Οι Κόλιν Φερθ και Στάνλεϊ Τούτσι «προκαλούν» συναισθηματικό «Σουπερνόβα»
Από Γιάννη Καντέα-Παπαδόπουλο 

Οι Κόλιν Φέρθ και Στάνλεϊ Τούτσι, μίλησαν μέσω Zoom στο «α» για τη συμμετοχή τους στο συγκινητικό δράμα «Σουπερνόβα» του Χάρι ΜακΚουίν, όπου ενσαρκώνουν ένα ζευγάρι μεσήλικων αντρών οι οποίοι ζουν ευτυχισμένοι μέχρις ότου ο ένας μαθαίνει πως πάσχει από άνοια. Η είδηση τους αφήνει άναυδους, προκαλώντας τους να ζήσουν όσες στιγμές τους απέμειναν έντονα, αλλά και να πάρουν μερικές επίπονες αποφάσεις.

Πώς προετοιμάζεται ένας ηθοποιός για να ενσαρκώσει ένα μεσήλικα άντρα με πρώιμη άνοια και το σύντροφό του ο οποίος καλείται να συμφιλιωθεί με το αναπόφευκτο, διατηρώντας παράλληλα τις ισορροπίες μεταξύ αυθεντικότητας και συναισθηματισμού;
Στάνλεϊ Τούτσι: Ευτυχώς η αυθεντικότητα που αναφέρετε υπήρχε εντός του σεναρίου. Έτσι τα πράγματα ήταν σαφώς ευκολότερα για εμάς. Το μόνο που είχαμε να κάνουμε ήταν να αφεθούμε σε όσα μας λέει το κείμενο και να το αφήσουμε να μας κατευθύνει. Με αυτόν τον τρόπο, στα αλήθεια, δε χρειάζεται να προσπαθήσεις για πολλά ως ηθοποιός. Παράλληλα, χάρη στην ενδελεχή έρευνα που είχε κάνει ο Χάρι ΜακΚουίν, μπορέσαμε να μάθουμε εξαιρετικά πολλά και χρήσιμα στοιχεία για το τι σημαίνει να ζεις με άνοια. Ομολογώ πως τα συγκεκριμένα στοιχεία «ξεκλείδωσαν» τις ερμηνείες μας, έπαιξαν τρομερό ρόλο ως προς αυτό. Προσωπικά, με επηρέασαν επίσης σημαντικά τα ντοκιμαντέρ που είδα σχετικά με την ασθένεια, τα οποία ήταν εξαιρετικά επίπονο να τα παρακολουθεί κανείς. Εάν, λοιπόν, τα αθροίσεις όλα αυτά μέσα σου, στο τέλος κρατάς όσα νιώθεις ότι ταιριάζουν καλύτερα στο χαρακτήρα που καλείσαι να ενσαρκώσεις και κατ' επέκταση στην ερμηνεία σου.
Κόλιν Φερθ: Με πρόλαβε ο Στάνλεϊ, θα έδινα την ίδια απάντηση. Θα πρόσθετα, όμως, ότι στη δική μας περίπτωση μάς βοήθησε πάρα πολύ το ότι γνωριζόμαστε φιλικά εδώ και χρόνια. Βέβαια, ένα κομμάτι του εαυτού μου δε θα ήθελε να παραδεχθεί πως βοηθηθήκαμε κατά αυτόν τον τρόπο, διότι στη δουλειά μας τις περισσότερες φορές δεν υπάρχει ένας φίλος απέναντί σου στο γύρισμα. Απαιτείται από τον ηθοποιό να ανταπεξέλθει δίχως «στηρίγματα», χωρίς να παίζει ρόλο εάν γνωρίζεις ή ακόμα και συμπαθείς το συνάδελφό σου. Οφείλεις να φέρεις εις πέρας την ερμηνεία χρησιμοποιώντας τη φαντασία και τα εργαλεία που βρίσκεις εντός σου. Πάντως, είναι ενδιαφέρον ότι τις φορές που δουλεύω με το Στάνλεϊ νιώθω σα να συντονιζόμαστε στην ίδια συχνότητα. Εν προκειμένω, όταν προετοιμαζόμασταν ακόμα, κάναμε πολλούς αυτοσχεδιασμούς επί ώρες παρόλο που γνωρίζαμε πως όταν θα έφτανε η ώρα του γυρίσματος δε θα είχε καμία σημασία, γιατί πολύ απλά θα ακολουθούσαμε ό,τι έλεγε το σενάριο. Ο λόγος, όμως, που το κάναμε αυτό είναι γιατί πολύ απλά διασκεδάζουμε ο ένας με τον άλλο.

Αν δεν κάνω λάθος, σε κάποια φάση της παραγωγής είχατε αντιστρέψει τους ρόλους σας. Είναι αλήθεια;
Σ. Τ.: Πράγματι, αρχικά είχαμε προσληφθεί για να παίξουμε τους αντίθετους χαρακτήρες. Ωστόσο, συζητώντας με τον Κόλιν κάποια στιγμή εκείνος έριξε την ιδέα της ανταλλαγής. Τότε του εκμυστηρεύτηκα πως κι εγώ το είχα σκεφτεί, παρότι δεν ήμουν σίγουρος γιατί. Έπειτα πήγα στο Χάρι και του το πρότεινα, κίνηση η οποία είμαι βέβαιος πως τον έκανε να σκεφτεί ότι εμείς οι δύο θα του κάνουμε μονίμως τη ζωή δύσκολη. Στην πράξη, φυσικά, τα πράγματα ήταν απλούστερα. Επέλεξε πέντε σκηνές, τις διαβάσαμε όλοι μαζί πρώτα όπως είχαμε επιλεχθεί κι ύστερα όπως το είχαμε εμείς φανταστεί. Αποδείχθηκε κατευθείαν πολύ καλύτερη η χημεία μας με τους διαφορετικούς χαρακτήρες, ήταν προφανές και στα μάτια του Χάρι.
Κ. Φ.: Το χειρότερο από όλα ξέρετε ποιο ήταν; Ότι ο Στάνλεϊ ήταν καλύτερος από εμένα και στους δύο ρόλους. (γέλια) Και μη νομίζετε πως υποκρίνομαι το μετριόφρονα, μιλάω πολύ σοβαρά. Θυμάμαι να σκέφτομαι όταν κάναμε την ανάγνωση: «Σκατά! Δεν έχω καμία δουλειά εδώ, καλύτερα απλώς να φύγω».
Σ. Τ.: Εντάξει υπερβάλλεις, αυτό δεν είναι καθόλου αλήθεια. (γέλια)

Αναρωτιόμουν διαρκώς κατά τη διάρκεια της ταινίας μήπως όταν ένα αγαπημένο ζευγάρι βιώνει μια τόσο επίπονη και ραγδαία εμπειρία δημιουργούνται οι συνθήκες για να αναδυθούν μερικά αφανή στοιχεία του ανθρώπινου χαρακτήρα, τα οποία κιόλας αποδεικνύονται καθοριστικά.
Κ. Φ.: Ναι, πιστεύω πως συμβαίνει αυτό. Έτσι κι αλλιώς, δε νιώθω ότι η αυτογνωσία είναι ένα ταξίδι με τελικό προορισμό. Διαρκώς εξερευνούμε έναν κόσμο ρευστό. Προσωπικά θα τολμούσα να πω ότι ήξερα ποιος πραγματικά είμαι στις δέκα το πρωί, αλλά μία ώρα μετά να έχουν αλλάξει τα πάντα. Καθοριστικές για εμένα είναι οι επιλογές μας, πολύ δε περισσότερο εκείνες οι οποίες αποκτούν μεγαλύτερη επίδραση πάνω μας εν καιρώ και χωρίς να το περιμένουμε.
Σ. Τ.: Οποιαδήποτε ακραία εμπειρία που βιώνεται αφήνει ανεξίτηλο αποτύπωμα πάνω μας. Ειδικά όταν αναφερόμαστε σε μια απώλεια. Είναι αδύνατο να μην αλλάξεις ο ίδιος. Όσο μεγαλώνεις κιόλας αυτό το φαινόμενο γίνεται συχνότερο και τότε αρχίζουν τα δύσκολα. Όταν καλείσαι να εξοικειωθείς μαζί του.

Η ταινία θίγει σε σημαντικό βαθμό και το φόβο της μοναξιάς. Μια ανησυχία που υφάρπαξε πολλούς τον τελευταίο χρόνο, ζώντας σε διαδοχικές καραντίνες και με την απειλή της πανδημίας να είναι μόνιμη. Νιώθετε πως διογκώνεται αυτή η πτυχή του φιλμ με δεδομένη τη συγκυρία στην οποία κυκλοφορεί;
Κ. Φ.: Τα πάντα πλέον μας επηρεάζουν εντελώς διαφορετικά από ότι στο παρελθόν. Σίγουρα κατά τη διάρκεια της ζωής μου δε θυμάμαι να βιώνω κάτι αντίστοιχο ποτέ που να αφορά κιόλας τον παγκόσμιο πληθυσμό. Ξαφνικά η ευκολία της επαφής, της συνάντησης με κάποιον κατέστη προσωπικό ρίσκο ή ανά περιπτώσεις απαγορεύτηκε πλήρως. Πλέον αρχίζουμε να συνηθίζουμε την ιδέα πως η επικοινωνία γίνεται μέσα από κουτάκια, όπως συζητάμε εμείς τώρα. Είναι αποκαρδιωτικό αυτό. Ελπίζω εάν ποτέ πάψει όλο αυτό, οι άνθρωποι να μη θεωρήσουν ξανά δεδομένο ότι θα μπορούν να συνυπάρχουν άνευ όρων ο ένας κοντά στον άλλο. Κάτι που υπογραμμίζει, αν μη τι άλλο, η ταινία. Και ξέρετε κάτι ακόμα; Τα τελευταία χρόνια οι γονείς παραπονιόμασταν για τα παιδιά που βρίσκονται όλη μέρα πάνω από τα κινητά ή τις κονσόλες τους. Ε, μετά από τους τόσους μήνες μες στο σπίτι, πια εκείνα είναι τα πρώτα που θέλουν όσο τίποτα να βγουν έξω για να συναντηθούν με τους φίλους τους. Να και κάτι θετικό που βγήκε από την πανδημία.
Σ. Τ.: Συμφωνώ απολύτως με τον Κόλιν. Παράλληλα, ούτε η δουλειά μας έχει μείνει ανεπηρέαστη. Αυτήν τη στιγμή βρίσκομαι στη Μαδρίτη για γυρίσματα, έχω ρεπό και κάποιες ώρες ελεύθερου χρόνου, αλλά ούτε μπορώ να βγω από το ξενοδοχείο ούτε να δω την οικογένειά μου. Έτσι υπαγορεύουν τα υγειονομικά μέτρα, των οποίων ομολογώ δεν μπορώ να αφουγκραστώ εντελώς τη λογική τους. Όσα βιώνουμε μάς διαβρώνουν τόσο που αναπόφευκτα μας λείπει ακραία η ανθρώπινη επαφή. Είναι απλούστατα λυπηρό.

Ύστερα από τόσες ταινίες που έχετε γυρίσει, υπάρχουν περιθώρια για να ανακαλύψετε νέα πράγματα στο αντικείμενό σας;
Κ. Φ.: Φυσικά! Στο «Σουπερνόβα» συγκεκριμένα, κάναμε κάτι που σπανίως συμβαίνει στους ηθοποιούς. Δηλαδή οι σκηνές να γυριστούν ακριβώς με τη σειρά που υπάρχει στο σενάριο. Το σύνηθες είναι, για παράδειγμα, η πρώτη μέρα σου στο πλατό να είναι είτε μια έντονα φορτισμένη σκηνή ή ακόμα και το τέλος της ταινίας. Αλλά αυτήν τη φορά ένιωσα πάρα πολύ όμορφα βλέποντας τον τρόπου που μπαίνει κάθε μικρό συστατικό του φιλμ στη θέση του μέρα με τη μέρα.
Σ. Τ.: Όντως έτσι ήταν. Επίσης θα έλεγα ότι για το λόγο αυτό, αλλά και εξαιτίας των αρκετών μεγάλων σε διάρκεια σκηνών -οι οποίες επίσης δε συνηθίζονται στο σινεμά- ένιωθα σα να συμμετέχω σε θεατρική παράσταση. Μου φάνηκε συναρπαστικό σαν εμπειρία.

Άφησα για το τέλος μία από τις δυσκολότερες ερωτήσεις, αφού η ταινία τοποθετείται ξεκάθαρα πάνω στο ζήτημα της επιλογής ενός ατόμου να βάλει τέλος στη ζωή του. Ποια είναι η δική σας άποψη;
Σ. Τ.: Στηρίζω απόλυτα το δικαίωμα κάποιου να πάρει αυτήν την απόφαση. Πριν από έντεκα χρόνια έχασα την πρώτη γυναίκα μου, την οποία προηγουμένως έβλεπα να υποφέρει για μια τετραετία. Τότε, είχε φτάσει σε ένα απροχώρητο σημείο όπου μου είπε ότι δεν αντέχει άλλο. Επομένως, πιστεύω ακράδαντα ότι πρέπει ένας άνθρωπος να έχει τη δυνατότητα να βάλει ο ίδιος ένα τέρμα στον πόνο του, όταν πια δεν υπάρχει καμία άλλη λύση.