Σεπτεμβρίου 18, 2019

Κινηματογράφος

Ο «Κλέφτης ποδηλάτων» βγαίνει ξανά στις ιταλικές αίθουσες μετά από 70 χρόνια
Στις 4 Φεβρουαρίου προβάλλεται και πάλι στις ιταλικές αίθουσες μία από τις πιο εμβληματικές δημιουργίες του παγκόσμιου κινηματογράφου, η μοναδική «Κλέφτης Ποδηλάτων» του Βιτόριο ντε Σίκα, που ήδη έκλεισε 70 χρόνια στο Πάνθεον της φιλμογραφίας και καθιέρωσε το κίνημα του Νεορεαλισμού.

Από τις 4 Φεβρουαρίου προβάλλεται και πάλι στις ιταλικές αίθουσες μία από τις πιο εμβληματικές δημιουργίες του παγκόσμιου κινηματογράφου, η μοναδική «Κλέφτης Ποδηλάτων» του Βιτόριο ντε Σίκα, που ήδη έκλεισε 70 χρόνια στο Πάνθεον της φιλμογραφίας και καθιέρωσε το κίνημα του Νεορεαλισμού.

Η ιστορία της ταινίας, σε σενάριο του συγγραφέα και σεναριογράφου Τσέζαρε Τζαβατίνι, με μια πρώτη ματιά δεν θα προκαλούσε το ενδιαφέρον κανενός. Ένας μακρόχρονα άνεργος καταφέρνει να βρει δουλειά ως επίσημος αφισοκολλητής του δήμου, αλλά κιόλας από την πρώτη ημέρα της δουλειάς τού κλέβουν το πολύτιμο, για την πρόσληψή του, ποδήλατο. Ο δύσμοιρος μεροκαματιάρης περνά μία ολάκερη Κυριακή, μαζί με τον μικρό του γιο, περιδιαβαίνοντας όλη τη Ρώμη για να ξαναβρούν το κλεμμένο ποδήλατο, το τόσο απαραίτητο για να εξασφαλιστεί το ψωμί της οικογένειας.

Ο ντε Σίκα με την ταινία του αυτή κατορθώνει να αγγίξει με την απλότητα των εικόνων και την αφηγηματική της ένταση το απώτατο όριο της κοινωνικής κριτικής χωρίς κραυγές, σε μία χώρα η οποία στα μεταπολεμικά χρόνια που ακολουθούν πάσχιζε να ξαναβρεί τον οικονομικό βηματισμό της και μία εικόνα της, η οποία είχε τρωθεί από τον φασισμό. «Στη Ρώμη κάθε ημέρα κλέβουν πολλά ποδήλατα», είναι η φράση που σχεδόν αδιάφορα ξεστομίζει ο αστυνομικός, αποθαρρύνοντας τον πρωταγωνιστή που βλέπει στην απώλειά του την καταστροφή ενός ονείρου για καλύτερη ζωή.

Το σενάριο αριστουργηματικά πραγματοποιεί μία δραστική αλλαγή σε σχέση με το πρωτότυπο μυθιστόρημα του Λουΐτζι Μπαρτολίνι, πάνω στο οποίο βασίστηκε ο Τζαβατίνι: στο βιβλίο είναι ένας καλλιτέχνης που χάνει το ποδήλατό του και το γυρεύει στις λαϊκές συνοικίες της πόλης, περιοχές που του είναι ξένες κι άγνωστες. Στην ταινία το θύμα της ληστείας είναι ένας άνθρωπος κουρασμένος, καταρρακωμένος από την μακρά ανεργία, ο μόνος που συνεισφέρει με την εργασία του στην οικογένεια, ο οποίος συνοδεύεται από ένα παιδάκι. Αυτομάτως, η αναζήτηση του κλεμμένου ποδηλάτου γίνεται μία πράξη απόλυτης επιβίωσης, αποκτά υπαρξιακό χαρακτήρα.

«Τι είναι ουσιαστικά μία κλοπή ποδηλάτου, το οποίο ούτε καινούργιο είναι ούτε απαστράπτον;», αναρωτιέται ο ντε Σίκα. Στη Ρώμη καθημερινά κλέβουν πολλά και κανένας δεν ασχολείται, μιας και στον υπολογισμό του μεγάλου καθημερινού δούναι και λαβείν σε μία πόλη, ποιος θ’ ασχοληθεί με ένα ποδήλατο; Κι όμως κάποιοι που δεν διαθέτουν άλλο και με αυτό πηγαίνουν στη δουλειά το έχουν ως μόνο τους στήριγμα στη δίνη τούτη της ζωής στην πόλη και η απώλειά του είναι ένα γεγονός σημαντικό, τραγικό, καταστροφικό», προσθέτει.

Επί τρεις ημέρες ο πρωταγωνιστής Αντόνιο Ρίτσι από τον παράδεισο πέφτει στην κόλαση κι από θύμα κλοπής γίνεται ο ίδιος κλέφτης. Η τραγωδία του διαδραματίζεται επί τρεις ημέρες: Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή. Την Παρασκευή του έρχεται ουρανοκατέβατη η δουλειά του αφισοκολλητή και χάρη στη γυναίκα του Μαρία, που βάζει ενέχυρο τα σεντόνια τους, αποκτά το ποδήλατο. Το Σάββατο πρωί παρουσιάζεται στη δουλειά, αλλά μόλις αρχίζει να κολλά μία αφίσα της Ρίτας Χέιγουορθ ένας κλέφτης και οι συνεργοί του κλέβουν το ποδήλατο. Η υπόλοιπη ταινία θα είναι η ατέλειωτη διαδρομή του Αντόνιο και του γιού του Μπρούνο σε μία Ρώμη αδιάφορη στο δράμα τους, από το σημείο της κλοπής έως ένα λαϊκό προάστιο και μέσα σε ένα πλήθος φτωχών μεροκαματιάρηδων όπου κρύβεται ο κλέφτης. Και όλα τούτα έως την σπαρακτική «έξοδο» της τραγωδίας, όταν αποκαμωμένος κι απελπισμένος ο ήρωας αποφασίζει κι αυτός να κλέψει ένα ποδήλατο έξω από το στάδιο Φλαμίνιο.

Η ταινία εκείνη την εποχή του 1948-1949 προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, τόσο εξ δεξιών, όσο κι εξ ευωνύμων στο πολιτικό φάσμα. Η μεγάλη πολιτική αντιπαράθεση της εποχής (το Λαϊκό Μέτωπο το ’48 είχε υποστεί συντριπτική ήττα από τους Χριστιανοδημοκράτες) είχε μεγάλες επιπτώσεις και στην υποδοχή της ταινίας. Η συντηρητική κοινή γνώμη την αναθεμάτισε, η εφημερίδα της εκκλησίας L’ Osservatore Romano την κατηγόρησε για αντικληρικαλισμό (για τη σκηνή όπου στο λαϊκό συσσίτιο δίνεται φαγητό μόνον σε όποιον είχε παρακολουθήσει τη λειτουργία), οι αριστεροί κριτικοί αν και την επικρότησαν, τήρησαν κάποιες αποστάσεις για συγκεκριμένες ιδεολογικές οπτικές της ταινίες. Ακόμη και ο σκηνογράφος Σέρτζο Αμιντέι, που είχε εργασθεί στην ταινία, εξέφρασε την κριτική του: «δεν βρίσκω σωστό πως σε εκείνη τη στιγμή, ένας σύντροφος, ένας κομμουνιστής, ένας εργάτης που ζει σε ένα προάστιο και του κλέβουν το ποδήλατο δεν πηγαίνει αμέσως στο τοπικό γραφείο του κόμματος για να του το αντικαταστήσουν».

Οι πρωταγωνιστές της ταινίας είναι βέβαια ο πατέρας και ο γιος, αλλά δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τη μητέρα, τη Μαρία, που κι αυτή έχει σημαντικό ρόλο στην ταινία. Χάρη σε αυτήν βρίσκεται ο τρόπος για να αποκτηθεί το ποδήλατο. Για τους τρεις ρόλους επελέγησαν μη επαγγελματίες ηθοποιοί και μάλιστα τυχαία: ο Λαμπέρτο Ματζοράνι ήταν ένας πραγματικός εργάτης της εταιρείας Breda, ο μικρός Έντσο Σταγιόλα επελέγη από τον ντεΣίκα που τον είδε να περιεργάζεται τα γυρίσματα, ενώ η Μαρία, κατά κόσμον Λιανέλα Στάρελ ήταν μία δημοσιογράφος που είχε ζητήσει συνέντευξη από τον σκηνοθέτη και κατέληξε ηθοποιός. Έχουν γραφεί πολλά για την ικανότητα του ντε Σίκα να μετατρέπει απλούς ανθρώπους σε μεγάλους ερμηνευτές, αλλά δεν θα πρέπει να δοθεί υπερβολική έμφαση σε αυτό το γεγονός: αρχικά, ο παραγωγός Ντέιβιντ Ο. Σέλτζνικ είχε σκεφθεί να χρησιμοποιήσει φτασμένα ονόματα, είχε προτείνει τον Κάρι Γκραντ ως πρωταγωνιστή, αλλά στον ντε Σίκα δεν ταίριαζε και είχε προτείνει τον Χένρι Φόντα, όμως εκείνην την εποχή ο ηθοποιός δεν ήταν διαθέσιμος.

Ο Ματζοράνι δεν είχε το ταλέντο του Φόντα, είχε όμως την ερμηνευτική δύναμη της αυθεντικότητας, που ήταν αναγκαία για να γυρισθεί ένα τέτοιο αφοπλιστικό φιλμ σε χώρους πραγματικούς. Όπως διηγείται ο τότε «μικρός» Έντσο Σταγιόλα, υπήρχε ιδιαίτερα μία σκηνή που περιείχε ένα δυνατό στοιχείο αυθεντικότητας: η τελική δραματική σκηνή στο στάδιο, όταν ο Ματζοράνι επιχειρεί να κλέψει το ποδήλατο. «Ήμασταν σε σύνδεση με τον ραδιοσχολιαστή του ματς, νομίζω ήταν το Ρόμα-Μοντενα, διότι ο ντε Σίκα ήταν έτοιμος να γυρίσει όταν το πλήθος θα άρχισε να βγαίνει από το στάδιο, δεν είχαμε βέβαια όλους εκείνους τους κομπάρσους που χρειαζόμασταν». Το φινάλε της ταινίας ξαναεπιστρέφει τον άνεργο πρωταγωνιστή στο πλήθος από το οποίο οι αρχικές σκηνές της ταινίας τον είχαν αποσπάσει, με την πρόσκλησή του στο γραφείο του διευθυντή να του προσφέρει τη δουλειά. Στο τέλος ο Ρίτσι επιστρέφει στο άμορφο πλήθος, όταν πιασμένος χέρι χέρι με τον γιο του, συμφύρεται με αυτό στο δρόμο για το σπίτι.

Η ιστορία των δύο τους είναι τόσο ασήμαντη που δεν ενδιαφέρει τον αστυνομικό ρεπόρτερ, ο οποίος όταν ρωτά τον επικεφαλής του αστυνομικού τμήματος «τι νέα έχουμε απόψε, ενωμοτάρχη;» εκείνος του απαντά αδιάφορα: «μπα, τίποτε, ένα ποδήλατο». Όμως το αδιάφορο τούτο συμβάν για το αστυνομικό δελτίο είναι τεράστιο θέμα για τον Τσέζαρε Τζαβατίνι, τον μεγάλο σεναριογράφο του ντε Σίκα.

Κινηματογράφος

Η Ευνοούμενη , Από Χρήστο Μήτση 

Ενας από τους πολλούς λόγους της μετεωρικής ανόδου του Γιώργου Λάνθιμου στο παγκόσμιο κινηματογραφικό στερέωμα είναι πως ο ίδιος ο 46χρονος σκηνοθέτης δεν βιάζεται καθόλου. Προχωρά με ένα προσεκτικό βήμα τη φορά κι εξελίσσει μεθοδικά την αισθητική και τις θεματικές του, κατασκευάζοντας έτσι ένα συμπαγές σύμπαν ιδεών, ερωτημάτων και απόψεων πάνω στην ανθρώπινη ιλαροτραγωδία.

Κι αν την προηγούμενη φορά, μιας και μιλάμε για τραγωδίες, ήταν ο Ευριπίδης που άνοιξε το δρόμο για την εισβολή της κάμερας στη φαινομενικά ειδυλλιακή καθημερινότητα ενός πετυχημένου καρδιοχειρουργού («Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού»), σειρά παίρνει τώρα ο Σαίξπηρ, ο οποίος μας ξεκλειδώνει την πίσω πόρτα του παλατιού της βασίλισσας Άννας.


Τελευταία της δυναστείας των Στιούαρτ, η Άννα ανέβηκε στο βρετανικό θρόνο το 1702, αλλά η εξαιρετικά φιλάσθενη φύση της και η άσχημη ψυχολογική της κατάσταση (κανένα από τα 17 παιδιά που γέννησε δεν έζησε πάνω από 11 χρόνια) την περιόρισαν σε διακοσμητικό ως προς τις κρατικές υποθέσεις ρόλο, με την πιστή σύμβουλό της Λαίδη Σάρα Τσέρτσιλ να κυβερνά ουσιαστικά την αυτοκρατορία.


Μέσα σ’ όλες τις περίπλοκες ίντριγκες που περικυκλώνουν αυτές τις δυο γυναίκες λοιπόν, προσθέστε και την αποσταθεροποιητική παρουσία της όμορφης και φιλόδοξης Άμπιγκεϊλ, η οποία προσλαμβάνεται ως υπηρέτρια. Η γοητευτική παρουσία της και μερικές ευνοϊκές συμπτώσεις θα φέρουν γρήγορα τη φτωχή νεαρή κοντά στην καταθλιπτική μονάρχη, ανοίγοντας ένα σιωπηλό, μα θανάσιμα ανταγωνιστικό κύκλο διεκδίκησης της βασιλικής εύνοιας.

Ένα κλειστό περιβάλλον με δικούς του κώδικες, μια πολυεπίπεδη μάχη εξουσίας και μια πορεία (ηλικιακής, ψυχολογικής, σεξουαλικής) ενηλικίωσης με βαρύ τίμημα. Ο λανθιμικός κόσμος, συνδεδεμένος άμεσα με το κατασκευασμένο θέαμα και τις πολλαπλές έννοιες του «ρόλου» (ως προσποίηση), μας καλωσορίζει σε μια ακόμα διασκεδαστικά πικρή παράστασή του, αυτή τη φορά με ντεκόρ και κοστούμια εποχής. Κάποιοι κινηματογραφικοί κώδικες αλλάζουν λοιπόν, αλλά το μαύρο χιούμορ, η διακριτική εισβολή του παράδοξου και η αφηγηματική πρωτοτυπία δημιουργούν αυτό το αλλόκοτο, μα τόσο χαρακτηριστικό κλίμα κωμωδίας και δράματος, ελαφρότητας και ανησυχίας, οικειότητας και σουρεαλισμού που χαρακτηρίζει όλες τις ταινίες του Έλληνα δημιουργού.


Ο τελευταίος, που περιορίζεται εδώ στους ρόλους του παραγωγού και του σκηνοθέτη, πατά επάνω σ’ ένα σπιρτόζικα αιχμηρό σενάριο των Τόνι ΜακΝαμάρα και Ντέμπορα Ντέιβις και παίζει απολαυστικά με τους κανόνες του δράματος εποχής, τονίζοντας με έναν ιδιοφυή σκηνοθετικά τρόπο τη μοναξιά της εξουσίας (η σχέση άδειων χώρων και χαρακτήρων), το γκροτέσκο της εσωτερικής προσποίησης-εξωτερικής μεταμφίεσης (περούκες, φορέματα, μακιγιάζ), την αλλαγή διάθεσης των τρισδιάστατων, γραμμένων «συμπληρωματικά» ηρωίδων του (από τα κυρίαρχα χρώματα έως το διαφορετικό καδράρισμα) και τη σαιξπηρικής κοπής ματαιότητα της εξοντωτικής μάχης του ανθρώπου για κυριαρχία. Η οποία θα αποκαλυφθεί επώδυνα στο αριστουργηματικό φινάλε, όπου καθεμιά από τις μονομάχους, αναγκασμένες να παλέψουν ενάντια σε μια σκοτεινά διαπλεκόμενη, αμοραλιστική και ανδροκρατούμενη πραγματικότητα, θα γίνει ένα με τα ανύποπτα, ανυπεράσπιστα βασιλικά κουνέλια.

Η αποδιάρθρωση της τυπικής ιστορικής βιογραφίας που επιχειρεί εδώ ο Λάνθιμος αφορά σε πολλά επίπεδα και μια σύγκριση με την πρόσφατη «Μαίρη, η Βασίλισσα της Σκοτίας» είναι αποκαλυπτική. Από τα αναχρονιστικά κοστούμια έως τη σύγχρονη γλώσσα και την αντισυμβατική συμπεριφορά του αυλικού μπουλουκιού, για όσα στοιχεία μας υπενθυμίζουν πως βρισκόμαστε στις αρχές του 18ου αιώνα, υπάρχουν άλλα τόσα που κλείνουν το μάτι στην (πιστή) ανα-παράσταση εποχής, ενισχύοντας την αλληγορική διάσταση των τεκταινομένων. Οργανωμένα σαν θέαμα, όλα όσα συμβαίνουν μπροστά στα μάτια μας, και δη οι «σημαντικότατες» πολιτικές αποφάσεις, αποκτούν μια φαιδρή, μάταιη διάσταση, ενώ αντίθετα, μέσα από τις αστείες και θεατρινίστικες αντιδράσεις των πρωταγωνιστών του όλου θιάσου αναδεικνύεται μια βαθιά μοναξιά και μια υπαρξιακή πλήξη.


Στοιχεία ενός κόσμου στημένου σαν γιγαντιαία, μακάβρια φάρσα, στον οποίο ρόλους-κλειδί κρατούν τρεις γυναίκες: μια εξωστρεφής αριβίστρια, μια κυνική υπολογίστρια και το άβουλο, ανασφαλές αφεντικό τους. Η ανταγωνιστική σχέση τους, που στην πορεία θα αλλάζει διαρκώς μορφές και πεδία μάχης, θα αλλάξει τελικά και τις ίδιες, συμπληρώνοντας σε προσωπικό και ψυχολογικό επίπεδο τη σύνθετη προβληματική μιας ευφυούς, βιτριολικά σαρκαστικής και οπτικά απολαυστικής ταινίας που βραβεύτηκε με το Αργυρό Λιοντάρι στο φεστιβάλ Βενετίας, τη Χρυσή Σφαίρα α΄ γυναικείου ρόλου (Ολίβια Κόλμαν) και απέσπασε δέκα οσκαρικές υποψηφιότητες.

Μ. Βρετανία, Ιρλανδία, ΗΠΑ. 2018. Διάρκεια: 119΄ Διανομή: ODEON.

Κινηματογράφος

Αποδημητικά Πουλιά
Από Χρήστο Μήτση - Aιώνες τώρα τα αποδημητικά πουλιά ακολουθούν απαρέγκλιτα τους νόμους της φύσης, κάνουν το ίδιο κάθε εποχή ταξίδι και υπερίπτανται μιας πραγματικότητας που εξελίσσεται ερήμην τους. Μιας πραγματικότητας που στα μάτια των ανθρώπων μοιάζει σπουδαία, κοσμοϊστορική, για τη φύση, όμως, φαντάζει μάταιη και πλήρως αδιάφορη. Ο Κολομβιανός Σίρο Γκέρα εξέτασε με ποιητικό τρόπο αυτή τη σχέση στο υποψήφιο για ξενόγλωσσο Όσκαρ «Στην Αγκαλιά του Φιδιού» (2015), τοποθετώντας την πρωτότυπα στο πλαίσιο αντιπαράθεσης δυτικού πολιτισμού και πρωτόγονης αγνότητας.

Επανερχόμενος στο ίδιο θέμα και εμπνεόμενος ξανά από μια πραγματική ιστορία, μας μεταφέρει τώρα στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και στη βόρεια Κολομβία, όπου ένας νέος άντρας παντρεύεται μια όμορφη ιθαγενή και γίνεται μέλος της μητριαρχικής οικογένειάς της, δεμένης με τις παραδόσεις και τα έθιμα της φυλής. Για να εξασφαλίσει την προίκα, όμως, αναγκάζεται να μπλεχτεί με το εμπόριο μαριχουάνας, συνεχίζοντας και μετά το γάμο τις επικερδείς δραστηριότητές του, κάτι το οποίο θα αλλάξει στο πέρασμα των χρόνων τη ζωή της οικογένειάς του, αρχικά με πολυτελή και τελικά με τραγικό τρόπο.



Η άνοδος και η πτώση του Ραπαγιέτ θυμίζει σε πολλά σημεία εκείνη του Τόνι Μοντάνα στον «Σημαδεμένο», μόνο που οι Σίρο Γκέρα και Κριστίνα Γκαγιέγκο (παραγωγός και βοηθός μοντέζ στην «Αγκαλιά…») ξεσκαρτάρουν από την ιστορία κάθε βίαιη γραφικότητα και φλασάτη υπερβολή. Την προσεγγίζουν με μια τελετουργικών ρυθμών αφήγηση και μια εικαστικά μεγαλόπρεπη εικονογραφία, εστιάζοντας στη διαβρωτική, κι όχι μετωπική, σύγκρουση της παράδοσης και του λαϊκού πολιτισμού με τον εκσυγχρονισμό και τις ανίκητες καπιταλιστικές πρακτικές.

Σε έναν κόσμο όπου τα όνειρα αποκτούν υλική υπόσταση και τα σημάδια της φύσης καθορίζουν τις ανθρώπινες πράξεις, η –δεμένη πάντα με τα ήθη των νέων καιρών– εισβολή της απληστίας, της προδοσίας και του ατομικισμού θα αλλάξουν προαιώνιες ισορροπίες, σε μια ατμοσφαιρικά δυσοίωνη saga με καθαρή εθνογραφική ματιά και βαθιά πολιτική άποψη.

Κολομβία, Δανία, Μεξικό. 2018. Διάρκεια: 125΄. Διανομή: ΔΑΝΑΟΣ.

Κινηματογράφος

Από το «Μνημείων Άντρες» του Τζορτζ Κλούνεϊ μέχρι τη «Γυναίκα Από Χρυσό» με την Έλεν Μίρεν, έχουμε δει πρόσφατα στη μεγάλη οθόνη μερικές από τις περιπέτειες σπουδαίων έργων τέχνης κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν αυτά έπεσαν στα χέρια των ναζί.

Ο Ιταλός Κλαούντιο Πόλι πιάνει το νήμα αυτής της σκοτεινής ιστορίας από την αρχή και μέσα από μια διεξοδική κι επεξηγηματική αφήγηση (από τον Τόνι Σερβίλο) περιγράφει με τεκμήρια την πολιτική λεηλάτησης της κλασικής και μοντέρνας τέχνης που εκπόνησε το Γ΄ Ράιχ, ειδικότερα δε οι Άντολφ Χίτλερ και Χέρμαν Γκέρινγκ.

Ορθές πολιτικές και ιστορικές παρατηρήσεις, το πριν, το μετά και χρήσιμες απόψεις ειδικών συνθέτουν ένα ορθογραφημένο, επίκαιρο ντοκουμέντο μνήμης και πολιτιστικής κληρονομιάς με πολύτιμο εκπαιδευτικό χαρακτήρα.

Ιταλία, Γαλλία. 2018. Διάρκεια: 94΄. Διανομή: FILMTRADE.

Κινηματογράφος

Η Σέρσια Ρόναν κοντράρεται με τη Μάργκο Ρόμπι για τον βρετανικό θρόνο, ενώ το διασημότερο ντουέτο του Χόλιγουντ «Χοντρός και Λιγνός» αναβιώνει.

Μαίρη, η Βασίλισσα της Σκοτίας
Η τριπλά υποψήφια για Όσκαρ Σέρσια Ρόναν («Lady Bird») φοράει τη μεγαλόπρεπη περιβολή της νεαρής Μαίρη Στιούαρτ, η οποία το 16ο αιώνα γυρίζει στην πατρίδα της για να διεκδικήσει το σκοτσέζικο και –γιατί όχι;– και τον βρετανικό θρόνο. Οι επιδιώξεις της τη φέρνουν αντιμέτωπη με τη βασίλισσα Ελισάβετ ή αλλιώς με τη Μάργκοτ Ρόμπι («Εγώ, η Τόνια»), με την οποία μάλιστα αναμετρήθηκε και στα τελευταία Όσκαρ, ενώ εξεγέρσεις, συνωμοσίες και προδοσίες συμπληρώνουν την υπόθεση, όπως απαιτεί η εποχή.

Η Dilili στο Παρίσι
Από τη δημιουργική φαντασία και την εικαστική μαεστρία του Μισέλ Οσελό («Ο Κιρικού και η Μάγισσα», «Αζούρ και Ασμάρ») έρχονται οι συναρπαστικές περιπέτειες της μικρής Κανάκ Ντιλιλί στο Παρίσι της Μπελ Επόκ που τη φέρνουν σε επαφή με κάθε σπουδαία προσωπικότητα της εποχής: από τη Μαρί Κιουρί και τον Μαρσέλ Προυστ στον Λουί Παστέρ και στον Τουλούζ-Λοτρέκ.

Χόντρος και Λιγνός
Ενώ η δεκαετία του ’40 σηματοδοτεί μια νέα περίοδο για τον χολιγουντιανό κινηματογράφο, ο Χοντρός και ο Λιγνός ξεκινούν μια απαιτητική ευρωπαϊκή περιοδεία-κύκνειο άσμα για την καριέρα του διασημότερου κωμικού ντουέτου της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ, που αναβιώνει με τον Τζον Σι Ράιλι στο ρόλο του Όλιβερ Χάρντι και τον Στιβ Κούγκαν σε αυτόν του Στάνλεϊ Λόρελ.

Το Νησί της Αποπλάνησης
Η τρίτη σκηνοθετική απόπειρα του Στίβεν Νάιτ («Locke», «Redemption») θέλει τον Μάθιου ΜακΚόναχι να αφήνει πίσω του το σκοτεινό παρελθόν του και να στήνει μια νέα ζωή ως καπετάνιος ψαράδικου αναψυχής σε μαγευτικό νησί της Καραϊβικής. Τα πάντα όμως ανατρέπονται όταν η πρώην γυναίκα του (Αν Χάθαγουεϊ) επιστρέφει για να τον ανακατέψει σε μια πλεκτάνη, δελεάζοντάς τον να δολοφονήσει τον νέο, βαθύπλουτο κι αυταρχικό σύζυγό της.

Η Αρχή της Ισότητας
Η πραγματική ιστορία της Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπουργκ, η οποία πάταξε τις σεξιστικές διακρίσεις στο αμερικανικό δικαστικό (και όχι μόνο) σύστημα, όταν έσπασε το αντρικό κατεστημένο ενός αιώνα και έγινε το 1993 μέλος του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ.

Γυναίκα σε Πόλεμο
Η 50χρονη Χάλα ζει στο Ρέικιαβικ μια διπλή ζωή: από τη μία είναι μια φιλήσυχη διευθύντρια χορωδίας, ενώ από την άλλη ηγείται ενός κρυφού ακτιβιστικού αγώνα ενάντια στην τοπική βιομηχανία αλουμινίου προκειμένου να διασώσει τη φύση της χώρας της και κατ’ επέκταση τους συνανθρώπους της. Κι ενώ δίνει με πάθος μάχη απέναντι σε μεγάλα συμφέροντα, πρέπει ταυτόχρονα να προετοιμαστεί για μια ευχάριστη εξέλιξη στη ζωή της.

Χίτλερ Εναντίον Πικάσσο και Άλλων
Ογδόντα χρόνια αφότου ο Χίτλερ κήρυξε τον πόλεμο στην «εκφυλισμένη» τέχνη, ο Τόνι Σερβίλο αφηγείται την αληθινή ιστορία των κρυμμένων και λεηλατημένων έργων τέχνης που αρπάχτηκαν, απαγορεύτηκαν και εκδιώχθηκαν από τους ναζί κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα.

Πιστό Αντίγραφο
Όταν ένας νευροεπιστήμονας χάνει ξαφνικά την οικογένεια του σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, αποφασίζει να κάνει τα πάντα για να τους φέρει πίσω –ακόμα και αν αυτό σημαίνει να παραβιάσει ένα υπερσύγχρονο κυβερνητικό εργαστήριο ερευνών, να έρθει αντιμέτωπος με την αστυνομία αλλά και με τους ίδιους τους νόμους της φυσικής επιστήμης.

Εγώ, η Όλγα
Τσέχικη βιογραφία της 22χρονης δολοφόνου Όλγκα Χεπνάροβα, η οποία το 1973 έγινε η τελευταία γυναίκα που καταδικάστηκε σε θάνατο στην τότε Τσεχοσλοβακία.

 

Κινηματογράφος

Αυτήν την εβδομάδα ο Γουίλεμ Νταφόε γίνεται ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ και βραβεύεται στο Φεστιβάλ Βενετίας, ενώ ο Μ. Νάιτ Σιάμαλαν ενώνει τον «Διχασμένο» με τον «Άφθαρτο» στο «Glass».
Glass

Φέρνοντας τη γειωμένη υπερηρωική ιστορία του «Άφθαρτου» στον ίδιο κινηματογραφικό χωροχρόνο με τον ψυχαναλυτικό «Διχασμένο», ο Μ. Νάιτ Σιάμαλαν δημιουργεί ένα σίκουελ όπου ο άτρωτος χαρακτήρας του Ντέιβιντ Νταν (Μπρους Γουίλις) θα πρέπει να τα βγάλει πέρα με το παντοδύναμο Κτήνος του Τζέιμς Μάκαβοϊ και τις μηχανορραφίες του δαιμόνιου Ελάιζα Πράις, γνωστού και ως Mr. Glass (Σάμιουελ Τζάκσον).

Στους Διαδρόμους

Με δάφνες από το Φεστιβάλ Βερολίνου, όπου για πολλούς ήταν η καλύτερη ταινία του Διαγωνιστικού Τμήματος, αλλά και το Διεθνές Φεστιβάλ Αθήνας, όπου κέρδισε το βραβείο σεναρίου, έρχεται το νέο φιλμ του Γερμανού Τόμας Στούμπερ («Teenage Angst»). Ήρωάς του ο εσωστρεφής και ντροπαλός Κρίστιαν, ο οποίος ξεκινά να εργάζεται σε ένα τοπικό σούπερ μάρκετ και παθιάζεται σε εμμονικό βαθμό τόσο με τη δουλειά του όσο και με μια συνάδελφό του.

Στην Πύλη της Αιωνιότητας

Βιογραφική προσέγγιση του βίου του σπουδαίου Βίνσεντ Βαν Γκογκ με ενσαρκωτή τον Γουίλεμ Νταφόε, ο οποίος παρά τα 25 χρόνια που τον χωρίζουν από την υποτιθέμενη ηλικία του πρωταγωνιστή, βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Βενετίας για την ερμηνεία του και κέρδισε υποψηφιότητα για Χρυσή Σφαίρα. Ο σκηνοθέτης Τζούλιαν Σνάμπελ έχει και στο παρελθόν αναμετρηθεί με την κινηματογραφική αναπαράσταση της ζωής ενός καλλιτέχνη («Basquiat», «Πριν Πέσει η Νύχτα»), ενώ εδώ έχει και την πολύτιμη σεναριακή βοήθεια του σπουδαίου Ζαν-Κλοντ Καριέρ, μόνιμου συνεργάτη του Λουίς Μπουνιουέλ.

Κάτω από το Δέντρο

Στα προάστια του Ρέικιαβικ η κόντρα δύο οικογενειών που μένουν σε διπλανά σπίτια, η οποία θα ξεκινήσει από ένα δέντρο που ρίχνει τη σκιά του στη διπλανή αυλή, θα οδηγήσει σε μια κωμικοτραγική κι εξωφρενική κατάσταση, σε μια μαύρη κωμωδία που αποτέλεσε την επίσημη πρόταση της Ισλανδίας για το περσινό Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας.

Περιμένοντας τη Νονά

Ένα απροσδόκητο γεγονός σε συνδυασμό με την ανάγκη διευθέτησης ενός κληρονομικού ζητήματος οδηγούν δύο επιστήθιους φίλους, τον Ηρακλή και τον Αγησίλαο, να εγκαταλείψουν την Αθήνα και να ταξιδέψουν στη Νάξο. Εκεί θα κάνουν όποια δουλειά τούς προσφερθεί για να επιβιώσουν, ενώ θα συναντήσουν και την ελληνικής καταγωγής Φαίδρα από τη Γερμανία που κάνει το παρθενικό της ταξίδι στην Ελλάδα παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας της.

Αστερίξ: Το Μυστικό του Μαγικού Ζωμού

Πιστό στο οπτικό και σεναριακό πνεύμα των Γκοσινί και Ουντερζό, το «Αστερίξ: Η Κατοικία των Θεών» του 2014 ήταν μια τρισδιάστατη καρτούν περιπέτεια πρώτης γραμμής, γεμάτη γλαφυρούς χαρακτήρες, σικάτο χιούμορ και κοφτερή σάτιρα. Οι δημιουργοί της ταξιδεύουν τώρα για άλλη μία φορά στη ρωμαϊκή Γαλατία, όπου ο Πανοραμίξ, ο δρυΐδης του μοναδικού ανυπότακτου χωριού, αποφασίζει πως είναι καιρός να αποσυρθεί, αφού πρώτα βρει τον διάδοχό του. Έτσι ξεκινάει με τον Αστερίξ και τον Οβελίξ ένα –γεμάτο απρόοπτα– ταξίδι αναζήτησης ταλέντων, οι περιπέτειες του οποίου βασίζονται σε πρωτότυπο σενάριο και όχι κάποιο συγκεκριμένο κόμικς.

Η Ιστορία της Πράσινης Γραμμής

Κυπριακό δράμα του Πανίκκου Χρυσάνθου, με κεντρικό ήρωα τον Κύπρο, έναν Ελληνοκύπριο στρατιώτη που υπηρετεί στην πράσινη γραμμή της Λευκωσίας, ο οποίος ανακαλύπτει ότι ένας από τους απέναντι, ο Μουράτ, μένει στο κατεχόμενο σπίτι του. Όταν ο Μουράτ του φέρνει από το σπίτι του μια φωτογραφία με τον νεκρό του πατέρα, αποδέχεται την πρότασή του να κάνουν κι οι δυο τους ένα κρυφό ταξίδι στην «άλλη πλευρά».

Κινηματογράφος

Από Χρήστο Μήτση. Αποσπώντας το βραβείο κοινού στο Φεστιβάλ του Τορόντο, όπου έκανε πρεμιέρα, το «Πράσινο Βιβλίο» έγινε αυτομάτως ένα από τα οσκαρικά φαβορί της χρονιάς, όπως συμβαίνει σχεδόν σε όλες τις ταινίες που έχουν κερδίσει την ανάλογη διάκριση («Ο Λόγος του Βασιλιά», «12 Χρόνια Σκλάβος», «Το Παιχνίδι της Μίμησης», «La La Land»). Οι πέντε βασικές υποψηφιότητες για Χρυσή Σφαίρα επιβεβαίωσαν τα προγνωστικά, κάτι που πριν από μερικούς μήνες θα έμοιαζε με φάρσα.

Και αυτό γιατί ποιος θα ποντάριζε πως ο Πίτερ Φαρέλι, ο πατέρας της σύγχρονης ενήλικης, χοντροκομμένης κωμωδίας («Ο Ηλίθιος και ο Πανηλίθιος», «Κάτι Τρέχει με τη Μαίρη»), θα ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για την κινηματογραφική διασκευή της αληθινής ιστορίας του Τόνι Βαλελόνγκα; Αυτός είναι ο Ιταλοαμερικανός μπράβος που το 1962 δέχτηκε να δουλέψει για ένα δίμηνο ως σοφέρ του Αφροαμερικανού πιανίστα Ντον Σίρλεϊ, όσο αυτός θα περιόδευε με το τζαζ τρίο του στον αμερικανικό Νότο.

Ο Φαρέλι σκηνοθέτησε κι έγραψε, σε συνεργασία με τον Μπράιαν Χέιζ Κάρι και τον Νικ Βαλελόνγκα, γιο του Τόνι, ένα road movie που συσσωρεύει όλα τα κλισέ μιας χολιγουντιανής αντιρατσιστικής δραμεντί. Από τη συμπεριφορά των λευκών «πολιτισμένων» πλουσίων και άξεστων λαϊκών τύπων και την κρυφή προσωπική ιστορία του Σίρλεϊ μέχρι τις συμπτώσεις που φέρνουν κοντά τους δύο χαρακτήρες και το χριστουγεννιάτικο τραπέζι του φινάλε, η διαδρομή αυτής της αταίριαστης φιλίας είναι προϋπολογισμένη σκηνή τη σκηνή· σαν ένας μοντέρνος «Σοφέρ της Κυρίας Νταίζη», τον οποίο ο Φαρέλι ενισχύει με γενναίες δόσεις χιούμορ και μερικές ευρηματικές ιδέες (τα γράμματα του Τόνι στη γυναίκα του) που βγάζουν αληθινό συναίσθημα.

Το μελόδραμα καραδοκεί στην άκρη του κάδρου, αλλά δεν παίρνει ποτέ το πάνω χέρι, με δύο καλογραμμένους και υποδειγματικά ερμηνευμένους χαρακτήρες (ειδικά από τον «βελούδινο» και οσκαρικό Μαρσάλα Αλί του «Moonlight») να φινίρουν στην εντέλεια αυτήν την... τέλεια αμερικανιά, η οποία δικαίως θα ενθουσιάσει το κοινό και θα μαζέψει μια αγκαλιά υποψηφιότητες για Όσκαρ.

ΗΠΑ. 2018. Διάρκεια: 130΄. Διανομή: ΣΠΕΝΤΖΟΣ FILM.

Κινηματογράφος

Το Παιχνίδι με τη Φωτιά
Από Χρήστο Μήτση 

Στον «Φλεγόμενο αχυρώνα» του Χαρούκι Μουρακάμι (από τη συλλογή «Ο ελέφαντας εξαφανίζεται»), διήγημα που δανείζεται τον τίτλο του από ένα άλλο του Γουίλιαμ Φόκνερ, συμβαίνουν ελάχιστα πράγματα. Αλλά, όπως στις περισσότερες σύντομες ιστορίες του Ιάπωνα λογοτέχνη, όσα δεν συμβαίνουν αλλά υπονοούνται ή επιμελώς αποκρύπτονται είναι και τα σημαντικότερα. Το εν λόγω διήγημα εμπνέει έναν άλλον δεξιοτέχνη της μινιμαλιστικής αφήγησης, ο οποίος βρίσκει στο σκελετό της πλοκής του ένα στερεό θεμέλιο για να αναπτύξει τη δική του προβληματική πάνω στο ερωτικό πάθος και στα αποπροσανατολιστικά παιχνίδια της ζωής με το φαίνεσθαι και το είναι.

Σκηνοθέτης με πλήθος φεστιβαλικών βραβείων (για τα «Oasis», «Secret Sunshine» και «Ποίηση») και πρώην υπουργός Πολιτισμού της χώρας του, ο Νοτιοκορεάτης Λι Τσανγκ-ντονγκ διασκευάζει ελεύθερα τον «Φλεγόμενο αχυρώνα» και την ιστορία του απαθούς Γιόνγκσου, ενός νεαρού που φιλοδοξεί να γίνει συγγραφέας, χωρίς όμως να έχει ιδέα τι θέλει να γράψει. Όταν συναντήσει την παλιά του γειτόνισσα Χαέμι, η οποία δουλεύει ως χορεύτρια, θα την ερωτευτεί, αλλά ύστερα από μια σύντομη συνεύρεση εκείνη θα φύγει αιφνιδιαστικά για ταξίδι.

Επιστρέφοντας από την Αφρική, θα συνοδεύεται από τον πλούσιο και γοητευτικό Μπεν. Ο Γιόνγκσου συμπληρώνει αυτό το παράδοξο, άτυπο τρίο, με τις σχέσεις των μελών του να παραμένουν μέχρι τέλους ασαφείς. Περιπλέκονται μάλιστα περισσότερο όταν η Χαέμι εξαφανίζεται για άλλη μία φορά απροειδοποίητα.


Το διάρκειας δυόμισι ωρών «Παιχνίδι με τη Φωτιά» εξελίσσεται αργά, με μια υπόγεια ένταση να εγκαθίσταται από νωρίς στις ειδυλλιακές εικόνες του. Με έναν «αόρατο», εξαιρετικά διακριτικό τρόπο, ο Λι Τσανγκ-ντονγκ εμφυτεύει ένα απροσδιόριστο άγχος σε μια ήρεμη, σχεδόν ακίνητη καθημερινότητα, της οποίας ο Γιόνγκσου –μαζί του και ο θεατής– παραμένει απλός παρατηρητής. Ο ερωτικός πόθος του τον σπρώχνει σε μια (αθέλητη;) εμπλοκή μαζί της, όσο μεθοδικά κι αν προσπαθεί όμως να την αποκωδικοποιήσει –μαζί του και ο θεατής– τόσο εκείνη παραμένει ασαφής και ακατανόητη. Διότι, όπως στον κόσμο του Μουρακάμι, έτσι και σε αυτόν του Τσανγκ-ντονγκ η πραγματικότητα αποτελεί ένα περίπλοκο παζλ (πληροφοριών, επιθυμιών, γεγονότων και φαντασιώσεων) που ποτέ δεν θα αποκαλυφθεί πλήρως.

Μια πραγματικότητα οιονεί αποσπασματική και διχασμένη, όπως η Χαέμι, όπως η ίδια η Κορέα – γεωγραφικά (εξαιρετική η σεκάνς στο εξοχικό δίπλα στα σύνορα) και ταξικά (όπως οι δύο αντίζηλοι).

Εκκινώντας σαν χαμηλότονο ερωτικό δράμα, η πορεία του Γιόνγκσου, μέσα από διφορούμενες αλήθειες και σκοτεινά μυστικά, μετατρέπεται σε υπαρξιακό εφιάλτη και οδηγείται σε μια (κυριολεκτικά) πυρακτωμένη κορύφωση, καταδικαστική και συνάμα λυτρωτική, η οποία αποτυπώνει με πλήρη τραγικότητα την αμφισημία και τις ψευδαισθήσεις που οδηγούν τα ανθρώπινα πάθη.

Ν. Κορέα. 2018. Διάρκεια: 148΄ Διανομή: SEVEN FILMS.

Κινηματογράφος

Το Ciné-club, το μηνιαίο σινεφίλ ραντεβού στο Γαλλικό Ινστιτούτο, παρουσιάζει την ταινία Φιντέλιο – Η Οδύσσεια της Αλίκης, της Lucie Borleteau.

Για τρίτη χρονιά, το Ciné-club γιορτάζει το σινεμά, και το 2019 προγραμματίζει, με αφορμή τα 20 χρόνια του Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, προβολές ταινιών που περιλαμβάνονταν στον προγραμματισμό του.

Η πρώτη ταινία του 2019 είναι το Φιντέλιο – Η Οδύσσεια της Αλίκης της Lucie Borleteau. Η ταινία αυτή, που έκανε διάσημη την Ariane Labed στην Γαλλία, είχε παρουσιαστεί και στην 16η χρονιά του Φεστιβάλ. H Ariane Labed κέρδισε το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας, σ’ αυτή τη ταινία, στο φεστιβάλ Locarno 2014.

Φιντέλιο, η Οδύσσεια της Αλίκης (Fidelio, l’Odyssée d’Alice), της Lucie Borleteau (2014, 97΄), με τους Ariane Labed, Melvil Poupaud, Anders Danielsen Lie κ.α.

H Alice, 30 ετών, είναι ναυτικός. Αφήνει τον Félix, τον σύντροφό της, στη στεριά και επιβιβάζεται ως μηχανικός σ’ ένα παλιό φορτηγό πλοίο, το Φιντέλιο. Αφού μπαρκάρουν, μαθαίνει ότι αντικαθιστά έναν άνδρα που μόλις πέθανε και ανακαλύπτει πως ο Gaël, ο πρώτος της μεγάλος έρωτας, είναι ο κυβερνήτης του πλοίου. Στην καμπίνα της η Alice βρίσκει ένα ημερολόγιο που ανήκε στον προκάτοχό της. Διαβάζοντας τις σημειώσεις του, ένα μείγμα μηχανικών προβλημάτων, σεξουαλικών κατακτήσεων και ερωτικής μελαγχολίας, ανακαλύπτει την περίεργη ομοιότητα με τη δική της θαλασσινή πορεία.

Την ταινία παρουσιάζει η Βαρβάρα Σαββίδη, ραδιοφωνική παραγωγός Pepper 96.6, αρχισυντάκτρια www.monopoli.gr.


Ημερομηνία: 15/01/2019
Στις 19.30

Τοποθεσία:
Γαλλικό Ινστιτούτο Ελλάδος, Σίνα 31, Αθήνα

Eισιτήρια:
Είσοδος Ελεύθερη

Πληροφορίες / Κρατήσεις:
ifa.gr

Κινηματογράφος

Αυτήν την κινηματογραφική εβδομάδα η Τζούλια Ρόμπερτς εξερευνά τα όρια της άνευ όρων μητρικής αγάπης.

Το Παιχνίδι Με Τη Φωτιά
Το 1992 ο Ιάπωνας κορυφαίος συγγραφέας Χαρούκι Μουρακάμι δημοσίευε στο διάσημο περιοδικό «New Yorker» το διήγημα «Barn burning». Είκοσι έξι χρόνια μετά ο ταλαντούχος Νοτιοκορεάτης σκηνοθέτης Λι Τσανγκ-ντονγκ («Κρυφή Λιακάδα», «Ποίηση») το χρησιμοποιεί ως βάση για ένα χαμηλότονο ερωτικό δράμα με ήρωα έναν εργάτη ο οποίος συναντά έπειτα από χρόνια μια παλιά του γειτόνισσα. Εκείνη του ζητά να προσέχει τη γάτα της, καθώς φεύγει σε ταξίδι στην Αφρική. Όταν επιστρέψει, η σχέση της με έναν μυστηριώδη άντρα θα οδηγήσει την κατάσταση στα άκρα. Βραβείο κριτών στις Κάνες, συγκεντρώνοντας μία από τις υψηλότερες βαθμολογίες (3,8/4) στην ιστορία του Φεστιβάλ.

 

Η Επιστροφή του Μπεν
Η Τζούλια Ρόμπερτς πρωταγωνιστεί στο οικογενειακό δράμα του υποψήφιου για Όσκαρ σκηνοθέτη Πίτερ Χέτζες («Για Ένα Αγόρι») ως η μητέρα του 19χρονου Μπεν ο οποίος επιστρέφει στο σπίτι του έπειτα από τη σύντομη παραμονή του σε κέντρο απεξάρτησης. Μέσα στο επόμενο 24ωρο, συνταρακτικές αλήθειες έρχονται στο φως και δοκιμάζουν τόσο τη θέλησή του να ξεπεράσει τον εθισμό του στα ναρκωτικά, όσο και η άνευ όρων αγάπη της μητέρας του. Στο ρόλο του Μπεν ο επίσης υποψήφιος για Όσκαρ γιος του σκηνοθέτη, Λούκας Χέτζες («Μια Πόλη Δίπλα στη Θάλασσα»).

 

Η Στολή του Λοχαγού
Ασπρόμαυρο πολεμικό δράμα του Ρόμπερτ Σβέντκε, βασισμένο στην αληθινή ιστορία του Γερμανού στρατιώτη Βίλι Χέρολντ, ο οποίος, δύο εβδομάδες πριν το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στην προσπάθειά του να γλυτώσει από τους διώκτες του φορά τη στολή κάποιου λοχαγού, ενστερνίζεται την τερατώδη προσωπικότητά του και γίνεται γνωστός ως «ο εκτελεστής του Έμσλαντ».

 

Το Βράδυ που Έφαγε τον Κόσμο

Ο Άντερς Ντάνιελσεν Λίε που ερμήνευσε τον ναζιστή μακελάρη Άντερς Μπέρινγκ Μπρέιβικ στο πρόσφατο «22 July» του Πολ Γκρίνγκρας, γίνεται ο μοναδικός (;) επιζών στο Παρίσι έπειτα από μια επίθεση ζόμπι.

Η Ιστορία της Jiyan
Ντοκιμαντέρ του Χαλούκ Ουνάλ για την «Επανάσταση των Γυναικών» εναντίον της πολιορκίας του ISIS στο Κομπάνι της βόρειας Συρίας, μέσα από την ιστορία και την αφήγηση της Ζιάν Τοχιλντάν, διοικήτριας στο αρχηγείο του YPJ (Μονάδες Προστασίας των Γυναικών).

 

Στο Σώμα Της
Ντοκιμαντέρ του Ζαχαρία Μαυροειδή που καταγράφει την δεκαπενθήμερη παραμονή ντόπιων κατοίκων του νότιου άκρου της Θηρασιάς στα κελιά της ανενεργής Μονής της Κοίμησης, προετοιμάζοντάς την για τη γιορτή του Δεκαπενταύγουστου.

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή