«Μικρές Κυρίες»: Οι ηρωίδες της Γκρέτα Γκέργουιγκ ήρθαν για να μείνουν
Από Γιάννη Καντέα-Παπαδόπουλο 

Η λογοτεχνία του 19ου αιώνα δεν είναι και το καλύτερο μέρος για να αναζητήσει κάποιος δυναμικούς, πληθωρικούς γυναικείους χαρακτήρες που συμπεριφέρονται κόντρα στις συμβάσεις. Η πλειονότητα των μυθιστορημάτων της εποχής ήθελε τις γυναίκες πιστές, υπάκουες και λιγομίλητες, όπως συνέβαινε και στον πραγματικό κόσμο δηλαδή, με κύρια αποστολή στη ζωή τους να κάνουν έναν καλό γάμο και να αποκτήσουν παιδιά. Μπορείτε να φανταστείτε λοιπόν τον άμεσο αντίκτυπο που είχαν οι «Μικρές Κυρίες» σε χιλιάδες αναγνώστριες, και όχι μόνο, όταν κυκλοφόρησε ο πρώτος τόμος τους το 1868. Ξαφνικά στα ράφια των βιβλιοπωλείων βρέθηκε ένα μυθιστόρημα με ηρωίδες τις τέσσερις νεαρές αδερφές Μαρτς, γεμάτες ζωντάνια, οι οποίες ήταν αποφασισμένες να κάνουν τα όνειρά τους πραγματικότητα.

Η ιστορία της συγγραφέως Λουίζα Μέι Άλκοτ απελευθέρωσε τη φαντασία εκατομμυρίων αναγνωστριών μέχρι σήμερα, οι οποίες είδαν την αντανάκλαση του εαυτού τους στις Τζο, Έιμι, Μεγκ και Μπεθ. Ακόμη πιο σημαντικό όμως ήταν το ότι επρόκειτο για μια ιστορία αφηγημένη εξολοκλήρου από τη γυναικεία οπτική γωνία, τη στιγμή που οι αντρικοί χαρακτήρες μειο­ψηφούσαν. Όπως στη λογοτεχνία οι «Μικρές Κυρίες» έδωσαν φωνή σε αμέτρητες κοπέλες, έτσι και η Γκρέτα Γκέργουιγκ με τη φιλόδοξη διασκευή της επιδιώκει να δώσει ανανεωμένη ώθηση στα μηνύματα του βιβλίου της Άλκοτ, ώστε να εμπλουτίσει θεματικά το μοντέρνο σινεμά, το οποίο μπορεί να μην είναι τόσο στείρο σε έργα με γυναίκες στο επίκεντρο όσο η λογοτεχνία του 19ου αιώνα, αλλά αδιαμφισβήτητα έχει τα περιθώρια να υποδεχτεί ακόμη περισσότερα.

Εν προκειμένω, εξάλλου, μιλάμε για ένα μυθιστόρημα-σταθμός, το οποίο έχουν περάσει 26 χρόνια από την τελευταία φορά που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο. Επιπλέον, η βερσιόν της Γκέργουικ αποκτά ακόμη μεγαλύτερο σημειολογικό ενδιαφέρον, καθώς εμφανίζεται σε ένα σημείο της σεζόν που το ενδιαφέρον μονοπωλούν ταινίες οι οποίες στρέφονται γύρω από ψυχολογικά αδιέξοδα αντρών – είτε στη σκοτεινότερη μορφή τους («Joker»), είτε ως υπαρξιακή αγωνία («Ο Ιρλανδός»), είτε ως ανταγωνισμός για κυριαρχία («Κόντρα σε Όλα»).

Συμπτωματικά αυτές είναι ορισμένες από τις ταινίες που μαζί με τις κατά Γκέργουιγκ «Μικρές Κυρίες» διεκδικούν το Όσκαρ καλύτερης ταινίας, ενώ η δημιουργός είναι υποψήφια και στην κατηγορία διασκευασμένου σεναρίου. Η ταινία της λοξοκοιτάζει επίσης τα βραβεία α΄ και β΄ γυναικείου ρόλου (Σέρσια Ρόναν και Φλόρενς Πιού αντίστοιχα), κοστουμιών (Τζάκλιν Ντουράν) και πρωτότυπης μουσικής (Αλεξάντρ Ντεσπλά). Όλα αυτά με πρωτότυπη πηγή ένα μυθιστόρημα που η Άλκοτ εμπνεύστηκε από τις εκκεντρικότητες των συγγενών της και το οποίο έγραψε σχεδόν με το ζόρι.

Ο ρομαντικός ρεαλισμός της Άλκοτ
«Δεν απολαμβάνω καθόλου να γράφω αυτήν την ιστορία», εκμυστηρευόταν η Άλκοτ στο ημερολόγιό της καθώς δούλευε τον πρώτο τόμο των «Μικρών Κυριών». Η νεαρή συγγραφέας είχε αναλάβει να ολοκληρώσει ένα βιβλίο που θα απευθυνόταν κυρίως σε κορίτσια, όμως δεν είχε βρει τον τρόπο. «Δεν ξέρω τίποτα για το τι σημαίνει να είσαι κοπέλα, αφού δεν έχω γνωρίσει καμία άλλη πέρα από τις αδερφές μου», θα ομολογούσε αργότερα καθώς ένιωθε παγιδευμένη σε δημιουργικό τέλμα.

Η Φλόρενς Πιού με ένα από τα κουστούμια-διαμάντια της ταινίας
Όπως αποδείχτηκε όμως εκείνες θα αποτελούσαν το κλειδί ώστε η Άλκοτ να σκαρφιστεί την ιστορία των εγκάρδιων αδερφών Μαρτς, που ξεκινά κατά τη διάρκεια του αμερικανικού εμφυλίου, όταν ο πατέρας της οικογένειας στρατολογείται και η μητέρα μαζί με τις κόρες αναγκάζονται να βρουν τρόπο να επιβιώσουν μόνες. Παρά τις αντιξοότητες, το σπίτι τους μετατρέπεται σε καταφύγιο καλοσύνης και αγάπης, με τις Μαρτς να ονειροπολούν καθημερινά, να αφιερώνουν ώρες στις αγαπημένες τους ασχολίες και παράλληλα να βιώνουν τα πρώτα σκιρτήματα του έρωτα. Ανάμεσα στο τέλος της εφηβείας και στο κατώφλι τις ενηλικίωσης, οι Μαρτς σταδιακά καλούνται να συμφιλιωθούν με την ιδέα ότι τα ξέγνοιαστα χρόνια τους δεν θα διαρκούν για πάντα αλλά και με το γεγονός ότι θα πρέπει να μοχθήσουν και να πληγωθούν για να κάνουν τη ζωή που επιθυμούν.

Στην πραγματικότητα οι ηρωίδες των «Μικρών Κυριών» αποτελούν μια εξωραϊσμένη εκδοχή των αληθινών συγγενών της Άλκοτ. Ο πατέρας της λ.χ. έλειπε για καιρό από το σπίτι, όχι λόγω στρατιω­τικών υποχρεώσεων, αλλά επειδή αφιέρωνε μήνες σε ταξίδια εσωτερικής αναζήτησης, εγκαταλείποντας τη γυναίκα του χωρίς χρήματα και με την ευθύνη τεσσάρων παιδιών. Ακόμη όμως και τις περιόδους που βρισκόταν με την οικογένεια, ήταν αδύνατο να κρατήσει μια σταθερή δουλειά, αφήνοντας έτσι το βάρος να πέσει ξανά στους ώμους της συζύγου του. Εκείνη, από την πλευρά της, δεν παραπονιόταν, αφού μοιραζόταν με τον άντρα της την ιδέα ενός εναλλακτικού τρόπου ζωής μακριά από υλικές δεσμεύσεις. Η Άλκοτ άντλησε εικόνες και συναισθήματα από αυτές τις καταστάσεις και τις μετέτρεψε σε μια καθολική ιστορία χειραφέτησης, η οποία ταρακούνησε τις ΗΠΑ και σύντομα τον υπόλοιπο κόσμο.

Η αταλάντευτη Τζο Μαρτς
Το alter ego της Άλκοτ, η δεύτερη κόρη της οικογένειας, είναι εκείνη που συνεπαίρνει τον αναγνώστη με την ορμητικότητα και την αναζωογονητική απειθαρχία της. Η Τζο είναι η πιο προβεβλημένη ηρωίδα των «Μικρών Κυριών», καθώς η εξέλιξή της αποκτά προοδευτικά όλο και πλουσιότερο συμβολικό χαρακτήρα. Εκ φύσεως ανυπάκουη, απορρίπτει την ιδέα του γάμου θέλοντας να προστατεύσει την ανεξαρτησία της, περιφρονεί το φλερτ των αντρών και είναι αποφασισμένη να ζήσει μόνη ως συγγραφέας. Ακόμη κι αν η Άλκοτ υποχρεώθηκε τελικά να παντρέψει την Τζο, κατ’ απαίτηση των αναγνωστών παρακαλώ, το ταμπεραμέντο και οι ιδέες της νεαρής ήταν πρωτάκουστα για την εποχή. Η Τζο δεν έπαψε να δρα με γνώμονα τις επιθυμίες της και πάντα με δική της πρωτοβουλία, εξάλλου εκείνη επέλεξε τον σύζυγό της, νοοτροπία που ενέπνευσε πολλές αναγνώστριες να ακολουθήσουν στη ζωή τους.

Εδώ εντοπίζεται κι ένα από τα κλειδιά της διαχρονικότητας των «Μικρών Κυριών». Έφεραν στο προσκήνιο τις ανείπωτες επιθυμίες των γυναικών κι έτσι κατάφεραν να ξεπεράσουν τις όποιες ταξικές και φυλετικές διαφορές, παρότι οι Μαρτς αντιπροσωπεύουν μια αρχετυπική αμερικανική μεσοαστική οικογένεια του 19ου αιώνα.

Ο Τιμοτέ Σαλαμέ λέει «I do» στην πρόταση της Σέρσια Ρόναν
Το οποίο με απλά λόγια σημαίνει πως είχαν την άνεση να πάρουν περισσότερα ρίσκα, ενώ οι τέσσερις αδερφές απολάμβαναν περισσότερες ευκαιρίες στη ζωή από ό,τι συνέβαινε γενικώς. Οι εκτός των σελίδων του βιβλίου κοινωνικοί φραγμοί ξεπερνιούνται στο επίπεδο του φύλου, καθώς οι «Μικρές Κυρίες» έδρασαν απελευθερωτικά στις γυναικείες συνειδήσεις, ωθώντας τις αναγνώστριες να διεκδικήσουν τους δικούς τους όρους αυτοπροσδιορισμού και να κατασκευάσουν νέες ταυτότητες. Αναπόφευκτα, την ίδια στιγμή το μυθιστόρημα της Άλκοτ έκανε τομή στις γυναικείες αναπαραστάσεις στη λογοτεχνία, η οποία είδε να γεννιέται ένα νέο, διψασμένο για ιστορίες αναγνωστικό κοινό.

Το «θράσος» της Γκέργουιγκ
Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η Γκρέτα Γκέργουιγκ, δημιουργός ταυτισμένη με το mumblecore, επέλεξε να κινηματογραφήσει αυτό το εμβληματικό έργο μόλις στη δεύτερη σκηνοθετική της δουλειά. Οι θεματικές που απασχολούν τη Άλκοτ αλλά και τα συναισθήματα που διαχειρίζεται είναι ακριβώς εκείνα που απασχόλησαν την Γκέργουιγκ στο καλόκαρδο ντεμπούτο της «Lady Bird», όπως και στις ταινίες όπου συνυπογράφει το σενάριο και πρωταγωνιστεί («Frances Ha», «Mistress America»).

Ως Μάρμι Μαρτς, η Λόρα Ντερν δίνει μια ερμηνεία γεμάτη ζεστασιά
Κινηματογραφικές ιστορίες που αποθεώνουν τη δύναμη της συντροφικότητας και της φιλίας εξερευνούν τα άγχη των young adults υπό ένα αποκλειστικά γυναικείο πρίσμα και απεικονίζουν την ενηλικίωση ως μια πολυπόθητη απελευθέρωση, ενώ οι ατρόμητες ηρωίδες τους ρίχνονται ολοκληρωτικά στο κυνήγι των ονείρων τους – απόρροια των καλλιτεχνικών ανησυχιών και των έντονων συναισθημάτων τους. Εξ ου και η φωτεινή θαλπωρή που εκπέμπουν οι εικόνες της Γκέργουιγκ στην ταινία, μια διασκευή απόλυτα ρομαντική και με διάχυτη αισιοδοξία, η οποία βέβαια ανά στιγμές φλερτάρει με την υπερβολή.

Ταυτόχρονα όμως η δημιουργός σκηνοθετεί με πηγαία άνεση, έχοντας απολέσει οποιαδήποτε διάθεση σοβαροφάνειας, και παίρνει σημαντικές πρωτοβουλίες, όπως η απόφαση να εγκαταλείψει τη γραμμική αφήγηση της Άλκοτ και να διηγηθεί την ιστορία μέσα από τα φλας μπακ της Τζο, ενώ παράλληλα εναλλάσσει την οπτική γωνία μεταξύ των τεσσάρων αδερφών. Έτσι η Γκέργουιγκ επιτρέπει να αναδειχτούν εξίσου όλες οι ηρωίδες. Η μούσα της σκηνοθέτιδας Σέρσια Ρόναν ως Τζο, μαζί με τις Φλόρενς Πιού (Έιμι), Έμα Γουότσον (Μεγκ), Ελίζα Σκάνλεν (Μπεθ) δίνουν εντυπωσιακές ερμηνείες, αποδίδοντας με χαρακτηριστική ευστοχία και βάθος τους χαρακτήρες τους.

Επιπλέον η Γκέργουιγκ επιλέγει διακριτικά να διευρύνει την ψυχοσύνθεση της μητέρας των κοριτσιών Μάρμι Μαρτς, την οποία ενσαρκώνει η Λόρα Ντερν. Μπορεί, όπως και στο βιβλίο, η απεικόνισή της να μην απέχει πολύ από αυτήν μιας αγίας, σε ένα χαρακτηριστικό σημείο της ταινίας όμως ακούγεται να λέει: «Υπήρξα οργισμένη σχεδόν κάθε μέρα της ζωής μου». Η Μάρμι δεν διαπραγματευόταν την καλοκάγαθη ιδιοσυγκρασία της και απέφευγε να προκαλεί εντάσεις, αν και γίνεται εύκολα σαφές πως σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε αφελής.

Υπάρχει βέβαια ακόμη μία καινοτομία η οποία αποκαλύπτει τις δια­θέσεις της 36χρονης Αμερικανίδας και αφορά την Τζο. Όπως η Άλκοτ έβλεπε τον εαυτό της στη φλογερή Μαρτς, έτσι συνέβη και με την Γκέργουιγκ, η οποία φροντίζει στην ταινία να υπογραμμίσει με κάθε τρόπο την επαναστατική φύση της. Σε μια χαρακτηριστική σκηνή λέει ψυχωμένα, αρνούμενη να εγκαταλείψει το όνειρό της να γίνει συγγραφέας, «οι γυναίκες έχουν μυαλό και ταλέντο όπως και καρδιά», ενώ στον επίλογο τη βλέπουμε να διαπραγματεύεται σκληρά με τον εκδότη του πρώτου βιβλίου της.

Έτσι οι «Μικρές Κυρίες» γίνονται στην ουσία μια ταινία για τις επιθυμίες μιας γυναίκας, η οποία καλείται να παλέψει διπλά για να πετύχει αυτό που θέλει, συχνά έχοντας απέναντί της ανόητα στερεότυπα. Γίνονται επίσης μια ταινία που μπορεί να απεικονίζει ρομαντικά μια εποχή ανισοτήτων, διχασμών και βίας, αφοσιώνεται ωστόσο σε ηρωίδες οι οποίες ξεπέρασαν τον εαυτό τους αψηφώντας κανόνες που φτιάχτηκαν ερήμην τους.

«Μικρές Κυρίες» στη μεγάλη οθόνη

1917-1918
Η δημοφιλία του βιβλίου της Άλκοτ αναμενόμενα οδήγησε σε σινε-διασκευές μόλις ήταν τεχνικά εφικτό. Οι πρώτες δύο, από τους Αλεξάντερ Μπάτλερ και Χάρλεϊ Νολς, ήταν βωβές, η δεύτερη για λογαριασμό της Paramount.

1933
Ο θρυλικός Τζορτζ Κιούκορ ανέλαβε την πρώτη ομιλούσα μεταφορά, με την Κάθριν Χέμπορν στον ρόλο της Τζο. Η ταινία κυκλοφόρησε εν μέσω της Μεγάλης Ύφεσης, έτσι ο Κιούκορ έδωσε έμφαση στην ανάγκη για κοινωνική δικαιοσύνη και αλληλεγγύη.

1949
Για πρώτη φορά με χρώμα, οι «Μικρές Κυρίες» αποδόθηκαν επίσης από σπουδαίες ηθοποιούς, όπως η Ελίζαμπεθ Τέιλορ και η Μέρι Άστορ. Τη σκηνοθεσία ανέλαβε ο άνθρωπος πίσω από πολλά χολιγουντιανά hits της εποχής, o Μέρβιν ΛεΡόι.

1994
Η διασημότερη και σημείο αναφοράς για τα ’90s διασκευή, καθώς έγινε με τη σύμπραξη γυναικών μπροστά και πίσω από την κάμερα. Η Γκίλιαν Άντερσον κάθισε στη σκηνοθετική καρέκλα, με πρωταγωνίστριες τις Σούζαν Σαράντον, Γουινόνα Ράιντερ και Κίρστεν Ντανστ.Άλλοι 17 νεκροι καταγράφηκαν σε μία εβδομάδα, με τον συνολικό