Σεπτεμβρίου 18, 2019

Πορτραίτα

Το πρωί είναι αυτό που μου αρέσει περισσότερο. Φαίνεται ότι όλα αρχίζουν ξανά

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Haruki Murakami 

Ο Μουρακάμι γεννήθηκε στο Κιότο το 1949 αλλά πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της νιότης του στο Κόμπε. Ο πατέρας του ήταν γιος Βουδιστή ιερέα. Η μητέρα του ήταν κόρη εμπόρου από την Οσάκα. Και οι δύο δίδασκαν Ιαπωνική λογοτεχνία.

Από την παιδική του ηλικία ο Μουρακάμι επηρεάστηκε βαθιά από την Δυτική κουλτούρα, ιδίως από τη δυτική μουσική και λογοτεχνία. Μεγάλωσε διαβάζοντας μια σειρά από έργα Αμερικάνων συγγραφέων όπως ο Κουρτ Βόνεγκατ (Kurt Vonnegut) και ο Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν (Richard Brautigan) και συχνά ξεχωρίζει από άλλους Ιάπωνες συγγραφείς για τις δυτικές του επιρροές.

Ο Μουρακάμι σπούδασε θεατρικές τέχνες σε πανεπιστήμιο του Τόκυο. Η πρώτη του δουλειά ήταν σε ένα κατάστημα δίσκων. Λίγο πριν τελειώσει τις σπουδές του, άνοιξε ένα καφέ-τζαζ μπαρ στο Τόκυο με τη σύζυγο του Γιόκο. Το μπαρ ήταν υπό τη διεύθυνσή τους από το 1974 μέχρι το 1982. Πολλά από τα μυθιστορήματά του έχουν μουσικά θέματα και τίτλους που παραπέμπουν σε κλασσική μουσική (π.χ. Tο Κουρδιστό Πουλί). Μερικά από τα μυθιστορήματά του έχουν τίτλους τραγουδιών ( π.χ. τα Dance, Dance, Dance, Νορβηγικό Δάσος (από το Norwegian Wood των Beatles, που αναφέρεται σε ξύλο - στα ελληνικά η λέξη Wood μεταφράστηκε δάσος) και South of the Border, West of the Sun). Είναι επίσης ενθουσιώδης μαραθωνοδρόμος. Έτρεξε τον κλασικό μαραθώνιο της Αθήνας ανάποδα το 1983, ως τμήμα των ταξιδιωτικών του εντυπώσεων για χάρη αντρικού ιαπωνικού περιοδικού[7].

Ο Μουρακάμι έγραψε το πρώτο του έργο όταν ήταν 29. Έχει πει ότι εμπνεύστηκε ξαφνικά και ανεξήγητα το πρώτο του μυθιστόρημα σε ένα στάδιο ενώ παρακολουθούσε έναν αγώνα μπέιζμπολ το 1978. Όταν τελείωσε το γράψιμό του, το έστειλε σε ένα λογοτεχνικό διαγωνισμό και κέρδισε το πρώτο βραβείο. Ακόμα και σε αυτό το πρώτο έργο του συναντά κανείς πολλά από τα βασικά στοιχεία της μετέπειτα ώριμης γραφής του: Δυτικοποιημένο στυλ, ιδιοσυγκρασιακό χιούμορ και συναισθηματική νοσταλγία. Η τεράστια επιτυχία του μυθιστορήματός του Νορβηγικό Ξύλο (1987) τον έκανε διάσημο στη χώρα του. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες σε Ασία, Ευρώπη και Αμερική. Ο ίδιος έχει μεταφράσει στα γιαπωνέζικα έργα των Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, Τρούμαν Καπότε, Τζον Ίρβινγκ και Ρέιμοντ Κάρβερ.

Το 2006 απέσπασε το Βραβείο Φραντς Κάφκα, ενώ το 2009 το Βραβείο Ιερουσαλήμ.

Πορτραίτα

Εισήγαγε τα ειδικά εφέ και νέες τεχνικές, αλλά καταστράφηκε όταν την πρόδωσε ο σύζυγός της Στις αρχές του 20ου αιώνα ο χώρος του «θεάματος» ήταν αμφιλεγόμενος και κατακριτέος. Η Alice Guy, μια δυναμική κοπέλα 20 ετών, έχοντας ως κίνητρο την αγάπη της για τον κινηματογράφο χάραξε τη δική της πορεία. Εξέλιξε την 7η τέχνη πίσω από τις κάμερες ως σκηνοθέτης και παραγωγός, καταφέρνοντας να κερδίσει σεβασμό, κύρος και παγκόσμια καταξίωση.

Η γυναίκα που έγινε συνώνυμο των χολιγουντιανών παραγωγών στις αρχές του 20ου αιώνα, πρωτοπόρησε και δικαιώθηκε.

Η Alice Guy-Blaché γεννήθηκε το 1873 στο Παρίσι και ήταν η πρώτη σκηνοθέτης που ασχολήθηκε με αφηγηματικές- ομιλούσες ταινίες. Έκανε πάνω από 1.000 φιλμ και το 1907 άνοιξε το δικό της στούντιο παραγωγής στο Νιού Τζέρσεϋ.

Χαρακτηρίστηκε ως «ο θηλυκός Μark Zuckerberg της εποχής της». Ήταν παραγωγός και σκηνοθέτης 1.000 ταινιών. Ασχολήθηκε εντατικά και πειραματίστηκε με τον συγχρονισμό εικόνας και ήχου, τις χρωματικές αποχρώσεις των φιλμ, τα ειδικά εφέ και δεν επέτρεπε τις φυλετικές διακρίσεις στις ταινίες της. Herbert BlachéΓι’ αυτό και ήταν η πρώτη παραγωγός που προσέλαβε αφροαμερικανούς ηθοποιούς.

Ξεκίνησε την καριέρα της στα 21 της χρόνια ως γραμματέας στην εταιρία του μεγάλου εφευρέτη, μηχανικού και πρωτοπόρου του γαλλικού κινηματογράφου Léon Gaumont. Δίπλα στον Gaumont κατανόησε την τέχνη της κινηματογράφησης και έμαθε μυστικά που στην πορεία την βοήθησαν να σταθεί επαγγελματικά δίπλα σε αυθεντίες, όπως ο Emile Zola και ο Gustave Eiffel.

Η επαγγελματική καταξίωση Το 1896, ύστερα από παρότρυνση του Léon Gaumont, μαγνητοσκόπησε την πρώτη της ταινία με τίτλο «The Cabbage Fairy» ενσωματώνοντας ειδικά εφέ και τεχνικές που έμαθε από τον φωτογράφο Frédéric Dillaye. Η Guy εξελίχθηκε γρήγορα σε επικεφαλής της ομάδας παραγωγής και έκανε δικές της δουλειές έχοντας προσλάβει δικό της προσωπικό. Έτσι γνώρισε και τον μετέπειτα σύζυγό της, εικονολήπτη Herbert Blaché.

Το ζευγάρι μετακόμισε στη Νέα Υόρκη όπου άνοιξαν το γραφείο παραγωγής «SOLAX», ενώ η Alice ήταν ήδη έγκυος στην κόρη της.  Έχοντας ήδη 1.000 ταινίες στο ενεργητικό της η εταιρία των Blaché είχε την δυνατότητα να παράγει μια ταινία την εβδομάδα. Ύστερα από ένα διάστημα αποφάσισαν να μεταφέρουν την έδρα της εταιρίας τους στο Νιού Τζέρσεϊ, ενώ είχαν γίνει για δεύτερη φορά γονείς. Εκεί συνέχισαν να καινοτομούν με νέες σκηνοθετικές και σεναριακές απόπειρες, μένοντας πιστοί στην αρχική τους στάση κατά των φυλετικών διακρίσεων. Η προδοσία του συζύγου της και η οικονομική καταστροφή

Η Alice έχρησε πρόεδρο της SOLAX τον σύζυγο της προκειμένου να αφοσιωθεί η ίδια επέκταση της εταιρίας. Ο Herbert όμως είχε άλλα σχέδια και μετά από ένα χρόνο παραιτήθηκε και συνεργάστηκε με ανταγωνιστική εταιρία παραγωγής! Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο το ζευγάρι χώρισε επαγγελματικά. Η SOLAX είχε υποστεί μεγάλη οικονομική ζημιά και έκλεισε τον κύκλο της το 1920. Ο Herbert συνέχισε με μεγάλη επιτυχία την ενασχόληση του με τη βιομηχανία του θεάματος και ξαναπαντρεύτηκε.

Η Alice έχοντας καταστραφεί ολοσχερώς στράφηκε στην βοήθεια της κόρης της, η οποία την συντηρούσε μέχρι το τέλος της ζωής της, το 1968.  Έχρισε πρόεδρο της εταιρείας τον σύζυγό της αλλά αυτός την πρόδωσε και συνεργάστηκε με ανταγωνιστική εταιρία παραγωγής. Έτσι ήρθε η κατάρρευση. Η μετά θάνατον αναγνώριση με πρωτοβουλία του Σκορτσέζε

Το 1953 η γαλλική κυβέρνηση την επιβράβευσε με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής και η Επιτροπή Κινηματογράφου με συντονιστή τον Μάρτιν Σκορτσέζε εργάστηκαν σκληρά ώστε να μπει στο Πάνθεον των σκηνοθετών του Χόλυγουντ παίρνοντας τη θέση που της αξίζει στη «Λεωφόρο της Δόξας», τονίζοντας ότι πρέπει άμεσα να αναγνωριστεί ο ρόλος των πρώτων γυναικών στην ιστορία του κινηματογράφου.

Η ζωή της έγινε ταινία με τίτλο «Be Natural» από την σκηνοθέτη και παραγωγό Pamela Green η οποία θέλησε να κάνει γνωστό το ρόλο των γυναικών στα πρώτα χρόνια του κινηματογράφου....

mixanitouxronou.gr

Πορτραίτα

Έφυγε από τη ζωή το μεσημέρι της Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2019, η Κική Σεγδίτσα μετά από νοσηλεία της στο Ιπποκράτειο νοσοκομείο, όπου βρισκόταν τις τελευταίες ημέρες.

Η Κική Σεγδίτσα υπήρξε δημοσιογράφος, συγγραφέας, σεναριογράφος, ποιήτρια και κριτικός κινηματογράφου. Ήταν γεννημένη στη Λαμία κι ενώ σε μικρότερη ηλικία ήθελα να σπουδάσει και να εργαστεί ως ψυχίατρος, τελικά την κέρδισε η δημοσιογραφία και η λογοτεχνία. Ωστόσο ποτέ δεν ξέχασε την πρώτη της «αγάπη» και οι επιρροές της Ψυχολογίας ήταν εμφανείς στα κείμενά της. Πολλές φορές συμπεριλάμβανε ψυχογραφήματα των ανθρώπων στους οποίους έπαιρνε συνέντευξη, αλλά και των ηρώων της στα λογοτεχνικά της πονήματα.. Πνεύμα ανήσυχο και έντονα ανθρωποκεντρικό από μικρή ήθελε να σπουδάσει ψυχίατρος, αλλά τελικά την κέρδισε η Δημοσιογραφία και η Λογοτεχνία. Οι αναφορές στην Ψυχολογία ωστόσο δεν έλειψαν ποτέ από τα κείμενά της, είτε ως ολοκληρωμένα ψυχογραφήματα των συνεντευξιαζόμενών της, όταν εργαζόταν ως δημοσιογράφος, είτε των ηρώων της, όταν εργαζόταν ως λογοτέχνης.

Υπήρξε μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ), της Ένωσης Σεναριογράφων Ελλάδας (ΕΣΕ) της οποίας υπήρξε και μέλος του Δ.Σ. 2009-10, μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης Πρωτεργατών Ραδιοφωνίας-Τηλεόρασης, μέλος της Εταιρείας Φίλων Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά και της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων (I.F.J.).

Η παρουσία της στον χώρο της Δημοσιογραφίας υπήρξε πολύχρονη και διήρκυσε περίπου πέντε δεκαετίες. Τα κείμενά της κάλυπταν ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων, τα οποία φιλοξενήθηκαν τόσο σε έντυπη όσο και ηλεκτρονική μορφή στο μετέπειτα της καριέρας της.

Έχει συνεργαστεί με τις εφημερίδες: «Αθηναϊκή», «Απογευματινή», «Ακρόπολη», «Προοδευτική», «Νίκη», «Οικονομική», «Νέα Πολιτεία», «Εξπρές», «Μεσημβρινή» κ.α., με τα περιοδικά ειδικής ύλης: «Έρευνα» και «Κυνήγι», με τα περιοδικά ποικίλης ύλης: «Ρομάντσο», «Πάνθεον», «Βεντέττα», «Ταχυδρόμος», «Επίκαιρα», «Και», καθώς και με τα νεανικά: «Αλίκη» και «Μανίνα», του οποίου διετέλεσε και αρχισυντάκτρια.

Στο Ραδιόφωνο συνεργάστηκε με την ΤΕΔ (κατόπιν ΥΕΝΕΔ), το ΕΙΡ (κατόπιν ΕΡΤ) και το Ράδιο ΑΝΤΕΝΝΑ. Στην Τηλεόραση συνεργάστηκε με τον ΑΝΤ1 και ειδικότερα στον «Πρωινό Καφέ».

Οι διακρίσεις που σημείωσε στην καριέρα της ήταν κυρίως για τη δουλειά της ως ρεπόρτερ στο καλλιτεχνικό ρεπορτάζ, αφού είχε πάρει πάρει συνεντεύξεις σχεδόν από όλους τους σημαντικούς σκηνοθέτες, ηθοποιούς, συνθέτες, τραγουδιστές κλπ, ενώ τα τελευταία χρόνια υπήρξε και η ίδια υποκείμενο συνεντεύξεων σχετικών με την παρουσία της στον χώρο της επαγγελματικής και της λογοτεχνικής δραστηριότητάς της.

Έχει εκδώσει συνολικά έντεκα ποιητικές συλλογές: «Κίτρινα ράμφη», «Ρυτίδες», «Νεκροί Θεοί», «Ερωτική Απόδραση», «Αταξίδευτα», «Επιστροφή στο μέλλον», «Ξεγύμνωσα την κάμαρα», «Δημοπρασία 1», «Δημοπρασία 2», η «Μαρία των Ουρανών», «Προσωπογραφίες».

Έχει ασχοληθεί επίσης και με τη στιχουργική τραγουδιών, όπου το 1992 με το τραγούδι “Δωσ’ μου την καρδιά μου πίσω” (μουσική Ζακ Ιακωβίδη) πήρε το πρώτο βραβείο στίχου στο 31ο Φεστιβάλ Τραγουδιού στη Θεσσαλονίκη.

Πορτραίτα

Τασσώ Καββαδία. Η «κακιά» του κινηματογράφου, που οι θεατές την μισούσαν! Αναγκάστηκε να παντρευτεί και χώρισε με 3 παιδιά για να γίνει ηθοποιός! Ήταν ρεπόρτερ, μεταφράστρια και κειμενογράφος... Η Τασσώ Καββαδία είναι η ηθοποιός που ερμήνευσε την κακιά σε ταινίες τόσες φορές, ώστε το κοινό την ταύτισε με τον ρόλο. Κακιά πεθερά, κακιά αδελφή, κακιά γειτόνισσα. Η Καββαδία με τις ερμηνείες της, σχεδόν πάντα έκανε τη ζωή δύσκολη στις συμπρωταγωνίστριές της. Ανάλογα με το σενάριο, ήταν αυστηρή, μοχθηρή, εκδικητική, ιντριγκαδόρα, ψηλομύτα ή απλώς κακιά.

Όταν ήταν νέα και είχε όνειρο να σπουδάσει, ο πατέρας της, της το απαγόρευσε και την υποχρέωσε να παντρευτεί, όπως έκαναν όλα τα καλά κορίτσια της εποχής της. Εκείνη του έκανε το χατίρι. Παντρεύτηκε και έκανε τρία παιδιά. Δεν ξέχασε όμως τα όνειρά της και λίγο καιρό μετά, πήρε διαζύγιο από τον σύζυγο της και ξεκίνησε μια νέα ζωή.

Σπούδασε πιάνο στην Αθήνα, ζωγραφική και διακόσμηση στο Παρίσι, σκηνογραφία και ενδυματολογία κοντά στον Γιάννη Τσαρούχη και υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης, με δάσκαλο τον Κάρολο Κουν. Το αυστηρό βλέμμα, η κοφτή φωνή, τα σουφρωμένα χείλη συνέθεταν την τέλεια εικόνα της κακιάς.

Ο κόσμος είχε ταυτίσει τόσο πολύ την ηθοποιό με τον ρόλο της, που πολλές φορές η ίδια νόμιζε ότι θα της επιτεθούν. «Ένιωθες πως θα με σκίσουν, αν με δουν μπροστά τους», είχε πει σε συνέντευξή της ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές, που οι αντιδράσεις του κόσμου τρόμαζαν τον σύζυγό της.

Παρόλο που είχε ταυτιστεί με την κακία και πολύς κόσμος τη μισούσε, η Καββαδία αναγνώριζε ότι ο ρόλος αυτός την έκανε γνωστή και της άνοιγε πόρτες στον κινηματογράφο. Αγαπούσε τον χαρακτήρα που ερμήνευε κι ας μην έμοιαζε με τον πραγματικό της. Στη ζωή της δεν ήταν ποτέ κακιά Πολλές φορές γινόταν αυστηρή, αλλά μόνο με το βλέμμα και όχι με τα λόγια.

Έτσι τρόμαζε και τα εγγόνια της, όταν ήταν μικρά και έκαναν αταξίες. Πολυπράγμων ήταν και στα επαγγελματικά της, αφού εκτός από το θέατρο και τον κινηματογράφο, εργάστηκε στο ραδιόφωνο, γράφοντας κείμενα για μια γυναικεία εκπομπή και σε περιοδικά και εφημερίδες, κάνοντας ελεύθερο και καλλιτεχνικό ρεπορτάζ. Αργότερα, ασχολήθηκε και με μεταφράσεις κειμένων.

Ποτέ δεν ερχόταν σε ρήξη με τους συναδέλφους και τους προϊσταμένους της. Έφερνε εις πέρας όλες τις αρμοδιότητές της, χωρίς εντάσεις και ίντριγκες.

Μετά το διαζύγιο με τον πρώτο της άντρα, παντρεύτηκε ξανά και ήταν πολύ αγαπημένη με τον νέο της σύζυγο. Μόνο όταν ακουγόταν το «3,2,1 πάμε» και χτυπούσε η κλακέτα, η Τασσώ μεταμορφωνόταν. Από καλή κόρη, μητέρα, σύζυγος και συνεργάτης, γινόταν κακιά και αδίστακτη γυναίκα.

Η Τασσώ Καββαδία γεννήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 1921. «Η Αμαρτία της Ομορφιάς», ελληνική δραματική ταινία από το 1972. Εκεί ακούγεται μια από τις πιο δυνατές ατάκες: η ομίχλη του Λονδίνου. Και η έκρηξη ενάντια στη Μπέτυ Λιβανού. ...

Πορτραίτα

Η σειρά ταινιών κινηματογραφήθηκε από τους πρωτοπόρους αδερφούς Λυμιέρ, Ωγκύστ και Λουί.
Αναΐς Παρίση

Μια συλλογή από υψηλής ποιότητας αριστοτεχνικές εκτυπώσεις από την καρδιά της Μπελ Επόκ, στο Παρίσι, από το 1896 έως 1900. Κρατήθηκε το footage σε ένα φυσικό ρυθμό και προστέθηκε ήχος για την ατμόσφαιρα.

Αυτή σειρά ταινιών κινηματογραφήθηκε από την εταιρεία Λυμιέρ, των αδερφών Ωγκύστ και Λουί.

Οι αδελφοί Λυμιέρ, Λουί Ζαν (5 Οκτωβρίου 1864 – 6 Ιουνίου 1948) και Ωγκύστ Μαρί Λουί Νικολά (19 Οκτωβρίου 1862 – 10 Απριλίου 1954), ήταν Γάλλοι κινηματογραφιστές και εφευρέτες, δημιουργοί του κινηματογράφου (cinematographe), μίας μηχανής λήψης, εκτύπωσης και προβολής του φιλμ.

Δείτε στο 0:08 τον Καθεδρικό Ναό της Παναγίας των Παρισίων (1896)

Στο 0:58 τη Γέφυρα Άλμα (1900)
Στο 1:37 τη λεωφόρο Champs-Élysées (1899)
Στο 2:33 την Place de la Concorde (1897)
Στο 3:24 το πέρασμα μιας πυροσβεστικής (1897)
Στο 3:58 τον κήπο Tuileries (1896)
Στο 4:48 κινούμενος διάδρομος στην Έκθεση του Παρισιού (1900)
Στο 5:24 τον πύργο του Άιφελ από τον Σικουάνα (1897)

Δείτε το υπέροχο βίντεο-ταξίδι στον χρόνο:

Πορτραίτα

Τζέιν Όστιν: «Θα μπορούσα εύκολα να συγχωρήσω την περηφάνια του, αν δεν είχε συντρίψει τη δική μου»
H γυναίκα που έγραψε τα πιο εύστοχα, διαχρονικά λογοτεχνικά «manuals» για τον έρωτα και τις σχέσεις φαίνεται πως ερωτεύτηκε μία και μοναδική φορά. Με έναν νεαρό φοιτητή της Νομικής, που γνώρισε, στα 21 της, τα Χριστούγεννα του 1796. Δεν τον ξέχασε ποτέ.

Πέρυσι, συμπληρώθηκαν 200 χρόνια από το θάνατό της. Η μνήμη της, τιμήθηκε σε δεκάδες εκδηλώσεις, εκθέσεις, εκδόσεις, φεστιβάλ, λέσχες ανάγνωσης, και η πατρίδα της, υποκλίθηκε βαθιά στο έργο της. Το πρόσωπό της, πλέον, κοσμεί το εγγλέζικο χαρτονόμισμα των 10 λιρών, θυμίζοντας στον κόσμο πως η «θεία Jane» είναι ένα φαινόμενο, τουλάχιστον κατά τούτο: η δημοφιλία που γνωρίζει τα τελευταία χρόνια είναι ασύλληπτη. Το ίδιο και η διείσδυση που έχει στην pop κουλτούρα. Τεράστια, σχεδόν, δυσανάλογη του όγκου του έργου της: Έξι, μόλις, (ολόκληρα) μυθιστορήματα, μερικά ημιτελή, κάμποσα διηγήματα, μικρές παρωδίες και επιστολές -αυτό παρέδωσε στην ανθρωπότητα η Jane Austen, η κόρη ενός εφημέριου από το βαρετό Στίβεντον του Χάμσαϊρ.

Μόνο τέσσερα από τα μυθιστορήματά της -τα «παιδιά» της, όπως τα έλεγε- εκδόθηκαν όσο ζούσε: τα «Λογική και ευαισθησία» «Περηφάνια και προκατάληψη» «Μάνσφιλντ Παρκ», και «Έμμα», ενώ άλλα δύο (το «Πειθώ» και το «Αββαείο Νορθάνγκερ») κυκλοφόρησαν μετά το θάνατό της, το 1818, σε έναν ωραίο τόμο, που είχε επιμελήθηκε ο αγαπημένος αδελφός της, Henry. Από όλα (εκτός από τα δύο τελευταία) απουσίαζε η υπογραφή της, μιας και, εκείνα τα χρόνια, ήταν, φυσικά, αδιανόητο, για μια αστή δεσποινίδα, να ασχολείται με τη συγγραφή ή - το χειρότερο - να κερδίζει χρήματα απ’αυτή. Αν η Jane μάθαινε πως έκτοτε, τα βιβλία της έχουν κάνει δεκάδες ανατυπώσεις, πως έχουν γίνει σίριαλ, ταινίες, και πως αποσπάσματά τους είναι logo σε T-shirt, κούπες, και κάθε είδους παραφερνάλια, το έβρισκε πιθανότατα υπερβολικά κολακευτικό. Και σίγουρα κάπως περίεργο.

Αλλά έτσι κι αλλιώς και η ίδια η Jane Αusten ήταν ένα μεγάλο «παράδοξο». Γεννήθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 1775 -ήταν το έβδομο, από τα οκτώ παιδιά του αγγλικανού ιερωμένου George Austen και της Cassandra Leigh, της οποίας η οικογένεια είχε αριστοκρατικές καταβολές. Υπήρξε ασθενικό μωρό, παιδί με εύθραυστη υγεία. Αν και ανήκε σε μια αξιοσέβαστη οικογένεια αστών, της μεσαίας τάξης, δεν ήταν εύπορη. Όσο για την μόρφωσή της, ήταν μάλλον πενιχρή.

Όταν η Jane ήταν 9-10 χρονών, στάλθηκε, μαζί με την Cassandra, στην Οξφόρδη, για να μαθητεύσει κοντά σε κάποια κυρία Ann Cawley, όμως ξέσπασε μια επιδημία τύφου, τα δυό κορίτσια αρρώστησαν βαριά, παραλίγο να πεθάνουν και, εν τέλει, επέστρεψαν στο πατρικό τους. Στη συνέχεια, η Jane έκανε μαθήματα στο σπίτι, και σε ένα επαρχιακό οικοτροφείo: μουσική, χορό, λίγο θέατρο, λίγο κέντημα, γαλλικά, ιταλικά -τα στοιχειώδη για ένα ανύπαντρο κορίτσι της τάξης της, με μέτρια ομορφιά, μηδαμινό εισόδημα και μάλλον ασήμαντη καταγωγή. «Σχολείο» της υπήρξε, κατά κύριο λόγο η πλούσια βιβλιοθήκη του λόγιου πατέρα της. Διάβαζε ασταμάτητα από παιδί, ιδιαίτερα τα έργα του Henry Fielding, του Laurence Sterne, του Samuel Richardson και του Walter Scott. Καταπώς φαίνεται, η οικογένειά της ενθάρρυνε «τον ανοιχτό διάλογο, την κριτική και τις πνευματικές αναζητήσεις» κι έτσι από νωρίς, πριν καν κλείσει τα 12 -ενθαρρυμένη και από τον George Austen- η Jane άρχισε να γράφει: ποιήματα και ευθυμογραφικές ιστορίες, κείμενα για τις διασκεδαστικές «θεατρικές βραδιές» των Austens, ακόμα και μια σατιρική βιογραφία της βασίλισσας Εlizabeth. (σ.σ. Όλα αυτά, συγκεντρώθηκαν αργότερα σε έναν τόμο με τις πρώιμες δουλειές της υπό τον τίτλο «Juvenilia»).

Φαίνεται πως, παρά την ήσυχη ζωή της, η Jane είχε προσωπικότητα ζωηρή και πνευματώδη. Εκτός από το γράψιμο, λάτρευε τη μουσική, το πιάνο της, το χορό, τη γλυκιά ρουτίνα της ζωής στην εγγλέζικη εξοχή. Όταν, το 1801, ο κύριος Αusten αποφάσισε να παραχωρήσει το πρεσβυτέριο στον ένα του γιο, που είχε μόλις χειροτονηθεί, και να μετακομίσει με όλη του την οικογένεια στο Μπαθ, η αντίδραση της Jane σε αυτό το νέο, ήταν, σχεδόν, δραματική λιποθύμησε! Απεχθανόταν τη ζωή στην κοσμική, πολύβουη λουτρόπολη και όσο και αν οι γονείς της, προσπαθούσαν να την «σύρουν» σε χορούς και κοινωνικές εκδηλώσεις, με την ελπίδα μιας «καλής γνωριμίας» και ενός πλούσιου γάμου, εκείνη αντιστεκόταν σθεναρά. Προτιμούσε να κάθεται σπίτι και να μελετά στο πιάνο της. Ή να χάνεται σε μακρινούς, μοναχικούς περιπάτους. Και, δυστυχώς, σταμάτησε να γράφει…
Μετά τον θάνατο του George Austen, το 1805, η Jane, η Cassandra και η μητέρα τους -τρείς γυναίκες, μόνες, χωρίς ουσιαστικά κανένα έσοδο, οι οποίες ζούσαν από τη γενναιοδωρία των συγγενών τους- μετακόμισαν στο Σαουθάμπτον, για να εγκατασταθούν, τελικά, σε μια αγροικία, στο γραφικό Τσότον του Χαμσάιρ το 1809. Παρά τις οικονομικές δυσκολίες, η Jane ήταν, επιτέλους, πάλι ευτυχής. Ανενόχλητη πια, άφησε στην Cassandra το νοικοκυριό, κι εκείνη ασχολήθηκε με το αγαπημένο της γράψιμο, δίνοντας, επιτέλους την τελική μορφή, στα μυθιστορήματα που θα γίνονταν ο πυλώνας του έργου της.

Tα γραπτά της, αν και άρεσαν στους αναγνώστες δεν της έφεραν -τότε- ούτε δόξα, ούτε πολλά χρήματα, παρά μόνο λιγοστές, συμπαθητικές κριτικές. Λέγεται πως συνήθιζε να γράφει σε μικρά κομματάκια χαρτιού και πως όταν άκουγε το τρίξιμο της μεσόπορτας που οδηγούσε στο σαλονάκι/καθιστικό της, έκρυβε τα χαρτιά στο σεκρετέρ και παρίστανε πως ασχολιόταν με κάτι άλλο. Δεν ήθελε κανένας να γνωρίζει γι’ αυτό το εκκεντρικό της «χόμπι», ούτε καν οι υπηρέτες. Λέγεται επίσης πως διασκέδαζε με την ανωνυμία της και πως απολάμβανε να διαβάζει αποσπάσματα των δημοσιευμένων έργων της σε λογοτεχνικές βραδιές ή κοινωνικές συναθροίσεις. «Ρουφούσε», κοκκινίζοντας στα κρυφά, τα επαινετικά σχόλια των καλεσμένων, οι οποίοι, φυσικά, δεν ήξεραν πως η ίδια ήταν η συγγραφέας…

Δυστυχώς, το 1816, αρρώστησε βαριά και εξασθένησε. Ακόμα κι έτσι, δεν έπαψε, καθ' όλη τη διάρκεια της ασθένειάς της να γράφει. Κι όταν ήταν πια πολύ αδύναμη για να κρατήσει την πένα, έγραφε με μολύβι. Πέθανε στις 18 Ιουλίου του 1817, μετά από ένα χρόνο επώδυνης νοσηλείας (σ.σ. εικάζεται πως έπασχε από λέμφωμα Hodgkin, δηλαδή μια μορφή αιματολογικού καρκίνου, αν και άλλες μελέτες τη θέλουν να πάσχει από νόσο του Άντισον, ή να πεθαίνει δηλητηριασμένη από αρσενικό που το έπαιρνε μέσα σε φάρμακο για τους ρευματισμούς), στο Γουίντσεστερ, όπου είχε μετακομίσει για να βρίσκεται κοντά στον γιατρό της, και θάφτηκε εκεί. Ήταν μόλις 41 ετών.

Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΕΡΩΤΕΥΤΗΚΕ

Ρεαλιστικό, μεστό, το έργο της Jane Austen βρίθει από ζωηρούς, «σάρκινους» χαρακτήρες. Οι ηρωίδες της «αναπνέουν» στο χαρτί, είναι τολμηρές, ενεργητικές, επιλέγουν με σοφία την μοίρα τους. Αυτές οι ασυνήθιστες γυναίκες, αλλά και τα διεισδυτικά ψυχολογικά πορτραίτα, ανθρώπων, από όλο το κοινωνικό-πολιτικό φάσμα, είναι το ένα στοιχείο, που κάνει το έργο της Αusten ξεχωριστό. Το άλλο είναι ο τρόπος με τον οποίο «χαρτογράφησε» -με πικρία, καθαρότητα, με καυστική, λεπτή ειρωνεία- τον έρωτα και τις σχέσεις, σε μια κοινωνία όπου ο γάμος ήταν, κατά κανόνα, ένα φτηνό μέσο συναλλαγής.

Η ίδια η Jane δεν παντρεύτηκε ποτέ. Είναι, επίσης, μάλλον απίθανο να είχε ερωτική ζωή -στην πραγματικότητα, ελάχιστα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε γι’αυτήν. Αν και όσο ζούσε, η Jane Austen υπολογίζεται πως έγραψε γύρω στα 3.000 γράμματα, μόνο 160 διασώθηκαν. (Φαίνεται πως, γύρω στο 1843 η αδελφή της, η Cassandra έκαψε, κατέστρεψε ή λογόκρινε το μεγαλύτερο μέρος της επιστολογραφίας της, έτσι ώστε να μην πέσουν σε αδιάκριτα μάτια, τα «τολμηρά σχόλια της Jane για συγγενείς ή μέλη της οικογένειας»…). Δεν γνωρίζουμε καν πως έμοιαζε, παρότι, από περιγραφές των οικείων της και από ένα μικρό πορτρέτο της, φαίνεται πως ήταν ένα απλό, ασχημούλικο κορίτσι: στρογγυλοπρόσωπη, με ανοιχτά καστανά μάτια, καστανά μαλλιά, και έξυπνο -όπως λένε όσοι την γνώρισαν από κοντά- διαπεραστικό βλέμμα.

Είναι σίγουρο, πάντως, πως είχε ερωτευτεί, τουλάχιστον μια φορά. Το 1796, όταν ήταν 21 ετών, είχε σκανδαλίσει τη μικρή κοινωνία του Στίβεντον, χορεύοντας και φλερτάροντας απροκάλυπτα, με έναν νεαρό Ιρλανδό, τελειόφοιτο της Νομικής, τον Tom Lefroy, ο οποίος βρισκόταν στην περιοχή, επισκεπτόμενος συγγενείς και φίλους της οικογένειας Αusten, για τα Χριστούγεννα. Στις επιστολές της προς την Cassandra, εκείνο το διάστημα η Jane έγραφε: «Σχεδόν φοβάμαι να σου πω πώς συμπεριφερθήκαμε εγώ και ο Ιρλανδός φίλος μου. Φαντάσου μόνη σου οτιδήποτε τολμηρό και σοκαριστικό μπορεί να περιλαμβάνει ένας χορός, ή το να κάθεσαι μαζί με κάποιον…»
Σε άλλο γράμμα, η ίδια περιέγραφε τον Tom ως «όμορφο και ευχάριστο νεαρό άντρα, με εμφάνιση τζέντλεμαν, ενώ αλλού έκανε λόγο για μια «προσφορά» που περίμενε από τον νεαρό της φίλο, στον οποίο έμοιαζε πρόθυμη να εμπιστευτεί το μέλλον της. Και σε ένα ακόμα γράμμα, σημείωνε με ελαφρά περιπαικτικό ύφος: «Θα έρθει η ημέρα που θα φλερτάρω για τελευταία φορά με τον Tom Lefroy -όταν θα λάβεις αυτή την επιστολή όλα θα έχουν τελειώσει. Τα δάκρυά μου τρέχουν, καθώς γράφω, με αυτή την ιδέα, την κάπως μελαγχολική…»

Η Jane είχε προβλέψει σωστά. Λίγες μέρες μετά τα Χριστούγεννα, στα μέσα Γενάρη, η οικογένεια Lefroy επενέβη και έδωσε τέλος στην «επικίνδυνη» συναναστροφή του Tom με την δεσποινίδα Austen. Παρά τα τρυφερά τους αισθήματα, ο έρωτας και -ιδίως- ο γάμος, στην περίπτωση της Jane Αusten και του Tom Lefroy ήταν μια απίθανη, διόλου πρακτική ιδέα. Κανένας από τους δυό νέους δεν είχε προσωπική περιουσία, ο δε Tom στηριζόταν στην ευεργεσία ενός μακρινού θείου, για να ολοκληρώσει τις σπουδές του και να σταδιοδρομήσει. Η Jane δεν τον ξαναείδε ποτέ, αν και -όπως φαίνεται από τις επιστολές της- τον σκεφτόταν συχνά, για αρκετά χρόνια μετά τον χωρισμό τους.

Ίσως να τον σκεφτόταν και το 1802, όταν στα 29 της -ήδη, μια γεροντοκόρη πια, για τα μέτρα της εποχής- η δεσποινίς Jane Austen δέχτηκε τη μια και μοναδική πρόταση γάμου της ζωής της. Ένας οικογενειακός φίλος, ο Harris Bigg- Wither, έξι χρόνια νεότερός της, εύπορος, με κοινή εμφάνιση και ελαφρώς χυδαία συμπεριφορά, ζήτησε το χέρι της. Η Jane τον γνώριζε από τότε που ήταν παιδιά. Δέχτηκε την πρόταση αναγνωρίζοντας πως ο γάμος με έναν πλούσιο άντρα, θα της πρόσφερε πολλά «πρακτικά» πλεονεκτήματα: στο εξής δεν θα την βάραιναν πια οι αγωνίες της επιβίωσης, θα μπορούσε να προσφέρει στους γονείς της ήσυχα γεράματα, στην αδελφή της ένα σπίτι, ενίσχυση στα αδέλφια της. Ωστόσο το επόμενο πρωί, μετάνιωσε και απέσυρε τη συγκατάθεσή της, χωρίς να δώσει καμία εξήγηση. Γράφτηκε πως ίσως να προτίμησε την ήσυχη ζωή στο πλευρό της αδελφής της, αντί για τις υποχρεώσεις της συζύγου και της μητέρας. Αλλά η αλήθεια ίσως να κρύβεται σε μια επιστολή της Jane, προς μια μικρανιψιά της, την Fanny Knight, που της είχε γράψει, ζητώντας επίσης τη συμβουλή της, ως προς το αν έπρεπε ή όχι να δεχτεί μια πρόταση γάμου: «Οτιδήποτε άλλο είναι προτιμότερο και πιο ανεκτό, από το να παντρευτείς έναν άντρα χωρίς αγάπη…»

ΜΕΡΙΚΑ ΑΠΟ ΤΑ ΩΡΑΙΟΤΕΡΑ ΤΣΙΤΑΤΑ ΤΗΣ JANE AUSTEN
«Υπάρχουν τόσες μορφές έρωτα όσα λεπτά υπάρχουν στο χρόνο»
«Η φαντασία της γυναίκας είναι πολύ γρήγορη. Περνάει αστραπιαία από το θαυμασμό στην αγάπη, από την αγάπη στο γάμο»
«Ο πόνος, η ελπίδα, η ανάγκη που γεννά ο έρωτας έχουν την ίδια δύναμη και ένταση όσα χρόνια και αν περάσουν».
«Αν σ’ αγαπούσα λιγότερο, θα μπορούσα ίσως να μιλώ γι’ αυτό περισσότερο».
«Υπάρχουν άνθρωποι που όσο περισσότερα κάνεις γι’ αυτούς, τόσο λιγότερα κάνουν για τον εαυτό τους».
«Ο εγωισμός πρέπει πάντα να συγχωρείται, ξέρετε, επειδή δεν υπάρχει ελπίδα θεραπείας».
«Δεν θέλω οι άνθρωποι να είναι καλόβολοι, γιατί έτσι γλιτώνω από τον κόπο να τους συμπαθήσω».
«Αυτοί που δεν παραπονιούνται, δεν τους λυπούνται ποτέ».
«Θα μπορούσα εύκολα να συγχωρήσω την περηφάνια του, αν δεν είχε συντρίψει τη δική μου».
«Η ματαιοδοξία όταν δουλεύει σε ένα αδύναμο μυαλό, δημιουργεί προβλήματα κάθε είδους».
«Το μεγάλο εισόδημα είναι η καλύτερη συνταγή για την ευτυχία από όσες έχω ακούσει»
«Η ζωή μοιάζει να είναι μια γρήγορη εναλλαγή από πολυάσχολα τίποτα».
«Στον έρωτα, είμαστε όλοι ανόητοι».

Πορτραίτα

«Η Ελληνίδα υπερδραστήρια Ψυχολόγος – Παιδοψυχολόγος. Σας γνωρίζει το παιδί σας!»
Ψυχολόγος, Παιδοψυχολόγος

Η Αλεξάνδρα Καππάτου γεννήθηκε στο Αργοστόλι της Κεφαλλονιάς και είναι γόνος του Αντώνη και της Μαρίκας. Έχει νυμφευτεί τον Νικόλαο Κουτρούμπα (Φιλόλογος, Συγγραφέας) και έχουν αποκτήσει ένα παιδί τον Έκτορα.

Είναι απόφοιτη της Σχολής Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου της Αμιένης – Γαλλία, με κατεύθυνση στην κλινική ψυχολογία και την παιδοψυχολογία – Η πρακτική της άσκηση πραγματοποιήθηκε στο Hôspital Psychiatrique του Picardie, στο Pavillon Les Brueres με επόπτη το Philippe Mahaut με βασικούς άξονες τη μελέτη περιπτώσεων ασθενών με ψυχικές διαταραχές, τη χορήγηση ψυχομετρικών δοκιμασιών και τη ψυχολογική στήριξη των ασθενών.

Το 1986, ολοκληρώνοντας τις σπουδές της επιστρέφει στην Ελλάδα και άμεσα αρχίζει να δραστηριοποιείται επαγγελματικά στην Αθήνα ως Ψυχολόγος-Παιδοψυχολόγος.

Από το 1986 μέχρι σήμερα έχει παρακολουθήσει πλήθος εκπαιδευτικών σεμιναρίων και συνεδρίων για διάφορους τομείς της ψυχολογίας. Το 1986-1988 συνεργάζεται με την ιδιωτική Σχολή Βρεφονηπιαγωγών Π.Ε.Β.Ε.Σ. ως καθηγήτρια των μαθημάτων Εξελικτικής και Κλινικής Ψυχολογίας και παράλληλα εργάζεται στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Παιδαγωγικής για παιδιά με ειδικές ανάγκες ως Υπεύθυνη κατάρτισης θεραπευτικών προγραμμάτων των παιδιών και μέλος της επιστημονικής του ομάδας. Το 1989 – 1992 συμμετείχε στη δημιουργία του Πρότυπου Ψυχολογικού Κέντρου και διετέλεσε υπεύθυνη της μονάδας Παιδιών και Εφήβων. Την ίδια περίοδο δημιούργησε το Ψυχοδιαγνωστικό και Συμβουλευτικό Κέντρο με σκοπό την ανάδειξη, πρόληψη και αντιμετώπιση προβλημάτων ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων.

Μια σημαντική δραστηριότητα του Ψυχοδιαγνωστικού και Συμβουλευτικού Κέντρου μέχρι το 2003 ήταν οι ειδικές θεραπείες που πραγματοποιούνταν σε παιδιά με νοητική στέρηση, ΔΕΠ-Υ, μαθησιακές δυσκολίες, διαταραχές συμπεριφοράς, διαταραχή αυτιστικού φάσματος από επιστημονική ομάδα υπό την εποπτεία της, που αποτελούταν από λογοθεραπευτές, ειδικούς παιδαγωγούς, εργοθεραπευτές και art therapists.

Το χρονικό διάστημα 1988-1999 οργάνωσε πλήθος ενημερωτικών σεμιναρίων που παρακολούθησαν τουλάχιστον δύο χιλιάδες εκπαιδευτικοί σχετικά με θέματα παιδικής και εφηβικής ψυχολογίας. Από το 1989 μέχρι σήμερα έχει συνεργαστεί με δεκάδες ιδιωτικούς παιδικούς σταθμούς, νηπιαγωγεία και δημοτικά σχολεία στο τομέα της πρόληψης και αξιολόγησης των μαθητών και ως εισηγήτρια σεμιναρίων για γονείς σε θέματα της ειδικότητας της. Από το 1989 έχει δυναμική παρουσία στα μέσα μαζικής επικοινωνίας, μέσα από πλούσια αρθρογραφία, αλλά και πολυάριθμες τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές παρεμβάσεις, αναδεικνύοντας προβλήματα ψυχικής υγείας παιδιών – εφήβων και τις σχέσεις γονιών – παιδιών.

Έχει αναπτύξει σημαντική συγγραφική δραστηριότητα. Τα βιβλία που έχει εκδώσει, χαρακτηρίζονται από εγκυρότητα και προσιτό συγγραφικό ύφος, αν κρίνει κανείς από τη μεγάλη αποδοχή του αναγνωστικού κοινού. Η προσωπική της ιστοσελίδα αποτελεί έναν ενημερωτικό ιστότοπο σε θέματα που άπτονται σ’ όλους τους τομείς ψυχολογίας. Πρόκειται για έναν εύχρηστο διαδικτυακό τόπο, όπου οι γονείς μπορούν να αντλούν έγκυρες πληροφορίες, αλλά και να ενημερώνονται για έρευνες και θέματα επικαιρότητας, που αφορούν παιδιά, εφήβους και ενήλικες.

Είναι η πρώτη ψυχολόγος στη χώρα που από το 1989 μέσα από τη πλούσια επαγγελματική της δραστηριότητα συστηματικά γνωστοποίησε στο ευρύ κοινό προβλήματα παιδικής και εφηβικής ψυχολογίας και συνετέλεσε καθοριστικά στην ενημέρωση και εξοικείωση του κοινού με το λειτούργημα και το ρόλο του ψυχολόγου. Τα βιβλία της αναλύουν και αποδίδουν θέματα που άπτονται του ευρύτερου επιστημονικού της ενδιαφέροντος με εύληπτο τρόπο. Το «Γνωρίστε το παιδί σας» που εκδόθηκε το 1999, αποτέλεσε ένα σημαντικό συμβουλευτικό οδηγό για γονείς. Η γνώμη της έχει βαρύνουσα σημασία για κάθε σοβαρό κοινωνικό γεγονός που αφορά την ψυχολογία παιδιών και εφήβων και της ζητείται να τοποθετηθεί δημόσια.

Έχει δώσει περίπου 400 διαλέξεις σε επιστημονικούς συλλόγους, φιλανθρωπικά σωματεία και οργανισμούς σε όλη την χώρα. Έχει επίσης συμμετάσχει ως εισηγήτρια τουλάχιστον σε 100 επιστημονικές ημερίδες. Περίπου 2.500 άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε έγκριτες εφημερίδες, περιοδικά και ιστότοπους. Είναι συγγραφέας των βιβλίων: «Παιδιά στην εφηβεία, γονείς σε κρίση», εκδ. Μίνωας 2014, «Οι γονείς χωρίζουν» (εκδ. Μίνωας 2013), «Οι γονείς κάνουν τη διαφορά!» (εκδ. Μίνωας 2013), «Μεγαλώστε ευτυχισμένα παιδιά» (αναθεωρημένη έκδοση: εκδ. Μίνωας, 2013, εκδ. Μοντέρνοι καιροί, 2003), «Παίρνω ΔΙΑΖΥΓΙΟ – Τι θα πω στο παιδί μου» (εκδ. Μοντέρνοι καιροί, 2011), «Εφηβεία» (εκδ. Μοντέρνοι καιροί, 2007), «Γνωρίστε το παιδί σας» (εκδ. Μοντέρνοι καιροί, 1999). Από το 2014 μέχρι σήμερα ανά έτος συγγράφει τα ιδιαίτερα επιτυχημένα ημερολόγια για γονείς που περιλαμβάνουν χρηστικές πληροφορίες και έρευνες για τις σχέσεις γονιών παιδιών, τα όρια, τον ύπνο, το διαζύγιο, την αυτοεκτίμηση, το σχολείο κλπ., που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μίνωας. Επίσης, έχει επιμεληθεί το βιβλίο της Ένωσης Κλινικής Σεξολογίας της Ισπανίας, «Το πρώτο μου βιβλίο για το σεξ» (εκδ. Μίνωας, 2013) και το βιβλίο της Joanna Cole «Μεγαλώνω και ρωτώ για το σεξ» (εκδ. Μοντέρνοι καιροί, 1998).

Είναι μέλος του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων.

Στο χρόνο που διαθέτει για την ίδια, ασχολείται με το διάβασμα, τις εκδρομές, την μουσική και την διακόσμηση. Γνωρίζει Αγγλικά και Γαλλικά.

E-Mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Ιστοσελίδα: www.akappatou.gr

whoiswhogreece.com

Πορτραίτα

Ελληνίδα υψίφωνος, η απόλυτη ντίβα στο χώρο του λυρικού θεάτρου. Με τα μοναδικά φωνητικά και υποκριτικά της προσόντα ανανέωσε την όπερα και το ρεπερτόριό της, ιδιαίτερα το ιταλικό «μπελ-κάντο». Αποτελεί σημείο αναφοράς για κάθε τραγουδίστρια της όπερας, που φιλοδοξεί να κερδίσει από τους ειδικούς και το κοινό τον τίτλο της «νέας Κάλλας».

Η Μαρία Σοφία Άννα Καικιλία Καλογεροπούλου, όπως ήταν το πλήρες ελληνικό όνομά της, γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου του 1923 στη Νέα Υόρκη. Ήταν κόρη του φαρμακοποιού Γεωργίου Καλογερόπουλου από τον Μελιγαλά Μεσσηνίας και της Ευαγγελίας (Λίτσας) Δημητριάδη από τη Στυλίδα Φθιώτιδος. Οι γονείς της είχαν μετακομίσει στην αμερικανική μεγαλούπολη προς αναζήτηση καλύτερη τύχης.

Από νωρίς άρχισε να ασχολείται με τη μουσική, παίρνοντας τα πρώτα μαθήματα πιάνου-σολφέζ και σε ηλικία 11 ετών κέρδισε το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό παιδικών φωνών. Το 1937 εγκαταστάθηκε με τη μητέρα της και τη μεγάλη αδελφή της στην Αθήνα, μετά το διαζύγιο των γονιών της και εγγράφηκε στο Εθνικό Ωδείο, με δασκάλους τη Μαρία Τριβέλλα (τραγούδι), την Ήβη Πανά (πιάνο) και τον Γεώργιο Καρακαντά (μελοδραματική). Ο πρώτος ρόλος της ήταν η «Σαντούτσα» στην όπερα του Μασκάνι «Καβαλερία Ρουστικάνα», σε μία παράσταση των μαθητών του ωδείου. Το 1939 εγγράφηκε στο Ωδείο Αθηνών στην τάξη τραγουδιού της διάσημης Ελβίρα ντε Ιντάλγκο (σημαντική τραγουδίστρια της όπερας στις αρχές του 20ου αιώνα), κοντά στην οποία γνώρισε την υψηλή τεχνική των ρόλων του ιταλικού ρομαντικού ρεπερτορίου.

Το 1940 προσλήφθηκε στη Λυρική Σκηνή του τότε Βασιλικού Θεάτρου και το 1941 πρωτοεμφανίστηκε ως «Βεατρίκη» στην οπερέτα Βοκκάκιος του Σουπέ. Στη συνέχεια και ως το 1945 πρωταγωνίστησε στην Τόσκα (1942, 1943), στον Κάμπο του Ντ' Αλμπέρ (1944, 1945), στην Καβαλερία Ρουστικάνα (1944), στον Πρωτομάστορα του Μανώλη Καλομοίρη (1944, το μόνο ελληνικό έργο που τραγούδησε), στον Φιντέλιο του Μπετόβεν (1944) και την οπερέτα Ο Ζητιάνος Φοιτητής του βιεννέζου συνθέτη Καρλ Μιλέκερ (1945).

Τον Σεπτέμβριο του 1945 επέστρεψε στη γενέτειρά της, όπου ζούσε ο πατέρας της, για να προωθήσει τη διεθνή της καριέρα, αλλάζοντας το επίθετό της σε Κάλλας. Παρότι έμεινε άνεργη έως το 1947, δεν το έβαλε κάτω και μετά από μία επιτυχημένη ακρόαση της ανέθεσαν να τραγουδήσει την «Τζιοκόντα» στην ομώνυμη όπερα του Αμίλκαρε Πονκιέλι στην Αρένα της Βερόνας, έναν από τους σπουδαιότερους λυρικούς χώρους της Ιταλίας. Αν και γλίστρησε στη γενική δοκιμή και στραμπούληξε τον αστράγαλό της, κατάφερε να κάνει με επιτυχία το πρώτο σημαντικό βήμα της σταδιοδρομίας της στις 2 Αυγούστου του 1947.

Η Μαρία Κάλλας με τον Τζιανμπατίστα Μενεγκίνι

Μαέστρος της παράστασης ήταν ο διάσημος Τούλιο Σεραφίν, ο οποίος θαύμαζε τη φωνή της και έγινε δάσκαλός της, διευρύνοντας τους τεχνικούς και ερμηνευτικούς της ορίζοντες. Όμως, στη Βερόνα ζούσε και ο βιομήχανος Τζιανμπατίστα Μενεγκίνι, που τη λάτρεψε, όχι μόνο ως καλλιτέχνιδα, αλλά και ως γυναίκα. Έτσι, στις 21 Απρλίου του 1949, η Κάλλας τον παντρεύτηκε, παρότι είχε τα διπλά της χρόνια, ίσως για να αναπληρώσει συναισθηματικά την απουσία της πατρικής φιγούρας, όπως γράφτηκε.

Με τη βοήθεια του Μενεγκίνι η καριέρα της Κάλλας απογειώθηκε σε ρόλους δραματικής υψιφώνου και δραματικής κολορατούρα. Το 1951 εκπόρθησε και τη «Σκάλα» του Μιλάνου (άντρο της μεγάλης αντιπάλου της Ρενάτα Τεμπάλντι), με τους Σικελικούς Εσπερινούς του Βέρντι. Το 1954 η ευτραφής Κάλλας υποβλήθηκε σε διαιτητική θεραπεία για να χάσει κιλά και να μπορεί να ενσαρκώνει τους ρόλους της, όχι μόνο με τη φωνή της, αλλά και με το παρουσιαστικό της.

Μετά τη «Σκάλα» του Μιλάνου ήταν η σειρά της Μητροπολιτικής Όπερας της Νέας Υόρκης (ΜΕΤ) να υποκλιθεί στο φαινόμενο Μαρία Κάλλας το 1956. Η ελληνίδα ντίβα θα επιβάλλει πλήρως τους όρους της, αναγκάζοντας τον διευθυντή της Ράντολφ Μπινγκ όχι μόνο να της καταβάλλει το μεγαλύτερο ποσό που είχε πληρώσει ποτέ ο θίασος για καλλιτέχνη, αλλά και να δηλώσει ότι η πρώτη εμφάνιση της Κάλλας στη «ΜΕΤ» ήταν η πιο συναρπαστική βραδιά της ζωής του. Ο μύθος της είχε αρχίσει να δημιουργείται, βοηθούντος και του Τύπου.

Όμως, η εξαντλητική δίαιτα στην οποία είχε υποβληθεί και οι φωνητικοί ακροβατισμοί της (συχνά έφθανε στα όρια της φωνής της, ερμηνεύοντας εκ διαμέτρου αντίθετους ρόλους σε μία σεζόν ή και σε ένα ρεσιτάλ) είχαν επιπτώσεις στην ποιότητα της φωνής της, η οποία σταδιακά άρχισε να αδυνατίζει στις υψηλές νότες. Το καλοκαίρι του 1957 εμφανίστηκε στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και κυριολεκτικά αποθεώθηκε.

Από το 1958 άρχισε η καθοδική της πορεία. Τον Ιανουάριο στη Ρώμη αποχώρησε με την πρώτη πράξη της Νόρμας του Μπελίνι και αποδοκιμάστηκε από το κοινό και τον Μάιο η «Σκάλα» του Μιλάνου της διέκοψε το συμβόλαιο. Ο Τύπος άρχισε να της επιτίθεται και πολλοί βρήκαν την ευκαιρία που χρόνια ζητούσαν να χύσουν χολή στην Ελληνίδα θεά «αυτή την καλλιτέχνιδα δεύτερης κατηγορίας, που έγινε Ιταλίδα χάρη στον γάμο της, Μιλανέζα χάρη στον αδικαιολόγητο θαυμασμό μιας μερίδας του κοινού της Σκάλας, και διεθνής χάρη στην επικίνδυνη φιλία της με την Έλσα Μάξγουελ», σχολίασε με κακοήθεια η ιταλική εφημερίδα Il Giorno.

Την ίδια χρονιά συνεργάστηκε με τους Αλέξη Μινωτή και Γιάννη Τσαρούχη για μια νέα παραγωγή της Μήδειας του Κερουμπίνι στη νεότευκτη Όπερα του Ντάλας. Αυτή η παράσταση μεταφέρθηκε το 1959 στο Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου και σ’ αυτή τη θριαμβευτική «πρεμιέρα» η Κάλλας γνώρισε τον Αριστοτέλη Ωνάση, τον μεγάλο ανεκπλήρωτο έρωτα της ζωής της.

Η Μαρία Κάλλας με τον Αριστοτέλη Ωνάση

Οι εμφανίσεις της από το 1960 άρχισαν να αραιώνουν. Το καλοκαίρι του 1960 τραγούδησε Νόρμα στην Επίδαυρο και τον επόμενο χρόνο στον ίδιο χώρο Μήδεια. Η παράσταση αυτή μεταφέρθηκε και στη Σκάλα του Μιλάνου την περίοδο 1961-1962. Παρ’ όλα αυτά, η σταδιοδρομία της στα ιταλικά θέατρα είχε τελειώσει οριστικά. Το 1962 τραγούδησε Όμπερον του Βέμπερ στο Λονδίνο και οι Τάιμς έγραψαν «Τώρα πια η φωνή της μπορεί να χαρακτηριστεί άσχημη και εκτός τόνου», όμως το κοινό συνέχισε να την αποθεώνει.

Το καλοκαίρι του 1964, σε μια έξοδό της από τον Σκορπιό, παρακολουθεί μαζί με τον Ωνάση μία μουσική εκδήλωση του φεστιβάλ της Λευκάδας και εκφράζει την επιθυμία να τραγουδήσει. Βρίσκεται ένα πιάνο κι ένας νεαρός πιανίστας (ο μετέπειτα συνθέτης Κυριάκος Σφέτσας), και χωρίς πρόβα η Κάλλας τραγουδά την άρια της Σαντούτσα Voi lo sapete, o mamma («Εσείς το ξέρετε, μητέρα») από την Καβαλερία Ρουστικάνα του Μασκάνι, που ήταν και ο πρώτος ρόλος της καριέρας της στην παράσταση του Εθνικού Ωδείου το 1937. Το 1965 αποσύρθηκε οριστικά από τις λυρικές παραστάσεις, παρά την εξαιρετική Τόσκα που τραγούδησε στη Μετροπόλιταν της Νέας Υόρκης. Το κύκνειο άσμα της ήταν η Νόρμα, που ανέβηκε στο Παρίσι, στις 29 Μαΐου του 1965. Στην τρίτη πράξη της όπερας του Μπελίνι κατέρρευσε επί σκηνής και μεταφέρθηκε λιπόθυμη στο καμαρίνι της.

Στη συνέχεια προσπαθεί να βάλει μια τάξη στα προσωπικά της. Ζητά διαζύγιο από τον σύζυγό της για να παντρευτεί τον Ωνάση, ο οποίος αρνείται να της το δώσει. Το 1966 απεκδύεται την αμερικανική υπηκοότητα και λαμβάνει την ελληνική. Με αυτή της την ενέργεια λύεται και τυπικά ο γάμος της με τον Μενεγκίνι. Πλέον, ελπίζει ότι ο Αριστοτέλης Ωνάσης θα της ζητήσει να παντρευτούν, κάτι που τελικά δεν συμβαίνει, καθώς τον Ιούλιο του 1968 ο Έλληνας μεγιστάνας παντρεύεται τη χήρα του Αμερικανού Προέδρου Κένεντι, Τζακ. Αυτή του η πράξη βυθίζει σε κατάθλιψη την κορυφαία υψίφωνο.

Καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες να ξεπεράσει τα προσωπικά της προβλήματα, επανακάμπτοντας στην καλλιτεχνική δράση. Παίζει στην κινηματογραφική εκδοχή της Μήδειας του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Πιερ-Πάολο Παζολίνι (1969), ηχογραφεί δίσκους, διδάσκει όπερα στη μουσική σχολή Τζούλιαρντ της Νέας Υόρκης και δίνει ρεσιτάλ με ένα παλιό της γνώριμο, τον ιταλό τενόρο Τζουζέπε Ντι Στέφανο, που κι αυτός αντιμετώπιζε φωνητικά προβλήματα. Η τελευταία της εμφάνιση έγινε στην πόλη Σαπόρο της Ιαπωνίας στις 11 Δεκεμβρίου του 1974.

Έκτοτε, η Μαρία Κάλλας κλείστηκε στο διαμέρισμά της στο Παρίσι και τον εαυτό της. Η μεγάλη ντίβα έφυγε από τη ζωή το πρωί της 16ης Σεπτεμβρίου 1977 από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 54 ετών.

Πορτραίτα

Η Μαρίκα Παπαγκίκα γεννήθηκε στην Κω το 1890, όταν ακόμα ήταν υπό οθωμανική κατοχή. Επίσημα στοιχεία για την ημερομηνία γεννήσής της δεν υπάρχουν, εκτός από το πιστοποιητικό θανάτου της στη Νέα Υόρκη, που αναφέρει ότι γεννήθηκε την 1η Σεπτεμβρίου 1890 και πέθανε στις 2 Αυγούστου 1943. Σύμφωνα με το ίδιο πιστοποιητικό, το πατρικό της όνομα ήταν Μαρίκα Κωνσταντίνα Κατσόρη. Το όνομα του πατέρα της ήταν Αναστάσιος Κατσόρης και της μητέρας της Ανθούλα Μοντούκο, αν και η ακρίβειά τους αμφισβητείται, γιατί δεν έχουν εντοπιστεί καταγεγραμμένα σε κανένα αρχείο της Κω

 Η οικογένεια Κατσόρη (που είχε σίγουρα και άλλη μία κόρη, την Σταματία) μετανάστευσε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου πριν το 1900, όπου ξεκίνησε και η καριέρα της Μαρίκας ως τραγουδίστρια, τραγουδώντας στα νυχτερινά κέντρα για τις ελληνικές κοινότητες της Αιγύπτου.

Εκείνη την εποχή ο ελληνισμός της Αιγύπτου, ιδιαίτερα στην Αλεξάνδρεια και στο Κάιρο, -όπως και στην Σμύρνη- είχε αναδειχθεί σε σημαντική οικονομική δύναμη, με έντονη και πλούσια κοινωνική, πνευματική και καλλιτεχνική δράση. Σε μία από τις δύο αυτές πόλεις έζησε η Μαρίκα και σε ηλικία 25 ετών –ως Μαρίκα Παπαγκίκα, παντρεμένη πλέον έκανε τις πρώτες της ηχογραφήσεις.

Πηγή: www.lifo.gr

Στη θερμή σου αγκάλη σαν θα βρεθώ
λιώνω κι ηλεκτρίζομαι και μεθώ

είναι οι ολόγλυκές σου ματιές
ηλεκτρικές, ηλεκτρικές ματιές

τα ολόχρυσά σου, ξανθά μαλλιά
λιώνω και γεμίζω με φιλιά

και με ηλεκτρίζουν ηδονικά

αχ, τα μαλλιά σου τα ξανθά
’ναι ξανθά, ηλεκτρικά, ηδονικά

σε μια απόκρυφη πάμε γωνιά
που ματιά να μη μας δει καμιά

το φως το ηλεκτρικό σαν σβήσομε
κι εκεί θα ’σαι το ηλεκτρικό μου εσύ

σε μια απόκρυφη πάμε γωνιά
που ματιά να μη μας δει καμιά

το φως το ηλεκτρικό σαν σβήσομε
κι εκεί θα ’σαι το ηλεκτρικό μου εσύ

στη θερμή σου αγκάλη σαν θα βρεθώ
λιώνω κι ηλεκτρίζομαι και μεθώ

είναι οι ολόγλυκές σου ματιές
ηλεκτρικές, ηλεκτρικές ματιές

τα ολόξανθά σου, χρυσά μαλλιά
λιώνω και γεμίζω με φιλιά

και με ηλεκτρίζουν ηδονικά

αχ, τα μαλλιά σου τα ξανθά
’ναι ξανθά, ηλεκτρικά, ηδονικά

σε μια απόκρυφη πάμε γωνιά
που ματιά να μη μας δει καμιά

το φως το ηλεκτρικό σαν σβήσομε
κι εκεί θα ’σαι το ηλεκτρικό μου εσύ

σε μια απόκρυφη πάμε γωνιά
που ματιά να μη μας δει καμιά

το φως το ηλεκτρικό σαν σβήσομε
κι εκεί θα ’σαι το ηλεκτρικό μου εσύ

Πορτραίτα

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ
Ηράκλειτος, Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης εκκλησιαζόμενοι

Τ​​ο ταξίδι στην Κεφαλονιά, για τις εργασίες του ΙΑ΄ Διεθνούς Πανιόνιου Συνεδρίου, αρχίσαμε να το σχεδιάζουμε με τον Μιχάλη Κατσίγερα τρία χρόνια πριν, ανταποκρινόμενοι στην τιμητική πρόσκληση του ιστορικού Γ. Ν. Μοσχόπουλου και της Εταιρείας Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών. Ο αγαπημένος φίλος δεν πρόλαβε να ξαναταξιδέψει στο γενέθλιο νησί του. Θα καμάρωνε βλέποντας τις δύο του κόρες, την Αννα και τη Μυρτώ, άξιες εισηγήτριες σε ένα συνέδριο που η ιστορία του ξεπερνάει τον αιώνα.

Η Κεφαλονιά με τον Αγιο Γεράσιμό της είναι το πρώτο νησί που γνώρισα, στη δεκαετία του 1960. Ακολούθησε η Κέρκυρα με τον Αγιο Σπυρίδωνά της. Τα τάματα έχουν τη δική τους γεωγραφία. Για τους Αιτωλοακαρνάνες, πάντως, η Κεφαλονιά είναι ό,τι πιο οικείο νησιωτικά, χάρη και στη σύνδεση από τον Αστακό. Τη Λευκάδα την αγαπάμε επειδή είναι και δεν είναι νησί· εκτός που την προσεγγίζουμε οδικώς, έχει και κοκορέτσι, έχει και κλαρίνο, τι άλλο να θέλουν οι Ξηρομερίτες. Στο Αργοστόλι ξαναβρέθηκα ένα οχτάμηνο το 1982-1983, γραφεύς Πεζικού στο Στρατολογικό Γραφείο. Το κτίριό του, χαμηλό, με τον κηπάκο του, σώζεται ακόμα, μισή ανάσα από την πλατεία Βαλλιάνου, που την έκταση και το απογευματινό παιδομάνι της θα το ζήλευαν πολλές πόλεις. Και τα περισσότερα σπιτάκια γύρω από τη Στρατολογία κρατιούνται στην ταπεινή τους αρχοντιά, δεν τα ’φαγε η αντιπαροχή, παρά την τεράστια αύξηση του τουρισμού. Μακάρι ν’ αντέξει αυτή η «αντιαναπτυξιακή ανορθογραφία», είναι στοιχείο του χαρακτήρα του νησιού, μαζί με τις πανέμορφες παραλίες (δεν είναι μόνο ο Μύρτος, σταθερά στη δεκάδα των ευρωπαϊκών «καλλιστείων»), τη Μελισσάνη, τον Αγιογεράσιμό του, το σπίρτο των κατοίκων του.

Εχει και Αγιο Σπυρίδωνα η Κεφαλονιά. Ο ναός του, στο Αργοστόλι, σε υποδέχεται σαν φλέβα σιωπής μες στην καρδιά του πολύβουου λιθόστρωτου. Δεν συμβαίνει το ίδιο στην Κέρκυρα, όπου ο ναός του πολιούχου είναι προέκταση της αγοράς, σαν ένα επιπλέον τουριστικό αξιοθέατο. Η εκκλησία του Αργοστολίου φημίζεται για το ξυλόγλυπτο τέμπλο της (ανήκε στη μητρόπολη, που καταστράφηκε, όμως, από τον σεισμό του 1953), για να ομολογήσω ωστόσο την αμαρτία μου, στάθηκα περισσότερο, ευχάριστα έκπληκτος, στον πρόναο. Τη μεθεπομένη επέστρεψα με χαρτί και μολύβι, να βοηθήσω τη μνήμη μου.

Ποια χείρα ιστόρησε τον κατάγραφο πρόναο δεν το ξέρω, ούτε αν έλαβε σχετική εντολή ή αυτοσχεδίασε. Οποιος κι αν πήρε την εικονογραφική απόφαση πάντως, μάλλον θα γνώριζε το προηγούμενο της Μονής Φιλανθρωπηνών και το σύγγραμμα του Μεγάλου Βασιλείου «Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων». Στον πρόναο, λοιπόν, αριστερά του εισερχομένου, εικονίζονται ο Σωκράτης και ο Πλάτων, «ο μέγιστος των φιλοσόφων», σε μέγεθος φυσικό. Ανάμεσά τους μια ρήση του Αγίου Ιουστίνου του Φιλοσόφου, που αποτελεί και την εξήγηση της όλης απεικονιστικής επιλογής (ή τη «νομιμοποίησή» της απέναντι στους τυπολάτρες): «Και οι μετά λόγου βιώσαντες χριστιανοί εισί, καν άθεοι ενομίσθησαν, οίον Ελλησι μεν Σωκράτης και Ηράκλειτος και οι όμοιοι αυτοίς». Η κρίσιμη λέξη είναι ο Λόγος και το βαρύ φορτίο της τόσο στην ελληνική σκέψη (όπου πάντως η έννοιά της δεν είναι ίδια σε όλους τους φιλοσόφους) όσο και στον χριστιανισμό: «Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος». Παρότι ο Ιωάννης δεν ήταν φιλόσοφος (όπως ήταν λ.χ. ο συγκρητιστής Ελληνοϊουδαίος Φίλων ο Αλεξανδρεύς, που αποκάλεσε Λόγο την κατά Πλάτωνα ανώτατη θεϊκή δύναμη), η αρχή του ευαγγελίου του μοιάζει σαν επιτομή μιας νέας θρησκείας που δεν θέλει να κόψει βίαια τη σχέση της με τον θεολογικό στοχασμό της προχριστιανικής εποχής. Η βία, εν ονόματι μάλιστα του Θεού της ειρήνης και της αγάπης, ήρθε στους αιώνες που ακολούθησαν.

Στα δεξιά του πρόναου εικονίζονται ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος και ο Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης. Ανάμεσά τους μια ρήση με την οποία ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, στον οποίο οφείλεται η πρώτη προσπάθεια ουσιαστικής διασταύρωσης του χριστιανισμού με τον ελληνισμό, αποδίδει προπαρασκευαστικό ρόλο στη φιλοσοφία. Εύλογη η επιλογή της συγκεκριμένης φράσης, όπως άλλωστε και του αποσπάσματος που φέρει η δέλτος κάθε φιλοσόφου. Η ούτως ειπείν προχριστιανική ταυτότητα του Αριστοτέλη ορίζεται από έναν αφορισμό του έργου του «Μετά τα Φυσικά», διά του οποίου ο Σταγειρίτης προσεγγίζει τον θεό ως «ακίνητον πρώτον κινούν». Από τον Ηράκλειτο επιλέγεται μια φράση που τη διέσωσε ο Σέξτος ο Εμπειρικός και στην οποία απαντά επίσης η λέξη «λόγος»: «Του δε λόγου τούδ’ εόντος αεί αξύνετοι γίνονται άνθρωποι και πρόσθεν ή ακούσαι και ακούσαντες το πρώτον». Δηλαδή, από πάντα υπάρχει ο λόγος αυτός, οι άνθρωποι όμως δεν τον κατανοούν ούτε πριν τον ακούσουν ούτε όταν τον πρωτακούσουν. Αλλά για το ποιος ακριβώς ο λόγος «τούδε» της ηρακλείτειας σκέψης (θεμελιώδης ή ενοποιητική αρχή; θεότητα; μορφή της ύλης;) δεν συμφωνούν οι αναγνώσεις, αναγκασμένες να στηρίζονται σε σπαράγματα.

Ο οιονεί αγιογραφημένος Πλάτων κηρύσσει ότι «ο θεός αεί γεωμετρεί», άλλωστε στο υπέρθυρο της Ακαδημίας του αναγραφόταν το απαγορευτικό «μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω». Τα «Ηθικά» του Πλούταρχου μας πληροφορούν ότι «Πλάτων έλεγε τον θεόν αεί γεωμετρείν». Πώς συμπληρώθηκε η φράση, στη μορφή «Αεί ο θεός ο μέγας γεωμετρεί», και πώς προέκυψε ένας μνημονικός κανόνας που μας δίνει τον αριθμό π (ο λόγος της περιφέρειας προς τη διάμετρο ενός κύκλου) με προσέγγιση πέντε δεκαδικών ψηφίων (3,14159), βάσει του αριθμού των γραμμάτων κάθε λέξης (αεί: 3, ο: 1, θεός: 4, ο: 1, μέγας: 5, γεωμετρεί: 9), δεν το ξέρω.

Τέλος, ο Σωκράτης εμφανίζεται με λόγια από την κατά Πλάτωνα «Απολογία» του: Ακόμα κι αν λείψω εγώ, ακόμα κι αν πάψω να δουλεύω όπως δουλεύει η μύγα η φαρμακερή («μύωψ») που ερεθίζει το νωθρό άλογο, «άλλον ο θεός ημίν επιπέμψειν κηδόμενος υμών»: θα σας λυπηθεί ο Θεός και θα σας στείλει κάποιον άλλον. Ο άλλος αυτός, στη λογική του χριστιανισμού, που εννοεί τον Σωκράτη σαν προφήτη του, δεν μπορεί να είναι παρά ο Ιησούς. Επίσης, σαν προάγγελοι εμφανίζονται άλλωστε εφτά αρχαίοι σοφοί σε τοιχογραφία του 1542, στο καθολικό της Μονής Αγίου Νικολάου Φιλανθρωπηνών, που χτίστηκε το 1272 στo νησάκι της λίμνης των Ιωαννίνων: Πλάτων, Σόλων, Θουκυδίδης, Αριστοτέλης, Πλούταρχος, Χίλων ο Λακεδαιμόνιος, αλλά και –έκπληξη μέσα στην έκπληξη– Απολλώνιος ο Τυανεύς.

Ο περιοδευτής φιλόσοφος και θαυματοποιός του 1ου αι. μ.Χ., που γιάτρευε ασθενείς και ανάσταινε νεκρούς, κατά τη λαϊκή πίστη, γι’ αυτό και ορισμένοι τον αντιπαρέθεταν στον Χριστό. Γεγονός που προκάλεσε τη γραπτή οργή του εκκλησιαστικού ιστορικού Ευσέβιου από την Καισάρεια. Μια οργή που δεν τη θυμάται ο συγκρητιστής αγιογράφος της λίμνης Παμβώτιδας.

 

kathimerini.gr

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή