Τα Δάκρυα του Βουνού
Από Χρήστο Μήτση 


Κάνοντας μια στάση στο 1949, σε μια σκηνή η οποία λειτουργεί ως πρόλογος, τα «Δάκρυα του Βουνού» μάς μεταφέρουν σε τόπους και χρόνους τους οποίους σπάνια επισκέπτεται το ελληνικό σινεμά. Όπως την Ήπειρο του 1899, όπου μια ομάδα μαστόρων της πέτρας περιπλανιέται μια δεκαετία μακριά από τα χωριά τους αναζητώντας δουλειά. Έχοντας όμως κουραστεί πια να ζουν μόνοι τους και να χτίζουν σπίτια, εκκλησίες, γεφύρια και σχολειά, ο Μάρκος κι άλλοι έξι πετράδες αποφασίζουν να επιστρέψουν στις οικογένειές τους. Μόνο που ένας πολυετής πόλεμος μαίνεται στην περιοχή και το ταξίδι του γυρισμού τους εκτός από μακρύ αποδεικνύεται κι εξαιρετικά επικίνδυνο.

Ντοκιμαντερίστας («Ημερολόγια Καταστρώματος – Γιώργος Σεφέρης», «Τη Νύχτα που ο Φερνάντο Πεσόα Συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη») που επιστρέφει στη μυθοπλασία («Άδης», «Η Υπογραφή»), ο Στέλιος Χαραλαμπόπουλος επιστρέφει ταυτόχρονα και σε μια άλλη, χαμένη Ελλάδα, η οποία στην αυγή ενός καινούργιου αιώνα βρίσκεται μπροστά σε μια σειρά νέων προκλήσεων (κυρίαρχη η υπόσχεση ενός εύκολου πλουτισμού). Κρατώντας την ιστορική διάστασή τους στο φόντο, αν και το εμφυλιακό 1949 με το οποίο αρχίζει και τελειώνει η ταινία κάνει σαφείς τις παραπομπές, τα «Δάκρυα…» φέρνουν σε πρώτο πλάνο αυτές που αφορούν τους ριζωμένους στη χέρσα γη ανθρώπους, «απελέκητους» και σκληρούς σαν την πέτρα που παίρνει σχήμα από τα χέρια τους.


Αντιμέτωποι με τη μοναξιά, την απληστία ή την περιέργεια, οι σύντροφοι του Μάρκου θα χαθούν ένας ένας καθώς θα ξεκόβονται από την ομάδα, σε μια περιπετειώδη επιστροφή οίκαδε – μεταγραφή της «Οδύσσειας» σαν ένα γκρίζο, ορεινό οδοιπορικό με Λαιστρηγόνες, Κύκλωπες, την Κίρκη, την κάθοδο στον Άδη, ακόμα και τη μνηστηροφονία, ανάμεσα στις αμαρτίες, τα πάθη, τα κατορθώματα και τα λάθη της νεώτερης Ελλάδας. Μιας Ελλάδας λουσμένης σε πέτρινα δάκρυα και μεγαλωμένης με λυπητερά δημοτικά τραγούδια (τα οποία ένας σύγχρονος τυφλός Όμηρος τραγουδάει στο καφενείο), κομμάτι της οποίας αποτυπώνεται συγκινητικά σ’ αυτό το «χειροποίητο», αν και σεναριακά υπερβολικά ελλειπτικό, κινηματογραφικό ταξίδι σε ένα –οριστικά;– ξεχασμένο παρελθόν.

Ελλάδα. 2018. Διάρκεια: 111΄.