Ιανουαρίου 23, 2022

Πορτραίτα

Irena Sendlerowa: Το doodle της Google για την κοινωνική λειτουργό από την Πολωνία
Τα 110 χρόνια από την γέννηση της Irena Sendlerowa τιμά με το σημερινό της doodle η Google.


H Irena Sendlerowa, την οποία τιμά σήμερα η Google, γεννήθηκε στην πόλη Otwock, κοντά στη Βαρσοβία, στις 15 Φεβρουαρίου του 1910. Ο πατέρας της, Stanisław Krzyżanowski, ήταν γιατρός και πέθανε όταν η Ιρένα ήταν 7 χρονών, έχοντας προσβληθεί από τύφο καθώς φρόντιζε ασθενείς που έπασχαν από αυτήν την αρρώστια. Όσο ζούσε είχε βοηθήσει πολλούς άπορους ασθενείς μεταξύ των οποίων και πολλούς Εβραίους. Έτσι μετά το θάνατό του η ηγεσία της εβραϊκής κοινότητας της περιοχής προσφέρθηκε να βοηθήσει οικονομικά για την μόρφωση της Ιρένα.

H Irena Sendlerowa σπούδασε πολωνική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας, από όπου όμως εκδιώχθηκε για τρία χρόνια επειδή διαμαρτυρήθηκε για το καθεστώς διακρίσεων εις βάρος των Εβραίων φοιτητών που επικρατούσε στο εν λόγω πανεπιστήμιο (οι Εβραίοι φοιτητές ήταν υποχρεωμένοι να κάθονται σε συγκεκριμένες θέσεις στα αμφιθέατρα και στις αίθουσες). Κατά τη διάρκεια των σπουδών της έγινε μέλος του Πολωνικού Σοσιαλιστικού Κόμματος.

Λίγο πριν από το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου εγκαταστάθηκε στη Βαρσοβία και άρχισε να εργάζεται στην Κοινωνική Πρόνοια. Μετά τη γερμανική εισβολή στην Πολωνία, μαζί με συναδέλφους της βοήθησε στη διάσωση πολλών Εβραίων, εφοδιάζοντάς τους με πλαστά χαρτιά. Τον Αύγουστο του 1943 η παράνομη οργάνωση Żegota (κωδική ονομασία του Πολωνικού Συμβουλίου για τη βοήθεια προς τους Εβραίους -Polish Council to Aid Jews ) έθεσε την Ιρένα Σέντλερ επικεφαλής ενός ειδικού τμήματος της στόχος του οποίου ήταν η διάσωση των Εβραίων παιδιών.

Καθώς ήταν υπάλληλος της Πρόνοιας στην πολωνική πρωτεύουσα είχε ειδική άδεια να μπαίνει στο Γκέτο της Βαρσοβίας για να ελέγχει την κατάσταση της υγείας των εγκλείστων και γενικότερα τις συνθήκες υγιεινής που επικρατούσαν εκεί. Αφού ήρθε σε συνεννόηση με Εβραίους γονείς που ζούσαν μέσα στο Γκέτο, έβγαλε κρυφά, μαζί με τους συνεργάτες της 2.500 παιδιά Εβραίων (μόνη η Σέντλερ υπολογίζεται έβγαλε περίπου 400)[14], τα οποία στη συνέχεια, αφού εφοδιάστηκαν με πλαστά χαρτιά και εμφανίζονταν ως χριστιανόπουλα, δόθηκαν σε πολωνικές οικογένειες ή μεταφέρθηκαν στο ορφανοτροφείο των Sisters of the Family of Mary και σε ρωμαιοκαθολικά μοναστήρια όπως στο Little Sister Servants of the Blessed Virgin Mary Conceived Immaculate. Τόσο οι οικογένειες που μεγάλωσαν αυτά τα παιδιά όσο και οι μοναχές στο ορφανοτροφείο και στα μοναστήρια γνώριζαν ότι επρόκειτο για Εβραιόπουλα και συνεργάζονταν με την οργάνωση Żegota. Για να βγάλουν η Σέντλερ και οι συνεργάτες της τα παιδιά (ανάμεσά τους και πολλά μωρά) από το Γκέτο τα έκρυβαν μέσα σε βαλίτσες, σε καλάθια, σε καρότσια τα οποία ήταν φορτωμένα και με άλλα υλικά κ.α. Για τα παιδιά αυτά η Σέντλερ και οι συνεργάτες της είχαν λίστες με τα ονόματά τους, που η Σέντλερ τα είχε είχε βάλει μέσα σε βάζα και τα είχε θάψει στον κήπο της, προκειμένου μετά τον πόλεμο να τα επιστρέψουν στους γονείς τους. Όμως τελικά σχεδόν όλοι γονείς των παιδιών αυτών εξοντώθηκαν στο Στρατόπεδο εξόντωσης της Τρεμπλίνκα.

Το 1943 h Irena Sendlerowa συνελήφθη από την Γκεστάπο. Υπέστη βασανιστήρια (μεταξύ άλλων της έσπασαν τα χέρια και τα πόδια) όμως δεν αποκάλυψε τους συνεργάτες της ούτε έδωσε στοιχεία για τα παιδιά που είχαν βγάλει από το Γκέτο. Καταδικάστηκε σε θάνατο αλλά τελικά κατάφερε να δραπετεύσει, με τη βοήθεια της οργάνωσης Żegota, που δωροδόκησε τους φρουρούς της και ενώ η Σέντλερ μεταφέρονταν για να εκτελεσθεί. Αφού κρύφτηκε για ένα διάστημα επέστρεψε στη Βαρσοβία με άλλο όνομα και συνέχισε τη δράση της μέσω της Żegota. Κατά τη διάρκεια της Εξέγερσης της Βαρσοβίας ήταν νοσοκόμα σε δημόσιο νοσοκομείο όπου έκρυψε πέντε Εβραίους.

Εξαιτίας των σχέσεων που είχε στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής της Πολωνίας με τον πιστό στην εξόριστη πολωνική κυβέρνηση «Στρατό της Πατρίδας» (Armia Krajowa –AK), το 1948-49 φυλακίστηκε και ανακρίθηκε από την κομμουνιστική μυστική αστυνομία της Πολωνίας, Urząd Bezpieczeństwa.

Μετά την απελευθέρωσή της εντάχθηκε στο Ενωμένο Εργατικό Κόμμα Πολωνίας (Polska Zjednoczona Partia Robotnicza, PZPR) όμως η σχέση της με τον Στρατό της Πατρίδας είχε ως συνέπεια να μην αναγνωριστεί η προσφορά της στην κομμουνιστική Πολωνία. Το 1965, όταν της απονεμήθηκε ο τίτλος του Δικαίου των Εθνών από το Γιαντ Βάσεμ, η κομμουνιστική κυβέρνηση της Πολωνίας δεν της επέτρεψε να ταξιδέψει στο Ισραήλ και να πάρει το βραβείο, κάτι που τελικά έγινε εφικτό σχεδόν 20 χρόνια μετά, το 1983. Στο μεταξύ η Σέντλερ είχε παραιτηθεί από το Ενωμένο Εργατικό Κόμμα Πολωνίας, μετά τα γεγονότα του Μαρτίου του 1968 στην Πολωνία και είχε εξαναγκαστεί σε προώρη συνταξιοδότηση επειδή είχε υποστηρίξει δημόσια το Ισραήλ, στον πόλεμο των Έξι Ημερών το 1967. Το 1980 εντάχθηκε στο κίνημα Αλληλεγγύη.

Πέθανε στις 12 Μαΐου του 2008 και τάφηκε στο νεκροταφείο Powązki στη Βαρσοβία.

Πορτραίτα

Την Mary Somerville, μια σημαντική επιστήμονα από τη Σκωτία, τιμά σήμερα η Google με το Doodle της.

Ποια ήταν, όμως, η Mary Somerville; Και γιατί έγινε γνωστή στο πέρασμα των αιώνων.

Η επιστήμων σπούδασε μαθηματικά και αστρονομία και διορίστηκε από κοινού ως η πρώτη γυναίκα μέλος της Βασιλικής Αστρονομικής Εταιρείας ταυτόχρονα με την Κάρολαϊν Χέρσελ ενώ η Βασιλική Ακαδημία της Αγγλίας της απένειμε τον τίτλο του τιμητικού μέλους (εκείνη την εποχή δεν επιτρεπόταν σε γυναίκες να είναι μέλη της Βασιλικής Ακαδημίας).

Ήταν κυρίως αυτοδίδακτη κι έγραφε εκλαϊκευμένα εγχειρίδια αστρονομίας. Είχε το απίστευτο χάρισμα της σύνθεσης εργασιών άλλων επιστημόνων και της απόδοσής τους σε κατανοητή για το ευρύ κοινό γλώσσα ενώ συνέθετε τις ξεχωριστές επιστήμες σε ενιαία και εμπνευσμένα σύνολα.

Η Somerville μετέφρασε και σχολίασε το δύσκολο έργο του μαθηματικού-αστρονόμου Πιερ Σιμόν Λαπλάς Mécanique Céleste στα Αγγλικά.

Η μετάφραση αυτή χρησιμοποιήθηκε ως διδακτικό βιβλίο στα κολέγια για περίπου έναν αιώνα.

Μια από τις σημαντικότερες υποθέσεις της οδήγησε κατευθείαν στην ανακάλυψη του πλανήτη Ποσειδώνα ενώ η αγγλική λέξη scientist (επιστήμονας) επινοήθηκε για να περιγράψει εκείνη και το έργο της.

Η Mary Somerville πέθανε στη Νάπολη στις 29 Νοεμβρίου 1872 και ετάφη εκεί στο αγγλικό νεκροταφείο.

Μετά τον θάνατό της η εφημερίδα The Morning Post δημοσίευσε στη νεκρολογία της:

«Όσο κι αν δυσκολευόμαστε να ορίσουμε στα μέσα του 19ου αι., επιλέγοντας ένα βασιλιά της επιστήμης, δεν θα υπήρχε καμία αμφιβολία ή δυσκολία ως προς ποιαν θα ορίζαμε βασίλισσά της».

Την επόμενη χρονιά κυκλοφόρησε η αυτοβιογραφία της, που περιλάμβανε αναμνήσεις που έγραψε σε μεγάλη ηλικία.

Πάνω από 10.000 κομμάτια βρίσκονται στη Συλλογή Σόμερβιλ στην Μπεντλέια βιβλιοθήκη του κολλεγίου Σόμερβιλ, στην Οξφόρδη.

Η συλλογή περιλαμβάνει έγγραφα σχετικά με τη γραφή και το δημοσιευμένο έργο της, καθώς κι αλληλογραφία με μέλη της οικογένειας, πολυάριθμους επιστήμονες και συγγραφείς κι άλλα πρόσωπα στη δημόσια ζωή.

Περιλαμβάνεται επίσης ουσιαστική αλληλογραφία με τις οικογένειες Βύρωνα και Λάβλεϊς.

Κατά την διάρκεια της ζωής της έγινε εξαιρετικά διάσημη και άσκησε τεράστια επιρροή στον επιστημονικό κόσμο της εποχής της. Αν και επέλεξε να αψηφήσει τα στερεότυπα της εποχής της που θεωρούσαν τις γυναίκες ανίκανες για ανώτερη μόρφωση και επιστημονική σκέψη και δεν δίστασε να έρθει και σε άμεση σύγκρουση με την οικογένειά της προκειμένου να σπουδάσει, η Somerville γενικά στη ζωή της επέλεξε να μην έρθει σε σύγκρουση με το κατεστημένο αλλά να το προσεγγίσει προκειμένου να γίνει αποδεκτή.

Οι γυναίκες ήταν αδύνατον να εισέλθουν στον ακαδημαϊκό κόσμο, καθώς αποκλείονταν από κάθε επίσημη μόρφωση και από κάθε επιστημονική κοινότητα. Μπορούσαν μόνο να μάθουν γραφή και ανάγνωση και να ασχοληθούν με τις επιστήμες ως ερασιτέχνες παρά το γεγονός ότι πολλές από αυτές είχαν λαμπρά μυαλά.

Η Somerville, όμως, φρόντισε να παίξει άψογα τον ρόλο της συζύγου, της μητέρας και της οικοδέσποινας και με αυτόν τον τρόπο κατάφερε να δικτυωθεί και να δημιουργήσει συμπάθειες και φιλίες με την υψηλή κοινωνία του Λονδίνου και την ακαδημαϊκή κοινότητα, γεγονός που της επέτρεψε να απολαύσει φήμη και αναγνώριση.

Δυστυχώς, όμως, μετά τον θάνατό της το έργο της άρχισε σταδιακά να παραβλέπεται και να μην αναφέρεται στα βιβλία ιστορίας.

Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα η Somerville και το έργο της όπως και πολλές άλλες γυναίκες πριν και μετά από αυτή να ξεχαστούν και δημιουργηθεί η εντύπωση πως δεν υπήρχαν γυναίκες ικανές για επιστημονική και μαθηματική σκέψη.

Μέχρι και σήμερα τα κορίτσια αποθαρρύνονται από το να ασχοληθούν με τα μαθηματικά και τις επιστήμες έστω και με έμμεσους τρόπους. Η ζωή όμως και το έργο της Somerville, όπως και εκείνα πολλών άλλων γυναικών, αποδεικνύουν πως η ενασχόληση με την επιστήμη δεν έχει φύλο.

Η Mary Somerville και η Κάρολαϊν Χέρσελ αποτέλεσαν πρότυπα για την αμερικανίδα αστρονόμο Μαρία Μίτσελ, την Αγγλίδα μαθηματικό Άντα Λάβλεϊς και τον βρετανό φυσικό Τζέημς Κλερκ Μάξγουελ.

Από τον Οκτώβριο του 2018 η Mary Somerville εμφανίζεται στο σκωτσέζικο χαρτονόμισμα των 10 λιρών.

Πορτραίτα

Ο δεύτερος μήνας του έτους, με διάρκεια 28 ημέρες για τα κοινά έτη και 29 ημέρες για τα δίσεκτα. Αρχικά ήταν ο δωδέκατος και τελευταίος μήνας του Ρωμαϊκού ημερολογίου...

Ο δεύτερος μήνας του έτους, με διάρκεια 28 ημέρες για τα κοινά έτη και 29 ημέρες για τα δίσεκτα. Αρχικά ήταν ο δωδέκατος και τελευταίος μήνας του Ρωμαϊκού ημερολογίου.

Γύρω στο 153 π.Χ, όταν ο Ιανουάριος έγινε ο πρώτος μήνας του Ρωμαϊκού ημερολογίου, ο Φεβρουάριος καθιερώθηκε ως δεύτερος, θέση που διατηρεί μέχρι σήμερα στο δωδεκάμηνο πολιτικό ημερολόγιο. Με την ημερολογιακή μεταρρύθμιση του Ιουλίου Καίσαρα το 45 π.Χ. ο Φεβρουάριος είχε 29 μέρες τα κοινά έτη και 30 μέρες στα δίσεκτα. Όμως, το 4 π.Χ. ο αυτοκράτορας Οκταβιανός Αύγουστος αφαίρεσε από τον Φεβρουάριο μία μέρα και την προσέθεσε στον Αύγουστο, που ήταν αφιερωμένος στο πρόσωπό του.

Το όνομά του προέρχεται από το λατινικό ρήμα februare (εξαγνίζω, καθαίρω), λόγω των τελετών εξαγνισμού και καθαρμού που τελούνταν στη Ρώμη (Februa και Feralia), από τις οποίες προέρχονται οι μεταγενέστερες γιορτές των Απόκρεω και οι εκδηλώσεις του Καρνάβαλου. Τον Φεβρουάριο γιορτάζονταν στην Αρχαία Ρώμη και οι γιορτές:

Λουπερκάλια (Lupercalia), γιορτή της γονιμότητας, προς τιμή του θεού Φαύνου (του Πάνα των Ελλήνων) στις 15 Φεβρουαρίου. Οι Ρωμαίοι θυσίαζαν κατσίκια και σκυλιά, ενώ νεαρά αγόρια χτυπούσαν με λωρίδες από δέρμα κατσίκας τις νεαρές κοπέλες για να τους μεταδώσουν τη γονιμότητα. Η γιορτή μπορεί να καταργήθηκε από την Καθολική Εκκλησία τον 5ο αιώνα μ.Χ, αλλά την οικειοποιήθηκε με τη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου και την Ημέρα των Ερωτευμένων στις 14 Φεβρουαρίου.
Φορνακάλια (Fornacalia), προς τιμή της θεότητας Φόρναξ, που εφηύρε τους φούρνους για το ψήσιμο ψωμιού και φαγητών (17 Φεβρουαρίου).
Χαρίστια (Charistia), οικογενειακή γιορτή για διασκέδαση, αλλά και για την επίλυση των διαφορών μεταξύ των μελών της (20 Φεβρουαρίου).
Στο αρχαίο Αττικό ημερολόγιο ο Φεβρουάριος αντιστοιχούσε με το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μήνα Γαμηλιώνα και το πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα Ανθεστηριώνα. Το διάστημα αυτό στην Αθήνα γιορτάζονταν τα:

Θεογάμια, προς τιμή του Δία και της Ήρας. Τελούνταν το δεύτερο μισό του μήνα Γαμηλιώνα, για να τιμηθεί ο ιερός γάμος του Δία και της Ήρας. Ήταν και η καλύτερη περίοδος για γάμους (εξού και το όνομα του μήνα), σύμφωνα με τον Αριστοτέλη. Στη Σικελία τιμούσαν τον ιερό γάμο του Άδη και της Περσεφόνης.
Ανθεστήρια, προς τιμή του Διονύσου. Την πρώτη μέρα της γιορτής ανοίγονταν τα πιθάρια με το νέο οίνο, ο οποίος αναμειγνυόταν με νερό για να προσφερθεί ο πρώτος «κεκραμένος οίνος», το πρώτο «κρασί».
Στο λαϊκό καλεντάρι ο Φεβρουάριος ονομάζεται κυρίως λόγω της μικρότερης διάρκειάς του:

Μικρός
Κουτσός
Κουτσοφλέβαρος
Γκουζούκης (ατελής)
Κούντουρος (κολοβός)
Κλαδευτής, επειδή θεωρείται μήνας κατάλληλος για το κλάδεμα των δέντρων.
Φλεβάρης, από τη συσχέτισή του με τις «φλέβες», δηλαδή τα υπόγεια νερά, που αναβλύζουν λόγω των πολλών βροχών.
Φλιάρης (χλιαρός)

Για να δικαιολογηθούν οι λιγότερες μέρες του Φεβρουαρίου σε σχέση με τους άλλους μήνες, είναι γνωστή η λαϊκή παράδοση ότι ο Μάρτιος δανείστηκε από τον Φεβρουάριο τις τρειςτελευταίες ημέρες του, τις πιο χειμωνιάτικες, για να τιμωρήσει την γριά τσοπάνισσα των βουνών που καυχήθηκε ότι τελειώνοντας ο Μάρτιος δεν μπόρεσε να της κάνει κακό.

Η εμβόλιμη εξάλλου ημέρα στον μήνα αυτόν κάθε τέσσερα χρόνια κάνει όλο τον χρόνο δίσεκτο (bis-sectum στα λατινικά) και, κατά την λαϊκή παρετυμολογία, «δύστυχο», με όλα τα δεισιδαιμονικά επακόλουθα που επέφερε η παρανόηση αυτή. Παρ' όλα αυτά, ο Φεβρουάριος δημιουργεί αισιοδοξία, ως τελευταίος μήνας τού χειμώνα, σχετική η παροιμία «Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει».

Οι τρεις πρώτες μέρες του Φεβρουαρίου λέγονται «Συμόγιορτα» από την εορτή του Αγίου Τρύφωνα (1η του μηνός), ο οποίος θεωρείται άγιος των αμπελιών, της Υπαπαντής του Κυρίου (2/2), που εορτάζεται με αργία από του αγρότες για να μην πέσει χαλάζι και καταστρέψει τη βλάστηση, και του Αγίου Συμεών (3/2), τον οποίο τιμούν ιδιαίτερα οι έγκυες γυναίκες, καθώς αποφεύγουν να κάνουν οποιαδήποτε εργασία, από φόβο μήπως το παιδί γεννηθεί «σημειωμένο», «με σημάδι».

Πηγή: https://www.sansimera.gr

Πορτραίτα

Πέθανε ο μεγάλος ΄Ελληνας σχεδιαστής Γιάννης Τσεκλένης σε ηλικία 82 ετών.
NewsroomHuffPost Greece
Πέθανε ο μεγάλος ΄Ελληνας σχεδιαστής Γιάννης

Έφυγε από τη ζωή ο διεθνούς φήμης Έλληνας σχεδιαστής Γιάννης Τσεκλένης, σε ηλικία 82 ετών. Ο Γιάννης Τσεκλένης έφυγε από τη ζωή χθες, Τετάρτη 30 Ιανουαρίου, μετά από επιπλοκή από μια ίωση, σύμφωνα με πληροφορίες της HuffPost.

Ο κορυφαίος Έλληνας σχεδιαστής μόδας του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 1937. Ήταν γιος του Κώστα Τσεκλένη από τον Πύργο και της Μελανίας Παστιρματζή με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη. Μεγάλωσε και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Αθήνα. Αρχικά φοίτησε στο Κολλέγιο Αθηνών και στη συνέχεια αποφοίτησε από τη Σχολή Μωραΐτη.

Το 1960 παντρεύτηκε την Άσπα Πεσμαζόγλου και το 1963 απέκτησαν έναν γιο, τον Κωνσταντίνο Τσεκλένη, εννοιολογικό καλλιτέχνη και κινηματογραφιστή. Χώρισαν το 1965 και το 1976 παντρεύτηκε τη δεύτερη σύζυγό του, Έφη Μελά, πρώην μοντέλο και Μις Ελλάς, του 1954, με την οποία έζησαν μέχρι το τέλος της ζωής του σχεδιαστή.

Ο Γιάννης Τσεκλένης εισήγαγε την ελληνική μόδα στον σύγχρονο διεθνή κόσμο. Οι δημιουργίες του από το 1965 έως το 1991, πωλήθηκαν παγκοσμίως από τα κορυφαία καταστήματα, σε περισσότερες από 30 χώρες.

https://www.huffingtonpost.gr/

Πορτραίτα

Σε ηλικία 81 ετών έφυγε απ’ τη ζωή η σπουδαία ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ. Τον θάνατό της έκανε γνωστό μέσα από το προφίλ του στο Facebook, ο συγγραφέας Αλέξης Σταμάτης.

Η ποιήτρια είχε τιμηθεί με πληθώρα βραβείων, μεταξύ άλλων με το Α’ Βραβείο Ποίησης της πόλης της Γενεύης (Prix Hensch), ενώ το 1985 τιμήθηκε με το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Το 2014 βραβεύτηκε με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου της.

Έργα της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από δέκα γλώσσες και ποιήματά της βρίσκονται σε πολλές ανθολογίες σε όλο τον κόσμο.

Ποια ήταν η Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ
Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ γεννήθηκε στην Αθήνα τον Φεβρουάριο του 1939. Γονείς της οι Γιάννης Αγγελάκης και Ελένη Σταμάτη. Είναι πνευματική κόρη του Νίκου Καζαντζάκη, που διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον πατέρα της.

Μόλις στα 17 της χρόνια δημοσιεύει στο περιοδικό Καινούργια εποχή το ποίημά της «Μοναξιά» μετά από παρότρυνση του Νίκου Καζαντζάκη, ο οποίος έστειλε γράμμα στον Γιάννη Γουδέλη, τον διευθυντή της Καινούργιας εποχής γράφοντας: «Παρακαλώ, δημοσιεύστε αυτό το ποίημα, το έχει γράψει μία κοπέλα που δεν έχει βγάλει ακόμα το γυμνάσιο. Είναι το ωραιότερο ποίημα που διάβασα ποτέ!».

Από τότε άνοιξε ο δρόμος για την ενασχόληση της με την ποίηση και τη μετάφραση. Όπως ανέφερε και η ίδια, ήταν μεγάλη η είσοδος της στην ποίηση. Άρθρα για την ποίηση και την μετάφραση της ποίησης έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και εφημερίδες.

Το έργο της έχει μεταφραστεί σε περισσότερες των δέκα γλωσσών και ποιήματα της εμπεριέχονται σε λογοτεχνικές ανθολογίες. Αρχή και τέλος για εκείνη η ποίηση του Κ.Π. Καβάφη. Σπούδασε ξένες γλώσσες στην Αθήνα, τη Γαλλία και την Ελβετία. Είναι διπλωματούχος μεταφράστρια-διερμηνέας. Έχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων, Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν, Βλαντιμίρ Βλαντιμίροβιτς Μαγιακόβσκι, Ουίλλιαμ Σαίξπηρ κ.ά. Η ποίησή της διακρίνεται από μια έντονη καταφυγή σε φανταστικές χώρες.

Το 1962 τιμήθηκε με το Α’ Βραβείο Ποίησης της πόλης της Γενεύης (Prix Hensch). Το 1985 τιμήθηκε με το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Έχει δώσει διαλέξεις και διάβασε ποιήματά της σε Πανεπιστήμια των ΗΠΑ και Καναδά (Harvard, Cornell, Darmouth, N.Y.State, Princeton, Columbia κ.α.)

Το 2000 τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη, ενώ το 2014 βραβεύτηκε με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου της.

Πορτραίτα

Η Ντόρις Λέσινγκ (Doris Lessing - γεννήθηκε Ντόρις Μέι Τάυλερ στο Κερμανσάχ, Περσία στις 22 Οκτωβρίου, 1919 - 17 Νοεμβρίου 2013 στο Λονδίνο, Ηνωμένο Βασίλειο) ήταν Βρετανή συγγραφέας. Έλαβε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 2007 και περιγράφηκε από τη Σουηδική Ακαδημία ως: «επική συγγραφέας της γυναικείας εμπειρίας, η οποία με σκεπτικισμό, πάθος και ιδεαλιστική δύναμη υπέβαλε έναν διχασμένο πολιτισμό σε εξονυχιστική έρευνα» Στην ηλικία των 87 ήταν από τους γηραιότερους συγγραφείς που έλαβαν το βραβείο. Ο αμέσως προηγούμενος ήταν ο Τέοντορ Mόμσεν, που έλαβε το βραβείο σε ηλικία 85 ετών το 1902.

Γεννήθηκε στις 22 Οκτωβρίου του 1919 στην τότε ονομαζόμενη Περσία, (σημ.Ιράν) από Βρετανούς γονείς. Ο πατέρας ήταν υπάλληλος της «Αυτοκρατορικής Τράπεζας της Περσίας» και η μητέρα της νοσοκόμα. Είχε έναν αδερφό, τον Χάρυ.
Το 1925 με την προοπτική γρήγορου πλουτισμού από την καλλιέργεια καλομποκιού στην βρετανική τότε αποικία της Νότιας Ροδεσίας, (σημ. Ζιμπάμπουε), η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αφρική. Η νεαρή Ντόρις μεγάλωσε στην 10.0000 στρεμμάτων φάρμα της οικογένειας, ζώντας όμως μια ζωή με αυστηρούς κανόνες και περιορισμούς εξαιτίας των αντιλήψεων της μητέρας της περί καθωσπρεπισμού. Μάλιστα τα πρώτα χρόνια του σχολείου τα πέρασε σε ένα αυστηρό θρησκευτικό σχολείο που διήυθυναν καλόγριες. Η εγκύκλιος μόρφωσή της τελείωσε στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου αφού την απέβαλαν από το Γυμνάσιο λόγω αδυναμίας προσαρμογής σε αυτό, που αργότερα θα ονόμαζε «θεσμοποίηση της βλακείας»

Η Λέσσινγκ από τότε, έχοντας ήδη αναπτύξει μια αγάπη για το διάβασμα συνέχισε τη μορφωσή της (φιλολογική κυρίως), μόνη της.
Προσπαθώντας να ξεφύγει από τους περιορισμούς της μητέρας της, στα 15 της έφυγε από το σπίτι και δούλεψε σαν εσωτερική νοσοκόμα. Εκείνη την περίοδο άρχισε να γράφει ιστορίες, δύο από τις οποίες δημοσιεύτηκαν σε περιοδικό της Νότιας Αφρικής.


Το 1937 εγκαταστάθηκε στην πρωτεύουσα Σώλσμπερυ (σημ. Χαράρε) και δούλεψε σαν τηλεφωνήτρια. Στα 19 της, το 1939 παντρεύτηκε έναν άντρα που διάλεξαν οι γονείς της, τον Φρανκ Γουίσντομ με τον οποίο απέκτησε δυο παιδιά. Λίγα χρόνια αργότερα όμως, το 1943, εγκατέλειψε την οικογένειά της, και εγκαταστάθηκε σε δικό της σπίτι. Τότε ήρθε σε επαφή με ένα όμιλο κομμουνιστών διανοούμενων. Εκεί γνώρισε και τον επόμενο άντρα της, τον Ανατολικογερμανό διπλωμάτη Γκόντφρηντ Λέσσινγκ με τον οποίο παντρεύτηκε το 1945 και έκαναν ένα γιο, τον Πήτερ. Όμως και αυτός ο γάμος ναυάγησε, αφού ο Λέσσινγκ την εγκατέλεψε το 1949.

Αυτή τη χρονιά αποφάσισε να μετακομίσει μαζί με το γιο της, στο Λονδίνο, χώρα στην οποία διέμεινε για το υπόλοιπο της ζωής της. Στο Λονδίνο εξάλλου εκείνη τη χρονιά εκδόθηκε και το πρώτο της μυθιστόρημα, «Τραγουδάει το χορτάρι» (The Grass Is Singing) που γνώρισε την επιτυχία, τόσο στην Αγγλία όσο και στις ΗΠΑ.
Φανατικό μέλος του Κομμουνιστικού κόμματος, αποχώρησε το 1956 αποδοκιμάζοντας την εισβολή των Σοβιετικών δυνάμεων στην Ουγγαρία 
Το 1956 επίσης και έπειτα από τη θαρραλέα δημόσια κριτική της στα καθεστώτα, της απαγορεύτηκε η είσοδος και στην Νότια Ροδεσία και στην Νότια Αφρική. Η απαγόρευση άρθηκε το 1995 (λόγω πλέον την μεγάλης φήμης της) και η Λέσινγκ το εκμεταλεύτηκε αμέσως για να επισκεφτεί τα δυο παιδιά της και τα εγγόνια της.
Πέθανε στις 17 Νοεμβρίου του 2013 σε ηλικία 94 χρόνων, ύστερα από σταδιακή κατάπτωση λόγω εγκεφαλικού επεισοδίου.

Σημαντικά έργα της
Το πρώτο της βιβλίο «Τραγουδάει το χορτάρι» (The Grass Is Singing), που το έγραψε το 1950, εμφανίζει όλα τα θέματα τα οποία θα την απασχολήσουν στο μετέπειτα συγγραφικό της έργο αλλά και στην δημόσια ζωή της. Παρακολουθώντας τη ζωή της λευκής νοτιαφρικανικής Μαίρης Τέρνερ, καταγράφει την κλειστοφοβική λευκή κοινωνία των αποίκων της Ροδεσίας που αποκομμένοι λόγω του ρατσισμού τους, περιορίζουν και καταπιέζουν και οι ίδιοι τα μέλης της και ιδιαίτερα τις γυναίκες.

Για την κοινωνία της Νότιας Αφρικής θα μιλήσει και πάλι στην πενταλογία της «Τα παιδιά της βίας», (Children of Violence) η οποία παρακολουθεί τη ζωή της Μαίρης Κουέστ, ζωή ταυτόσημη σχεδόν με αυτήν της Λέσινγκ.
Στο «Χρυσό σημειωματάριο» (The Golden Notebook) θα μιλήσει για τη γυναίκα αλλά με έναν λόγο που ...συνδέοντας το προσωπικό με το πολιτικό, με τρόπο που δεν συναντάται συχνά στα μυθιστορήματα του 20ου αιώνα, το βιβλίο σημαδεύει την ανάδυση του σύγχρονου γυναικείου λόγου. Το βιβλίο και η ηρωίδα του, η Άννα Φρίμαν αγαπήθηκε όλα αυτά τα χρόνια από πολλές γενιές αναγνωστριών και τελικά - αν και αντίθετα από την βούληση της συγγραφέως κατοχυρώθηκε σαν ένα από τα καλύτερα βιβλία του γυναικείου φεμινισμού. Μάλιστα ο Μάλκολμ Μπράντμπουρι θα το χαρακτηρίσει σαν το σημαντικότερο έργο που εμφανίστηκε στο βρετανικό μυθιστόρημα μετά τα έργα της Βιρτζίνια Γουλφ.
Στη δεκαετία του 1970 θα ασχοληθεί με αυτό που η ίδια ονόμασε «μυθοπλασία εσωτερικού χώρου», χρησιμοποιώντας την επιστημονική φαντασία, την μεταφυσική, τον μυστικισμό για να σχολιάσει τα γεγονότα και την κοινωνία εκείνης της δεκαετίας. Όσο γερνάω βλέπω τον κόσμο όλο και λιγότερο πειστικό· έτσι καθώς μας προσπερνάει ορμητικά είναι ένα όνειρο, μια σκιά. Στ’ αλήθεια πιστεύω ότι υπάρχει και κάτι άλλο. Όμως αυτό που με ενδιαφέρει είναι πώς με το χρόνο καταρρέουν πεποιθήσεις και βεβαιότητες, έτσι που απομένεις με όλο και λιγότερη πίστη ή ενδιαφέρον για την ‘πολύτιμη’ προσωπικότητά σου».

Χαρακτηριστική του τρόπου θέασης της ζωής εκείνη την περίοδο είναι η τετραλογία της «Κάνωπος, αστερισμός του Άργους:αρχεία» (Canopus in Argos: Archives) ,(από την οποία μόνο τα δύο πρώτα βιβλία έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά μέχρι σήμερα), αλλά και το «Αναμνήσεις ενός επιζώντος» (The Memoirs of a Survivor).
Κατά τη συγγραφέα και μεταφράστρια Αργυρώ Μαντόγλου «Η καλή τρομοκράτισσα» ,(The Good Terrorist),είναι ένα κομβικό σημείο στο σύμπαν των μυθιστορημάτων της. Ο θυμός, η απογοήτευση και οι διαψεύσεις της εποχής της Θάτσερ, μεταμορφώνονται τώρα σε ωμή βία και μια μεσήλικη γυναίκα, γίνεται συνειδητά μέλος μιας τρομοκρατικής ομάδας. Ντόρις Λέσινγκ

«Αντισυμβατικότητα, το όνομά σου είναι Ντόρις Λέσσινγκ», έγραψε κάποτε η Λόρνα Σέιτζ για την συγγραφέα που πάντοτε εναντιωνόταν στις «ταμπέλες». Για το βιβλίο της το «Χρυσό σημειωματάριο», για άλλη μια φορά, η συγγραφέας αρνήθηκε το χαρακτηρισμό «μπροσούρα για το πόλεμο των φύλων» που δόθηκε από τους περισσότερους κριτικούς τονίζοντας ότι περισσότερο προσπαθεί να «αποδώσει το πνευματικό και ηθικό κλίμα της Βρετανίας πριν από 100 χρόνια».

«Στο εσωτερικό του χρυσού σημειωματάριου τα πράγματα σμίγουν, τα διαχωριστικά γκρεμίζονται, και μόνο με το τέλος του κατακερματισμού προκύπτει αμορφία. Η Άννα κι ο Σολ Γκριν «καταρρέουν». Είναι τρελοί, παράφρονες, μανιακοί» είχε δηλώσει η συγγραφέας.

Το «Χρυσό σημειωματάριο» που θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα μυθιστορήματα του εικοστού αιώνα αφηγείται την ιστορία της Άννας Βουλφ, μιας χωρισμένης μητέρας και μυθιστοριογράφου, η οποία από φόβο μην τρελαθεί, καθώς παλεύει ενάντια στις καθημερινές αντιξοότητες και το συγγραφικό μπλοκάρισμα στο Λονδίνο της δεκαετίας του '50, καταγράφει τα βιώματά της σε τέσσερα χρωματιστά σημειωματάρια.

Κόκκινο σημειωματάριο : «Ενώ για όλους τους ανθρώπους ο πόλεμος είχε δυο φάσεις (δυνατή ήττα μέχρι το Στάλινγκραντ/ελπίδα για νίκη με την είσοδο των Ρώσων στον πόλεμο), για τους αριστερούς είχε … τρεις φάσεις» γράφει η Λέσινγκ αντιμετωπίζοντας με αυτοσαρκασμό και σχόλια πικρά και σατιρικά, το «κομμουνιστικό όνειρο»

Στο μαύρο σημειωματάριο καταγράφει τη συγγραφική της ζωή, στο κόκκινο τις πολιτικές της απόψεις, στο κίτρινο τη συναισθηματική της ζωή και στο μπλε καθημερινά γεγονότα. Αναζητά την προσωπική και πολιτική της ταυτότητα μέσα από τα τραύματα του παρελθόντος. Την απόρριψη, την προδοσία, τα επαγγελματικά αδιέξοδα. Ωστόσο, θα τη βρει στο πέμπτο σημειωματάριο «το χρυσό» το οποίο ενώνει τα νήματα της ζωής της και κρατά το κλειδί της ανάρρωσής της.

Κίτρινο σημειωματάριο: Ωστόσο, όταν κοιτάζω προς τα πίσω, […], ξέρω ότι όλα αυτά είναι ανοησίες. Κι έτσι, όλη αυτή η αντι- ανθρωπιστική τρομοκρατία για την εξαφάνιση της προσωπικότητας, χάνουν για μένα το νόημά τους σε αυτό το σημείο, όταν παράγω αρκετή συναισθηματική ενέργεια για να δημιουργήσω την ανάμνηση του ανθρώπου που είχα γνωρίσει[…]

Και λέω, άραγε η βεβαιότητα στην οποία εμμένω ανήκει στις εικαστικές τέχνες και στον κινηματογράφου και όχι στο μυθιστόρημα, καθόλου στο μυθιστόρημα, το οποίο διεκδικήθηκε από τη διάλυση και την κατάρρευση; Τι δουλειά έχει ένας μυθιστοριογράφος να εμμένει στην ανάμνηση ενός χαμόγελου ή ενός βλέμματος, ενώ γνωρίζει πολύ καλά την πολυπλοκότητα που κρύβεται πίσω τους»;

Μαύρο σημειωματάριο: «Γιατί έχω πάντα αυτήν την επιτακτική ανάγκη να κάνω τους άλλους να δουν τα πράγματα όπως εγώ; Είναι παιδαριώδες, για ποιο λόγο να το κάνουν; Αυτό σημαίνει πως φοβάμαι να είμαι μόνη σ΄ αυτά που αισθάνομαι.

Στην πανοραμική αυτή θεώρηση της ζωής μιας γυναίκας, το Χρυσό Σημειωματάριο αποτελεί καμπή στη συγγραφική διαδρομή της Λέσσινγκ. Η ηρωίδα είναι κομμουνίστρια, μαγείρισσα, περιπαθής ερωμένη, φίλη.

Στο βιβλίο που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1962 και θεωρείται πλέον ένα από τα μείζονα μυθιστορήματα του 20ού αιώνα, είναι πραγματικά αξιοπρόσεκτο πόσο πρωτοπόρα για την εποχή είναι κάποια ερωτήματα που βάζει, με πόση ευαισθησία αντιμετωπίζουν οι ήρωες πρακτικές και νοοτροπίες που χαρακτηρίζουν γενιές, πόσο ανθρώπινα αμφισβητούνται τα στερεότυπα και τα δόγματα της κομμουνιστικής και της φεμινιστικής ιδεολογίας.

«Πολιτική ταυτότητα, έμφυλη ταυτότητα, προσωπική ταυτότητα. Συναισθηματική απόρριψη, σεξουαλική προδοσία. Κατευναστική μητρότητα: η μάνα δεν δικαιούται να διαλυθεί. Γυναικεία φιλία. Η Ντόρις Λέσινγκ γράφει για τα μεγάλα θέματα με ψυχολογικό ρεαλισμό και νοητικό βάθος, που παρασέρνει τον αναγνώστη. Επιλέγει μια σύνθετη φόρμα με παλίνδρομες κινήσεις στον χρόνο, για να αναδείξει το θέμα της - και το πετυχαίνει. Βέβαια συνδέει με έμφαση τον οργασμό της ηρωίδας της με τον απόλυτο έρωτα, πράγμα που αποδεικνύει πως η μεγάλη κυρία των γραμμάτων, παρά τις διάπυρες δηλώσεις της, είναι στο βάθος μια ρομαντική» είχε γράψει η Σοφία Νικολαϊδου το 2011 για το έργο της.

Εμβληματικό για τη γενιά των sixties, το βιβλίο θεωρήθηκε φεμινιστικό ενώ κάθε άλλο παρά στρατευμένο ήταν στη «γυναικεία υπόθεση. Οι αναγνώστριες χαιρέτισαν την αφήγηση της Λέσσινγκ ως μια αυθεντική καταγραφή της εμπειρίας τους και υιοθέτησαν την Άννα, με τους απογοητευτικούς άνδρες της, την αβέβαιη πολιτική θέση και την μπλοκαρισμένη δημιουργικότητα, ως «αδελφή τους», μια ακόμη γυναίκα που διεκδικούσε πεισματικά την ταυτότητά της.

Κάποιες μάλιστα μετέτρεψαν τη Λέσσινγκ σε φεμινιστικό εικόνισμα, κάτι που η ίδια αρνήθηκε πεισματικά, φτάνοντας μάλιστα να θεωρήσει τη «θηλυκή της οδύσσεια» έργο αποτυχημένο, γιατί η πρόσληψή του έγινε με όρους που το ίδιο το κείμενο ποτέ δεν έθεσε. «Αυτό το μυθιστόρημα δεν ήθελε να είναι ο κράχτης της απελευθέρωσης των γυναικών, ούτε να χρησιμοποιηθεί στον πόλεμο των δύο φύλων», έγραψε στον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης του «Σημειωματαρίου» το 1971, έχοντας ήδη κατανοήσει ότι «οι βίαιες κοινωνικοπολιτικές μεταβολές που ζούμε μετακινούν συθέμελα τον κόσμο προς ένα νέο μοντέλο» και ότι «την εποχή που αυτές οι μεταβολές θα έχουν συντελεστεί, οι στόχοι της απελευθέρωσης των γυναικών μπορεί να φαντάζουν πολύ μικροί και αλλόκοτοι».

Αργότερα, δεν θα διστάσει να καταγγείλει το φεμινισμό και τις ακρότητές του. «Δεν έχω τίποτα κοινό με τις φεμινίστριες· αντιθέτως με ενοχλεί η δυσκαμψία, η απολυτότητά τους», σχολίαζε το 1994. «Δεν τους περνάει καν από το μυαλό ότι μια γυναίκα μπορεί να αγαπά τους άνδρες ή να απολαμβάνει τη συντροφιά τους». Η Λέσινγκ αγαπάει τους άνδρες, δεν τους θεωρεί εξ ορισμού εγωιστές, ανώριμους, συναισθηματικά ακατέργαστους, αλλά συντρόφους και συνομιλητές, εξ ίσου συντεθλιμμένους από κοινωνικές δομές και συμβάσεις.


Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια


 

Πορτραίτα

 

Άγιος Αντώνιος ο Μέγας: Ο Μέγας Αντώνιος είναι Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας και ο πρώτος ασκητής του Χριστιανισμού, που θεμελίωσε τον Μοναχισμό.

Έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού μέχρι και την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου και των παιδιών του. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το έζησε ως ασκητής στην έρημο και πέθανε στις 17 Ιανουαρίου του 356, οπότε και εορτάζεται η μνήμη του.

Τα πρώτα χρόνια της ζωής του

Ο Αντώνιος, τον οποίον οι Άγιοι Πατέρες ανακήρυξαν Μέγα, γεννήθηκε επί εποχής Δεκίου, το έτος 251 στο χωριό Κομά της Κάτω Αιγύπτου, κοντά στην Ηρακλεόπολη την Μεγάλη, από πλούσιους αλλά ευσεβείς χριστιανούς γονείς. Από την παιδική του ηλικία τον διακατείχαν η αυτάρκεια η ολιγάρκεια και η εσωστρέφεια ένεκα των οποίων και δεν θέλησε να μάθει γράμματα ούτε να συναναστρέφεται με άλλα παιδιά προκειμένου «να μην αισθάνεται σύγχυση και ανάγκη φροντίδας», ακολουθούσε όμως τους γονείς του συστηματικά σε εκκλησιασμούς όπου και έδινε ιδιαίτερη προσοχή στα ιερά αναγνώσματα.

Όταν σε ηλικία 18 ή 20 ετών έχασε τους γονείς του απέμεινε με την μικρότερη αδερφή του, αναλαμβάνοντας ο ίδιος την φροντίδα του σπιτιού τους.
Έξι μήνες μετά το θάνατο των γονιών του ο Αντώνιος άκουσε στην εκκλησία την Ευαγγελική περικοπή της πρόσκλησης του πλουσίου νέου, στην οποία αναφέρεται ότι ο Χριστός είπε: «πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι» (Ευαγγέλιο του Ματθαίου ιθ΄ 21). Συγκινημένος από την ευαγγελική αυτή περικοπή, διένειμε την περιουσία 300 εύφορων κτημάτων του στους φτωχούς.

Επίσης, εμπιστεύτηκε την αδερφή του σ’ έναν παρθενώνα ανατροφής (δεδομένου ότι μοναστήρια δεν υπήρχαν ακόμα), ενώ ο ίδιος αφού χάρισε προηγουμένως και το σπίτι του, αποσύρθηκε σ’ ένα κελί που έκτισε ο ίδιος σε απομονωμένο μέρος πλησίον του χωριού του. μιμούμενος κάποιον γέροντα ασκητή που έτυχε να γνωρίσει και να θαυμάζει για την αρετή του.

Η ασκητική ζωή

Ο ίδιος αποσύρθηκε στην έρημο όπου έζησε ασκητικά, παραμένοντας έτσι μακριά από υλικούς πειρασμούς και διαφόρων κοινωνικών συμπεριφορών. Κατά τον χρόνο αυτό επισκεπτόταν διάφορους άλλους ασκητές που θαύμαζε την αρετή τους όπου ως «σοφή μέλισσα» επέλεγε τα άνθη της συλλέγοντας το «πνευματικό νέκταρ» της ηθικής και της αρετής.

Ασκούμενος έτσι στην αγρυπνία και την προσευχή και εξ ανάγκης στη νηστεία, τρώγοντας μία φορά την ημέρα περί τη δύση του Ηλίου, ή κάθε δύο μέρες ή και τέσσερις, μόνο άρτο και αλάτι και νερό. Παράλληλα ασχολιόταν με εργόχειρο που αντάλλασσε με τα απαραίτητα επιβίωσης, τρώγοντας ελάχιστα κάθε μέρα, ενώ τα επίλοιπα συνέχιζε να τα χαρίζει σε πτωχούς. Έτσι σ’ αυτό το διάστημα ασχολούμενος με την ανάγνωση ιερών κειμένων παρέμεινε σ’ όλους αγαπητός, πράος, και θαυμαστός. Ποτέ δεν υπερηφανεύθη αλλά ούτε και φιλονίκησε ή λύπησε κανέναν.

Υπό το καθεστώς αυτό δεν άργησε να δέχεται τους πρώτους πειρασμούς του πονηρού πνεύματος είτε σαρκικούς, λόγω της νεότητάς του, είτε σε πονηρούς λογισμούς και ιδέες που του επέβαλε προκειμένου να διακόψει την ασκητική του ζωή.

Οι πειρασμοί αυτοί αφορούσαν άλλοτε τις βιολογικές σαρκικές ορμές και απολαύσεις με οπτασίες νεαρής κοπέλας, άλλοτε με εμβόλιμες ιδέες για τη φροντίδα της αδελφής του που κινδύνευε να γίνει πόρνη και άλλοτε την φιλαργυρία, φιλοδοξία κ.ά. που όμως σ’ όλες τις περιπτώσεις απέτυχαν. Ακολούθησαν ασθένειες όπου ο Αντώνιος με τις συνεχείς προσευχές του κατάφερε να μη τον πτοήσουν.

Την πάλη αυτή είχαν αντιληφθεί ακόμα και οι επισκέπτες του οι οποίοι και τον θαύμαζαν αποκαλύπτοντάς τους ότι «Εγώ δεν ενίκησα, αλλ΄ η χάρις του Θεού, ήτις με ενίσχυσε».

Τελικά, σύμφωνα πάντα με την βιογραφία, βλέποντας το πονηρό πνεύμα ότι αδυνατούσε με τους λογισμούς να πλανήσει τον Άγιο Αντώνιο εμφανίσθηκε μπροστά του ως «μέλαν παιδίον» λέγοντάς του: «Πολλούς επλάνησα, και πολλούς κατέβαλον και ενίκησα, αλλά σε πολεμών ησθένησα». Στην ερώτηση του Οσίου ποιος είσαι εσύ, εκείνο απάντησε: «Εγώ είμαι το πνεύμα της πορνείας και γαργαλίζω τους νέους εις ταύτην την πύρωσιν.

Πολλούς σώφρονας ηπάτησα και πολλάκις ετάραξα και σε, αλλά συ με ενίκησες». Ο Όσιος ευχαριστώντας στη συνέχεια τον Θεό εκδίωξε στη συνέχεια το πνεύμα λέγοντάς του «Δεν σε φοβούμαι πλέον ούτε σε υπολογίζω ποσώς επειδή είσαι μαύρος στον νουν και παιδίον αδύνατος και ευκαταφρόνητος.» Μετά απ’ αυτά το πονηρό πνεύμα έφυγε και δεν τόλμησε πλέον να τον πλησιάσει.

Ο δε Όσιος συνέχισε με προσευχές και αγρυπνία να ενισχύεται σε αρετή έτοιμος ν’ αντιμετωπίσει νέους πειρασμούς.Ο Όσιος Αντώνιος συνεχίζοντας την ασκητική ζωή κοιμόταν σε μια ψάθα στο ύπαιθρο διδάσκοντας πως «όταν οι ηδονές του σώματος ασθενούν τότε ενδυναμώνει η ψυχή», επαναλαμβάνοντας καθημερινά τη ρήση του Αποστόλου Παύλου «Των όπισθεν επιλανθανόμενοι, τοις δε έμπροσθεν επεκτεινόμενοι».

Θάνατος

Ο Μέγας Αντώνιος πέθανε το 356 μ.Χ. Πρόβλεψε με θαυμαστή ακρίβεια το θάνατό του, ο οποίος συνέβηκε σε ηλικία «εγγύς ετών πέντε και εκατόν». Η μνήμη του γιορτάζεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 17 Ιανουαρίου. Μία από τις τελευταίες επιθυμίες του Οσίου ήταν να μη φανερωθεί ο τόπος της ταφής του. Ωστόσο, οι μοναχοί που ασκήτευαν κοντά του έλεγαν ότι κατείχαν το ιερό λείψανό του, το οποίο επί Ιουστινιανού (το 561 μ.Χ.), κατατέθηκε στην Εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην Αλεξάνδρεια και από εκεί αργότερα, το 635 μ.Χ., μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.

https://www.newsitamea.gr/

Πορτραίτα

Στην παιδίατρο Αμάνι Μπαλούρ από τη Συρία, απονέμεται το βραβείο «Ραούλ Βάλενμπεργκ»
 Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Σε μία παιδίατρο από τη Συρία, στην Αμάνι Μπαλούρ, η οποία διατηρούσε υπόγειο νοσοκομείο στην ανατολική Γκούτα της Συρίας την περίοδο 2012-2018, απονέμει το Συμβούλιο της Ευρώπης φέτος το βραβείο «Ραούλ Βάλενμπεργκ» προκειμένου να τιμήσει το θάρρος, τη γενναιότητα και την αφοσίωσή της στη διάσωση εκατοντάδων ζωών κατά τη διάρκεια του συριακού πολέμου.

Μόλις αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο, η Αμάνι Μπαλούρ ξεκίνησε ως εθελόντρια και στη συνέχεια ήταν υπεύθυνη μιας ομάδας 100 ατόμων στο υπόγειο νοσοκομείο «Cave» («Σπηλιά») στη γενέτειρά της, κοντά στην πρωτεύουσα της Συρίας.

Το 2018 η Αμάνι Μπαλούρ έφυγε από τη Συρία και ζει σήμερα στην Τουρκία ως πρόσφυγας. Ωστόσο, συνεχίζει να βοηθάει ανθρώπους μέσα από τη συμμετοχή της σε ένα ταμείο υποστήριξης γυναικών ηγετών και ιατρικού προσωπικού σε πολεμικές ζώνες.

Η τελετή απονομής του βραβείου θα πραγματοποιηθεί την ερχόμενη Παρασκευή στην έδρα του Συμβουλίου της Ευρώπης, ενώ θα ακολουθήσει η προβολή του ντοκιμαντέρ του National Geographic «The Cave», που είναι υποψήφιο για βραβείο Όσκαρ 2020.

Το βραβείο «Ραούλ Βάλενμπεργκ» θεσπίστηκε το 2012 από το Συμβούλιο της Ευρώπης με πρωτοβουλία της σουηδικής κυβέρνησης και του ουγγρικού κοινοβουλίου, στη μνήμη του Σουηδού διπλωμάτη, ο οποίος χρησιμοποίησε την ιδιότητά του για να σώσει δεκάδες χιλιάδες Εβραίους από το Ολοκαύτωμα. Η 17η Ιανουαρίου 2020 σηματοδοτεί την 75η επέτειο της σύλληψης του Ραούλ Βάλενμπεργκ στη Βουδαπέστη.

Το βραβείο που συνοδεύεται από χρηματικό ποσό 10.000 ευρώ απονέμεται κάθε δύο χρόνια σε άτομα, ομάδες ή οργανισμούς που ξεχωρίζουν για τα ανθρωπιστικά επιτεύγματά τους. Το 2016 το βραβείο απονεμήθηκε στην ελληνική ΜΚΟ «Αγκαλιά».

Πορτραίτα

Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, το διαζύγιο και πώς ξεκίνησε να γράφει στίχους μετά τα 50 της. Η χαρτορίχτρα, ο τζόγος και η συνεργασία με τους Τσιτσάνη, Μπιθικώτση, Καζαντζίδη, Χιώτη

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου ήταν μια γυναίκα με πάθη. Έζησε σε πολύ δύσκολα χρόνια, έξω από τα συντηρητικά στεγανά της εποχής της. Κάπνιζε, ερωτευόταν με πάθος και έπαιζε τζόγο σε πολυτελή σαλόνια. Γεννήθηκε στο Αϊδίνι το 1893 και μεγάλωσε σε μία ευκατάστατη οικογένεια. Σε μικρή ηλικία έχασε τον πατέρα της. Η απώλεια αυτή επηρέασε καθοριστικά τη ζωή της. Από τότε είχε μανία με το εμπόριο. Της άρεσε να πουλάει και να αγοράζει συνεχώς. powered by Rubicon Project Το προξενιό

Στα 17 της η εντυπωσιακή Ευτυχία βρισκόταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος όλων των νέων του Αϊδινίου. Η μοίρα όμως της επιφύλαξε έναν άντρα πολύ διαφορετικό από εκείνο των ονείρων της. Το 1911 οι γονείς της την πάντρεψαν με τον πλούσιο έμπορο, αλλά και κατά 20 χρόνια μεγαλύτερό της, Κωστή Νικολαΐδη. Απέκτησαν δύο παιδιά. Η εισβολή του τουρκικού στρατού στο Αϊδίνι και οι βαρβαρότητες στις οποίες επιδόθηκαν μαζί με τους Τσέτες έκαναν την οικογένεια της να εγκαταλείψει τη Σμύρνη. Για τα επόμενα τρία χρόνια η Ευτυχία μαζί με τη μητέρα της και τις δυο κόρες της έζησαν αναγκαστικά στην ασιατική Σπάρτη και στην Αττάλεια. Ήταν μία μορφή αιχμαλωσίας. H Ευτυχία Παπαγιαννοπούλπου έζησε τον ξεριζωμό των Ελλήνων της Μικράς Ασίας Στα χρόνια της ιδιότυπης αιχμαλωσίας δεν είχαν οικονομικούς πόρους. Η καπάτσα Ευτυχία βρήκε όμως τον τρόπο να βγάλει χρήματα. Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να ξεπεράσει τα βιοποριστικά της προβλήματα ρίχνοντας χαρτιά.

Είχε μάθει την «τέχνη» από μικρή καθώς παρακολουθούσε την υπηρέτρια, που είχαν σπίτι τους να ρίχνει τα χαρτιά και να παίζει ζάρια. Με αυτόν τον τρόπο κατάφερε και έβγαλε πολλά χρήματα.

Ξεκίνησε ως ηθοποιός στα μπουλούκια Μετά την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου άρχισε ο ξεριζωμός των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Όλοι οι Έλληνες υποχρεώθηκαν να προωθηθούν στην Αττάλεια και από εκεί στη Ρόδο ή τη Λέρο. Χιλιάδες μικρασιάτες αναζήτησαν μια διέξοδο διαφυγής. Ανάμεσά τους ήταν και η Ευτυχία με τη μητέρα της και τις 2 της κόρες. Ο άντρας της είχε σωθεί και αυτός και έφτασε στην Ελλάδα με άλλο καράβι. Συναντήθηκαν ξανά στον Πειραιά και μαζί εγκαταστάθηκαν στο Χαλάνδρι. Η προσαρμογή όμως δεν ήταν εύκολη.

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου ήταν η «γριά» του ελληνικού πενταγράμμου Λίγα χρόνια αργότερα η Ευτυχία αποφάσισε να γίνει ηθοποιός. Η απόφαση να ακολουθήσει το όνειρο της, την ωθεί να χωρίσει τον σύζυγο της, αφήνοντας πίσω της μια μεγαλοαστική ζωή για να παίξει στα μπουλούκια. Πολλοί όμως υποστήριξαν ότι πίσω από το χωρισμό αυτό κρυβόταν ένας νέος έρωτας. Αυτός ήταν ο ηθοποιός Νίκος Αλέξιου, ο οποίος υπήρξε και μέντορας της στα πρώτα της βήματα. Αν και χωρίς διαζύγιο συστηνόταν παντού ως Αλεξίου.

Ο έρωτας της ζωής της ήταν ο Γεώργιος Παπαγιαννόπουλος, ένας αστυφύλακας με καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα. Το 1932 πέθανε ο Νικολαΐδης, ο πρώτος της άντρας. Έτσι ο δρόμος ήταν πλέον ανοιχτός ώστε η Ευτυχία και ο Παπαγιαννόπουλος να ανέβουν τα σκαλιά της εκκλησίας.

Η Ευτυχία Νικολαΐδη γίνεται πλέον Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου και με αυτό το επίθετο μένει στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Έγραφε στίχους και τους έβαζε φωτιά Στον ελεύθερο της χρόνο έγραφε ποιήματα και στίχους. Ωστόσο δεν σκεφτόταν να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη στιχουργία. Όμως όλα άλλαξαν όταν γνώρισε τη Μαρίκα Νίνου που είχε προσωπική και επαγγελματική σχέση με τον Τσιτσάνη. Στην αρχή η Παπαγιαννοπούλου ήταν διστακτική καθώς ένιωθε ποιήτρια κι όχι στιχουργός.

Αυτό το πρόβλημα το έλυσε ο Τσιτσάνης. Ξεκίνησε να γράφει στίχους μετά τα 50 της γι΄ αυτό και ονομάστηκε «γριά» του ελληνικού πενταγράμμου. Η γραφή της ήταν δυνατή και ιδιαίτερη. Έγραφε ακόμη και πάνω σε χαρτί περιτυλίγματος από τον μπακάλη ή από τον χασάπη

Όταν είχε έμπνευση αξιοποιούσε ό,τι είχε διαθέσιμο. Έγραφε τραγούδια πίσω από λογαριασμούς νερού και σε πακέτα τσιγάρων. Η ίδια δεν έδειχνε να συνειδητοποιεί την αξία των στίχων της. Υπήρχαν φορές που ξεχνιόταν. Χαρακτηριστικά όταν δεν είχε σπίρτα, έστριβε το χαρτί, το έβαζε πάνω στη σόμπα για να το ανάψει και έκαιγε έτσι ό,τι στίχους είχε γράψει πάνω του. Άθελα της παραβίασε ένα γυναικείο άβατο και έγινε η πρώτη γυναίκα που εισέβαλε στον ανδροκρατούμενο χώρο του στίχου.

Οι συνεργασίες της διαδέχονταν η μία την άλλη. Τσιτσάνης, Καζαντζίδης, Μπιθικώτσης, Καλδάρας, Χιώτης, Μαίρη Λίντα και Μαρινέλα είναι κάποια από τα μεγάλα ονόματα του ελληνικού πενταγράμμου στα οποία έδωσε τους στίχους της. Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου πέθανε στις 7 Ιανουαρίου 1972....

mixanitouxronou.gr

Πορτραίτα

Έρρικα Μπρόγιερ πέθανε: Πέθανε σε ηλικία 77 ετών μετά από μάχη με τον καρκίνο η γνωστή ηθοποιός χορεύτρια και τραγουδίστρια Έρρικα Μπρόγιερ.

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1942 από Έλληνα πατέρα και μητέρα Αυστριακή. Ο πατέρας της ήταν ο ηθοποιός Τέλης Ανθίδης (Αριστοτέλης Μαστραπάς), όμως η Έρρικα, όπως και η αδελφή της Μαργαρίτα, κράτησαν το επίθετο της μητέρας τους για την καριέρα τους. Το 1965 παντρεύτηκε με τον Κώστα Βουτσά και απέκτησαν μαζί μια κόρη, τη Σάντρα. Η Έρρικα Μπρόγιερ μεσουράνησε στον χώρο του ελληνικού κινηματογράφου τις περασμένες δεκαετίες.

Η σπουδαία χορεύτρια εδώ και έναν μήνα ανέβαινε τον δικό της Γολγοθά. Στις 8 Δεκεμβρίου, ο Μαυρίκιος Μαυρικίου, παραγωγός του μιούζικαλ «Η Παριζιάνα», ανακοίνωσε δημοσίως ότι η Έρρικα Μπρόγιερ, η οποία συμμετείχε ως guest στην παράσταση του θεάτρου Broadway, θα απουσίαζε για λίγο καιρό από τη θέση της.

Δυστυχώς όμως τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν έτσι όπως όλοι ήλπιζαν. Έπειτα από πολλές εξετάσεις σε κεντρική κλινική της Αθήνας διαπιστώθηκε σοβαρότατο πρόβλημα υγείας. Η Έρρικα Μπρόγιερ πάλευε για τη ζωή της παραμένοντας στη μονάδα εντατικής θεραπείας έχοντας στο πλευρό της τη μονάκριβή κόρη της, Σάντρα, ενώ και ο Κώστας Βουτσάς είχε ζητήσει να ενημερώνεται καθημερινά για τις εξελίξεις στην υγεία της.

Το 1965, ο Κώστας Βουτσάς παντρεύτηκε την Έρρικα Μπρόγιερ και μαζί απέκτησαν μία κόρη, τη Σάντρα.

Η Έρρικα και η αδερφή της, Μαργαρίτα, τη δεκαετία του ΄60 ξεχώρισαν ως αδερφές Μπρόγιερ και ξεσήκωσαν το κοινό της εποχής με τη φρεσκάδα, την ομορφιά και τη τσαχπινιά τους. Ήταν ίσως το πιο λαμπρό δίδυμο της εποχής. Υπήρξαν άλλωστε ένα από τα πιο γνωστά και αγαπημένα ντουέτα του καλλιτεχνικού χώρου και από τις πιο όμορφες γυναίκες της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου.


Η Μαργαρίτα Μπρόγιερ είναι μητέρα της Κρίστυς Τσολακάκη και πεθερά του Νίκου Χατζηνικολάου. Οι δυό τους διέγραψαν μια λαμπερή καριέρα στο χώρο του τραγουδιού αλλά και του κινηματογράφου.
Η Έρρικα Μπρόγιερ πάντως έχει δηλώσει ότι «Η πιο τσαχπίνα ήμουν εγώ. Η Μαργαρίτα ήταν πιο όμορφη, είχε ωραίο κεφάλι. Γι’ αυτό και την κυνηγούσαν οι μικρότεροι άνδρες, ενώ εμένα οι ηλικιωμένοι, γιατί είχα baby face και με χάζευαν».

Ανέβηκαν τα σκαλιά της εκκλησίας έπειτα από δύο χρόνια σχέσης, Αυτός ήταν ο πρώτος γάμος του ηθοποιού, αλλά λίγο αργότερα πήραν την απόφαση να χωρίσουν. “Ο Κώστας πάντοτε ήταν γυναικάς. Μόνος του μου είχε πει, όταν πια χωρίσαμε «Έρρικα, αυτό με τα χρόνια επιδεινώνεται». Τουλάχιστον, ο Κώστας τα έλεγε. Άλλοι δεν τα λένε” έχει δηλώσει παλιότερα η Ερρικα Μπρόγιερ στην Espresso.


Μετά το διαζύγιο τους, ο Κώστας Βουτσάς παντρεύτηκε τη δεύτερη σύζυγό του, Θεανώ Παπασπύρου με την οποία απέκτησε μαζί δύο κόρες, την Θοδώρα και την Νικολέτα. Και η Έρρικα Μπρόγιερ παντρεύτηκε ξανά, τον Γιάννη Μαρινάκη, έναν άνθρωπο που όπως έλεγε σε συνέντευξή της στο Λοιπόν, ήταν πολύ διαφορετικός από τον Κώστα Βουτσά. Ο δεύτερoς σύζυγός της δεν είχε σχέση με το χώρο. Ήταν δημόσιος υπάλληλος, με καλή θέση και πολύ μορφωμένος. “Τον γνώρισα στα πενήντα. Ήμουν ακόμα πολύ όμορφη. Είχα και μια σχολή χορού και γυμναζόμουν κάθε μέρα. Δεν μπορέσαμε να μείνουμε πολλά χρόνια μαζί. Πέθανε…”, έχει δηλώσει η ίδια.

https://www.alphafreepress.gr

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.