Babo Koro: Το γλέντι είναι κομμάτι της ψυχής μας
Λένα Κυριακίδη

Η «γιαγιά που χορεύει», η χαρά της συγκίνησης, το μοίρασμα και η παράδοση, η αίσθηση του προσωρινού γέννησαν, μεταξύ άλλων, τους Babo Koro οι οποίοι με τον τελευταίο δίσκο τους στις αποσκευές και νέο στα σκαριά μας καλούν σε ένα γλέντι από αυτά που ξέρουν να στήνουν την Παρασκευή 18 Οκτωβρίου στην κεντρική σκηνή του Σταυρού του Νότου, όπου θα εμφανιστούν με τον Βασίλη Πετρίδη και τους Γκαϊλέ.

Στην ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχαμε μαζί τους δεν μπορέσαμε ούτε εμείς ούτε εκείνοι να περιγράψουμε την ήχο τους, γιατί σκοπός τους δεν είναι να γίνουν ένα μουσικό «προϊόν» αλλά η σύμπραξη και η έκφραση, οπότε σας προτρέπουμε να τους ακούσετε.

Μιλήσαμε όμως για τον «Σίσυφο», γιατί το όνομά του φέρει το πρόσφατο άλμπουμ τους και γιατί όπως μας είπαν κάθε βράχος φαίνεται μικρότερος όταν τον σπρώχνουμε πολλοί, για την προσωπική και συλλογική μάχη με τον φόβο και την αμάθεια σε μια κοινωνία με περιορισμένη μνήμη αλλά και πράξεις ανιδιοτέλειας, για τα ταλαιπωρημένα Βαλκάνια και την ανάγκη αλληλεπίδρασης ανθρώπων και λαών μέσα στη διαφορετικότητα της έκφρασης που κρύβει ομοιότητες στις ανάγκες.

Το επταμελές συγκρότημα αποτελούν οι μουσικοί Σωτήρης Τσακανίκας, Δημήτρης Αναστασίου, Κώστας Νικολόπουλος, Αποστόλης Μπουρνιός, Γιάννης Δίσκος, Μιχάλης Δάρμας και η τραγουδίστρια Αντιγόνη Μπασακάρου, ενώ στο δίσκο την συνοδεύουν ξεχωριστοί ερμηνευτές: οι «Γιασεμί» Μάρθα Μαυροειδή, Ειρήνη Δερέμπεη, Μαρία Μελαχροινού και οι Δημήτρης Υφαντής, Λεωνίδας Μπαλάδας και Θοδωρής Μέρμηγκας.

Τι σημαίνει Babo Koro; Από πού πήγασε η ανάγκη για τη δημιουργία του συγκροτήματος και πώς έγινε;

Σε μία εντελώς ελεύθερη απόδοση, Babo Koro σημαίνει «γιαγιά που χορεύει». «Μπάμπω»/«βάβω» αποκαλούν τη γιαγιά στη βόρεια Ελλάδα και Ήπειρο, ενώ το «κόρο» προέρχεται από τον αρχαιοελληνικό χορό και άρα κουβαλά διπλή σημασία. Στη μπάμπω-Κόρω, τη γιαγιά που χορεύει και τραγουδάει, βρήκαμε μια εικόνα που μας δημιουργεί ένα πολύ έντονο συναίσθημα νοσταλγίας, συγκίνησης, χαράς, αψήφισης, θαυμασμού. Αυτά ήταν και τα συναισθήματα που δημιούργησαν την ανάγκη μας για το σχήμα, με στόχο τη σύμπραξη για τη συνέκφραση και τη συμμαθητεία.

Η μουσική σας είναι τουλάχιστον ένα μουσικό πάντρεμα παραδοσιακής και λαϊκής, balkan και swing. Πώς θα περιγράφατε την ταυτότητα της μπάντας;

Ο «Σίσυφος» δημιουργήθηκε δίχως περιορισμούς και δίχως στεγανά. Γι’ αυτό άλλωστε έχει πολλές ξεκάθαρες αναφορές και τον χαρακτηρίζει η υφολογική πληθώρα. Συνολικά συμμετέχουν εκτός του σχήματος άλλοι εννέα μουσικοί, εκφράζοντας ο καθένας το χρώμα που είχαμε φανταστεί για το κάθε κομμάτι. Ο κοινός τόπος όλων των ακουσμάτων είναι ο τρόπος που χειριστήκαμε το στίχο και την ενορχήστρωση. Φιλοδοξία μας είναι το να είναι αναγνωρίσιμος ο ήχος μας λόγω της ιδιαιτερότητας αυτού του κοινού τόπου, και όχι τόσο επειδή θα καταφέρουμε κάποτε να τον περιγράψουμε με το λόγο.

Τι ένωσε το συγκρότημα με την στιχουργική του Χρήστου Παπαναγιώτου που αποδεικνύεται ότι ταιριάζει στο ύφος σας και καταφέρνει να φέρει κάτι από τα παλιά, από τα παραδοσιακά τραγούδια με τα βαθιά νοήματα.

Με τον Χρήστο Παπαναγιώτου συνδεόμαστε με μία πολύχρονη φιλική και μουσική σχέση. Η στιχουργική του είναι ιδιαίτερα εικονοπλαστική και όντως βαθιά επηρεασμένη από την δημοτική αλλά και λαϊκή παράδοση, και ταίριαζε απόλυτα σε αυτό που θέλαμε να πούμε με τη μουσική μας, και μάλιστα ήταν παρών στη δημιουργία των πρώτων ιδεών. Έτσι η ένωση ήταν και φυσική και αβίαστη. Ταυτόχρονα, η αισθητική του Σωτήρη Τσακανίκα, που υπογράφει τους στίχους σε δύο από τα κομμάτια του δίσκου, ήταν απολύτως συμβατή με τα στιχουργική του Χρήστου, οδηγώντας το δίσκο σε μία αφηγηματική ομοιογένεια, την οποία θεωρούμε και βασικό στοιχείο της ταυτότητας μας.

Ποιοι λόγοι σαν οδήγησαν να δώσετε στον δίσκο το όνομα «Σίσυφος», του καταδικασμένου να πέφτει και να ξανασηκώνεται, αλλά και που στο ομώνυμο τραγούδι σας δεν μένει μόνος;

Ο μύθος του Σίσυφου βρίσκουμε ότι παραμένει εξαιρετικά επίκαιρος. Άλλωστε πολλοί σύγχρονοι διανοητές έχουν ασχοληθεί μαζί του. Μέσα στο μύθο βρήκαμε τους δικούς μας παραλληλισμούς, τόσο στην καθημερινότητα του καθενός χωριστά όσο και στη μουσική πραγματικότητα. Για εμάς η ουσία είναι ότι βλέπουμε το Σίσυφο ως λάτρη της Ζωής, όπως ο Καμύ, όμως πράγματι στο δικό μας αφήγημα δεν τον αφήνουμε μόνο του.

Όλες οι ανηφόρες μας φαντάζουν πιο εύκολες όταν τις μοιραζόμαστε και κάθε βράχος μας φαίνεται μικρότερος όταν τον σπρώχνουμε πολλοί. Αυτό αποτελεί κεντρικό θέμα του δίσκου μας και είναι από τα βασικά ζητήματα που μας εμπνέουν σε ολόκληρο το εγχείρημα μας. Η συλλογικότητα, η συναίσθηση του προσωρινού, ο χορός της γιαγιάς που κρύβει μια αψήφιση, το γλέντι, όλα αυτά μας κάνουν να βγάζουμε εκεί στην κορυφή του λόφου τη γλώσσα μας στους θεούς και να κοροϊδέυουμε προσωρινά το θάνατο, κι ας ξέρουμε ότι θα ξανακυλήσει η πέτρα μας κάτω και πάλι απ’ την αρχή.

Ακούγοντας το «Γέλα μου» δεν το σύνδεσα με το προσφυγικό όπως έκαναν οι σκηνοθέτες Θοδωρής Παπαδουλάκης και Γιώργος Πανταζής που οπτικοποίησαν εξαιρετικά το κομμάτι στο βίντεο κλιπ όπου βλέπουμε την σκληρότητα της προσφυγιάς αλλά και το πρόσωπο της αλληλεγγύης. Πώς βλέπετε το ζήτημα του «ξένου» -το οποίο σας αφορά όπως φαίνεται από το ομότιτλο κομμάτι του δίσκου και από τις τσιγγάνικες επιρροές- ;

Το ζήτημα του ξένου και του ξεριζωμού δεν είναι βέβαια καινούργιο, και αφορά ιδιαίτερα μάλιστα την ελληνική κοινωνία που έχει σημαδευτεί από τη μετανάστευση. Άλλωστε, η λέξη «ξενιτεμένος» δεν είναι καθόλου εύκολο να μεταφραστεί. Η λαϊκή κουλτούρα το εκφράζει αυτό πολύ έντονα, και το βλέπουμε κοιτάζοντας την πολύ δυναμική επιστροφή των σμυρναίικων τραγουδιών τα τελευταία χρόνια, ή τη θεματολογία ενός μεγάλου ποσοστού των τραγουδιών της Ηπείρου, για να αναφέρουμε δύο παραδείγματα μόνο.

Εμάς μας ενδιαφέρει ο τρόπος που αυθόρμητα τοποθετείται ο καθένας μας απέναντι σε έναν ξένο, ειδικά όταν ο τελευταίος τον χρειάζεται. Η μουσική ταινία που δημιουργήσαμε για το «Γέλα μου» με τον Θ. Παπαδουλάκη, που έχει καταπιαστεί σε αρκετές δουλειές του με το συγκεκριμένο ζήτημα άμεσα ή έμμεσα («Οι επισκέπτες», «Ο αδερφός μου»), και τον Γ. Πανταζή, είχε σαν σκοπό την ευαισθητοποίηση.

Τόσο στο «Ξένος» που έχει άμεσο στιχουργικό αφήγημα, όσο και στο «Γέλα μου», όπου χρησιμοποιήσαμε επίτηδες την αντίθεση εικόνας και στίχου με στόχο την επέκταση του νοήματος, το αφηγηματικό μοτίβο μας είναι ίδιο και χρησιμοποιεί ρόλους για να εκφράσει τις αντίθετες συμπεριφορές που βρίσκουμε μέσα στην κοινωνία: Το ζευγάρι προσφύγων/ο κατατρεγμένος ξένος, ο επιστάτης που εκμεταλλεύεται/η μητέρα που φοβάται, η ηλικιωμένη Σμυρνιά γυναίκα-πρόσφυγας/ο αφέντης που ανοίγει τελικά το σπιτικό του, αντιπροσωπεύουν κατ’ αναλογία καταστάσεις και επιλογές με τις οποίες όλοι λίγο πολύ έχουμε βρεθεί ή μπορεί να βρεθούμε αντιμέτωποι.

Η κοινωνία μας νοιώθουμε ότι έχει πολύ περιορισμένη μνήμη, και γι αυτό στα αφηγήματά μας επιλέξαμε να θριαμβεύει η αλληλεγγύη και η ελπίδα, εμπνευόμενοι από πολλές κοινωνικές ομάδες αλλά και άτομα που κυριολεκτικά άνοιξαν τα σπίτια τους και τις καρδιές τους με ανιδιοτέλεια, ξεπερνώντας τις επιφυλάξεις τους και τον φόβο τους.

«Εδώ δεν είναι παίξε γέλασε: εδώ είναι Μπαλκάνια» έγραψε ο Εγγονόπουλος. Τα Βαλκάνια έγιναν τόπος εξεγέρσεων αλλά και «πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης». Άλλοι δεν μπορούν να ξεχάσουν τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, άλλοι κάνουν γι’ αυτά υποτιμητικές ή εχθρικές ερμηνείες κλπ. Πιστεύετε ότι η μουσική έχει πράγματι την δυνατότητα να ενώσει και ίσως να εκφράσει τα κοινά της περιοχής;

Και όχι μόνο της περιοχής, και όχι μόνο η μουσική, θα λέγαμε. Για εμάς ένα από τα σημαντικότερα και κρισιμότερα ζητήματα της κοινωνίας των ανθρώπων είναι η συνειδητοποίηση της κοινής μας μοίρας και η απόρριψη της έννοιας της «καθαρότητας». Η έντονη αλληλεπίδραση των λαών, ιδιαίτερα στα Βαλκάνια, έχει υπάρξει αναγκαία αλλά και ιστορικά αναπόφευκτη για λόγους επιβίωσης, σε βαθμό που η έννοια της «καθαρότητας», τόσο για τις βιολογικές όσο και για τις ανθρωπιστικές επιστήμες, είναι εντελώς ξεπερασμένη και εκτός πραγματικότητας.

Είναι πολύ εντυπωσιακό το πόσες χώρες έχουν χωρέσει σε τόσο μικρή και ταλαιπωρημένη έκταση, και σε επίπεδο εθνικού αφηγήματος, όλες πασχίζουν να βρουν τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά που τις ξεχωρίζουν από τους γείτονες, θέτοντας μάλιστα και ποιοτικό/αξιολογικό χαρακτήρα σε αυτά. Η «καθαρότητα» αποτελεί σημαντικό εμπόδιο στην διαμόρφωση της συνείδησης της οικουμενικότητας, και η τελευταία είναι πιο επίκαιρη από ποτέ με δεδομένο το πόσο κρίσιμη είναι πλέον η κατάσταση για τον πλανήτη μας.

Στο τέλος πρόκειται για μία προσωπική μάχη του καθενός με τον φόβο και την αμάθεια, όπου η αφετηρία, οι καταβολές, η παιδεία, τα βιώματα, θα ορίσουν τον νικητή. Πιστεύουμε ότι ο πολιτισμός εν γένει οφείλει να βοηθάει στη μάχη αυτή, με το να υπερβαίνει τα εθνικά αφηγήματα και τα σύνορα, που ας μην ξεχνάμε ότι αποτελούν νοητές γραμμές που καθορίζονται από συνθήκες και αλλάζουν μέσα στα χρόνια, και να υπενθυμίζει την απλή, αλλα ζωτικής πλέον σημασίας, πραγματικότητα: ότι μέσα στη διαφορετικότητα της έκφρασης κρύβεται η ομοιότητα στις ανάγκες.

Το γλέντι και το πανηγύρι είναι μια απάντηση στην σημερινή εκτραχυμένη κατάσταση που ζούμε;

Ίσως είναι πρωτίστως η ερώτηση. Το γλέντι το βλέπουμε ως κομμάτι της ψυχής, ως μία ακραία έκφραση συναισθήματος στην οποία η ατομική συνείδηση μπλέκει με την συλλογική. Στο γλέντι αντιλαμβανόμαστε ως νόημα την ενσυναίσθηση, το μοίρασμα, το όλον. Στα καλύτερα γλέντια που έχουμε παρευρεθεί, οι συμμετέχοντες ανά στιγμές κάθονταν με δάκρυα στα μάτια και σταμάταγαν το χορό.

Που πήγαν οι ανάγκες που δημιουργούσαν τα ειλικρινή γλέντια; Έφυγαν στ΄ αλήθεια, ή απλά μετασχηματίστηκαν και κρύφτηκαν στο σύγχρονο τρόπο ζωής; Είναι άραγε δυνατόν να νοιώθουμε ακόμα έτσι, μήπως έχουμε ξεχάσει πως γίνεται; Τα γλέντια που οδηγούν στην συλλογική κάθαρση σπανίζουν στις μέρες του ατομισμού που ζούμε, αλλά δημιουργούν αυτά τα ερωτήματα. Ταυτόχρονα όμως υποννοούν και τις απαντήσεις.

Πως ήταν για εσάς οι συναυλιακές εμπειρίες του καλοκαιριού που μας πέρασε και παίξατε από το Ziria Festival στο βουνό της Κορινθίας μέχρι το Φεστιβάλ Ακορντεόν της Σύρου;

Κάθε συναυλία είναι μοναδική, ειδικά αυτές που πλησιάζουν τα γλέντια όπως τα περιγράψαμε προηγουμένως. Το Φεστιβάλ Ακορντεόν της Σύρου είναι ένα φεστιβάλ που γνωρίζουμε και αγαπάμε από χρόνια, γιατί οι δημιουργοί του δίνουν την ψυχή τους προτάσσοντας τη συλλογικότητα, και κάθε χρόνο μοιάζει με ένα διαρκές γλέντι.

Αντίστοιχη θέση στην καρδιά μας πήρε και το Ziria, το οποίο έχει κάθε χρόνο έναν πολύ μεγάλο αριθμό δράσεων χωρίς αντίτιμο και βασίζεται στη συλλογική διοργάνωση και το μεράκι των διοργανωτών του. Φέτος που πήγε καλύτερα από κάθε χρονιά από πλευράς προσέλευσης αλλά και περιεχομένου, ήταν μοναδική εμπειρία για εμάς να βρισκόμαστε ενώπιων αρκετών χιλιάδων κόσμου, μοιραζόμενοι τη σκηνή με ονόματα όπως οι Planet of Zeus. Η ενέργεια και ανταπόκριση του κόσμου που εισπράττουμε από τέτοια Φεστιβάλ, μας τρέφει και μας βοηθά να συνεχίζουμε την προσπάθεια που κάνουμε όλα αυτά τα χρόνια.

Πόσο δύσκολο ήταν να φτάσετε δημιουργικά και πρακτικά στον πρώτο σας δίσκο σε μια εποχή που η παραγωγή έχει περάσει αρκετά στον έλεγχο των ίδιων των καλλιτεχνών μετά την κατάρρευση της παλιάς μουσικής βιομηχανίας αλλά και σε μια εποχή που το διαδίκτυο έχει υπερχειλίσει από πληροφορία;

Η δημιουργία του «Σίσυφος» δε θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς τον απόλυτο καλλιτεχνικό αλλά και τεχνικό έλεγχο από εμάς, απλά γιατί ο δρόμος αυτός μας ταιριάζει ιδιοσυγκρασιακά. Ανεξάρτητα με αυτό, όντως η παλιά μουσική βιομηχανία έχει πρακτικά καταρρεύσει σε σχέση με 10-15 χρόνια νωρίτερα, όπου το φυσικό μέσο κυριαρχούσε. Η γρήγορη πτώση αυτού του μοντέλου παγκοσμίως αλλά και η δυσμενής οικονομική κατάσταση που επικράτησε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα επέφερε μια αμηχανία σε αυτή την «αγορά», καταργώντας τους παλιούς αυτοματισμούς.

Πλέον καλλιτέχνες και επιχειρηματίες προσπαθούν να βρουν τον δρόμο τους σε μια θάλασσα πληροφορίας και επιλογών, και αν και οι πρώην μεγάλοι παίκτες εξακολουθούν να έχουν το πάνω χέρι, αναζητούν και αυτοί τον νέο ρόλο τους σε ένα κατακερματισμένο και πιο ευέλικτο περιβάλλον. Από τη μεριά μας, των δημιουργών, το διαδίκτυο είναι ένα καταπληκτικό εργαλείο για να «φωνάξουμε» στον κόσμο το αποτέλεσμα της δουλειάς μας, όμως τα πράγματα εκεί δεν είναι τόσο απλά όσο φαίνονται. Το περιβάλλον αυτό έχει θέσει πλέον τους δικούς του σκληρούς κανόνες.

Πως βλέπετε τους εαυτούς σας μέσα στην εγχώρια σκηνή και ποια είναι τα επόμενα βήματά σας;

Προσπαθούμε να αποτελούμε ένα ζωντανό κύτταρο της εγχώριας σκηνής, με όσο περισσότερες ζωντανές εμφανίσεις μπορούμε τόσο στην Αθήνα όσο και εκτός, και βέβαια τη συμμετοχή μας σε Φεστιβάλ. Έχουμε ήδη προγραμματισμένες αρκετές εμφανίσεις αλλά και συνεργασίες, με πιο άμεση την εμφάνισή μας την Παρασκευή 18 Οκτώβρη στην κεντρική σκηνή του Σταυρού του Νότου, μαζί με τον Βασίλη Πετρίδη και τους Γκαϊλέ, ενώ ταυτόχρονα ετοιμάζουμε τον επόμενο δίσκο μας. Στις σελίδες μας στο facebook και στα υπόλοιπα social media αλλά και στο site μας μπορεί κανείς να βρει πληροφορίες για το «Σίσυφος» καθώς και να παρακολουθήσει όλα μας τα βήματα.

 18 Οκτωβρίου στο Σταυρό του Νότου – Κεντρική Σκηνή (Φραντζή και Θαρύπου 37, Νέος Κόσμος)
Ώρα προσέλευσης: 21.30. Τηλ. κρατήσεων: 210 9226975, Γενική είσοδος: 13€ (με μπύρα ή κρασί).

https://www.efsyn.gr