Δεκεμβρίου 19, 2018

Ποίηση

Θυμάμαι Το Φιλί Κάτω.... Από Το Γκι...

Θυμάμαι
Μια λέξη απλή, μικρή αδιάφορη και τελευταία τρομακτική...
Μια λέξη που αν την αναλύσεις σε οδηγεί στο παρελθόν, πίσω...
Ξαφνικά λες και ξύπνησαν όλα εκείνα τα θυμάμαι του χθες
Θυμάμαι τα χρόνια που πέρασαν, την ζωή στο νησί, τα χριστούγεννα εκείνα που στολίσαμε πρώτη φορά δένδρο στο σπίτι μας....
Θυμάμαι κάθε χρόνο παραμονή χριστουγέννων που τρέχαμε από νωρίς το πρωί να πούμε τα κάλαντα από σπίτι σε σπίτι με τα τρίγωνα....Θυμάμαι που μπερδευόμουν, και ξέχνούσα τα λόγια....
Μα γιατί;;;;
Τόσες δοκιμές τη προηγούμενη;;

Θυμάμαι πως είχα τρακ...

Θυμάμαι που κάθε λίγο μετρούσαμε τις δραχμές που βάζαμε στο μικρό υφασμάτινο πορτοφολάκι...
Θυμάμαι πως επιλέγαμε σε ποια μαγαζιά θα πάμε στο λιθόστρωτο.....

Ποιοι μας έδιναν περισσότερα λεφτά...Αν μας ήξεραν έδιναν αρκετά..
θυμάμαι το κρύο και τη βροχή , την ελευθερία που είχαμε που τρέχαμε από πόρτα σε πόρτα για τα κάλαντα, την χαρά που ήταν κλειστά τα σχολεία.
Θυμάμαι στη μέση της πλατείας το μεγάλο φυσικό έλατο, που έφερναν από τον Αίνο, στολισμένο με χρωματιστές κακόγουστες πλαστικές μπάλες...Θυμάμαι που κάθε χρόνο φωτογραφιζόμαστε κάτω από το έλατο οικογενειακώς...
Κάθε χρόνο διαφορετική χαρά
Ευχές να πάνε όλα καλύτερα, χειραψείες και φιλί κάτω από το Γκι με βλέμματα και ευχές.
Θυμάμαι πως θα ήθελα να κάνω κι άλλα, πως δεν μου έφτασε ο χρόνος, δεν πρόλαβα σαν παιδί να κάνω πολλά...Να γύριζα τον χρόνο να συνεχίζω να κάνω, να λέω, να τραγουδάω να ζω ελεύθερα...
Θυμάμαι πως δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω την παιδική μου ηλικία..
Θυμάμαι πόσο όμορφα ήταν που δεν είχαμε σχολείο, τους φίλους μου, την ελευθερία που ένιωθα-όσο-μ΄αφήνανε, τα κάλαντα στο λιθόστρωτο, το δέντρο της πλατείας, τις κακόγουστες χρωματιστές μπάλες το φιλί το μαγικό κάτω από το γκι, αναμνήσεις ......
Θυμάμαι...

Γράφει: Mίκα Καππάτου

forwoman.gr

Ποίηση

όπου κοιτάζει η ομορφιά,
εκεί βρίσκεται κ η αγάπη.
όποτε η ομορφιά δείχνει ένα ροδαλό μάγουλο
η αγάπη ανάβει τη φωτιά της από αυτή τη φλόγα.
όταν η ομορφιά κατοικεί στους σκοτεινούς κόλπους
της νύχτας
η αγάπη έρχεται κ βρίσκει μια καρδιά
πλεγμένη σε κοτσίδες.
Ομορφιά κ αγάπη είναι σαν το σώμα κ την ψυχή.
Η ομορφιά είναι το ορυχείο. Η αγάπη είναι το διαμάντι.
Βρίσκονται μαζί από την αρχή του χρόνου.
Δίπλα δίπλα. βήμα βήμα.
Ρουμί

Ποίηση

Φιγούρες...φιγούρες και πρόσωπα
Όλοι προσεχτικά απλώμενοι
με τα καλά τους ρούχα...
Χειροκροτήστε τους, να φτάσουν ψηλά πέρα από τα σύννεφα
Δυνατά, Δυνατά - Γρήγορα, πιο ψηλά, χωρίς όνειρα
Μπάς και αλλάξουν και γίνουν
Οι κανονικοί του δρόμου και της ελευθερίας..
Χειροκροτήστε τους...
κανείς δεν θα μπορέσει να τους αλλάξει δυστυχώς, αλλά δε νοιάζονται, έτσι είναι το σχήμα τους 
φιγούρες του δρόμου ίσως της νύχτας της απόγνωσης, της τροχιάς, του κύκλου, πάμε πάλι από την αρχή
Άνθρωποι που ξεφεύγουν μόλις τους αγγίξεις έστω και με τις ρυτίδες τους, φεύγουν
Ο πόνος του κανενός, ο λιγοστός, η φιγούρα, το φτηνό, που γλυστρά μέσα από την ανάσα της έμπνευσης, χειροκροτήστε τους
 Αυτή είναι η φωτιά του εφήμερου και της μνήμης, χάνονται στο χορό στη παραζάλη και του ίσως μια αγάπη έρχεται με ένα φιλί, έτσι σαν ιδέα χορεύοντας με τα ματια σχεδόν κλειστά....

Υπό έκδοση 2018 - Χειμώνες που γυαλίζουν  Γράφει Η Μίκα Καππάτου

forwoman.gr

 

Ποίηση

Παράξενο να τριγυρνάς στην ομίχλη!

Μόνη κάθε πέτρα, μόνος κάθε θάμνος,
Κανένα δέντρο δεν βλέπει το άλλο,
Καθένας είναι μόνος.

Ήταν ο κόσμος μου γεμάτος φίλους,
Όταν η ζωή μου ήταν ακόμη φως
Τώρα που πέφτει ομίχλη,
Κανένας δεν είναι ορατός.

Πράγματι, κανείς δεν είναι σοφός,
Αν το σκοτάδι δεν γνωρίζει,
Αυτό το οποίο αναπόφευκτα και σιωπηλά
Απ’ όλους τον χωρίζει.

Παράξενο στην ομίχλη να τριγυρνάς!
Το να ζεις σημαίνει μοναξιά.
Κανένας άνθρωπος δεν γνωρίζει τον άλλον.
Καθένας είναι μόνος.

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΜΑΡΩ ΤΑΣΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΩΝΗ ΠΟΙΗΣΗ

Ποίηση

Δυο φωνές μέσα μου παλεύουν. O νους: «Γιατί να χανόμαστε κυνηγώντας το αδύνατο; Μέσα στον ιερό περίβολο των πέντε αιστήσεων χρέος μας ν΄ αναγνωρίσουμε τα σύνορα του ανθρώπου. Μα μια άλλη μέσα μου φωνή, ας την πούμε έχτη δύναμη, ας την πούμε καρδιά,αντιστέκεται και φωνάζει:

«Όχι! Όχι! Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν΄αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου! Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!»

Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύουμαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι. Ρωτώ, ξαναρωτώ χτυπώντας το χάος: Ποιος μας φυτεύει στη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια; Ποιος μας ξεριζώνει από τη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια; 

Θέλω να βρω μια δικαιολογία για να ζήσω και να βαστάξω το φοβερό καθημερινό θέαμα της αρρώστιας, της ασκήμιας, της αδικίας και του θανάτου. Δεν είμαι ο κατάδικος που τον πότισαν κρασί για να θολώσει το μυαλό του΄ με λαγαρά τα φρένα, νηφάλιος, δρασκελώ το ανάμεσα στους δυο γκρεμούς μονοπάτι. Και μάχουμαι πως να γνέψω στους συντρόφους, προτού πεθάνω. Να τους δώσω το χέρι μου, να προφτάσω να συλλαβίσω και να τους ρίξω έναν ακέραιο λόγο. Να τους πω τι φαντάζουμαι πως είναι τούτη η πορεία. και κατά που ψυχανεμίζουμαι πως πάμε.

Και πως ανάγκη να ρυθμίσουμε όλοι μαζί το περπάτημα και την καρδιά μας. Ένα σύνθημα, σα συνωμότες, ένα λόγο απλό να προφτάσω να πω στους συντρόφους! Ναι, σκοπός της Γης δεν είναι η ζωή, δεν είναι ο άνθρωπος΄ έζησε χωρίς αυτά, θα ζήσει χωρίς αυτά.

Είναι σπίθες εφήμερες της βίαιης περιστροφής της. Ας ενωθούμε, ας πιαστούμε σφιχτά, ας σμίξουμε τις καρδιές μας, ας δημιουργήσουμε εμείς, όσο βαστάει ακόμα η θερμοκρασία τούτη της Γης, όσο δεν έρχουνται σεισμοί, κατακλυσμοί, πάγοι, κομήτες να μας εξαφανίσουν, ας δημιουργήσουμε έναν εγκέφαλο και μιαν καρδιά στη Γης, ας δώσουμε ένα νόημα ανθρώπινο στον υπερανθρώπινον αγώνα! 

Νίκησε το στερνό, τον πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα. Τούτο είναι το τρίτο χρέος. Πολεμούμε γιατί έτσι μας αρέσει, τραγουδούμε κι ας μην υπάρχει αυτί να μας ακούσει. Δουλεύουμε, κι ας μην υπάρχει αφέντης, σα βραδιάσει, να μας πλερώσει το μεροκάματο μας. Δεν ξενοδουλεύουμε΄ εμείς είμαστε οι αφέντες. το αμπέλι τούτο της Γης είναι δικό μας, σάρκα μας κι αίμα μας. Το σκάβουμε, το κλαδεύουμε, το τρυγούμε, πατούμε τα σταφύλια του, πίνουμε το κρασί, τραγουδούμε και κλαίμε, οράματα κι Ιδέες ανηφορίζουν στην κεφαλή μας.

Σε ποια εποχή του αμπελιού σου έλαχε ο κλήρος να δουλεύεις; Στα σκάμματα; Στον τρύγο; Στα ξεφαντώματα; Όλα είναι ένα. Σκάβω και χαίρουμαι όλον τον κύκλο του σταφυλιού, τραγουδώ μέσα στη δίψα και στο μόχτο μου, μεθυσμένος από το μελλούμενο κρασί. Κρατώ το γιομάτο ποτήρι και ξαναζώ το μόχτο του παππού και του προπάππου.

Κι ο ιδρώτας της δουλειάς τρέχει κρουνός στο αψηλό καταμέθυστο κρανίο.

Φοβούμαι να μιλήσω. Στολίζουμαι με ψεύτικα φτερά, φωνάζω, τραγουδώ, κλαίω, για να συμπνίγω την ανήλεη κραυγή της καρδιάς μου.

«Ν΄ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω. «Ν΄ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους. να ζητάς συντρόφους! «Να ΄σαι ανήσυχος, αφχαρίστητος, απροσάρμοστος πάντα. Όταν μια συνήθεια καταντήσει βολική, να τη συντρίβεις. Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η ευχαρίστηση. «Που πάμε; Θα νικήσουμε ποτέ; Προς τι όλη τούτη η μάχη; Σώπα! Οι πολεμιστές ποτέ δε ρωτούνε!»

Σκύβω κι αφουκράζουμαι την πολεμική τούτη Κραυγή στα σωθικά μου. Αρχίζω και μαντεύω το πρόσωπο του Αρχηγού, ξεκαθαρίζω τη φωνή του, δέχουμαι με χαρά και με τρόμο τις σκληρές εντολές του. 

Η Κραυγή δεν είναι δική σου. Δε μιλάς εσύ, μιλούν αρίφνητοι πρόγονοι με το στόμα σου. Δεν είσαι λεύτερος. Αόρατα μυριάδες χέρια κρατούν τα χέρια σου και τα σαλεύουν. Όταν θυμώνεις, ένας προπάππος αφρίζει στο στόμα σου΄ όταν αγαπάς, ένας πρόγονος σπηλιώτης μουγκαλιέται όταν κοιμάσαι, ανοίγουν οι τάφοι μέσα στη μνήμη και γιομώνει βουρκόλακες η κεφαλή σου. 

Μα εσύ να ξεδιαλέγεις. Ποιος πρόγονος να γκρεμιστεί πίσω στα τάρταρα του αίματου σου και ποιος ν΄ ανηφορίσει πάλι στο φως και στο χώμα.  Κάθε σου πράξη αντιχτυπάει σε χιλιάδες μοίρες. Όπως περπατάς, ανοίγεις, δημιουργός την κοίτη όπου θα μπει και θα όδέψει ο ποταμός των απόγονων. Όταν φοβάσαι, ο φόβος διακλαδώνεται σε αναρίθμητες γενεές και εξευτελίζεις αναρίθμητες ψυχές μπροστά και πίσω σου. Όταν υψώνεσαι σε μια γενναία πράξη, η ράτσα σου αλάκερη υψώνεται και αντρειεύει.

«Δεν είμαι ένας! Δεν είμαι ένας!» Τ΄ όραμα τούτο κάθε στιγμή να σε καίει. Δεν είσαι ένα άθλιο λιγόστιγμο κορμί. πίσω από την πήλινη ρεούμενη μάσκα σου ένα πρόσωπο χιλιοχρονίτικο ενεδρεύει. Τα πάθη σου κι οι Ιδέες σου είναι πιο παλιά από την καρδιά κι από το μυαλό σου. Μονάχα εκείνος λυτρώθηκε από την κόλαση του εγώ του που νιώθει να πεινάει όταν ένα παιδί της ράτσας του δεν έχει να φάει, και να σκιρτάει πασίχαρος όταν ένας άντρας και μια γυναίκα του σογιού του φιλιούνται. 

Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει.

Δε μιλάς εσύ. Μήτε είναι η ράτσα μονάχα μέσα σου που φωνάζει. μέσα σου οι αρίφνητες γενεές των ανθρώπων. άσπροι, κίτρινοι, μαύροι. χιμούν και φωνάζουν. Λευτερώσου κι από τη ράτσα. πολέμα να ζήσεις όλο τον αγωνιζόμενον άνθρωπο. Κοίτα τον πώς ξεμασκάλισε από τα ζώα, πώς μάχεται να σταθεί όρθιος, να ρυθμίσει τίς άναρθρες κραυγές, να συντηρήσει τη φλόγα ανάμεσα στις πυροστιές, να συντηρήσει το νου ανάμεσα στα κόκαλα της κεφαλής του.

Κοίταξε τους ανθρώπους, λυπήσου τους. Κοίταξε τον εαυτό σου ανάμεσα στους ανθρώπους, λυπήσου τον. Μέσα στο θαμπό σούρουπο της ζωής αγγίζουμε ο ένας τον άλλον, ψαχνόμαστε, ρωτούμε, αφουκραζόμαστε. φωνάζουμε βοήθεια! Τρέχουμε. Ξέρουμε πώς τρέχουμε να πεθάνουμε, μα δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Τρέχουμε. Μια λαμπάδα κρατούμε και τρέχουμε. Το πρόσωπο μας, μια στιγμή, φωτίζεται. μα βιαστικά παραδίνουμε τη λαμπάδα στο γιο μας κι εύτύς σβήνουμε, κατεβαίνουμε στον Αδη

Η καρδιά σμίγει ό,τι ο νους χωρίζει, ξεπερνάει την παλαίστρα της ανάγκης και μετουσιώνει το πάλεμα σε αγάπη. Τι θα πει ευτυχία; Να ζεις όλες τις δυστυχίες. Τι θα πει φως; Να κοιτάς με αθόλωτο μάτι όλα τα σκοτάδια. Είμαστε ένα γράμμα ταπεινό, μια συλλαβή, μια λέξη από τη γιγάντια Οδύσσεια.Είμαστε βυθισμένοι σ΄ ένα γιγάντιο τραγούδι και λάμπουμε όπως λάμπουν τα ταπεινά χοχλάδια όσο είναι βυθισμένα στη θάλασσα

Έλεος, ευγνωμοσύνη και σέβας μας κυριεύει για τους παλιούς μας συντρόφους στη μάχη. Δούλευαν, αγαπούσαν και πέθαιναν για ν΄ ανοίξουν το δρόμο να περάσουμε. Όμοια κι εμείς, μέσα στην ίδια ηδονή, παράφορα κι αγωνία, δουλεύουμε για κάποιον Αλλον, που σε κάθε γενναία μας πράξη προχωράει κι ένα βήμα. Όλος μας ο αγώνας θα ΄χει πάλι ένα σκοπό ανώτερο μας, όπου θα χρησιμέψουνκαι θ΄ αγιάσουν οι μόχτοι μας, οι αθλιότητες και τα εγκλήματα.

Δεν είναι μονάχα ο πόνος η ουσία του Θεού μας’ μήτε η ελπίδα στη μελλούμενη ζωή είτε στην επίγεια τούτη’ μήτε η χαρά κι η νίκη. Κάθε θρησκεία, υψώνοντας σε λατρεία μια από τις αρχέγονες όψες τούτες του Θεού, στενεύει την καρδιά και το νου μας.

Η ουσία του Θεού μας είναι ο ΑΓΩΝΑΣ.

Μέσα στον αγώνα τούτον ξετυλίγουνται και δουλεύουν αιώνια ο πόνος, η χαρά κι η ελπίδα.  Ποιος είναι ο σκοπός του αγώνα τούτου; Έτσι ρωτάει ο κακομοίρης, συφεροντολόγος πάντα, νους του ανθρώπου, ξεχνώντας πως η Μεγάλη Πνοή δε δουλεύει μέσα σε ανθρώπινο καιρό, τόπο κι αιτιότητα. Σα μια κιβωτό η κάθε λέξη, και χορεύουμε γύρα της, με ανατριχίλα νογώντας το Θεό σα φοβερό της περιεχόμενο. Ό,τι ζεις στην έκσταση ποτέ δε θα μπορέσεις να το στερεώσεις σε λόγο. Όμως μάχου ακατάπαυτα να το στερεώσεις σε λόγο. Πολέμα με μύθους, με παρομοίωσες, με αλληγορίες, με κοινές και σπάνιες λέξες, με κραυγές και με ρίμες να του δώσεις σάρκα, να στερεώσει!

Η στερνή, η πιο ιερή μορφή της θεωρίας είναι η πράξη. Όχι να βλέπεις πώς πηδάει η σπίθα από τη μια γενεά στην άλλη, παρά να πηδάς, να καίγεσαι μαζί της. Η πράξη είναι η πλατύτερη θύρα της λύτρωσης. Αυτή μονάχα μπορεί να δώσει απόκριση στα ρωτήματα της καρδιάς. Μέσα στις πολύγυρες περιπλοκές του νου, αυτή βρίσκει το συντομώτερο δρόμο. Όχι βρίσκει΄ δημιουργάει δρόμο, κόβοντας δεξά ζερβά την αντίσταση της λογικής και της ύλης. Ο Θεός μου μάχεται χωρίς καμιά βεβαιότητα. Θα νικήσει; Θα νικηθεί; Τίποτα δεν είναι βέβαιο στο Σύμπαντο, ρίχνεται στο αβέβαιο, παίζει, κάθε στιγμή, τη μοίρα του όλη. 

Ο Θεός, μέσα στην περιοχή της εφήμερης σάρκας μας, κιντυνεύει αλάκερος. Δεν μπορεί να σωθεί, αν εμείς με τον αγώνα μας δεν τον σώσουμε΄ δεν μπορούμε να σωθούμε, αν αυτός δε σωθεί.

Δε μαχόμαστε για το εγώ μας, μήτε για τη ράτσα, μήτε για την ανθρωπότητα. Δε μαχόμαστε για τη Γης, μήτε για Ιδέες. Όλα τούτα είναι πρόσκαιρα και πολύτιμα σκαλοπάτια του Θεού που ανηφορίζει’ και γκρεμίζουνται, ευθύς ως τα πατήσει ο Θεός ανεβαίνοντας. Στη μικρότατη αστραπή της ζωής μας, νιώθουμε να πατάει πάνω μας αλάκερος ο Θεός, και ξαφνικά νογούμε:

Αν έντονα όλοι πεθυμήσουμε, αν οργανώσουμε όλες τις ορατές κι αόρατες δυνάμες της γης και τις ρίξουμε προς τ΄ απάνω, αν παντοτινά άγρυπνοι όλοι μαζί παραστάτες παλέψουμε. το Σύμπαντο μπορεί να σωθεί. Όχι ο Θεός θα μας σώσει’ εμείς θα σώσουμε το Θεό, πολεμώντας, δημιουργώντας, μετουσιώνοντας την ύλη σε πνέμα. 

«Κάψε το σπίτι σου!» φωνάζει ο Θεός. «Έρχουμαι! Όποιος έχει σπίτι δεν μπορεί να με δεχτεί. «Κάψε τις Ιδέες σου, σύντριψε τους συλλογισμούς σου! Όποιος έχει βρει τη λύση δεν μπορεί να με βρει. «Αγαπώ τους πεινασμένους, τους ανήσυχους, τους αλήτες. Αυτοί αιώνια συλλογιούνται την πείνα, την ανταρσία, το δρόμο τον ατέλειωτο. Έμενα! «Έρχουμαι! Παράτα τη γυναίκα σου, τα παιδιά σου, τις Ιδέες σου κι ακλούθα μου. Είμαι ο μέγας Αλήτης. «Ακλούθα! Περπατά απάνω από τη χαρά κι από τη θλίψη, από την ειρήνη, τη δικαιοσύνη, την αρετή! Εμπρός! Σύντριψε τα είδωλα τούτα, σύντριψε τα, δε χωρώ! Συντρίψου και συ για να περάσω!» Φωτιά! Να το μέγα χρέος μας σήμερα, μέσα σε τόσο ανήθικο κι ανέλπιδο χάος.Πόλεμο στους άπιστους! Απιστοι είναι οι ευχαριστημένοι, οι χορτασμένοι, οι στείροι.

Το μίσος μας είναι χωρίς συβιβασμό, γιατί κατέχει πώς καλύτερα, βαθύτερα από τις ξέπνοες φιλάνθρωπες αγάπες, δουλεύει τον έρωτα. Μισούμε, δε βολευόμαστε, είμαστε άδικοι, σκληροί, γιομάτοι ανησυχία και πίστη, ζητούμε το αδύνατο, σαν τους ερωτεμένους. Φωτιά, να καθαρίσει η γης!

Ν΄ ανοιχτεί άβυσσο φοβερώτερη ακόμα ανάμεσα καλού και κακού, να πληθύνει η αδικία, να κατεβεί η Πείνα και να θερίσει τα σωθικά μας, αλλιώς δε σωζόμαστε. Μια κρίσιμη βίαιη στιγμή είναι η ιστορική εποχή μας ετούτη, ένας κόσμος γκρεμίζεται, ένας άλλος δεν έχει ακόμα γεννηθεί. Η εποχή μας δεν είναι στιγμή Ισορρόπησης, οπόταν η ευγένεια, ο συβιβασμός, η ειρήνη, η αγάπη θα ΄τανε γόνιμες αρετές.

Ζούμε τη φοβερή έφοδο, δρασκελίζουμε τους οχτρούς, δρασκελίζουμε τους φίλους που παραπομένουν, κιντυνεύουμε μέσα στο χάος, πνιγόμαστε. Δε χωρούμε πια στις παλιές αρετές κι ελπίδες, στις παλιές θεωρίες και πράξες. ] Αποσπάσματα από την Ασκητική, του Νίκου Καζαντζάκη, Εκδόσεις Καζαντζάκη

awakengr.com

Ποίηση

Μ. Καππάτου - Υπόσχεση, Το 2019 Θα Γίνω Καλύτερη
Πλησιάζει η νέα χρονιά και ήδη στο ημερολόγιο γράφω τους κανουργιους μου στόχους..
Τι θα ήθελα να κρατήσω, τι θα ήθελα να αφήσω πίσω μου...
Μια συνήθεια που κρατάει χρόνια, και αυτό με τους στόχους κρατάει από την αρχαιότητα.
Στόχοι που μπορούν να διαρκέσουν...Και όπως λέει και ο συγγραφέας Γκλέν Μπλαντ
"Οι στόχοι και τα πλάνα των στόχων απομακρύνουν την ανησυχία από την ζωή μας".

Έτσι ήδη γράφω, κάνω μια κίνηση σαν τη πεταλούδα
Στόχος μου;;; Η επίτευξη τους, με διάθεση να μην εγκαταλείψω - δεσμεύομαι
Και λέμε:
όνειρα, αγάπη...και λίγο ελπίδα - χωρίς ελπίδα δεν γίνεται..
Θεε μου, να κάνω μικρά βήματα - σταθερά!
Μην απορρίπτω τους ανθρώπους - Να προσέχω!
Να πειθαρχώ τη σκέψη μου - ηρεμία!
Να κάνω υπομονή - έρχονται καλύτερες μέρες!
Να προσπαθώ τις ατέλειές μου να τις μειώνω - μπορώ!
Να δημιουργώ μικρές στιγμές και να τις προκαλώ - μόνες τους δεν έρχονται!
Να διώχνω τον θυμό από μέσα μου - δεν εχει θέση!
Να συγχωρώ - πρέπει να το μάθω!
Να αγαπώ, να αγαπώ τον κόσμο - για όλους έχει χώρο!
Να προσφέρω, να στηρίζω, να συμπονώ
Να σωπαίνω - σπουδαίο πράγμα η σιωπή!
Να είμαι καλός γονιός, καλή μαμά - μακριά απ΄τα παιδιά μου!
Να ζω ελέυθερα, Να στριφογυρνώ στο σύμπαν!
Να λέω καλημέρα δυνατά - κάθε μέρα, δυνατά!
Να σκάβω βαθιά - να βρω τον ήλιο!
Να έχω φως μέσα και έξω!
Να δίνω στους άλλους!
Να προσπαθώ να πετυχαίνω και αν δεν τα καταφέρνω να πιστεύω σε μένα, όλο και πιο πολύ!
Θα είμαι στο παρόν!

Ο κατάλογος μου μακρύς. Γράφω και δεν τελειώνω. Θα πω Α μέρος, έτσι θα το ονομάσω.....σε λίγες ημέρες το Β, η συνέχεια..
Αν θέλετε, γράψτε μου κ εσείς τις δικές σας σκέψεις... Να τις ενώσουμε, να τις τυπώσουμε σε ζωγραφιστά χαρτιά να μείνουν όλη τη χρονιά

Να σέρνουμε τους στόχους μας παρέα και να φωνάζουμε δυνατά, πολύ δυνατά χορεύοντας στο κύμα της ζωής μας, Θα είναι καλύτερα, Θα γίνουμε καλύτεροι, έρχεται το 2019!

Γράφει η Mίκα Καππάτου


forwoman.gr

Ποίηση

Γιώργος Σεφέρης, Κράτησα τη ζωή μου …

Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή,

δεν ξέρω πια να μιλήσω,

μήτε να συλλογιστώ ψίθυροι σαν την ανάσα του κυπαρισσιού

τη νύχτα εκείνη σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας

στα χαλίκια σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».

Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας

το μυστικό συναπάντημα των νερών

κάτω απ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας

τα κλειστά πηγάδια ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες

τις φλέβες εκείνες πού μου ξεφεύγουν εκεί πού τελειώνουν

τα νερολούλουδα κι αυτός ό άνθρωπος πού βηματίζει τυφλός

πάνω στο χιόνι της σιωπής.

awakengr.com/

Ποίηση

Ράινερ Μαρία Ρίλκε | Ο έρωτας είναι η υψηλότερη αφορμή για έναν άνθρωπο να αποκτήσει οντότητα, να γίνει ο κόσμος

Ράινερ Μαρία Ρίλκε. "Ο ποιητής των ποιητών", όπως συχνά τον αποκαλούν, ο οποίος προσφέρει στον αναγνώστη μια σύνοψη του έρωτα ως στάσης ζωής. Μέσα από το έργο του κορυφαίου Γερμανόφωνου ποιητή φαίνεται το πάθος του για τη ζωή και τη γραφή, η μέθη του έρωτα, η εμπειρία της απώλειας καθώς και η εξοικείωση με το θάνατο.

Τα δύο διασημότερα έργα του είναι η "Σονέτα στον Ορφέα" και οι "Ελεγείες του Ντουίνο". Έγραψε περισσότερα από 400 ποιήματα στα γαλλικά, που τα αφιέρωσε στην πατρίδα επιλογής του, το καντόνι Βαλέ (Valais) στην Ελβετία.

Ο `Ανεκπλήρωτος έρωτας` είναι μια ανθολόγηση του έργου του Ρίλκε με θέμα τον έρωτα, όπως τον αντιλαμβάνεται ο ποιητής. Στο βιβλίο συμπεριλαμβάνονται αποσπάσματα είμενα από αντιπροσωπευτικά έργα αλλά και από ανέκδοτες επιστολές του, που τα περισσότερα μεταφράζονται για πρώτη φορά στα ελληνικά.

Ας θυμηθούμε κάποια αποσπάσματα από αυτό και άλλες σκέψεις του συγγραφέα...

"Ο έρωτας ανάμεσα σε δύο ανθρώπους: είναι ίσως η δυσκολότερη αποστολή μας, η ύστατη , η τελευταία δοκιμή και δοκιμασία, το έργο για το οποίο όλα τα άλλα έργα είναι μόνο προετοιμασία. Γι’ αυτό οι νέοι που είναι σε όλα αρχάριοι, δεν γνωρίζουν ακόμη τον έρωτα και πρέπει να τον μάθουν. Με όλο τους το είναι, με όλες τις δυνάμεις συγκεντρωμένες γύρω από τη μοναχική, φοβισμένη καρδιά τους που χτυπάει εκστατικά, πρέπει να μάθουν να αγαπούν."

"Ο σκοπός της ζωής είναι να νικιέσαι από ολοένα και μεγαλύτερα πράγματα."

"Έρωτας δε θα πει να ανοίγεσαι αμέσως, να δίνεσαι, να ενώνεσαι με κάποιον Άλλον. Είναι μια σπάνια ευκαιρία να ωριμάσεις, να αποκτήσεις μιαν υπόσταση δική σου, να γίνεις εσύ ένας ολόκληρος Κόσμος, για χάρη κάποιου άλλου, αγαπημένου προσώπου."

"Να πάρουν τον έρωτα στα σοβαρά, να τον αντέξουν, και να τον μάθουν, όπως μαθαίνουμε ένα επάγγελμα - αυτό πρέπει να κάνουν οι νέοι. Οι άνθρωποι έχουν παρεξηγήσει, όπως τόσα άλλα πράγματα, τη θέση του έρωτα στη ζωή. Εκαναν τον έρωτα παιχνίδι και διασκέδαση, πιστεύοντας ότι τα παιχνίδια και οι διασκεδάσεις προσφέρουν μεγαλύτερη ευχαρίστηση από τη δουλειά. Τίποτε όμως δεν μας δίνει μεγαλύτερη χαρά και ευτυχία από τη δουλειά. Και ο έρωτας, ακριβώς επειδή είναι η πιο ακραία μορφή χαράς και ευτυχίας, δεν μπορεί παρά να αποτελεί δουλειά. Οποιος αγαπά λοιπόν πρέπει να προσπαθεί να φέρεται σαν να `χει να φέρει εις πέρας ένα πολύ σπουδαίο καθήκον: πρέπει να περνά πολλή ώρα μοναχός, να εμβαθύνει στον εαυτό του, να συγκεντρώνεται και να συγκρατείται - πρέπει να δουλεύει: πρέπει να γίνει κάποιος!"

"Οι άνθρωποι έχουν βρει για το καθετί την πιο συμβατική λύση, την ευκολότερη απ’ όλες τις εύκολες λύσεις. Είναι, ωστόσο φανερό πως πρέπει να στεκόμαστε στο δύσκολο. Κάθε ζωντανή ύπαρξη σ’ αυτό στέκεται."

"Το μόνο ταξίδι είναι αυτό μέσα μας."

"Η πιο βαθιά εμπειρία του δημιουργού είναι θηλυκή, γιατί είναι εμπειρία εισδοχής και κυοφορίας."

"Ίσως όλοι οι δράκοι της ζωής μας να είναι πριγκίπισσες, που δεν προσμένουν παρά την ώρα που θα μας δουν όμορφους και τολμηρούς. Ίσως καθετί τρομακτικό να είναι, στο απώτατο βάθος του, έρημο και αβοήθητο και να περιμένει από μας βοήθεια."

"Ώστε λοιπόν εδώ έρχονται οι άνθρωποι για να ζήσουν. Εγώ μάλλον θα έλεγα πως πεθαίνει κανείς εδώ."

"Ήρθε πάλι η Άνοιξη.

Η γη μοιάζει με παιδί που έχει αποστηθίσει ποιηματάκια."

"Δεν υπάρχουν στη ζωή τάξεις για αρχαρίους. Από την πρώτη στιγμή χρειάζεται να αντιμετωπίσεις τα πιο δύσκολα."

"Τι θ` απογίνεις, Θεέ μου, αν πεθάνω ;

  Εγώ είμαι το κανάτι σου (αν σπάσω;)

  Εγώ είμαι το ποτό σου (αν πικράνω;)

  Εγώ είμαι το έργο σου και το ένδυμά σου,

  μαζί μου θα χαθεί το νόημά σου."

"Ενα έργο τέχνης είναι εξισορρόπηση, ισορροπία, καθησύχαση. Δεν μπορεί να τα βλέπει όλα μαύρα ούτε ρόδινα, διότι ουσία του είναι η δικαιοσύνη. Η τέχνη παρουσιάζεται ως άποψη ζωής, όπου περίπου η θρησκεία, η επιστήμη και ο σοσιαλισμός. Το μόνο που τη διακρίνει από τις άλλες βιοτικές αντιλήψεις είναι ότι δεν είναι γέννημα του καιρού της και εμφανίζεται, κατά κάποιον τρόπο, ως η κοσμοθεωρία του ύστατου στόχου."

"Οι πιο μοναχικοί είναι αυτοί που συμβάλλουν περισσότερο σε ό,τι κοινό ανάμεσα στους ανθρώπους. Ελεγα προηγουμένως πως απ` την πλατιά μελωδία της ζωής κάποιοι ακούνε περισσότερα, κάποιοι λιγότερα, αναλόγως τους αντιστοιχεί και μια μικρή ή ελάχιστη υποχρέωση στο πλαίσιο της μεγάλης αυτής ορχήστρας. Εκείνος που θα άκουγε όλη τη μελωδία θα ήταν ο πιο μοναχικός και ταυτοχρόνως ο πιο κοινός απ` όλους. Διότι θα άκουγε αυτό που δεν ακούει κανείς, κι αυτό θα συνέβαινε απλώς και μόνον επειδή συλλαμβάνει στην εντέλειά του ό,τι οι υπόλοιποι αφουγκράζονται σαν κάτι σκοτεινό και αποσπασματικό."

"Δεν φοβάμαι την αρρώστια γιατί δεν θέλω να γαντζωθώ πάνω της, θέλω μόνο να την περάσω, να την αντέξω. Μου φαίνεται πως δεν πρόκειται παρά για μια θλιβερή ανάγκη της φύσης να βρει μιαν άκρη μέσ` από όλες αυτές τις περιπλοκές, για να επιστρέψει τελικά στην ακεραιότητα και στην υγεία: για να τα καταφέρει. Πιστεύω πως τίποτε δεν είναι πιο ευάλωτο από την αρρώστια, αρκεί να μην την παρεξηγούμε και να μην την καλομαθαίνουμε κοντά μας."

"Πρέπει να μάθουμε πώς να πεθαίνουμε: εδώ έγκειται η ζωή ολόκληρη. Να προετοιμάσουμε εκ του μακρόθεν το αριστούργημα ενός περήφανου και ανώδυνου θανάτου, ενός θανάτου όπου τίποτε δεν θα έχει αφεθεί στην τύχη, ενός θανάτου καλοδουλεμένου, ευτυχισμένου, ενθουσιώδους, που μόνο οι άγιοι ήξεραν πώς να τον επιτύχουν, ενός θανάτου που ωρίμαζε για πολύ καιρό και τώρα σβήνει ο ίδιος το φρικτό όνομά του, αφού δεν αποτελεί παρά μια χειρονομία αποκατάστασης των αναγνωρισμένων και διασωθέντων νόμων μιας ζωής, βαθιά ολοκληρωμένης μέσα στο σύμπαν της ανωνυμίας."

Ποίηση
δεν με πειράζει αν απλώνη

έξω ο χειμώνας καταχνιά, σύννεφα, και κρυάδα.
Μέσα μου κάμνει άνοιξι, χαρά αληθινή.
Το γέλιο είναι ακτίνα, μαλαματένια όλη,
σαν την αγάπη άλλο δεν είναι περιβόλι,
του τραγουδιού η ζέστη όλα τα χιόνια λυώνει.

Τι ωφελεί οπού φυτρώνει
λουλούδια έξω η άνοιξις και σπέρνει πρασινάδα!
Έχω χειμώνα μέσα μου σαν η καρδιά πονεί.
Ο στεναγμός τον ήλιο τον πιο λαμπρό σκεπάζει,
σαν έχεις λύπη ο Μάης με τον Δεκέμβρη μοιάζει,
πιο κρύα είναι τα δάκρυα από το κρύο χιόνι.
Κ.Π. Καβάφης: «Καλός και κακός καιρός» (αποκηρυγμένα)

Ποίηση

Η ΠΟΛΙΣ

Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.

Η πόλις είναι ένα φιλοσοφικό ποίημα που γράφτηκε το 1894 και δημοσιεύτηκε το 1910. Είναι το πρώτο ποίημα των θεματικών συλλογών του ποιητή και αυτό γιατί μπορεί να το θεώρησε ως ένα κορύφωμα σε προσωπικό και ποιητικό επίπεδο. Στο ποίημα αντιλαμβανόμαστε την ψυχική κατάσταση του ποιητή, την ανία, η οποία εκφράζεται και σε άλλα ποιήματα αυτής της περιόδου, όπως στην “Μονοτονία” (1898), στα “Τείχη” (1896) και στα “Παράθυρα” (1897). Έχει, μάλιστα, διατυπωθεί η άποψη πως αυτό το ποίημα είναι η πιο απελπισμένη φωνή που αντήχησε από ανθρώπινα χείλη.

Ενώ το ταξίδι στην καβαφική ποίηση έχει πολλές και διαφορετικές όψεις, εδώ φαίνεται να νικά η απόγνωση, η απαισιοδοξία και η θλίψη. Σ’ αυτό το ποίημα γινόμαστε μάρτυρες της μάταιης προσπάθειας του ποιητή να φύγει απ’ τον τόπο του, στον οποίο έχει εγκλωβιστεί, γιατί όπου κι αν κοιτάξει βλέπει “ερείπια μαύρα” της ζωής του. Εκφράζει την επιθυμία που είχε για ένα ταξίδι, το οποίο θα τον έκανε να ξεφύγει απ’ την τετριμμένη και δυσάρεστη πραγματικότητα και δεν πρόκειται απλά για μια φευγαλέα σκέψη, καθώς τονίζει ότι έκανε πολλές προσπάθειες για να περάσει απ’ την θεωρία στην πράξη, ωστόσο κάθε προσπάθεια αποδείχτηκε ατελέσφορη και η επιθυμία του κατέληξε μια παρελθοντική ονειροπόληση.

Ίσως γιατί αυτά που τον κρατούν πίσω, αν και δυσάρεστα, είναι περισσότερα και σημαντικότερα απ’ αυτά που πιθανόν να έβρισκε μπροστά του. Ο ποιητής είναι πεπεισμένος ότι η μοίρα του δεν πρόκειται ν’ αλλάξει, ότι η ζωή και η καθημερινότητα σ’ αυτόν τον τόπο είναι αναπόφευκτη. Νιώθει καταδικασμένος κατά κάποιον τρόπο, ξέρει πως δεν θα πάει “αλλού”, δεν θα βρεθεί στην γη της ελπίδας του, καθώς δεν υπάρχει κάποιο πλοίο ή κάποια οδός να τον οδηγήσουν έξω απ’ την φυλακή του.

Παρακολουθούμε λοιπόν την εξελισσόμενη σχέση αγάπης-μίσους με την πόλη του, γιατί απ’ τη μια αποτελεί γι αυτόν πατρίδα, όμως απ’ την άλλη τον κρατάει δέσμιο στα λάθη, τις αποτυχίες και τις ίδιες του τις αντιλήψεις, οπότε την τοποθετεί σαν αφετηρία για έναν μακρινό προορισμό. Ενώ, λοιπόν, γνωρίζουμε ότι ο ποιητής ξεκίνησε απελπισμένος να ξεφύγει απ’ την φυλακή των γειτονιών, κλειστών σε ήθη, της Αλεξάνδρειας, δεν μας δίνεται ο επιθυμητός προορισμός.

Προφανώς είναι οπουδήποτε μακριά απ’ την Αλεξάνδρεια, σε μια κοινωνία ανοιχτή, ανεκτική και προοδευτική. Σε ανέκδοτο σημείωμά του, βέβαια, ο ποιητής δείχνει να λησμονεί την Αγγλία και τα χρόνια που πέρασε εκεί, ωστόσο μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε γι αυτήν την αναφορά.

Η περιπέτεια, επίσης, περιορίζεται σημαντικά και λείπει σχεδόν απ’ όλα τα ποιητικά ταξίδια του Καβάφη. Έτσι δεν θα μπορούσε να μην λείπει και απ’ την πόλη, όπου υπάρχει μια στασιμότητα στο μαύρο τοπίο της ζωής του ποιητή και κυριαρχεί χωρίς να διακόπτεται από ένα φωτεινό σημάδι, από μια ελάχιστη ελπίδα για αλλαγή ή βελτίωση. Είναι καθαρά επιλογή του ποιητή η έλλειψη της περιπέτειας, αλλά ο ίδιος, όπως είναι φυσικό, δεν μπορεί να συμβιβαστεί με το κενό του και γι αυτό έχουμε την επικράτηση της ασφυξίας, της ανίας και της μοναξιάς.

Ο ποιητής εδώ φαίνεται να μιλά στον εαυτό του και να τον επιπλήττει για τα όποια λάθη της ζωής του αλλά κυρίως για την αποτυχία του να ξεφύγει απ’ όλα αυτά και να προχωρήσει παρακάτω κάνοντας μια καινούργια αρχή κάπου αλλού. Εμφανίζεται πολύ αυστηρός με τον εαυτό του όσον αφορά το παρελθόν και κάθετος όσον αφορά το μέλλον. Διέπεται από μια αρνητικότητα, τόσο μεγάλη, που δεν του αφήνει περιθώρια για ελπίδα και είναι επαναλαμβανόμενος ο τρόπος με τον οποίο επιβάλλει στον εαυτό του την πόλη, αποκλείοντας κατηγορηματικά κάθε ενδεχόμενο για το ταξίδι της ελευθερίας του, πνευματικής και σωματικής.

Η πόλη λοιπόν έχει να κάνει με το λυτρωτικό ταξίδι που φτιάχνει γεμάτο ελπίδες η αφηρημένη μας σκέψη και το οποίο συνήθως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο ποιητής εγκλωβίζεται, έχει μόνο κάποια σχέδια, δεν περατώνει τα όνειρα του και μένει με την ίδια απόγνωση με την οποία ξεκίνησε για να βρει τα μέσα για τη φυγή του.

Η πόλις τελικά δεν είναι μόνο ένα ανεκπλήρωτο ταξίδι για τον ποιητή, αλλά και μια εσωτερική διαδρομή γεμάτη επιθυμίες, συγκρούσεις και αδιέξοδα που παραλύουν τον νου του, οδηγώντας τον σ’ έναν μαρασμό. Νιώθει σαν νεκρός, αν και ζωντανός. Τα μηνύματα λοιπόν που μας περνάει είναι πολλαπλά και βαθύτερα απ’ το μοτίβο του εγκλωβισμού και την ακινησία.

Μας μεταφέρει την αίσθηση πως η αντίληψη του κάθε τόπου είναι αποτέλεσμα της ψυχικής μας κατάστασης και των συνολικών μας αντιλήψεων για την ζωή. Αν δεν ελπίζουμε και επιμένουμε να κοιτάζουμε μόνο τον τρόπο φυγής και τα μαύρα ερείπια της ζωής μας, δεν πρόκειται να υπάρξει διέξοδος για εμάς απ’ την μικρή «κώχη» που στήνει η ψυχή μας. Αν δεν προσπαθήσουμε ν’ αλλάξουμε τον εαυτό μας, δεν θ’ αλλάξει και τίποτα γύρω μας αφού εμείς δίνουμε χρώμα στα πράγματα.

Επίσης, η ευτυχία είναι κάτι που εξαρτάται και πηγάζει από εμάς, οπότε μένει ακέραιη σε όποιον τόπο και αν βρισκόμαστε απ’ τη στιγμή που δεν κουβαλάμε μέσα μας την απογοήτευση και την απελπισία.

Μετά από χρόνια, συγκεκριμένα το 1910, συντελείται αυτή η αλλαγή στο μελαγχολικό ταξίδι του Καβάφη, με την Ιθάκη. Τότε πλέον τονίζει πως αν διατηρούμε την σκέψη μας σε υψηλά επίπεδα, έχουμε στόχους και κοιτάζουμε μπροστά αφήνοντας την εκλεκτή συγκίνηση να μας αγγίξει, ένας τόπος μπορεί να είναι μόνο η αρχή για μια δημιουργική διαδρομή που θ’ απογειώσει το ελεύθερο πνεύμα. Άλλωστε δεν στερείται νοήματος το γεγονός ότι ο ποιητής έχει τοποθετήσει πρώτα την πόλη στην θεματική του συλλογή και ύστερα την Ιθάκη, με την οποία και τελειώνει οριστικά η μυθολογία των διεξόδων.

Κείμενο: Σοφία Τατίδου – Φιλόλογος

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή