Όσκαρ διεθνούς ταινίας και βραβείο σεναρίου στις Κάννες για ένα τσεχοφικό κομψοτέχνημα απαράμιλλης ευαισθησίας πάνω στην απώλεια, την ανθρώπινη επιθυμία, τη μνήμη και τη σχέση ζωής και τέχνης.

Χρήστος Μήτσης

4,5

Ένας από τους σπουδαιότερους θεατρικούς συγγραφείς, αλλά και διηγηματογράφους όλων των εποχών, ο Άντον Τσέχοφ εμπνέει άμεσα ή έμμεσα όλο και περισσότερους κινηματογραφικούς δημιουργούς. Η διεισδυτική και κομψή του περιγραφή της ξοδεμένης ζωής καθημερινών ανθρώπων παραμένει επιδραστική και διαχρονική, δανείζοντας ιδέες σε σκηνοθέτες όπως ο Τούρκος Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν ή ο Γιαπωνέζος Ριουσούκε Χαμαγκούτσι. Παρατηρείστε πόσο μοιάζουν τα σημεία εκκίνησης των δυο καλύτερων ταινιών τους: βασισμένη σε θεατρικά και διηγήματα του διάσημου Ρώσου συγγραφέα, η "Χειμερία Νάρκη" ακολουθεί ένα λόγιο, πρώην ηθοποιό, ο οποίος συγγράφει μια μελέτη για το τούρκικο θέατρο, απομονωμένος στη γραφική, γεωλογικά ξεχωριστή περιοχή του Γκέρεμε της Καππαδοκίας. Στην πορεία θα βρεθεί αντιμέτωπος με τα οικογενειακά του προβλήματα, τις αξίες του και τον ίδιο του τον εαυτό, όπως ακριβώς και ο ήρωας του "Drive my Car". Ένας ακόμα καλλιτέχνης ο οποίος θα παλέψει με τα δικά του φαντάσματα, ανεβάζοντας ένα θεατρικό έργο του Τσέχοφ στην ιστορικά συμβολικότερη πόλη της σύγχρονης Ιαπωνίας.

Ο Γιουσούκε Καφούκου είναι ηθοποιός και σκηνοθέτης ο οποίος από σύμπτωση της τύχης μαθαίνει πως η γυναίκα του, πρώην ηθοποιός και νυν τηλεοπτική σεναριογράφος, έχει σχέση με κάποιον άλλον. Πριν προλάβει να το χωνέψει, εκείνη πεθαίνει από εγκεφαλική αιμορραγία, βυθίζοντάς τον σε υπαρξιακή κρίση. Δυο χρόνια αργότερα θα αποδεχθεί μια πρόταση από τη Χιροσίμα για ανέβασμα του "Θείου Βάνια", με τον οποίο έχει γνωρίσει επιτυχία ως πρωταγωνιστής και σκηνοθέτης. Πηγαίνοντας εκεί θα συναντήσει τους υπεύθυνους της παραγωγής, τους ηθοποιούς τους οποίους επέλεξε μετά από οντισιόν και την οδηγό του αυτοκινήτου του, τη λιγομίλητη νεαρή Μισάκι.

Ο Ριουσούκε Χαμαγκούτσι, ο οποίος έγινε διεθνώς γνωστός με τα "Happy Hour" (2015) και "Η Διπλή Ζωή της Ασάκο" (2018), ενώ στη χώρα μας με τις βραβευμένες στο φεστιβάλ Βερολίνου "Ιστορίες της Τύχης και της Φαντασίας" (2021), συνδυάζει την τσεχοφική κληρονομιά με το βασικό χαρακτήρα του διηγήματος του συμπατριώτη του Χαρούκι Μουρακάμι "Drive my car" από τη συλλογή του "Άντρες χωρίς γυναίκες". Τον θεατράνθρωπο Καφούκου, ο οποίος – νομίζει πως - διαπραγματεύεται πετυχημένα με τα μυστήρια της ζωής δια μέσου της τέχνης του, δεν μπορεί όμως να τα λύσει "δια ζώσης" και να καταλάβει πραγματικά ποια ήταν η γυναίκα που αγάπησε. Τι ένιωθε πραγματικά γι’ αυτόν; Πως μπορεί να του έδειχνε τέτοια στοργή και έννοια, ενώ από την άλλη τον απατούσε; Σκεπτόμενος όλα αυτά με μια περήφανη εσωστρέφεια, μπαίνει στον μικρόκοσμο του "Βάνια" της Χιροσίμα, του οποίου η προετοιμασία του ανεβάσματος τού ανοίγει καινούριες προοπτικές απέναντι στη συμφιλίωση με το παρελθόν του και τη διαχείριση του μέλλοντος του.


Με μια απαράμιλλη σεναριακή δεξιοτεχνία, οι Χαμαγκούτσι και Τακαμάσα Όε στήνουν ένα γαϊτανάκι προσδοκιών και διαψεύσεων γύρω από τον Καφούκου, στον οποίο κάθε ρόλος και κάθε ατάκα τού "Θείου Βάνια" ανοίγει διάλογο με την ψυχολογική κατάστασή του. Τα λόγια του έργου δοκιμάζουν τις αξίες του, αμφισβητούν τα πιστεύω του και κάνουν τα δεδομένα του να χάνουν τη βεβαιότητά τους. Ο Τσέχοφ, εμμέσως πλην σαφώς, αγγίζει για πρώτη φορά την ψυχή του, αναγκάζοντάς τον όχι μόνο να προχωρήσει ως καλλιτέχνης, όχι μόνο να κοιτάξει ειλικρινά μέσα του, αλλά και να ανοίξει τα μάτια του σε όσα συμβαίνουν (στους) γύρω του. Να συγκινηθεί με μια άλλη προοπτική του πένθους (η Μισάκι και η μητέρα της), να καταλάβει ένα διαφορετικό είδος ερωτικού πάθους (αυτό του πρωταγωνιστή του Κότζι) και τελικά να αποδεχτεί να παραχωρήσει μια θέση στον ιδιωτικό του χώρο (στο αμάξι του) σε κάποιον άλλον. Ακόμα και να του εμπιστευτεί το τιμόνι στην πορεία του προς το μέλλον.

Το "Drive my Car" αποτελεί μια πολυεπίπεδη σπουδή πάνω στην απώλεια, την επιθυμία, τη μνήμη (η Χιροσίμα) και τη σχέση ζωής και τέχνης. Σχολιάζει ευρηματικά τα αδιέξοδα, αλλά και τις δυνατότητες της σύγχρονης επικοινωνίας, μέσα από μια γλωσσική Βαβέλ (γιαπωνέζικα, αγγλικά, κορεάτικα, αλλά και νοηματική) που βρίσκει τις δικές της ισορροπίες, περιγράφοντας ταυτόχρονα με συγκινητική ειλικρίνεια τον υπαρξιακό τρόμο του ανθρώπου απέναντι στην αβεβαιότητα^ των κανόνων της ζωής όσο και των δικών του συναισθημάτων. Γι’ αυτό και τα ήρεμα, κομψά πλάνα του Χαμαγκούτσι μοιάζουν με μικρά παιχνιδιάρικα αινίγματα, τα οποία κρύβουν στις λεπτομέρειές τους πολύτιμες φιλοσοφικές διαπιστώσεις. Για αυτό και κάθε λεπτό αυτού του τρίωρου σινε-κομψοτεχνήματος αποτελεί μάθημα κισλοφσκικής κινηματογραφικής ακρίβειας και ζεν ενατένισης της τρικυμιώδους ανθρώπινης συνθήκης.

Ιαπωνία. 2021. Διάρκεια: 179΄. Διανομή: AMA FILMS

https://www.athinorama.gr/