Ο Πολωνός σκηνοθέτης των βρετανικών «Το Τελευταίο Καταφύγιο» και «Το Καλοκαίρι του Έρωτά μου» επιστρέφει θριαμβευτικά στην πατρίδα του με το ασπρόμαυρο «Ida», που βγαίνει αυτήν την εβδομάδα στις αίθουσες, κι εξηγεί στο «α» γιατί δεν πρόκειται απλώς για άλλο ένα ιστορικό δράμα.

Τι σημαίνει η επιστροφή­ στη γενέτειρά σας και η πρώτη σας ταινία στην πολωνική γλώσσα;
Η Πολωνία είναι η πατρίδα μου.

Δεν την εγκατέλειψα οικειοθελώς στα 14 μου, βρίσκομαι όμως σε διαρκή επαφή μαζί της. Αφού χήρεψα και με τα παιδιά μου να έχουν πλέον ενηλικιωθεί, νιώθω πως μπορώ να ζήσω ελεύθερα όπου επιθυμώ. ­Επιστρέφω λοιπόν στη Βαρσοβία, την αγαπημένη μου πόλη, και όχι μόνο κινηματογραφικά.

Με την «Ida» επέστρεψα όμως και στο παρελθόν, στα χρόνια του ’60 και της παιδικής μου ηλικίας.

Ως κινηματογραφιστής νιώθω όλο και πιο ξένος στο παρόν και νοσταλγώ όλο και περισσότερο έναν κόσμο λιγότερο θορυβώδη, στριμωγμένο­, αυτάρεσκο και υποταγμένο στη δύναμη της εικόνας αλλά και χαρακτήρες που έζησαν συχνά τραγικές ζωές, διατήρησαν ωστόσο αυθεντικά πρόσωπα και συμπεριφορές. χαρακτηριστικά σκαλισμένα περισσότερο από την αληθινή καθημερινότητα και όχι από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και το ρηχό lifestyle.
Γιατί επιλέξατε το ασπρόμαυρο και το συγκεκριμένο, ιδιαίτερα στιλιζαρισμένο σκηνοθετικό στιλ;

Οι εικόνες εκείνης της περιόδου έχουν μείνει στη μνήμη μου ασπρόμαυρες. Όπως και οι φωτογραφίες της εποχής στο οικογενειακό άλμπουμ.

Κι ενώ η ταινία είναι ρεαλιστική, ήθελα να έχει κάτι το αχρονικό. η ιστορία της να ξεφεύγει από τα συγκεκριμένα χρονικά πλαίσια και πιστεύω πως το ασπρόμαυρο αποδίδει πιστότερα αυτήν την αίσθηση. Όσον αφορά τη σκηνοθετική προσέγγιση, προσπάθησα να περιορίσω την ευρεία οπτική γωνία. Ακίνητη κάμερα, όχι γωνίες που εναλλάσσονται όταν δύο άνθρωποι μιλάνε μεταξύ τους. Εικόνα όσο πιο στενή γίνεται, αποκρύπτοντας ό,τι υπάρχει δίπλα στους ήρωες. Πρόκειται για μια κάθετη ταινία με πάνω από μία έννοιες.

Η όλη αισθητική της «Ida» παραπέμπει σε φιλμ της δεκαετίας του ’60. Είχατε κάποια συγκεκριμένα στο νου σας για να αποτυπώσετε αυτήν την ατμόσφαιρα εποχής;

Σίγουρα όχι κάποια που προσπάθησα συνειδητά να κοπιάρω. Μπορεί κάποιος να αναγνωρίσει εδώ κι εκεί πράγματα που μου αρέσουν, όπως ο Μπέργκμαν, ο Ντράγερ, ο Μπρεσόν, ο Γκοντάρ, το τσεχοσλοβάκικο νέο κύμα, αλλά όχι κάποια συγκεκριμένη ταινία που επηρέασε την «Ida».

Δεν έχω δει καμιά ταινία σαν την «Ida».

Κολτρέιν, Μπαχ, Μότσαρτ… Πώς επιλέξατε τη μουσική της ταινίας;

Πρόκειται για κομμάτια που αγαπώ και σημάδεψαν διαφορετικές περιόδους της ζωής μου. Έτσι ακούγονται πολωνικά και ιταλικά τραγούδια του ’60 που αντανακλούν μια αισιοδοξία, μια χαρά της ζωής κόντρα στην τραυματισμένη από τον πόλεμο και το σταλινισμό πραγματικότητα.

Το ίδιο και η τζαζ, η οποία αποπνέει μιαν αίσθηση ελευθερίας. Μέσα από τη «Naima» του Τζον Κολτρέιν η Ίντα ερωτεύεται τον Λις και απελευθερώνεται.

Τέλος, σχεδόν όλη η μουσική που ακούμε στην ταινία είναι «φυσική», την ακούν και οι ήρωες.

Μόνον ο Μπαχ του φινάλε έρχεται «απέξω», συστήνοντάς μας μια καινούργια διάσταση, μια νέα προοπτική.