Φεβρουαρίου 26, 2020

Ποίηση

Άφησα να μην Ξέρω

Aπό τον κόσμο των γρίφων

φεύγω ήσυχη.

Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα:

δεν έλυσα κανένα.

Oύτε κι αυτά που θέλαν να πεθάνουν

πλάι στα παιδικά μου χρόνια:

έχω ένα βαρελάκι που 'χει δυο λογιών κρασάκι.

Tο κράτησα ώς τώρα

αχάλαστο ανεξήγητο,

γιατί ώς τώρα

δυο λογιών κρασάκι

έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.

Συμβίωσα σκληρά

μ' έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει

και δεν τον ρώτησα ποτέ

ποιας φωτιάς γιος είναι,

σε ποιο θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.

Δεν του λιγόστεψα του κόσμου

τα προσωπιδοφόρα πλάσματά του,

του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο

με θυσία και με στέρηση.

Mε το αίμα που μου δόθηκε

για να τον εξηγήσω.

Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια

και σκεπασμένη πρόθεση

έτσι το δέχτηκα

κι έτσι τ' αποχωρίστηκα:

με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.

Aίνιγμα δανείστηκα,

αίνιγμα επέστρεψα.

Άφησα να μην ξέρω

πώς λύνεται ένα χθες,

ένα εξαρτάται,

το αίνιγμα των ασυμπτώτων.

Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω,

ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι.

Oύτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φως

να σε διακρίνω.

Στάθηκα Πηνελόπη

στη σκοτεινή ολιγωρία σου.

Kι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι,

πηγή αν είσαι ή κρήνη,

θα 'ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα

που, Πηνελόπες και όχι,

μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού

για να δοξάζεται το αίνιγμα

πώς μένουμε αξεδίψαστοι.

Aπό τον κόσμο των γρίφων

φεύγω ήσυχη.

Aναμάρτητη:

αξεδίψαστη.

Στο αίνιγμα του θανάτου

πάω ψυχωμένη.

 

Κ. ΔΗΜΟΥΛΑ  

6 Ιουνίου 1931 - 22 Φεβρουαρίου 2020 

Ποίηση

Ένα κείμενο της Κικής Δημουλά για το άπιαστο της ευτυχίας του ανθρώπου

ΕΧΩ ΠΟΛΛΑ ΡΑΜΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΓΟΥΝΑ αυτής της μεγαλοκυρίας που λέγεται ευτυχία.

Μου έχει σπάσει τα νεύρα με όσα ισχυρίζεται απολογούμενη που με έστησε. Ότι τάχα ήρθε, αλλά εγώ είχα το νου μου σε τούτο και σε κείνο, ενώ εκείνη με περίμενε σε τούτο και σε κείνο, κι όπως μου τα προσδιόρισε, με περίμενε σε πράγματα αδύνατα να συμβούν, εκεί ακριβώς δηλαδή που είχα το νου μου. Κι αυτός ήτανε, λέει, ο λόγος που την προσπέρασα.

ΑΛΛΟΤΕ ΠΑΛΙ, ΕΠΙΜΕΝΕΙ ΠΩΣ ΗΡΘΕ, στάθηκε, λέει, έξω από κάτι ιστορίες, στις οποίες εγώ είχα ήδη μπει μέσα, είχε τη διάθεση να πηδήξει από το παράθυρο και να μπει, αλλά ήταν τόσο υπερυψωμένη η δυσπιστία μου που δεν το τόλμησε.

ΑΛΛΗ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΑ, ΤΡΑΒΗΓΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ, πως εγώ χτύπησα πολύ σιγά την πόρτα της και δεν με άκουσε, ή ότι χτύπησα πολύ δυνατά την πόρτα της, φοβήθηκε και δεν μου άνοιξε, και τι ψεύτρα, Θεέ μου, ότι χτύπησα λάθος τη διπλανή της πόρτα και βλέποντάς με να καθυστερώ, συνεπέρανε ότι το λάθος μού βγήκε σε καλό και δεν ήθελε να το διακόψει.

ΜΟΥ ΕΧΕΙ ΑΠΑΡΙΘΜΗΣΕΙ ΜΙΑ ΜΙΑ ΤΙΣ ΣΤΙΓΜΕΣ με το όνομά τους, που την περιείχαν, λέει, αλλά εγώ θυμάμαι μόνο τι φόβο είχα μην τις χάσω. Βλέπεις; μου λέει η κουτοπόνηρη, αν δεν ήμουνα εγώ εκεί μέσα, σ’ αυτές τις στιγμές, γιατί θα φοβόσουν μην τις χάσεις, τι σ' ένοιαζε; Άρα ήρθα.

ΑΜΕΤΡΗΤΕΣ ΟΙ ΦΟΡΕΣ ΠΟΥ ΕΙΠΑΜΕ ΝΑ ΣΥΝΑΝΤΗΘΟΥΜΕ σε κάποιο φωτεινό μέρος, είτε στις κάποιες έξι των απογευμάτων, είτε στις κάποιες οκτώ των δειλινών που έχουνε πιο φρόνιμο φως, κι εγώ να περιμένω, να την περιμένω με τις ώρες και πού να φανεί.

Και με τι θράσος να εμφανίζεται μετά στα όνειρά μου, να μου ζητάει συγνώμη που δεν ήρθε, γιατί είχε χάσει κάποιον δικό της κι ήτανε στις μαύρες της, ή και μου επιτίθεται πως ενώ ήρθε, ενώ περίμενε εκεί μέσα με τις ώρες της αναμονής μου, εγώ δεν την αναγνώρισα και δεν φταίει αυτή.

ΕΙΔΑ ΚΙ ΕΠΑΘΑ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΩ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΤΗΣ.

Και τώρα που παλεύοντας τα κατάφερα, έρχεται και μου δίνει συγχαρητήρια, πως αυτό ακριβώς, ότι δεν έχω την ανάγκη της, αυτό είναι ευτυχία. Άπιαστη σου λέω. Απόσπασμα από το βιβλίο της Κικής Δημουλά, Εκτός Σχεδίου, εκδ. Ίκαρος.

Η Κική Δημουλά (6 Ιουνίου 1931) είναι Ελληνίδα ποιήτρια και τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην έδρα της Ποίησης. Θέματα που κυριαρχούν στα ποιήματά της είναι η απουσία, η φθορά, η απώλεια, η μοναξιά και ο χρόνος. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, τα Γαλλικά, τα Ισπανικά, τα Ιταλικά, τα Πολωνικά, τα Βουλγαρικά, τα Γερμανικά και τα Σουηδικά.

Μια από τις σημαντικότερες διακρίσεις της είναι το Αριστείο των Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών (2001), το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας (2009) και το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου της (2010).

Επιμέλεια κειμένου: Μαριανίνα Πάτσα για το Doctv.gr

Πηγή: www.doctv.gr

Ποίηση

Πέρασα

Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι δεν είμαι λυπημένη.

Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.
Όχι δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ΄αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετηστήριο από την Πάτρα
και κα΄τι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.

Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από ‘δω, πήγα κι από ‘κει…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από ‘δω, έχασα κι από ‘κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι απ’ την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημίας.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου ‘λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Όσο μπόρεσα έφερ’ αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα”

Όχι, δεν είμαι λυπημένη
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.

Κ. ΔΗΜΟΥΛΑ  6 Ιουνίου 1931 - 22 Φεβρουαρίου 2020 

Ποίηση

Απ' όσα πράγματα έχω δει,μονάχα εσένα θέλω να εξακολουθώ να βλέπω
“Απ' όσα πράγματα έχω δει,
μονάχα εσένα θέλω να εξακολουθώ να βλέπω,
απ' ό,τι έχω αγγίξει,μονάχα το δέρμα σου θέλω ν' αγγίζω και αγαπώ το πορτοκαλένιο γέλιο σου,μ' αρέσεις την ώρα που κοιμάσαι.
Πώς να γίνει, αγάπη, αγαπημένη,
δεν ξέρω οι άλλοι πώς αγαπάν,
δεν ξέρω πώς αγαπήθηκαν άλλοτε,
εγώ σε κοιτάζω και σε ερωτεύομαι, κι έτσι ζω,
φυσικότατα ερωτευμένος.
Γι' αυτό σ' αγαπώ κι όχι γι' αυτό,
για τόσα πράματα και τόσο λίγα,
κι έτσι πρέπει να 'ναι ο έρωτας
μισόκλειστος και ολικός, ιδιάζων και τρομαχτικός, σημαιοστόλιστος και πενθοφορεμένος,λουλουδιασμένος σαν τ' αστέρια και χωρίς μέτρο - όριο, σαν το φιλί”.

Pablo Neruda

Ποίηση

«Η ανάκριση του καλού»

Κάνε ένα βήμα μπροστά: μαθαίνουμε

Ότι είσαι καλός άνθρωπος.

Δεν εξαγοράζεσαι, αλλά και το αστροπελέκι

Που χτυπάει το σπίτι

Δεν εξαγοράζεται.

Τηρείς όσα λες.

Αλλά τι είπες;

Είσαι ειλικρινής, λες τη γνώμη σου.

Ποια γνώμη;

Είσαι γενναίος.

Απέναντι σε ποιον;

Είσαι σοφός.

Για όφελος ποιου;

Δεν σκέφτεσαι το προσωπικό σου συμφέρον.

Τίνος το συμφέρον σκέφτεσαι τότε;

Είσαι καλός φίλος.

Είσαι επίσης καλός φίλος των καλών ανθρώπων;

Άκουσε μας λοιπόν: ξέρουμε

Ότι είσαι ο εχθρός μας.

Γι’ αυτό τώρα θα σε στήσουμε σ’ έναν τοίχο.

Αλλά λαμβάνοντας υπόψιν τις αρετές σου και τις καλές σου ιδιότητες θα σε στήσουμε σ’ έναν καλό τοίχο και θα σε πυροβολήσουμε.

Με μια καλή σφαίρα από ένα καλό όπλο και θα σε θάψουμε

Μ’ ένα καλό φτυάρι στην καλή γη.

Επιλογή: Μίλα Κύρου 

Ποίηση

Ποτάμι η αγάπη σου
σμαραγδένιο άπειρο
ορμή στη νύχτα
δύναμη, ελπίδα,
μια ευκαιρία ακόμη....
Ένα παγκάκι στα αστέρια να ξαποστάσω..

Νύχτες χωρίς ιδέα καν
του ανόητου,
πάμε στο ξέφωτο, τρέχα
τι λόγια, μυρωδιά του τίποτα
τι 'εμπνευση.
Γέφυρες που μας ένωσαν κάποτε
έρωτες των παιδικών.. σώπα, τέλειωσε,

μπέρδεμα στα χέρια
χωρίς ιδέα.
Οδηγώ και πάλι
τη σκέψη σου
μονόπλευρα
μόλις τώρα.
Λόγια, μέλι του δρόμου
κοντοφτάνει η άνοιξη
ιδού το χειροκρότημα, το χρώμα, το άρωμα
Έρωτες των παιδικών
φεύγω τώρα
από τα όνειρα
που φτιάξες.
Έντονο πρασινομπλέ
τα μάτια σου
μη το κρύψεις
γέλα πιο δυνατά, εγώ σ΄ακούω..
Ποτάμι η ζωή
με έμπνευση, δυνατή
χρωματιστή, σαν τα άνθη του αγρού 
Τη Κυριακή, να γελάς
θα ξαναβρούμε τη χαρά,
ολούθε..
Σκιές στη σκέψη της νιότης 
σταγόνα
στα μάτια
κοντοφτάνει
στη κορυφή
της ανατολής του νου
Μονόπλευρα
ζεστή αγκαλιά, δεν αλλάζουν τα όνειρα
σαν άρωμα μωρού
στη φωλιά
που σκεπάζει
σιγανά και  νοερά.
Υγρασία στα μάτια, το λένε δάκρυ 
δεν βλέπω
εκείνη την ανατολή,
ξαφνικά θα χαθώ
ψέλισσα σ΄αγαπώ..
Τη Κυριακή, να γελάς δίπλα στις γέφυρες, έτσι μου είπαν, έτσι μου πες..

 

Γράφει Η Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr

Ποίηση

Aν μάθαιναν οι άνθρωποι
που΄ναι το παλάτι του βασιλιά μου,
θα χανόταν στον αέρα.

Οι τοίχοι του είναι αργυρόχρωμοι
και η στέγη του από αστραφτερό χρυσάφι.

Η βασίλισσα ζει σ΄ένα παλάτι με επτά αυλές,
και φοράει ένα πετράδι τόσο πολύτιμο
όσο επτά βασίλεια μαζί.

Αλλά άσε με να σου πω, μητέρα
που είναι το παλάτι του βασιλιά μου.

Είναι στη γωνία της ταράτσας μας,
πλάι στη γλάστρα τυ φυτού τούλσι....

Απόσπασμα - Η χώρα των παραμυθιών

https://www.forwoman.gr

Ποίηση

Tα φώτα της βροχής απόψε σε ψάχνουνε
τη καρδιά σου, την αγάπη σου
μη φεύγεις μακριά, μακριά μου
έλα να σε κρύψω στη ψυχή μου
και ακόμα ψάχνω
μες στην ανατολή.
Ζω χωρίς τα χρώματά σου
ζω χωρίς το γέλιο σου
ζω χωρίς τον χτύπο σου
ζω χωρίς τον πόνο σου.
Χαμένες λέξεις
χαμένες σκέψεις
χαμένες ανάσες
χαμένα γιατί
χαμένη λύπη...
βαθιά μου αγάπη
οι σκέψεις μου γίνονται κόμποι
μη σ΄αγγίξει κανείς..
Tα φώτα της βροχής απόψε σε ψάχνουνε.

 

Απόσπασμα 

Γράφει Η Μίκα Καππάτου 

https://www.forwoman.gr

Ποίηση

Eίσαι το νυχτερινό σύννεφο
στο στερέωμα των ονείρων μου.
Σε ζωγραφίζω με τη λαχτάρα του έρωτά μου.
Είσαι δική μου, δική μου,
Οπτασία των ατέλειωτων ονείρων μου!

Τα πόδια σου είναι τριανταφυλλιά
με τη λάμψη του πόθου μου
τα χείλη σου είναι πικρόγλυκα
με τη γεύση του οδυνηρού κρασιού μου.
Είσαι δική μου, δική μου,
Oπτασία των ατέλειωτων ονείρων μου!

Με τη σκιά του πόθου μου έβαψα τα μάτιά σου,
Στοιχειό απ΄τα βάθη του βλέμματός μου!
Σε έπιασα στο δίκτυ της μουσικής μου, αγάπη μου.
Είσαι δική μου, δική μου
Οπτασία των αθάνατων ονείρων μου!

 

Aπόσπασμα - Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ

Ο  Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ, ήταν Ινδός συνθέτης, συγγραφέας και φιλόσοφος, του οποίου το έργο είχε σημαντική επίδραση στη λογοτεχνία και τη μουσική της Βεγγάλης στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα και στον οποίο απονεμήθηκε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1913

 

Επεξεργασία κειμένου, Μ. Καππάτου

 https://www.forwoman.gr/index.php

Ποίηση

-1-
Κρυστάλλινη πέτρα δω
έστρωσα δρόμο
να περάσεις νιότη μου.
-2-
Όνειρα, χρωματιστά
που τρέχουνε
ίσα με τον ουρανό.
-3-
Σκιές δραπετεύουν κρασί
γεύση λησμονιάς
στους βράχους να κρύβονται.
-4-
Λόγια φωτός ψυχή της
άστεγα φιλιά
προδομένε ήλιε της.
-5-
Ταξίδι, προορισμός
μη το αρνείσαι
μες τα λειβάδια.
-6-
Μεθύσι με βήματα
αόρατα σφυρά
ανάσες στη λεωφόρο.
-7-
Ελπίδες κοκκινομπλέ
σαν τον θυμό σου
θυμήσου την ανάσα.
-8-
Μαγνήτισε το φιλί
κάντο φυλαχτό 
γνώριμα στην αγκαλιά.
-9-
Ανθίζεις άνοιξη μου
πεπρωμένο ζεις
άλλη ζωή πιο καλή.
-10-
Άγκυρα που χάθηκες
στο μοιραίο σου
ρυτίδες χρωματιστές.

-11-
Περπατώ στη στέγη
πλάνη στη σκέψη
φωτογραφία νύχτας.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το χαϊκού είναι η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο και προέρχεται από την Ιαπωνία του Μεσαίωνα. Στην πραγματικότητα είναι μια ποιητική φόρμα που αποτελείται από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνται σε τρεις στίχους ή σε έναν χωρισμένο με κενά, και συνήθως περιγράφει μια στιγμιαία εμπειρία, μια αίσθηση, ένα συναίσθημα, μια εικόνα της φύσης κλπ, την οποία ο ποιητής επιθυμεί να διατηρήσει στις συνειδήσεις των αναγνωστών του.

Ως όρος το χαϊκού καθιερώνεται πιθανότατα στα τέλη του 19ου αι. από τον Μασαόκα Σίκι, ποιητή, εκδότη και εκμοντερνιστή του είδους, ενώ εισηγητής των χαϊκού στην Ελλάδα είναι ο Γιώργος Σεφέρης («Δεκαέξι χαϊκού», Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937) ).

Χαϊκού είναι ουσιαστικά κάτι παραπάνω από ένα απλό ποίημα είναι περισσότερο μια πνευματική άσκηση: ομορφιά ίσον αφαίρεση, λιτότητα, γαλήνη, περισυλλογή. Γι’ αυτό κι η φόρμα του είναι τόσο κλειστή και παραδοσιακή.

Έχει το χαρακτηριστικό ενός ευχάριστου ξαφνιάσματος για κάτι οικείο και καθημερινό, που λέγεται ήρεμα και ευγενικά, αγγίζοντας τα πράγματα στην ουσία τους. Ποίηση εμπνευσμένη από τη σοφία Ζεν, μία πνευματική πορεία πρακτικής άσκησης στην καθημερινή ζωή.

Και επειδή στους ποιητές των χαϊκού υπάρχει η συνείδηση ότι η ζωή είναι πάνω από τις λέξεις, τα λόγια είναι ελάχιστα, αφήνοντας τον αναγνώστη να «συμπληρώσει» αυτή την γεύση του αιώνιου. Έτσι γίνεται προσπάθεια να συλληφθεί η στιγμή και να περάσει στο απυρόβλητο του χρόνου

Από τη Συλλογή "Χαϊκού - Επέμβαση"

 

Γράφει Η Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή