δεν έχει σημασία αν αγαπάμε τη φωτογραφία, τη διακόσμηση, το γράψιμο, τη ζωγραφική, τη μητρότητα τη μαγειρική ή οτιδήποτε άλλο. Εκείνο που έχει σημασία είναι να αρχίσουμε να παίζουμε τη “μουσική” μας. Αυτήν την επιτακτική ανάγκη μου θυμίζει ένα σανσκριτικό ποίημα που έχω σε περίοπτη θέση στο γραφείο για να βλέπω κάθε πρωί…

 

Το καλοκαίρι πέρασε
και ο χειμώνας είναι εδώ
και το τραγούδι που ήθελα πω
ατραγούδιστο παρέμεινε,
γιατί πέρασα τις μέρες μου
κουρδίζοντας και ξεκουρδίζοντας το όργανό μου.

Σήμερα είναι η μέρα. Τώρα είναι η ώρα!

Εις το επανιδείν,
Κωνσταντίνος

Ο Κωνσταντίνος Καρυπίδης είναι σύμβουλος επιχειρήσεων, life coach και επαγγελματίας Optimizer.https://www.bovary.gr/

Πορτραίτα

Ήταν απόγευμα της 1ης Απριλίου του 1902, πριν ακριβώς 114 χρόνια, στην επαρχιακή πόλη της Καλαμάτας, όταν ο φιλόλογος Ευγένιος Πολυδούρης και η γυναίκα του Κυριακή Μαρκάτου αποκτούν ένα κοριτσάκι που του δίνουν το όνομα Μαρία.

Σχεδόν 28 χρόνια μετά, στις 29 Απριλίου του 1930, έχοντας ήδη ζήσει έναν συναρπαστικό, αλλά και «ασύδοτο» για την εποχή βίο, η σπουδαία Ελληνίδα ποιήτρια, γνωστή και για τον έρωτα της με τον Κώστα Καρυωτάκη, πεθαίνει από ένεση μορφίνης στην κλινική Χρηστομάνου στα Πατήσια.
Η ίδια είχε ζητήσει λίγο νωρίτερα από τον καλό της φίλο και «αιώνιο θαυμαστή» της, Βασίλη Γεντέκο, να της προμηθεύσει το ναρκωτικό στο θεραπευτήριο όπου βρισκόταν, καθώς είχε προσβληθεί από φυματίωση.

«Η Μαρία δραπετεύει από παντού. Από το σπίτι της, από τον έρωτα, από τη δουλειά της, από την Ελλάδα, από τα νοσοκομεία, από την παραδοσιακή ποίηση κι από την ίδια τη ζωή. Υπερτιμά τις δυνάμεις της, γιατί δεν τις διαχωρίζει από τις ανησυχίες της, που ’ναι ακατάλυτες.

Ενώ η ίδια αισθάνεται πως ζει πολύ σοβαρά και με πάθος, εμείς, παρακολουθώντας τη ζωή της, έχομε την εντύπωση ότι παίζει, διασκεδάζει, βαριέται και φεύγει», γράφει για αυτήν η Λιλή Ζωγράφου.
Και ίσως αυτά τα λόγια της Ζωγράφου να συνοψίζουν καλύτερα από κάθε τι άλλο που έχει ειπωθεί ή γραφτεί για αυτήν, τον πυρήνα του χαρακτήρα και της προσωπικότητα της, που δεν είναι άλλος από την έννοια της ελευθερίας.

Η Πολυδούρη άλλωστε δείχνει από πολύ μικρή ενα ιδιαίτερο ταλέντο που ταιριάζει με την ξεχωριστή, τολμηρή φύση της. Στα 14 της μόλις χρόνια δημοσιεύει το πρώτο της έργο, το πεζοτράγουδο «Ο πόνος της μάνας», το οποίο και αναφέρεται στο θάνατο ενός ναυτικού, τον οποίον ξέβρασαν τα κύματα στις ακτές των Φιλιατρών και είναι επηρεασμένο από τα μανιάτικα μοιρολόγια που άκουγε στο Γύθειο.

Αν και γεννημένη στην Καλαμάτα, στην οποία επιστρέφει σε ηλικία 16 ετών, η Πολυδούρη μεγάλωσε, λόγω των μεταθέσεων που πήρε ο καθηγητής πατέρας της, στο Γύθειο και στα Φιλιατρά.

Αφού ολοκληρώνει το Γυμνάσιο, προσλαμβάνεται μετα απο εξετάσεις στην Νομαρχία Μεσσηνίας το 1918, αλλά δυο χρόνια αργότερα, το 1920 χάνει -μέσα σε 40 μέρες- και τους δυο γονείς της, ένα γεγονός που την συνταράσσει αλλά και την απελευθερώνει την ίδια στιγμή.
Οι γονείς της δεν ήταν όμως οι άνθρωποι που την καταπίεζαν. Η μητέρα της ασχολείται με το γυναικείο κίνημα, μεταφέροντας στην κόρη της τις ιδέες και τα προτάγματα του, ενώ ο πατέρας της είναι ένας φιλελεύθερος γονιός, ειδικά με τα δεδομένα ενός άνδρα της εποχής εκείνης.
Η κλειστή και συντηρητική κοινωνία της Καλαμάτας όμως δεν είναι ακόμη έτοιμη για μια «προχωρημένη» γυναίκα σαν την Πολυδούρη, που συγκινείται από την Οκτωβριανή Επανάσταση, εμπνέεται από τους φεμινιστικούς αγώνες, και είναι τελικά μια από τις λίγες γυναίκες που γράφουν στον Ελευθέριο Βενιζέλο επιστολή, ζητώντας του την καθιέρωση της ψήφου των γυναικών.

Το 1921 και αφού οι δυο γονείς της είναι ήδη νεκροί, παίρνει μετάθεση για την Νομαρχία της Αθήνας, άλλη μια εξέλιξη που θα επηρρεάσει καθοριστικά την ζωή της, καθώς εκεί θα γνωρίσει τον συνάδελφο της και έναν από τους σημαντικότερους ποιητές της Ελλάδας του μεσοπολέμου, τον Κώστα Καρυωτάκη.

Ο έρωτας που αναπτύσσεται μεταξύ τους από τον Ιανουάριο του 1922 που πρωτοσυναντιόνται είναι σφοδρός και το πάθος της για εκείνον καθηλωτικό. Όπως συμβαίνει όμως με τις ζωές όλων των «καταραμένων» καλλιτεχνών, δεν θα έχει το αίσιο τέλος που όλοι ονειρεύονται. (ο όρος «καταραμένη» χρησιμοποιείται στο άρθρο σε μια πιο ελεύθερη ερμηνεία, μιας και η Πολυδούρη ήταν περισσότερο μια νεο-ρομαντική, λυρική ποιήτρια)

Το ίδιο καλοκαίρι, τον Αύγουστο του 1922, ο Καρυωτάκης μαθαίνει ότι πάσχει από σύφιλη, μια ανίατη και στιγματική για την εποχή ασθένεια, την οποία εμμέσως παραδέχεται με το ποίημα του «Ώχρα Σπειροχαίτη» (ο ιός που προκαλεί την σύφιλη).

Της ζητά να χωρίσουν λέγοντας της ότι δεν μπορεί να την παντρευτεί, σε αυτήν την κατάσταση υγείας. Εκείνη του απαντά ότι δεν μπορεί να σκεφτεί την ζωή της χωρίς εκείνον και του προτείνει να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά. Ο περήφανος Καρυωτάκης αρνείται αυτόν τον απαξιωτικό για εκείνον «συμβιβασμό».

Η Πολυδούρη καταρρέει. Πιστεύει ότι ο Καρυωτάκης είναι ανειλικρινής μαζί της για το θέμα της αρρώστιας και πιστεύει ότι η ιστορία αυτή είναι μια πρόφαση για να την ξεφορτωθεί. Δεν αντέχει όμως να τον χάσει από την ζωή της και έτσι συνεχίζει να διατηρεί φιλική σχέση μαζί του.

Το 1924 γνωρίζει τον Αριστοτέλη Γεωργίου, έναν νέο, όμορφο και πλούσιο δικηγόρο εκ Παρισίων με τον οποίο και αρραβωνιάζεται το 1925. Το έτος αυτό θα φέρει πολλες αλλαγές στην ζωή της. Απολύεται λόγω της ασυνέπειας της στην εργασία από την Νομαρχία Αθηνών, εγκαταλείπει την Νομική Σχόλη, στην οποία φοιτά από την εποχή που πρωτοέφτασε στην πρωτεύουσα και γράφεται στην Σχολή Θεάτρου του Εθνικού και μετέπειτα στην Δραματική Σχολή Κουναλάκη.

Τίποτα όμως απ όλα αυτά δεν μπορούν να γιατρέψουν τον καημό που έχει στην καρδιά της για τον ανεκπλήρωτο έρωτα της με τον Καρυωτάκη. Το 1926 διαλύει τον αρραβώνα της με τον Γεωργίου και φεύγει για το Παρίσι, όπου και παρακολουθεί μαθήματα υψηλής ραπτικής στην σχολή Εκόλ Πιζιέ.

Εκεί, το 1928, θα εισαχθεί επειγόντως στο νοσοκομείο Σαριτέ, όπου και θα μάθει ότι έχει προσβληθεί από φυματίωση. Επιστρέφει αμέσως στην Αθήνα και εισάγεται στο Νοσοκομείο Σωτηρία. Εκεί, στην τρίτη θέση απόρων βρίσκεται μαζί με τον Γιάννη Ρίτσο που νοσηλεύεται για τον ίδιο λόγο και για τον όποιον η Πολυδούρη γράφει το «Βαριά Καρδιά».

Τον Ιούλιο του ίδιου έτους μαθαίνει τα νέα για την αυτοκτονία του Καρυωτάκη. Το συγκλονιστικό αυτό γεγονός του χαμού του «αιώνιου» αγαπημένου της, αποτελεί άλλη μια ευκαιρία για «απελευθέρωση», όπως μόνο οι σπουδαίοι καλλιτέχνες μπορούν να «αξιοποιήσουν» τέτοια τραγικά γεγονότα.

Το 1928 κυκλοφορεί την πρώτη της ποιητική συλλογή, «Οι τρίλλιες που σβήνουν », ενώ το επόμενο έτος κυκλοφορεί και η δεύτερη δουλειά της, «Ηχώ στο Χάος». Κι όμως, συγκλονισμένη από την απώλεια, καταπονημένη από την ασθένεια, η Πολυδούρη δεν είναι ποτέ ξανά η ίδια. 


Το 1929 θα γράψει αναφερόμενη προφανώς στον εραστή που την εγκατέλειψε με τέτοιον τρόπο, «Αὐτὸς ποὺ αὐτοκτονεῖ γιατὶ τοῦ ἦρθε μιὰ μεγάλη λύπη στὴ ζωή, αὐτὸς εἶνε ἕνας ἀνάξιος τῆς ζωῆς, δὲν ἔπρεπε νὰ τὸν ἔχη δεχτῆ καθόλου. Εἶνε ἕνας μικρόψυχος. Ἑξαιρῶ ὅσους αὐτοκτονοῦν γιατί εἶνε ἄρρωστοι, εἴτε σωματικά, εἴτε ψυχικά. Φυσικὰ εἶνε ταπεινωτικὸ νὰ ζῆ κανεὶς στὸ περιθώριο τῆς ζωῆς, κι᾿ ὅμως νὰ ζῇ!»

Έχει ήδη φτάσει Απρίλιος του 1930. Φήμες λένε ότι ο Άγγελος Σικελιανός, φίλος της που την εκτιμά πολύ, διαθέτει τα χρήματα για την νοσηλεία της στον Χρηστομάνο όπου και την μεταφέρει. Άλλοι λένε ότι ενεργείται έρανος από φίλους της και το «Βήμα», κάτι που όταν το μαθαίνει η Πολυδούρη έξαλλη ζητά να σταματήσει. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι την φροντίδα της έχει αναλάβει η πάντα πιστή σε αυτήν αδερφή της Βιργινία και άλλοι ότι αυτός που τελικά την φρόντισε ήταν ο πρώην αρραβωνιαστικός της.
Όπως και να χει η Πολυδούρη αργοπεθαίνει. Ζητά από έναν φίλο της να την προμηθεύσει με ενέσιμη μορφίνη, η οποία και θα δώσει την χαριστική βολή. Τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου «σβήνει» στην κλινική. Θα κηδευτεί την ίδια μέρα στο Α Νεκροταφείο.

Γράφει για εκείνην την ημέρα ο Άγγελος Τερζάκης στο «Βήμα». «Ακολουθήσαμε το δρόμο για τον τάφο λιγοστοί πάντα, μια κηδεία σχεδόν οικογενειακή, όπου εμείς, οι νέοι οι ολότελα ξένοι στην οικογένεια, είχαμε το αίσθημα πως κηδεύουμε κάποιον, που, κρυφά, ανήκει μόνο σ’ εμάς. Είναι κάτι, που δεν μοιάζει με τίποτα, το πένθος αυτό των νέων για τους νέους. Σα να ξέρουν αυτοί κάτι, ένα μυστικό, κάποιο σύνθημα, που τους δένει μεταξύ τους. Οι μεγάλοι δεν το υποψιάζονται. Είναι ανίκανοι να το νιώσουν. Σκέφτονται συμβατικά, τυπικά και καθιερωμένα».
Μην βιαστείτε να νιώσετε λύπηση για την Πολυδούρη. Είναι αλαζονικό να νιώθουμε στεναχώρια για αυτούς που ακολούθησαν την καρδιά τους και έζησαν την ζωή τους ελεύθεροι. Και όντως η Πολυδούρη έζησε μια έντονη, μποέμ ζωή, πέρα από συμβάσεις και καταπιέσεις.

Παρέα με άντρες, κάτι που τότε φάνταζε «εξώλης και προώλης», με ένα τσιγάρο στο χέρι, στο διαμέρισμα της στην οδό Μεθώνης, στην «αβαντ γκαρντ» καλλιτεχνική περιοχή των Εξαρχείων, πίνοντας και γλεντώντας με φίλους της, σπουδαίους καλλιτέχνες και διανοούμενος, ενεργή στα κοινωνικά κινήματα και ζητήματα, η Πολυδούρη έζησε μια ζωή που λίγες γυναίκες του μεσοπολέμου είχαν την ευκαιρία.
Κι αν ακόμη αυτό το άρθρο, όπως και τα πιο πολλά άρθρα για εκείνη, ασχολείται πιο πολύ με την συναρπαστική ζωή της και τον ρομαντικό έρωτα της με τον Καρυωτάκη παρα με τα ποιήματα της, αυτό δεν μπορεί να υποτιμήσει το καλλιτεχνικό της έργο που είναι ακόμη πιο σπουδαίο.

Η «Αφιέρωση», το «Γιατί μ Αγάπησες», το «Ήρθα μια Μέρα», το «Όλα θα Σβήσουν», το «Παρίσι», το «Σαν Πεθάνω», το «Σωτηρία», το «Ένα βράδυ στον Σταθμο» και τόσα ακόμη ποιήματα και κάποια πεζά. 

Η Πολυδούρη είναι μια από τις σημαντικότερες γυναίκες ποιήτριες της Ελλάδας. Επηρεασμένη και αυτή όπως οι περισσότεροι σύγχρονοι της από τον ρομαντισμό και τους «καταραμένους» ποιητές της Γαλλίας, η Πολυδούρη γράφει με λυρισμό για το αίσθημα του ανικανοποίητου και της παρακμής (decadance).
Ακολουθώντας τους αγαπημένους της Μπωντλαίρ, Βερλαίν, Μαιτερλίγκ, αλλά και τους Έλληνες Ζαν Μωρεά και ασφαλώς τον Καρυωτάκη, η Πολυδούρη ασχολείται με τα δυο κύρια θέματα, τον έρωτα και τον θάνατο, με έντονες τις συναισθηματικές μεταπτώσεις στην γραφή της.
Αν και αρκετοί εντοπίζουν τεχνικές αδυναμίες και στιχουργικές ευκολίες στο έργο της, τα ποιήματα της είναι γεμάτα συναίσθημα, συγκίνηση αλλά και σαρκασμό. Γεμάτα όπως ήταν και η ζωή της.

Η επιμελήτρια της έκδοσης των ποιημάτων της Χριστίνα Ντουνιά έιπε κάποτε σε μια συνέντευξη της: «Ένα λογοτεχνικό έργο μπορεί να διαβαστεί αυτόνομα. Η βιογραφία ωστόσο, όταν δεν χρησιμοποιείται λαθεμένα για να ερμηνεύσει το κείμενο, μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά με ποικίλους τρόπους στην ανάγνωσή μας».
Και πρόσθεσε, «Μας ενδιαφέρει η ζωή της Πολυδούρη; Ναι, γιατί η ζωή της τρέφει με τόσο συγκλονιστική ειλικρίνεια την ποίησή της, ώστε δεν είναι εύκολο να απομονώσουμε το έργο της, όσο και αν μπορεί κάλλιστα να σταθεί αυτόνομο και ανεξάρτητο».

Πηγή: iefimerida.gr - https://www.iefimerida.gr

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.