Νοεμβρίου 21, 2019

Κινηματογράφος

Από Χρήστο Μήτση. Αποσπώντας το βραβείο κοινού στο Φεστιβάλ του Τορόντο, όπου έκανε πρεμιέρα, το «Πράσινο Βιβλίο» έγινε αυτομάτως ένα από τα οσκαρικά φαβορί της χρονιάς, όπως συμβαίνει σχεδόν σε όλες τις ταινίες που έχουν κερδίσει την ανάλογη διάκριση («Ο Λόγος του Βασιλιά», «12 Χρόνια Σκλάβος», «Το Παιχνίδι της Μίμησης», «La La Land»). Οι πέντε βασικές υποψηφιότητες για Χρυσή Σφαίρα επιβεβαίωσαν τα προγνωστικά, κάτι που πριν από μερικούς μήνες θα έμοιαζε με φάρσα.

Και αυτό γιατί ποιος θα ποντάριζε πως ο Πίτερ Φαρέλι, ο πατέρας της σύγχρονης ενήλικης, χοντροκομμένης κωμωδίας («Ο Ηλίθιος και ο Πανηλίθιος», «Κάτι Τρέχει με τη Μαίρη»), θα ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για την κινηματογραφική διασκευή της αληθινής ιστορίας του Τόνι Βαλελόνγκα; Αυτός είναι ο Ιταλοαμερικανός μπράβος που το 1962 δέχτηκε να δουλέψει για ένα δίμηνο ως σοφέρ του Αφροαμερικανού πιανίστα Ντον Σίρλεϊ, όσο αυτός θα περιόδευε με το τζαζ τρίο του στον αμερικανικό Νότο.

Ο Φαρέλι σκηνοθέτησε κι έγραψε, σε συνεργασία με τον Μπράιαν Χέιζ Κάρι και τον Νικ Βαλελόνγκα, γιο του Τόνι, ένα road movie που συσσωρεύει όλα τα κλισέ μιας χολιγουντιανής αντιρατσιστικής δραμεντί. Από τη συμπεριφορά των λευκών «πολιτισμένων» πλουσίων και άξεστων λαϊκών τύπων και την κρυφή προσωπική ιστορία του Σίρλεϊ μέχρι τις συμπτώσεις που φέρνουν κοντά τους δύο χαρακτήρες και το χριστουγεννιάτικο τραπέζι του φινάλε, η διαδρομή αυτής της αταίριαστης φιλίας είναι προϋπολογισμένη σκηνή τη σκηνή· σαν ένας μοντέρνος «Σοφέρ της Κυρίας Νταίζη», τον οποίο ο Φαρέλι ενισχύει με γενναίες δόσεις χιούμορ και μερικές ευρηματικές ιδέες (τα γράμματα του Τόνι στη γυναίκα του) που βγάζουν αληθινό συναίσθημα.

Το μελόδραμα καραδοκεί στην άκρη του κάδρου, αλλά δεν παίρνει ποτέ το πάνω χέρι, με δύο καλογραμμένους και υποδειγματικά ερμηνευμένους χαρακτήρες (ειδικά από τον «βελούδινο» και οσκαρικό Μαρσάλα Αλί του «Moonlight») να φινίρουν στην εντέλεια αυτήν την... τέλεια αμερικανιά, η οποία δικαίως θα ενθουσιάσει το κοινό και θα μαζέψει μια αγκαλιά υποψηφιότητες για Όσκαρ.

ΗΠΑ. 2018. Διάρκεια: 130΄. Διανομή: ΣΠΕΝΤΖΟΣ FILM.

Κινηματογράφος

Το Παιχνίδι με τη Φωτιά
Από Χρήστο Μήτση 

Στον «Φλεγόμενο αχυρώνα» του Χαρούκι Μουρακάμι (από τη συλλογή «Ο ελέφαντας εξαφανίζεται»), διήγημα που δανείζεται τον τίτλο του από ένα άλλο του Γουίλιαμ Φόκνερ, συμβαίνουν ελάχιστα πράγματα. Αλλά, όπως στις περισσότερες σύντομες ιστορίες του Ιάπωνα λογοτέχνη, όσα δεν συμβαίνουν αλλά υπονοούνται ή επιμελώς αποκρύπτονται είναι και τα σημαντικότερα. Το εν λόγω διήγημα εμπνέει έναν άλλον δεξιοτέχνη της μινιμαλιστικής αφήγησης, ο οποίος βρίσκει στο σκελετό της πλοκής του ένα στερεό θεμέλιο για να αναπτύξει τη δική του προβληματική πάνω στο ερωτικό πάθος και στα αποπροσανατολιστικά παιχνίδια της ζωής με το φαίνεσθαι και το είναι.

Σκηνοθέτης με πλήθος φεστιβαλικών βραβείων (για τα «Oasis», «Secret Sunshine» και «Ποίηση») και πρώην υπουργός Πολιτισμού της χώρας του, ο Νοτιοκορεάτης Λι Τσανγκ-ντονγκ διασκευάζει ελεύθερα τον «Φλεγόμενο αχυρώνα» και την ιστορία του απαθούς Γιόνγκσου, ενός νεαρού που φιλοδοξεί να γίνει συγγραφέας, χωρίς όμως να έχει ιδέα τι θέλει να γράψει. Όταν συναντήσει την παλιά του γειτόνισσα Χαέμι, η οποία δουλεύει ως χορεύτρια, θα την ερωτευτεί, αλλά ύστερα από μια σύντομη συνεύρεση εκείνη θα φύγει αιφνιδιαστικά για ταξίδι.

Επιστρέφοντας από την Αφρική, θα συνοδεύεται από τον πλούσιο και γοητευτικό Μπεν. Ο Γιόνγκσου συμπληρώνει αυτό το παράδοξο, άτυπο τρίο, με τις σχέσεις των μελών του να παραμένουν μέχρι τέλους ασαφείς. Περιπλέκονται μάλιστα περισσότερο όταν η Χαέμι εξαφανίζεται για άλλη μία φορά απροειδοποίητα.


Το διάρκειας δυόμισι ωρών «Παιχνίδι με τη Φωτιά» εξελίσσεται αργά, με μια υπόγεια ένταση να εγκαθίσταται από νωρίς στις ειδυλλιακές εικόνες του. Με έναν «αόρατο», εξαιρετικά διακριτικό τρόπο, ο Λι Τσανγκ-ντονγκ εμφυτεύει ένα απροσδιόριστο άγχος σε μια ήρεμη, σχεδόν ακίνητη καθημερινότητα, της οποίας ο Γιόνγκσου –μαζί του και ο θεατής– παραμένει απλός παρατηρητής. Ο ερωτικός πόθος του τον σπρώχνει σε μια (αθέλητη;) εμπλοκή μαζί της, όσο μεθοδικά κι αν προσπαθεί όμως να την αποκωδικοποιήσει –μαζί του και ο θεατής– τόσο εκείνη παραμένει ασαφής και ακατανόητη. Διότι, όπως στον κόσμο του Μουρακάμι, έτσι και σε αυτόν του Τσανγκ-ντονγκ η πραγματικότητα αποτελεί ένα περίπλοκο παζλ (πληροφοριών, επιθυμιών, γεγονότων και φαντασιώσεων) που ποτέ δεν θα αποκαλυφθεί πλήρως.

Μια πραγματικότητα οιονεί αποσπασματική και διχασμένη, όπως η Χαέμι, όπως η ίδια η Κορέα – γεωγραφικά (εξαιρετική η σεκάνς στο εξοχικό δίπλα στα σύνορα) και ταξικά (όπως οι δύο αντίζηλοι).

Εκκινώντας σαν χαμηλότονο ερωτικό δράμα, η πορεία του Γιόνγκσου, μέσα από διφορούμενες αλήθειες και σκοτεινά μυστικά, μετατρέπεται σε υπαρξιακό εφιάλτη και οδηγείται σε μια (κυριολεκτικά) πυρακτωμένη κορύφωση, καταδικαστική και συνάμα λυτρωτική, η οποία αποτυπώνει με πλήρη τραγικότητα την αμφισημία και τις ψευδαισθήσεις που οδηγούν τα ανθρώπινα πάθη.

Ν. Κορέα. 2018. Διάρκεια: 148΄ Διανομή: SEVEN FILMS.

Κινηματογράφος

Το Ciné-club, το μηνιαίο σινεφίλ ραντεβού στο Γαλλικό Ινστιτούτο, παρουσιάζει την ταινία Φιντέλιο – Η Οδύσσεια της Αλίκης, της Lucie Borleteau.

Για τρίτη χρονιά, το Ciné-club γιορτάζει το σινεμά, και το 2019 προγραμματίζει, με αφορμή τα 20 χρόνια του Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, προβολές ταινιών που περιλαμβάνονταν στον προγραμματισμό του.

Η πρώτη ταινία του 2019 είναι το Φιντέλιο – Η Οδύσσεια της Αλίκης της Lucie Borleteau. Η ταινία αυτή, που έκανε διάσημη την Ariane Labed στην Γαλλία, είχε παρουσιαστεί και στην 16η χρονιά του Φεστιβάλ. H Ariane Labed κέρδισε το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας, σ’ αυτή τη ταινία, στο φεστιβάλ Locarno 2014.

Φιντέλιο, η Οδύσσεια της Αλίκης (Fidelio, l’Odyssée d’Alice), της Lucie Borleteau (2014, 97΄), με τους Ariane Labed, Melvil Poupaud, Anders Danielsen Lie κ.α.

H Alice, 30 ετών, είναι ναυτικός. Αφήνει τον Félix, τον σύντροφό της, στη στεριά και επιβιβάζεται ως μηχανικός σ’ ένα παλιό φορτηγό πλοίο, το Φιντέλιο. Αφού μπαρκάρουν, μαθαίνει ότι αντικαθιστά έναν άνδρα που μόλις πέθανε και ανακαλύπτει πως ο Gaël, ο πρώτος της μεγάλος έρωτας, είναι ο κυβερνήτης του πλοίου. Στην καμπίνα της η Alice βρίσκει ένα ημερολόγιο που ανήκε στον προκάτοχό της. Διαβάζοντας τις σημειώσεις του, ένα μείγμα μηχανικών προβλημάτων, σεξουαλικών κατακτήσεων και ερωτικής μελαγχολίας, ανακαλύπτει την περίεργη ομοιότητα με τη δική της θαλασσινή πορεία.

Την ταινία παρουσιάζει η Βαρβάρα Σαββίδη, ραδιοφωνική παραγωγός Pepper 96.6, αρχισυντάκτρια www.monopoli.gr.


Ημερομηνία: 15/01/2019
Στις 19.30

Τοποθεσία:
Γαλλικό Ινστιτούτο Ελλάδος, Σίνα 31, Αθήνα

Eισιτήρια:
Είσοδος Ελεύθερη

Πληροφορίες / Κρατήσεις:
ifa.gr

Κινηματογράφος

Αυτήν την κινηματογραφική εβδομάδα η Τζούλια Ρόμπερτς εξερευνά τα όρια της άνευ όρων μητρικής αγάπης.

Το Παιχνίδι Με Τη Φωτιά
Το 1992 ο Ιάπωνας κορυφαίος συγγραφέας Χαρούκι Μουρακάμι δημοσίευε στο διάσημο περιοδικό «New Yorker» το διήγημα «Barn burning». Είκοσι έξι χρόνια μετά ο ταλαντούχος Νοτιοκορεάτης σκηνοθέτης Λι Τσανγκ-ντονγκ («Κρυφή Λιακάδα», «Ποίηση») το χρησιμοποιεί ως βάση για ένα χαμηλότονο ερωτικό δράμα με ήρωα έναν εργάτη ο οποίος συναντά έπειτα από χρόνια μια παλιά του γειτόνισσα. Εκείνη του ζητά να προσέχει τη γάτα της, καθώς φεύγει σε ταξίδι στην Αφρική. Όταν επιστρέψει, η σχέση της με έναν μυστηριώδη άντρα θα οδηγήσει την κατάσταση στα άκρα. Βραβείο κριτών στις Κάνες, συγκεντρώνοντας μία από τις υψηλότερες βαθμολογίες (3,8/4) στην ιστορία του Φεστιβάλ.

 

Η Επιστροφή του Μπεν
Η Τζούλια Ρόμπερτς πρωταγωνιστεί στο οικογενειακό δράμα του υποψήφιου για Όσκαρ σκηνοθέτη Πίτερ Χέτζες («Για Ένα Αγόρι») ως η μητέρα του 19χρονου Μπεν ο οποίος επιστρέφει στο σπίτι του έπειτα από τη σύντομη παραμονή του σε κέντρο απεξάρτησης. Μέσα στο επόμενο 24ωρο, συνταρακτικές αλήθειες έρχονται στο φως και δοκιμάζουν τόσο τη θέλησή του να ξεπεράσει τον εθισμό του στα ναρκωτικά, όσο και η άνευ όρων αγάπη της μητέρας του. Στο ρόλο του Μπεν ο επίσης υποψήφιος για Όσκαρ γιος του σκηνοθέτη, Λούκας Χέτζες («Μια Πόλη Δίπλα στη Θάλασσα»).

 

Η Στολή του Λοχαγού
Ασπρόμαυρο πολεμικό δράμα του Ρόμπερτ Σβέντκε, βασισμένο στην αληθινή ιστορία του Γερμανού στρατιώτη Βίλι Χέρολντ, ο οποίος, δύο εβδομάδες πριν το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στην προσπάθειά του να γλυτώσει από τους διώκτες του φορά τη στολή κάποιου λοχαγού, ενστερνίζεται την τερατώδη προσωπικότητά του και γίνεται γνωστός ως «ο εκτελεστής του Έμσλαντ».

 

Το Βράδυ που Έφαγε τον Κόσμο

Ο Άντερς Ντάνιελσεν Λίε που ερμήνευσε τον ναζιστή μακελάρη Άντερς Μπέρινγκ Μπρέιβικ στο πρόσφατο «22 July» του Πολ Γκρίνγκρας, γίνεται ο μοναδικός (;) επιζών στο Παρίσι έπειτα από μια επίθεση ζόμπι.

Η Ιστορία της Jiyan
Ντοκιμαντέρ του Χαλούκ Ουνάλ για την «Επανάσταση των Γυναικών» εναντίον της πολιορκίας του ISIS στο Κομπάνι της βόρειας Συρίας, μέσα από την ιστορία και την αφήγηση της Ζιάν Τοχιλντάν, διοικήτριας στο αρχηγείο του YPJ (Μονάδες Προστασίας των Γυναικών).

 

Στο Σώμα Της
Ντοκιμαντέρ του Ζαχαρία Μαυροειδή που καταγράφει την δεκαπενθήμερη παραμονή ντόπιων κατοίκων του νότιου άκρου της Θηρασιάς στα κελιά της ανενεργής Μονής της Κοίμησης, προετοιμάζοντάς την για τη γιορτή του Δεκαπενταύγουστου.

Κινηματογράφος

Όπως πάρα πολλοί κινηματογραφικοί δημιουργοί πριν από αυτόν, ο διπλά βραβευμένος με Όσκαρ Ασγκάρ Φαραντί («Ένας Χωρισμός», «Ο Εμποράκος») νιώθει άβολα όταν απομακρύνεται από τον οικείο χώρο του, το περιοριστικό αλλά γνώριμό του ιρανικό περιβάλλον. Ξέρει να εκμεταλλεύεται άριστα τις κοινωνικές, πολιτικές και θρησκευτικές ιδιαιτερότητές του, οι οποίες και καθορίζουν τη συμπεριφορά των ηρώων του. Ακόμη και στο γυρισμένο στη Γαλλία «Παρελθόν» όμως, ο 46χρονος δημιουργός απέδειξε ότι μπορεί να χειριστεί με κομψότητα πανανθρώπινα θέματα, τα οποία επανέρχονται και στο ισπανόφωνο «Όλοι το Ξέρουν», ένα οικογενειακό μελόδραμα που φλερτάρει έντονα με το ψυχολογικό θρίλερ.


Η ταινία ξεκινά με την άφιξη της Λάουρα και των παιδιών της, ενός έφηβου κοριτσιού κι ενός μικρότερου αγοριού, στην Ισπανία. Έπειτα από χρόνια στο Μπουένος Άιρες εκείνη επιστρέφει στη γενέτειρά της, ένα χωριό έξω από τη Μαδρίτη, για το γάμο της αδερφής της. Μόνο που στη γιορτή που ακολουθεί κόβεται ξαφνικά το ρεύμα και η κόρη της εξαφανίζεται. Αν κι εμείς δεν αργούμε να μάθουμε τον δράστη και τα κίνητρά του, η υπόθεση αναγκάζει τον Αργεντινό σύζυγο της Λάουρα να κινητοποιηθεί κι εκείνη να ξεκινήσει μια απέλπιδα προσπάθεια να συγκεντρώσει τα απαιτούμενα λύτρα για να ξαναδεί την Ιρένε της ζωντανή.


Αφού περιγράψει αδρά το χώρο και μας συστήσει τους χαρακτήρες, ο Φαραντί αρχίζει να πλέκει ένα γαϊτανάκι θαμμένων μυστικών και παρελθουσών σχέσεων, που έρχονται στο φως ενόσω οι εξελίξεις σπρώχνουν τους πρωταγωνιστές στα όριά τους. Έτσι η εικόνα μιας ευτυχισμένης οικογένειας αλλά και της ειδυλλιακής ζωής ενός επαρχιακού μικρόκοσμου αρχίζει να θολώνει και, ενώ «το ξέρουν όλοι», όλοι παίζουν τον δικό τους ρόλο σε ένα –ταξικά και κοινωνικά– στημένο παιχνίδι. Βιαστικός και λιγότερο συγκεντρωμένος αφηγηματικά απ’ ό,τι συνήθως, ο Ιρανός auteur αποδεικνύεται κι εδώ ένας σεναριακός στιλίστας. Ηθικά διλήμματα και πολιτικά σχόλια πλουτίζουν ένα πυκνό, αγωνιώδες δράμα χαρακτήρων, το οποίο σήκωσε την αυλαία του τελευταίου Φεστιβάλ Κανών.

Ισπανία, Γαλλία. 2018. Διάρκεια: 132΄. Διανομή: SEVEN FILMS.

Κινηματογράφος

Η μικρή και η μεγάλη ιστορία συναντιούνται στην τελευταία ταινία του Αλφόνσο Κουαρόν, μια αυτοβιογραφική επιστροφή στις αρχές των ’70s. Αντλώντας από την παιδική του ηλικία, ο σκηνοθέτης, που με την ίδια ευαισθησία μπορεί να αφηγηθεί μοντέρνα παραμύθια («Ο Χάρι Πότερ και ο Αιχμάλωτος του Αζκαμπάν»), διαστημικές περιπέτειες («Gravity»), μελλοντολογικά θρίλερ («Τα Παιδιά των Ανθρώπων») και road movies ενηλικίωσης («Θέλω και τη Μαμά σου»), επιστρέφει στη συνοικία Ρόμα της Πόλης του Μεξικού το 1970 και στο σπίτι ενός γιατρού με τέσσερα παιδιά.

Εκεί και στην άκρη ενός διαδρόμου γυρίζει κάθε βράδυ για να κοιμηθεί η Κλεό μαζί με τη μαγείρισσα του σπιτιού Αντέλα, μια συγχωριανή της από τον Βορρά. Όλη την ημέρα προσέχει τα παιδιά, καθαρίζει το σπίτι, πλένει τα ρούχα και σερβίρει τα γεύματα, φροντίζοντας να κυλάει απρόσκοπτα και προβλέψιμα η καθημερινότητα μιας μεσοαστικής οικογένειας.


Το πρώτο και ακίνητο πλάνο του φιλμ δίνει τον τόνο: καθώς πέφτουν οι τίτλοι, παρατηρούμε από κοντά τα πλακάκια της εσωτερικής αυλής, τα οποία σε λίγο γεμίζουν με απόνερα και σαπουνάδα καθώς κάποιος καθαρίζει το χώρο (η Κλεό, από τα περιττώματα του σκύλου). Στην επιφάνεια του για λίγο ακίνητου νερού αντικατοπτρίζεται ένα αεροπλάνο που περνάει από τον ουρανό. Από τη βρομιά στην ονειρική φυγή και από τη γη στα σύννεφα, το «Ρόμα» διηγείται τη μικρή, συνηθισμένη ιστορία του τονίζοντας τις αντιθέσεις που την κινητοποιούν και μέσα στις οποίες είναι παγιδευμένη η ηρωίδα της (μαζί και μια οικογένεια και μια ολόκληρη χώρα).

Μια εργατική και μια μεσοαστική καθημερινότητα, μια «ιθαγενής» και μια «λευκή» τάξη πραγμάτων, στιγμιαίες, ασήμαντες «αμαρτίες» και μια φυσική καταστροφή (το φλερτ στην κυρία Σοφία και η φωτιά στο δάσος), οι υποσχέσεις της μεγάλης οθόνης και αυτές των αφελών, απλοϊκών ανθρώπων ή ο ψεύτικος και ο αληθινός πόλεμος (από τις πολεμικές ασκήσεις στη διαδήλωση και τη σφαγή του Κόρπους Κρίστι). Με μια εντυπωσιακή μεγαλοπρέπεια κι έναν πρωτόγνωρο λυρισμό, περίπλοκες συνθέσεις του κάδρου και μια αφτιασίδωτη καταγραφή της ωμής πραγματικότητας, ο Κουαρόν αξιοποιεί όλες τις δυνατότητες της κινηματογραφικής αφήγησης, συνθέτοντας ένα απαράμιλλο κοινωνικό έπος.


Εναλλάσσει δεξιοτεχνικά travellings (η συγκλονιστική σκηνή στο μαιευτήριο) με εκφραστικότατα close ups, εκμεταλλεύεται δημιουργικά την αρχιτεκτονική των χώρων, δίνει στην αμεσότητα του ιταλικού νεορεαλισμού μια σύγχρονη, δυναμικότερη διάσταση και βάφει στους ονειρικούς τόνους ενός απαλού, στιλπνού γκρίζου (ο ίδιος στη διεύθυνση φωτογραφίας) τη νοσταλγική, πικρή, συγκινητική και περίτεχνη τοιχογραφία η οποία αποτυπώνει το τέλος μιας εποχής. Στο κέντρο της μια γυναίκα που κερδίζει την ενηλικίωσή της με βαρύ τίμημα, όπως άλλωστε μια οικογένεια και μια ολόκληρη χώρα.

Μεξικό, ΗΠΑ. Α/Μ. 2018. Διάρκεια: 135΄.

Κινηματογράφος

Μόνο καλοδεχούμενη θα μπορούσε να είναι η επιστροφή του Σταύρου Τσιώλη πίσω από την κάμερα ύστερα από 13 ολόκληρα χρόνια. Πρόκειται για έναν ξεχωριστό και ακατάτακτο δημιουργό όχι με μία, αλλά με… δύο κινηματογραφικές καριέρες. Μια πολλά υποσχόμενη στη Φίνος Φιλμ («Ο Μικρός Δραπέτης», «Κατάχρηση Εξουσίας»), την οποία εγκατέλειψε στις αρχές της δεκαετίας του ’70 έπειτα από μόλις τέσσερις ταινίες, και μια μοναχική και ταπεινόφρονη, η οποία ξεκίνησε το 1985 και χάρισε στο σύγχρονο ελληνικό σινεμά μερικές από τις απολαυστικότερες στιγμές του («Ακατανίκητοι Εραστές», «Έρωτας στη Χουρμαδιά», «Παρακαλώ Γυναίκες, μην Κλαίτε», «Ας Περιμένουν οι Γυναίκες»).

Μετά το «Φτάσαμεε!...» (2004), στο οποίο ένα πλανόδιος σουβλατζής ταΐζει μουσικούς και συγκροτήματα από όλη την Ελλάδα που καταφθάνουν στη Λειβαδιά για να δουλέψουν σε ένα νυχτερινό κέντρο, οι γυναίκες επιστρέφουν μπροστά από το φακό του Τσιώλη για να κλείσουν μια άτυπη και προσχηματική τριλογία. Έτσι κι αλλιώς, είτε ως φυσική παρουσία είτε ως ερωτική φαντασίωση, το γυναικείο φύλο βρίσκεται πάντα στο επίκεντρο των ταινιών του 81χρονου σκηνοθέτη, ο οποίος στήνει την τελευταία κινηματογραφική περιπέτειά του για άλλη μία φορά γύρω από ένα αντρικό δίδυμο. Αυτό δύο στωικών 60άρηδων, οι οποίοι αναλαμβάνουν να φυλάξουν τσίλιες έξω από ένα αθηναϊκό σπίτι στο οποίο προστίθεται παράνομα ένα δωμάτιο. Έχοντας το νου τους στην ξαφνική εμφάνιση –επίσημη ή καμουφλαρισμένη– της πολεοδομίας, θα ανταλλάξουν μεταξύ τους αναμνήσεις, ιδέες και απόψεις για τη ζωή, ενώ από μπροστά τους θα περάσουν κάθε λογής άνθρωποι, ο καθένας με τη δική του ιστορία.

Χωρίς αισθητική εκζήτηση και με μια κινηματογραφική απλότητα που αποκαλύπτει την καλυμμένη από κάθε λογής σκουριά αληθινή φύση των πραγμάτων, ο Τσιώλης αναζητά αυτό που φέρνει κοντά τους ανθρώπους σε πείσμα μιας «εκσυγχρονισμένης» πραγματικότητας. Και το ζητούμενο αποκαλύπτεται αβίαστα, καθώς οι ήρωές του αγωνιούν να εξομολογηθούν αναμνήσεις, πάθη, μυστικά, συμπτώσεις, μικρές χαρές και μεγάλες τραγωδίες μιας ζωής. μιας ζωής απρόοπτης, θαρρείς βγαλμένης από παλιομοδίτικα μυθιστορήματα ή ίσως από τα ψιλά των εφημερίδων, κωμικής και την ίδια στιγμή σκοτεινιασμένης.

Μιμούμενος τον αυθορμητισμό της, ο Τσιώλης ενορχηστρώνει –ειδικά στις τελευταίες ταινίες του– ένα διασκεδαστικά άναρχο χάος με πρωταγωνιστές το λεπτό χιούμορ, την ανθρώπινη ευγένεια, τη λαϊκή σοφία και την ηδονή της αφήγησης. Έτσι και σε αυτές τις «Γυναίκες…», την πιο στατική και σεναριακά χαλαρή ταινία της φιλμογραφίας του, οι περαστικοί βρίσκονται εκεί με αποκλειστικό σκοπό να διηγηθούν στο μπεκετικό δίδυμο (μια νεοελληνική παραλλαγή του Βλαντιμίρ και του Εστραγκόν στο «Περιμένοντας τον Γκοντό») παραμύθια της διπλανής πόρτας γεμάτα (ερωτικούς) πόθους, ελπίδες και απογοητεύσεις. Όχι όλα εξίσου διασκεδαστικά ή συγκινητικά, αλλά αυθόρμητα, παιχνιδιάρικα και νοσταλγικά, βαφτισμένα στην ποίηση της καθημερινότητας.

Ελλάδα. 2017. Διάρκεια: 79΄. Διανομή: TULIP ENT.

Κινηματογράφος

Στις 12 Αυγούστου 2000, και ύστερα από δύο εκρήξεις στο εσωτερικό του, το ρώσικο πυρηνικό υποβρύχιο «Κουρσκ», το οποίο συμμετείχε σε μια ευρείας κλίμακας άσκηση του Βόρειου Στόλου, βυθίστηκε αιφνιδιαστικά στη θάλασσα του Μπάρεντς. Παρ’ όλα αυτά, από τα 118 μέλη του πληρώματος 23 κατάφεραν να επιζήσουν και απομονώθηκαν σε ένα στεγανό διαμέρισμα του υποβρυχίου, το οποίο προσάραξε σε βάθος 108 μέτρων.

Ο σεναριογράφος των φιλμ «Η Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν» και «Thor 2: Σκοτεινός Κόσμος» Ρόμπερτ Ρόντατ περιγράφει τον αγώνα τους να κρατηθούν ζωντανοί και την προσπάθεια απεγκλωβισμού τους, η οποία ξεκίνησε με απελπιστικά αργούς ρυθμούς λόγω του γραφειοκρατικού σκεπτικισμού των ρωσικών αρχών.

Μοιράζοντας την εκκρεμότητα στους εγκλωβισμένους άντρες, στις συζύγους των τριών-τεσσάρων από αυτούς που κρατούν του πρωταγωνιστικούς ρόλους και στις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις για την οργάνωση της αποστολής βοήθειας (οι Ρώσοι αρνήθηκαν πεισματικά κάθε ανάμειξη των πρόθυμων Βρετανών, Νορβηγών και Αμερικανών), ο πάλαι ποτέ «δογματικός» Δανός Τόμας Βίντερμπεργκ («Οικογενειακή Γιορτή», «Το Κυνήγι») δυσκολεύεται να μεταχειριστεί αποτελεσματικά τη μάλλον ισχνή πρώτη ύλη του.


Από τον ηρωισμό των ναυτών μέχρι την καρτερικότητα των γυναικών και την αδιαφορία της απρόσωπης εξουσίας, τίποτα πρωτότυπο δεν χωρά στις εικόνες μιας τραγικής ιστορίας, η οποία εξιστορείται ρουτινιάρικα, χωρίς την ένταση μιας πολεμικής περιπέτειας, αλλά ούτε και τη συγκίνηση ενός ψυχολογικού δράματος. Η γνωστή κατάληξή της θα φέρει δάκρυα στα μάτια των πλέον ευαίσθητων και μια αντιμιλιταριστική καταγγελία θα απαλύνει την οργή πολλών, αν και το πλέον ενδιαφέρον κομμάτι της ταινίας είναι η σύνδεση του όλου συμβάντος με τον Ψυχρό Πόλεμο και το (διαχρονικό) τίμημά του.

Βέλγιο, Λουξεμβούργο. 2018. Διάρκεια: 117΄. Διανομή: ODEON / AUDIOVISUAL.

Κινηματογράφος

«Kλέφτες καταστημάτων»: Η αριστουργηματική ταινία που κέρδισε τον Χρύσο Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών

Aυτή την εβδομάδα οι αριστουργηματικοί «Κλέφτες καταστημάτων» συγκινούν με την ανθρωπιά τους.

Ο Τόμας Βίντερμπεργκ ρίχνει φως στην τραγωδία του Κursk, που συγκλόνισε την υφήλιο, ο Ζαν- Στεφάν Σοβέρ εισχωρεί στα άδυτα των φυλακών της Ταϊλανδής, ενώ ο Μαρκ Κάζινς βλέπει τον κόσμο μέσα από τα μάτια του Όρσον Γουέλς.

Σκηνοθεσία: Χιροκάζου Κόρε-Έντα

Παίζουν: Σακούρα Αντο, Λίλι Φράνκι, Μάγκου Ματσουόκα, Τζίο Καΐρι

Περίληψη: Μετά από μια εξόρμηση για άλλη μια μικροκλοπή, ο Οσάμου και ο γιος του συναντούν ένα μικρό κορίτσι μέσα στο κρύο. Στην αρχή η σύζυγος του Οσάμου είναι διστακτική για το αν πρέπει να το αφήσουν να μείνει μαζί τους. Τελικά όμως συμφωνεί να αναλάβουν τη φροντίδα του, αφού καταλαβαίνει ότι έχει περάσει μεγάλες δυσκολίες. Αν και η οικογένεια είναι φτωχή – ίσα ίσα τα βγάζουν πέρα με τις δουλειές τους και τις μικροκλοπές- μοιάζουν να ζουν ευτυχισμένοι, μέχρι που ένα απρόβλεπτο γεγονός αποκαλύπτει κρυμμένα μυστικά και βάζει σε κίνδυνο τους δεσμούς που τους ενώνουν.

Ο σπουδαίος Χιροκάζου Κόρε-Έντα υπογράφει τη συγκινητική ιστορία μιας οικογένειας που ζει στο περιθώριο της κοινωνίας και κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών, κρατώντας αυτή τη φορά και τον ρόλο του σεναριογράφου, αλλά και του μοντέρ.

Μια οικογένεια ζει στα όρια της φτώχειας , αφού η σύνταξη της γιαγιάς και τα ελάχιστα χρήματα που κερδίζει ο πατέρας δεν επαρκούν ούτε για τα βασικά. Έτσι επιδίδεται σε μικροκλοπές προϊόντων από καταστήματα για να μπορέσει να επιβιώσει. Όταν ένα βράδυ ο αρχηγός της οικογένειας ο Οσάμου μαζί με τον γιο του συναντήσουν ένα μικρό κορίτσι, θα το πάρουν υπό την προστασία τους. Παρά τα προβλήματα και τις δυσκολίες τα μέλη αυτής της ιδιαίτερης οικογένειας που δεν θεωρεί πως κάνει τίποτα ανήθικο, αγαπιούνται αληθινά και ενώνονται με ισχυρούς δεσμούς. Όμως ένα απρόβλεπτο συμβάν θα φέρει στην επιφάνεια κρυμμένα μυστικά και θα αναστατώσει την καθημερινότητά τους.

Ο Χιροκάζου Κόρε-Έντα, με ένα αριστοτεχνικό σενάριο γεμάτο μικρές λεπτομέρειες που δίνουν μία ποιητική διάσταση σε μία άχαρη πραγματικότητα, συνθέτει μέσα από μία οικογενειακή ιστορία, ένα συνταρακτικό πορτρέτο των σημερινών κοινωνιών, που αν και αναπτύσσονται με ραγδαίους ρυθμούς, οι πολίτες τους βιώνουν τις συνέπειες μια μεγάλης κρίσης.

Εστιάζοντας στις ανθρώπινες σχέσεις και χωρίς να ηθικολογεί ο Κόρε-Έντα αγαπάει βαθιά αυτά τα πρόσωπα που προσπαθούν να υπάρξουν μέσα σε ένα άγριο και εξουθενωτικό σύστημα. Τα ελάχιστα προϊόντα που κλέβουν τούς βοηθούν να επιβιώσουν, στην ουσία όμως είναι η αγάπη εκείνη που τους κάνει να ζουν πραγματικά.

Ο Ιάπωνας δημιουργός για ακόμα μια φορά με καθαρά ουμανιστική προσέγγιση θέτει ζητήματα σχετικά με το τι σημαίνει «οικογένεια», ποιος είναι αληθινός γονιός, τι είναι ηθικό και τι όχι σε μία κοινωνία που αδιαφορεί για τον άνθρωπο, αναζητώντας την αγάπη και την τρυφερότητα στα πιο απίθανα μέρη. Ταυτόχρονα με ένα απρόσμενα συναρπαστικό φινάλε ανατρέπει όλες τις σταθερές που έχει οικοδομήσει, αφήνοντας το θεατή να αποφασίσει για τους ήρωές του, και έτσι αποφεύγοντας τους διδακτισμούς, υπογράφει μία από τις πιο ανθρώπινες ταινίες της χρονιάς. Ταυτόχρονα οδηγεί τους εξαιρετικούς ηθοποιούς του, αλλά και τα δύο παιδιά του καστ σε μεστές ερμηνείες που αγγίζουν ευαίσθητες χορδές, δημιουργώντας αληθινή συγκίνηση.

Κινηματογράφος

Σχέδιο ζωής με το οποίο ασχολήθηκε για σχεδόν μία δεκαετία, η κινηματογραφική βιογραφία του Όσκαρ Ουάιλντ φέρνει τον Βρετανό γνωστό ηθοποιό Ρούπερτ Έβερετ («Another Country», «Χορεύοντας με Έναν Ξένο», «Ο Γάμος του Καλύτερού μου Φίλου») για πρώτη φορά πίσω από την κάμερα τόσο ως σκηνοθέτη όσο και ως σεναριογράφο.

Μέγας θαυμαστής του Ιρλανδού λογοτέχνη, ο Έβερετ επιλέγει να εστιάσει στην τελευταία περίοδο της ζωής του, όταν ο πάλαι ποτέ διάσημος διανοούμενος είχε μόλις αποφυλακιστεί και καταφύγει στο Παρίσι, όπου ζούσε περιφρονημένος και πάμφτωχος με το ψευδώνυμο «Σεμπάστιαν Μέλμοθ». Εκεί, σε ένα φτηνό ξενοδοχείο της γαλλικής πρωτεύουσας, θα ζήσει τις τελευταίες ημέρες του άρρωστος από μηνιγγίτιδα, αναπολώντας ένα παρελθόν γεμάτο έρωτες, καλλιτεχνικές επιτυχίες, ξέφρενες σπατάλες, δημόσιες ταπεινώσεις και προσωπικές απογοητεύσεις.

Ο Έβερετ αντιπαραβάλλει διαρκώς –από τον τίτλο της ταινίας μέχρι τη διήγηση του ίδιου του ήρωα– τη ζωή του Ουάιλντ με το γνωστό παραμύθι του «Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας». Πρόκειται για την ιστορία ενός αγάλματος κι ενός χελιδονιού, μιας δυστυχισμένης καθημερινότητας και μιας ανιδιοτελούς αλλά μάταιης θυσίας για χάρη της καλοσύνης. Χαρούμενος άρχοντας σε έναν κατηφή κόσμο (αυτόν της βικτοριανής εποχής), ο Ουάιλντ ήταν για τον Έβερετ ένα ελεύθερο πνεύμα που ασφυκτιούσε σε ένα κομφορμιστικό περιβάλλον κι ένας απελευθερωμένος άνθρωπος, που δεν φοβήθηκε να ενδώσει σε όλους τους πειρασμούς και να πληρώσει το πανάκριβο τίμημα.

Έτσι, χωρίς να τον αγιοποιεί ως χαρακτήρα, τον ακολουθεί στην άνιση πάλη με τους δαίμονές του, προσωποποιώντας τους στον εραστή του Μπόσι Ντάγκλας (ένας μεγάλος έρωτας που τον πρόδωσε) και τη σύζυγό του Κόνστανς (μια αξιοπρεπής γυναίκα, στην οποία δεν συμπεριφέρθηκε όπως της άξιζε). Όλα αυτά μέσα από μια πειστική αναπαράσταση εποχής και μια αφήγηση η οποία ταξιδεύει από ένα μίζερο, καταθλιπτικό παρόν σε ένα παρελθόν που μοιάζει ονειρικό και άλλο τόσο απλώς περιγραφικό.

Το πραγματικό δράμα απουσιάζει απ’ όλο αυτό το πηγαινέλα και η σύγκρουση του Ουάιλντ με τα βικτοριανά ήθη περιορίζεται στα λόγια και σε ανεκδοτολογικά συμβάντα (οι νεαροί που τον κυνηγούν), εγκλωβίζοντας την τρυφερή κι ευαίσθητη σινε-βιογραφία σε προβλέψιμα δραματουργικά και ψυχολογικά στερεότυπα.

Ο Έβερετ συμπονά ειλικρινά τον ήρωά του, αλλά δυσκολεύεται να του μεταδώσει το πάθος του, αν κι έχει συλλάβει (περισσότερο ως σκηνοθέτης και λιγότερο ως ερμηνευτής) τον βαθύ αυτοσαρκασμό που κρυβόταν πίσω από κάθε δηλητηριώδη ατάκα και πόζα αυτής της μεγαλοφυΐας.

Έτσι, διακριτικές πινελιές χιούμορ δίνουν ζωογόνες ανάσες σε ένα βαρύ, στα όρια του στόμφου κινηματογραφικό υλικό, το οποίο συλλαμβάνει ένα μικρό αλλά πολύτιμο κομμάτι από τη μελαγχολία μιας εποχής και του πλέον εμβληματικού, προκλητικού και αντιφατικού εκπροσώπου της.

Μ. Βρετανία, Βέλγιο. 2018. Διάρκεια: 105΄.

Διανομή: FILMTRADE.

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή