Δεκεμβρίου 08, 2019

Ποίηση

“Σβήσε τα μάτια μου· μπορώ να σε κοιτάζω,

τ’ αυτιά μου σφράγισέ τα, να σ’ ακούω μπορώ.
Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να ’ρθω σ’ εσένα,
και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.
Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,
σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.
Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ
με το κεφάλι.
Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, εγώ
μέσα στο αίμα μου θα σ’ έχω πάλι.”

Ράινερ Μαρία Ρίλκε (1875-1926)

Μετάφραση Κωστής Παλαμάς (1859-1943)

Ο Αυστρογερμανός ποιητής Ράινερ Μαρία Ρίλκε (Rainer Maria Rilke) γεννήθηκε σαν σήμερα στις 4 δεκεμβρίου του 1875 στην Πράγα, από πατέρα πρώην στρατιωτικό και μητέρα μια κοσμική γυναίκα, από πλούσια οικογένεια βιομηχάνων, κόρη αυτοκρατορικού συμβούλου. Ως παιδί και έφηβος δεν υπήρξε ιδιαίτερα ευτυχισμένος. Η παιδεία του ήταν ανοργάνωτη και αποσπασματική. Αρχικά ακολούθησε στρατιωτική εκπαίδευση, όμως αδυνατούσε να προσαρμοστεί και τελικά λόγω εύθραυστης κράσης την εγκατέλειψε. Πέρασε στην Εμπορική Σχολή του Λίντς, άλλα μετά από έναν χρόνο επέστρεψε στην Πράγα και συγκεντρώθηκε στις σπουδές του. Το 1895 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου και μελέτησε λογοτεχνία, ιστορία της τέχνης, φιλοσοφία και για ένα εξάμηνο νομικά. Συνέχισε τις σπουδές του στο Μόναχο και στο Βερολίνο. Ταξίδεψε ακατάπαυστα σε όλη την Ευρώπη.

Καρπός των επισκέψεων του στη Ρωσία, που αποτέλεσαν ορόσημο στη ζωή του, είναι το “Ωρολόγιον” (1905). Το 1901 παντρεύτηκε τη γλύπτρια Κλάρα Βέστχοφ και την ίδια χρονιά γεννήθηκε η κόρη τους. Εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, το γεωγραφικό και καλλιτεχνικό του επίκεντρο για δώδεκα περίπου χρόνια, όπου συνδέθηκε στενά με τον Ροντέν και εξέληξε ένα νέο ύφος ακραίας γλωσσικής και λυρικής εκλέπτυνσης, το όποιο αντανακλάται στα “Νέα Ποιήματα” (1907- 1908) και τις “Αναμνήσεις τον Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε” (1910). Βίωσε δημιουργική κρίση και βαθύτατη κατάθλιψη έως το 1922, όπου εν μέσω δημιουργικού παροξυσμού ολοκλήρωσε τις “Ελεγείες του Ντουίνο” (1923), που συνέλαβε σε μια στιγμή διαύγειας το 1912 στην Ιταλία, ενώ συνέθεσε σε διάστημα λίγων μόλις ημερών τα “Σονέτα στον Ορφέα” (1923), εμπνευσμένα από τον θάνατο ενός νεαρού κοριτσιού. Τα δύο αυτά έργα θεωρήθηκαν τα ποιητικά του αριστουργήματα και του χάρισαν διεθνή φήμη. Ο Ρίλκε έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στο Μυζό, κοντά στη λίμνη της Γενεύης, στην κοιλάδα του Ροδανού, και πέθανε στις 29 Δεκεμβρίου του 1926 στο σανατόριο του Βαλμόν στην Ελβετία από λευχαιμία.

Σύμφωνα με τον θρύλο ο Ρίλκε ασθένησε όταν αγκυλώθηκε από το αγκάθι ενός ρόδου καθώς φρόντιζε τον κήπο του. Στην επιτάφιο πλάκα χάραξαν τους στίχους που είχε συνθέσει ο ίδιος:

Ρόδο, ω καθαρή αντινομία, απόλαυση

Του κανενός ο ύπνος

να ‘σαι κάτω από τόσα Βλέφαρα.”

 

 

Ποίηση

Το χιόνι είναι άσπρο, μαλακό σαν τελειωμένος έρωτας, -είπε.

Έπεσε απρόσμενα, τη νύχτα, μ’ όλη τη σοφή σιωπή του.
Το πρωί, λαμποκοπούσε ολόλευκη η εξαγνισμένη πολιτεία.
Μια παλιά στάμνα, πεταμένη στην αυλή, ήταν ένα άγαλμα.

Εκείνος ένοιωσε την κοφτερή ψυχρότητα του πάγου,
την απεραντοσύνη της λευκότητας, σαν άθλο του προσωπικό
μονάχα μια στιγμή ανησύχησε: μήπως και δεν του απόμενε
τίποτα πια θερμό να το παγώσει, μήπως και δεν ήταν
μια νίκη του χιονιού, μα απλώς μια ουδέτερη γαλήνη,
μια ελευθερία χωρίς αντίπαλο και δόξα.

Βγήκε λοιπόν αμήχανος στο δρόμο, κι όπως είδε το χιονάνθρωπο
που φτιάχναν τα παιδιά, πλησίασε και του ‘βαλε
δυο σβηστά κάρβουνα για μάτια, χαμογέλασε αόριστα
κ’ έπαιξε χιονοπόλεμο μαζί τους ως τα’ απόγευμα.
(Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, τομ. 3ος, Κέδρος)

Ποίηση

Τελείωνε ο Νοέμβρης όταν σε βρήκα. Ο ουρανός ήταν γαλάζιος και τα δέντρα καταπράσινα. Εγώ λαγοκοιμόμουν για ώρα, κουρασμένη απ’ το να σε περιμένω, πιστεύοντας πως δεν θα ερχόσουν ποτέ.

Σε όλους έλεγα: κοιτάχτε το στήθος μου-βλέπετε;- η καρδιά μου πάει να μαραθεί, πεθαμένη, άκαμπτη. Και σήμερα, λέω: δείτε το στήθος μου: η καρδιά μου είναι κόκκινη, γεμάτη χυμούς και θαύμα`

Ποιος είναι αυτός π’ αγαπώ; Ποτέ δεν θα το μάθετε. Με κοιτάτε στα μάτια για να το ανακαλύψετε και δεν βλέπετε τίποτα παραπάνω απ’ την λάμψη της έκστασης. Εγώ θα τον κλείσω μέσα μου για να μη φανταστείτε ποτέ ποιος είναι μες την καρδιά μου, και δικός μου θα γίνει, σιωπηλά, ώρα με την ώρα, μέρα με την μέρα, χρόνο με τον χρόνο. Τα άσματα μου σας δίνω, όμως δεν δίνω το όνομα του. Εκείνος μέσα μου ζει όπως ένας νεκρός στο μνημούρι του, δικός μου ολότελα, μακριά από την περιέργεια, την αδιαφορία και τον φθόνο.

Το πρωινό ετούτο, ενώ ξαπόσταινα, απ’ το σπίτι μου πέρασες. Με το βήμα αργό και την ανάσα σου πνίγοντας, μη τυχόν με ξυπνήσεις, γλιστρώντας πέρασες πολύ κοντά στο μπαλκόνι μου.

Αφημένη ήμουν στον ύπνο, όμως στα όνειρα μου σε είδα να περνάς σιωπηλός: κάτωχρος ήσουνα και θλιμμένα με θωρούσαν τα μάτια σου, όπως την τελευταία φορά που σε είδα.

Όταν ξύπνησα, λευκά νεφελώματα τρέχανε πίσω σου, να σε προφτάσουν

Εάν υπάρχετε, δικοί μου εχθροί, ορίστε εδώ η καρδιά μου παραδομένη.

Ελάτε, λαβώστε με.

Ταπεινή θα με βρείτε κι ευγνωμονούσα: θα σας φιλήσω τα δάχτυλα ∙ θα χαϊδέψω τα μάτια που με μίσος μ’ αντίκρισαν ∙ θα πω τις κουβέντες τις πιο γλυκές που ‘χετε ποτέ σας ακούσει.

Μέσα σε τούτο το Ανοιξιάτικο δείλι, εγώ θα πετούσα, ναι, εγώ θα πετούσα.

Εάν η καρδιά μου γεμάτη βάρη, πονεμένη, τεράστια, δεν είχε καταλάβει τα στήθη μου, τις κινήσεις μου δεν έκανε δύσκολες, το κορμί δεν έκανε αδέξιο και δεν με κρατούσε στη γη κολλημένη , εκεί όπου ζεις, ω, δικέ μου, εσύ!

Πάνω απ’ όλα τα πράγματα αγαπώ τη ψυχή σου. Μέσα απ’ της σάρκας το πέπλο τη βλέπω να λάμπει στα σκοτεινά: με τυλίγει, μ’ αλλάζει, να ξεχειλίσω με κάνει, μ’ αιχμαλωτίζει.

Και τότε μιλώ για να νιώσω την ύπαρξη μου, γιατί εάν δεν μιλούσα η γλώσσα μου θα ‘χε μουδιάσει, η καρδιά να χτυπά θα ‘χε πάψει, κι εξολοκλήρου εγώ δίχως λάμψη καμιά θα ‘χα στεγνώσει.

Κάθε φορά που σ’ αφήνω, συγκρατώ στα μάτια μου το φεγγοβόλημα του τελευταίου σου βλέμματος.

Και, τότε, τρέχω να κλειστώ μέσα, σβήνω τα φώτα, αποφεύγω τον κάθε θόρυβο για μην μπορεί τίποτα να κλέψει ούτε ένα ψήγμα απ’ την αιθέρια του βλέμματος σου ουσία, την ατέλειωτη ηδύτητα του, την αγνή συστολή του, την εκλεπτυσμένη σαγήνη του.

Όλη τη νύχτα, με των δαχτύλων τους ρόδινους κόμπους, χαϊδεύω τα μάτια που σ’ αντικρίσανε.

Χλωμάδα της όψης σου που ‘χει απολέσει όλο το αίμα της!

Χυμοί ανθών «μη με λησμόνει» να περνάνε μέσα από τις ίνες του δέρματος!

Όταν ακούμπησα, επάνω σ’ αυτήν την αγνότητα, το νεκρό τριαντάφυλλο του στόματος μου, ήμουν πιο ελαφριά απ’ του ίσκιου τον ίσκιο….

Βαθιά σ’ αγαπώ και να σε φιλήσω δεν θέλω.

Μου αρκεί από κοντά να σε βλέπω, ν’ ακολουθώ τις καμπύλες που διαγράφουν τα χέρια σου στην κίνηση τους , στα διάφανα μάτια σου ν’ αποκοιμιέμαι, τη φωνή σου ν’ ακούω, να σε κοιτώ να βαδίζεις, να συλλέγω τα λόγια σου.

Τα πρώτα ερωτόλογα σου όταν είχα δεχτεί υπήρχε στο δώμα μου λάμψη περίσσεια.

Έσπευσα τις πόρτες να κλείσω.

Εγώ ήμουν οσία, οσία. Κανένας, τίποτα, ούτε το φως, να μ’ αγγίξει δεν έπρεπε.

από Σπύρος Αραβανής

Alfonsina Storni (Aργεντινή,1892-1938), Δέκα Ερωτικά Ποιήματα (μετάφραση: Στέργιος Ντέρτσας)

http://www.poiein.gr/2019/11/18/alfonsina-storni-a%cf%81%ce%b3%ce%b5%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%ae1892-1938-%ce%b4%ce%ad%ce%ba%ce%b1-%ce%b5%cf%81%cf%89%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%ae%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1/?fbclid=IwAR17PTPKM90w62s7r2lG5Ghfkf8vxKP_IYDKc0Yai43Rz54CZKVczDIA_-k

Ποίηση

Θά ῾θελᾳ νὰ φωνάξω τ᾿ ὄνομά σου, ἀγάπη, μ᾿ ὅλη μου τὴν δύναμη.
Νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ χτίστες ἀπ᾿ τὶς σκαλωσιὲς καὶ νὰ φιλιοῦνται μὲ τὸν ἥλιο
νὰ τὸ μάθουν στὰ καράβια οἱ θερμαστὲς καὶ ν᾿ ἀνασάνουν ὅλα τὰ τριαντάφυλλα
νὰ τ᾿ ἀκούσει ἡ ἄνοιξη καὶ νά ῾ρχεται πιὸ γρήγορα
νὰ τὸ μάθουν τὰ παιδιὰ γιὰ νὰ μὴν φοβοῦνται τὸ σκοτάδι,
νὰ τὸ λένε τὰ καλάμια στὶς ἀκροποταμιές, τὰ τρυγόνια πάνω στοὺς φράχτες
νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ πρωτεύουσες τοῦ κόσμου καὶ νὰ τὸ ξαναποῦνε μ ὅλες τὶς καμπάνες τους
νὰ τὸ κουβεντιάζουνε τὰ βράδια οἱ πλύστρες χαϊδεύοντας τὰ πρησμένα χέρια τους.

Νὰ τὸ φωνάξω τόσο δυνατὰ
ποὺ νὰ μὴν ξανακοιμηθεῖ κανένα ὄνειρο στὸν κόσμο
καμιὰ ἐλπίδα πιὰ νὰ μὴν πεθάνει.

Νὰ τ᾿ ἀκούσει ὁ χρόνος καὶ νὰ μὴν σ᾿ ἀγγίξει, ἀγάπη μου, ποτέ.

IV
Ναὶ ἀγαπημένη μου,
ἐμεῖς γι᾿ αὐτὰ τὰ λίγα κι ἁπλὰ πράγματα πολεμᾶμε
γιὰ νὰ μποροῦμε νά ῾χουμε μία πόρτα, ἕν᾿ ἄστρο, ἕνα σκαμνὶ
ἕνα χαρούμενο δρόμο τὸ πρωὶ
ἕνα ἤρεμο ὄνειρο τὸ βράδι.
Γιὰ νά ῾χουμε ἕναν ἔρωτα ποὺ νὰ μὴ μᾶς τὸν λερώνουν
ἕνα τραγούδι ποὺ νὰ μποροῦμε νὰ τραγουδᾶμε

Ὅμως αὐτοὶ σπᾶνε τὶς πόρτες μας
πατᾶνε πάνω στὸν ἔρωτά μας.
Πρὶν ποῦμε τὸ τραγούδι μας
μᾶς σκοτώνουν.

Μᾶς φοβοῦνται καὶ μᾶς σκοτώνουν.
Φοβοῦνται τὸν οὐρανὸ ποὺ κοιτάζουμε
φοβοῦνται τὸ πεζούλι ποὺ ἀκουμπᾶμε
φοβοῦνται τὸ ἀδράχτι τῆς μητέρας μας καὶ τὸ ἀλφαβητάρι τοῦ παιδιοῦ μας
φοβοῦνται τὰ χέρια σου ποὺ ξέρουν νὰ ἀγγαλιάζουν τόσο τρυφερὰ
καὶ νὰ μοχτοῦν τόσο ἀντρίκια
φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ λέμε οἱ δυό μας μὲ φωνὴ χαμηλωμένη
φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ θὰ λέμε αὔριο ὅλοι μαζὶ
μᾶς φοβοῦνται, ἀγάπη μου, καὶ ὅταν μᾶς σκοτώνουν
νεκροὺς μᾶς φοβοῦνται πιὸ πολύ.

Πηγή: νέκταρ

https://itravelpoetry.com/

Ποίηση

“Ἔλα κοντά μου, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.
Τὶς φωτιὲς τὶς σβήνουν τὰ ποτάμια.
Τὶς πνίγουν οἱ νεροποντές.
Τὶς κυνηγοῦν οἱ βοριάδες.
Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.

Ἔλα κοντά μου δὲν εἶμαι ἄνεμος.
Τοὺς ἄνεμους τοὺς κόβουν τὰ βουνά.
Τοὺς βουβαίνουν τὰ λιοπύρια.
Τοὺς σαρώνουν οἱ κατακλυσμοί.
Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ὁ ἄνεμος.

Ἐγὼ δὲν εἶμαι παρὰ ἕνας στρατολάτης
ἕνας ἀποσταμένος περπατητὴς
ποὺ ἀκούμπησε στὴ ρίζα μιᾶς ἐλιᾶς
ν᾿ ἀκούσει τὸ τραγούδι τῶν γρύλων.
Κι ἂν θέλεις, ἔλα νὰ τ᾿ ἀκούσουμε μαζί.”

Ο Μενέλαος Λουντέμης (14 Ιανουαρίου 1912 – 22 Ιανουαρίου 1977), ήταν πολυδιαβασμένος Έλληνας λογοτέχνης της γενιάς του μεσοπολέμου. Γεννήθηκε στο χωριό Αγία Κυριακή της Μικράς Ασίας ως Τάκης Βαλασιάδης, αργότερα υιοθέτησε το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Λουντέμης από τον ποταμό Λουδία.

Είχε 4 αδερφές και ήταν από εύπορη οικογένεια ωστόσο κατά την Μικρασιατική καταστροφή χάσανε τα πάντα και βρέθηκαν πρόσφυγες στην Έδεσσα και στο χωριό Εξαπλάτανος. Εντάχτηκε στο ΚΚΕ γεγονός που του στοίχισε την αποβολή του απ’ τα γυμνάσια της χώρας οπότε δεν κατάφερε να πάρει απολυτήριο. Το 1927, δημοσίευσε ποιήματα σε εφημερίδες της Έδεσσας, το 1930 ποιήματα και διηγήματά στο περιοδικό «Νέα Εστία», το 1934 υπέγραψε για πρώτη φορά ως Μενέλαος Λουντέμης στο διήγημά του “Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια”. Παράλληλα και για να ζήσει έκανε πολλές δουλειές όπως λαντζέρης, λούστρος, ψάλτης, εργάτης κι επιστάτης στα τεχνικά έργα του ποταμού Λουδία. Κατέβηκε το 1936 στην Αθήνα όπου γνωρίστηκε με Βάρναλη και Σικελιανό και παρακολούθησε μαθήματα ως ακροατής στην φιλοσοφική σχολή. Το 1938 βραβεύτηκε με το Κρατικό βραβείο λογοτεχνίας για τη συλλογή διηγημάτων του “Τα πλοία δεν άραξαν”.

Στην κατοχή οργανώθηκε στο ΕΑΜ και διετέλεσε γραμματέας της οργάνωσης διανοουμένων, κατά τον εμφύλιο συνελήφθη λόγω των αριστερών του φρονημάτων, δικάστηκε για εσχάτη προδοσία και καταδικάστηκε σε θάνατο. Αντί εκτελέσεως εξορίστηκε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Μακρόνησο και στον Άη Στράτη όπου γνωρίστηκε με τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Γιάννη Ρίτσο. Το 1956 μεταφέρθηκε στην Αθήνα για να δικαστεί για το βιβλίο του “Βουρκωμένες μέρες” επειδή σύμφωνα με το κατηγορητήριο: “Το βιβλίο του “προπαγανδίζει τας πολιτικάς του ιδέας, θίγει την έννοια του κράτους, κλονίζει την εμπιστοσύνη του λαού στη Δικαιοσύνη, καλλιεργεί το μίσος”. Αφέθηκε ελεύθερος μετά τη δίκη μα απαγορεύτηκε η κυκλοφορία των βιβλίων του κι εκείνος απογοητευμένος εκπατρίστηκε στην Ρουμανία όπου συνέχισε το συγγραφικό του έργο. Κατά την διάρκεια της χούντας του αφαιρέθηκε η ελληνική ιθαγένεια για να του ξαναδοθεί με την μεταπολίτευση. Επέστρεψε, όπως το είχε καημό, το 1976 στην Ελλάδα, αλλά δεν πρόλαβε να χαρεί τον επαναπατρισμό. Πέθανε από καρδιακή προσβολή καθώς οδηγούσε στις 22 Ιανουαρίου 1977.

Ο Μενέλαος Λουντέμης δοκίμασε όλα τα είδη της λογοτεχνίας και έγραψε περισσότερα από 45 βιβλία, έμεινε γνωστός κυρίως για τα διηγήματα του και για τα μυθιστορήματα: “Συννεφιάζει”, “Οι κερασιές θα ανθίσουν φέτος” “Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα”. Κύριο χαρακτηριστικό του έργου του είναι η ρεαλιστική απεικόνιση της κοινωνίας της εποχής του.https://www.artigo.gr

Ποίηση

Ὅ,τι ὀνειρεύτηκα τόσα καὶ τόσα βράδια,

ὅ,τι πεθύμησα μὲ τόση ἀλλοφροσύνη,
ὅ,τι σχεδίασα μὲ τόσο πυρετό,
μόλις σὲ δῶ, γλυκιά μου ἐξουθένωση,
στὰ μάτια καὶ τὰ χείλη τὸ ἀναστέλλω,
γιὰ μία στιγμὴ πιὸ ἀπελπισμένη τὸ ἀναβάλλω,
γιατί μονάχα ὅταν τὰ χέρια μου σὲ χάνουν,
ἡ πονεμένη φαντασία μου σὲ κερδίζει.

ἀπὸ τὴ Συλλογή: «Ξένα Γόνατα»

https://www.thessalonikiartsandculture.gr

Ποίηση

Θα ʼρθει μια μέρα που δε θα ξέρω ποιος είμαι.
Δε θα μπορώ να χτίσω ένα λόγο
να ψελλίσω ένα πρόσωπο.
Θα ʼρθει μια μέρα που δε θα ʼμαι μόνο πολύ λυπημένος.
Θα ʼμαι χαμένος σʼ έναν κόσμο ξένο για μένα
θα ʼχω κιόλας απʼ αυτόν ξεχαστεί.
Θα ʼρθει μια μέρα που δε θα ʼχω τίποτε ωραίο να σου χαρίσω.
Θα κλείσω μόνο τα μάτια
Και θα προσπαθήσω να σε δω μʼ έναν τρόπο αλλιώτικο.
Μα ούτε τα ριγηλά σκιρτήματα του κορμιού σου
θα μπορέσω να θυμηθώ
ούτε τα φλογερά μας οράματα
θα είμαι σε θέση να τραγουδήσω.
Κι έτσι όπως ήρθα, ξένος κι απελπισμένος
θα κινήσω να φύγω.
Θα γυρίσω πάλι σε κείνο το σκοτεινό τίποτα
χωρίς να κρατώ τίποτα πάνω μου.
έξω μόνο απʼ τα βαθιά σημάδια που θα ʼχουν αφήσει στο σώμα μου
τα εγκαυστικά φιλιά σου.
Κι απʼ της φωνής σου τα χάδια που είναι χαραγμένα στους στίχους μου.
Μʼ αυτά, μόνο απʼ αυτά
εκεί που θα πάω, ίσως
μπορέσω να με γνωρίσουν.

«ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΗΠΩΝ» - 2003

Θανάσης Κωσταβάρας

Ο Θανάσης Κωσταβάρας γεννήθηκε το 1927 στην Ανακασιά του Βόλου. Πολέμησε στις τάξεις του ΕΛΑΣ εναντίον των Γερμανών και τραυματίστηκε το 1944. Σπούδασε Οδοντιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1946 και το 1952-1954. Διέκοψε για κάποιο διάστημα τις σπουδές του επειδή εξορίστηκε στη Μακρόνησο. Εργάστηκε ως οδοντίατρος. Το 1953 εμφανίστηκε στη λογοτεχνία με την ποιητική συλλογή «Πρελούντια», την οποία όμως αποκήρυξε αργότερα. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Επιθεώρηση Τέχνης», «Αντί», «Λέξη», «Μανδραγόρας». Ήταν ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας Συγγραφέων. Σύζυγός του ήταν η δοκιμιογράφος Αγγελική Κωσταβάρα με την οποία απέκτησαν ένα γιο.

Ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά. Η ποίησή του χαρακτηρίζεται «ποίηση της ήττας» (όπως και η ποίηση των Μανόλη Αναγνωστάκη, Τάσου Λειβαδίτη και άλλων ποιητών της γενιάς αυτής). Ο όρος «ποίηση της ήττας» εισήχθη από τον Βύρωνα Λεοντάρη, σ' ένα κείμενό του, του 1963, με θέμα τα ποιήματα «Ο γυρισμός» του Θ. Κωσταβάρα και «Μαθητεία» του Τίτου Πατρίκιου. Στο κείμενο αυτό έχουν τεθεί ως μότο στίχοι του Κωσταβάρα Προσοχή: ο Λεοντάρης επισημαίνει ότι ως «ποίηση της ήττας» εννοείται η ήττα της ανθρωπότητας και του πολιτισμού και όχι η στρατιωτικοπολιτική ήττα της Αριστεράς. Η συγκεκριμένη ποίηση δεν παραπέμπει σε ηττοπάθεια ή συνθηκολόγηση....

Ποίηση

Κουβαλώ την καρδιά σου μαζί μου (την κουβαλώ στην
καρδιά μου) δεν είμαι ούτε στιγμή χωρίς αυτήν (όπου
πηγαίνω εκεί πας, καλή μου· και ό,τι
καμώνεται από μονάχα εμένα είναι δικό σου κάμωμα, ακριβή μου)
φοβάμαι
μοίρα καμιά (γιατί εσύ είσαι η μοίρα μου, γλυκιά μου) θέλω
κόσμο κανένα (γιατί ωραία είσαι κόσμε μου, αληθινή μου)
και είσαι εσύ ό,τι ένα φεγγάρι εννόησε ποτέ
και ό,τι ένας ήλιος ποτέ θα τραγουδήσει εσύ είσαι

να το βαθύτερο όλων μυστικό που ουδείς γνωρίζει
(να η ρίζα από την ρίζα και ο ανθός απ' τον ανθό
κι ο ουρανός από τον ουρανό του δέντρου που λέγεται ζωή· που φύεται
ψηλότερο απ' όσο μπορεί να ελπίζει η ψυχή ή το μυαλό να κρύψει)
και να το θαύμα εκείνο που κρατάει τα άστρα χωριστά

κουβαλώ την καρδιά σου (την κουβαλώ στην καρδιά μου)

Ποίηση

Oχτώβρης,Οκτώ-Μ-βρης, Οκτώβριος....Πόσα ονόματα Οκτώβρης, έτσι να το λες, μου΄λεγαν τότε....(πάντα με διόρθωναν)...
Φθινόπωρο ξανά με αναμνήσεις, τι άλλο!

Τι μπορεί να σημαίνει; Πολλές εικόνες από το μαγαζί...Περίμενα τα πρώτα αστραπόβροντα για να φάω και πάλι Λουκουμάδες με μέλι και κανέλα και για τους μερακλήδες άντε και με σουσάμι.
Μεταξύ μας ακόμα αναρωτιέμαι γιάτι ήθελαν ΚΑΙ σουσάμι;;; ΔΕΝ τους έφταναν τα αρώματα της κανέλας και του μελιού; Μελάκι θυμαρίσιο που λεγε ο πατέρας μου από το Μεγάλο Βουνό....

Ύστερα ερχόταν το ΚΥΔΩΝΙ, ένας μεγάλος πονοκέφαλος για όλους μας..
Οχτώβρης του κυδωνιού, του γλυκού της μαρμελάδας....Αρώματα που μου 'ρχονται στο νου...
Θυμάμαι, πίσω στην αυλή του μαγαζιού, μεγάλωνε παρέα με όλους μας, μια ΔΑΦΝΗ - δέντρο...

Μυστικό..... Γεμάτη μυρμήγκια ήτανε 


Από το καλοκαίρι μας βάζανε και κόβαμε τα φύλλα για να΄ναι έτοιμα για το κυδώνι του Οκτω-Μ-βρίου...
Οχτώβρης του κυδωνιού, του παστοκύδωνου.
Μπελαλίδικη κατάσταση, κάθε χρόνο τα ίδια.

Εικόνες που δε "γερνάνε" με τίποτε...

Κυδώνια Φερμένα με καφάσια από το "Μικρό Παρίσι" το Ληξούρι, απέναντι από μας (ξέρετε εσείς), να τα ψήνουν και να μυρίζει  από τη παραλία μέχρι το Λιθοστρωτο, ταξίδι ολόκληρο κάνανε....


Τι να πει κανείς, να ψήνονται να πολτοποιούνται να μπαίνουν τα αμύγδαλα, τα καρυκεύματα και ύστερα ξανά στις λαμαρίνες για φούρνο, κόψιμο, τύλιγμα,παρέα με ΔΑΦΝΟΦΥΛΛΑ για το άρωμα..
Μπαίνανε στα κουτιά και ύστερα στα ράφια..έτοιμα προς πώληση..
Φτάνανε τα χριστούγεννα, μας προλαβαίνανε....

Πόσο 'ΓΛΥΚΑ' περνούσε ο Οχτώβρης - Οκτώβρης - ΟκτώΜβρης...Οι μήνες, Το Φθινόπωρο...Οι Γιορτάδες παρέα με τσι βροχές τσι γαλότσες και ύστερα κλείνανε τα σχολεία...Πόση χαρά στη ζωή μας....Εμείς πάντως είμαστε προνομιούχοι, τρώγαμε τα Κυδώνια ζεματιστά πασπαλισμένα με Ζάχαρη...( Τι Άλλο;)

 

Γράφει η Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr

 

 

Ποίηση

“Η αγάπη μου ξεπέρασε πια τα λόγια και έχω την εντύπωση πως, αν ήμουν αλλιώτικος θα μ’ αγαπούσες λιγότερο”

“πιστεύω πως εσύ είσαι η ζωή μου. Αν το θέλεις να κάνω τη ζωή μου μακριά σου, βέβαια θα την κάνω-γιατί το δικό σου θέλημα θα γίνει και όχι το δικό μου-δε θα το κάνω όμως χωρίς εσένα. Αισθάνομαι πως μαζί σου άνοιξε ένας άγνωστος δρόμος μπροστά μου..”

“ένα πράγμα με πείραξε, με πλήγωσε βαθιά μέσα στο γράμμα σου. Πώς μπόρεσες, έπειτα από τόση αγάπη, να αισθανθείς ξαφνικά μόνη σου. Aυτό το “μόνη μου έπρεπε” είναι κάτι, πώς να το πω, που με ατιμάζει”

“μ’ έχεις κλείσει σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, όπου ακούω τη φωνή σου χωρίς να μπορώ να διακρίνω τα λόγια σου. Τον τελευταίο καιρό έχεις χαθεί…Η τελευταία εβδομάδα ήταν άθλια. Βλέπεις, μόλις δεν είναι ο ένας πολύ κοντά στον άλλον, τίποτε δε γίνεται.”

“αν έχω την τύχη να σου δώσω κάτι που να κρατήσεις μέσα σου από την αληθινή ζωή, αν μπορέσω να σε κάνω να νιώσεις ότι έχουμε κάτι μέσα μας που είναι μεγάλη αμαρτία να το εξευτελίζουμε, θα είναι αρκετό. Κι αυτά όλα που σου γράφω, τόσο ήρεμα τώρα, με κάνουν να συλλογίζομαι πως δεν είναι δυνατό να μην είναι κανείς απάνθρωπος, όταν είναι απάνθρωπη η ζωή.”

“Αισθάνομαι πως τρέχω με μια ιλιγγιώδη ταχύτητα, πως κάποιος, ίσως εσύ, μου φωνάζει “Σταμάτησε. Σταμάτησε”. Ίσως αυτός που μου φωνάζει έχει δίκιο, αλλά αισθάνομαι ακόμη πως, αν σταματήσω απότομα, είναι καταστροφή.
-τρελό μου παιδί, όλα αυτά τίποτα δεν ξέρουν να πουν, άμα έρθω κοντά σου ίσως καταλάβεις κάτι περισσότερο….”

“…Ποτέ δε φανταζόμουν πως θα μπορούσα ν’ αγαπήσω έτσι. Μου είναι αδύνατο να σου εξηγήσω τι είναι αυτό το τρομερά δυνατό και ζωντανό πράγμα που κρατώ μέσα στην ψυχή μου και μέσα στη σάρκα μου. Είμαι κάποτε σαν τρελός από τον πόνο και αισθάνομαι πως όλοι οι άλλοι μου δρόμοι έξω απ αυτόν τον πόνο, είναι κομμένοι. Πως μόνο απ’ αυτόν μπορώ πια να περάσω.”

“Καληνύχτα, αγάπη, έλα στον ύπνο μου.
Ποτέ δεν έρχεσαι στον ύπνο μου. Σε συλλογίζομαι τόσο πολύ τη μέρα.”

“κι αν σου γράφω έτσι που σου γράφω, δεν είναι για να με καταλάβεις, αλλά για να με νιώσεις λίγο πιο κοντά σου όπως , αν ήταν βολετό να σε χαϊδέψω. Τίποτε άλλο”

“Άκουσα τον εαυτό μου να ψιθυρίζει «Θεέ μου πόσο την αγαπώ» κι αμέσως έπειτα μια ιδέα θανάτου φανερώθηκε κοντά κοντά μ’ αυτή τη φράση. Δυο πράγματα θα μπορούσαν να με σώσουν όπως είμαι τώρα. Να σ’ έχω, είτε να κινδυνέψω τη ζωή μου. Δυστυχώς είμαι περιτριγυρισμένος από άπειρη ασφάλεια και το άλλο δε γίνεται, γιατί εγώ δε το θέλω να γίνει, όπως τουλάχιστον έχω πείσει τον εαυτό μου”

“Όλες αυτές τις μέρες σε συλλογίζομαι χωρίς μια στιγμή διακοπή. Κάθε δουλειά με συνέχεια μού είναι αδύνατη. Είσαι εκεί πάντα μπροστά στα μάτια μου, με κρατάς προσηλωμένο. Κάποτε μέσα στην αδειανή μου παλάμη έρχεται κι ακουμπά το μικρό σου στήθος. Είναι ένας βαθύς και μυτερός πόνος ως την άκρη της καρδιάς”

“ας σε κρατήσω κι έπειτα όλα θα είναι καλά…αγαπημένη μου αγάπη”

“όταν αγαπά κανείς και δεν έχει τον άνθρωπο του, πρέπει να βρει τρόπο να μην ξυπνά ποτέ του…”

“…μου λείπεις. Σε πήρε το τραίνο και σε πάει όλο και πιο μακριά. Μια βραδιά χαμένη, χαμένη αφού δεν είσαι κοντά μου…”

“..είμαι πονεμένος σ’ όλες τις μεριές και στο σώμα και στο πνεύμα. Δεν μπορώ να κάνω έναν συλλογισμό στοιχειώδη χωρίς να ρθεις ξαφνικά να τον κόψεις..”

“μου φαίνεται πώς κάθε γράμμα είναι το τελευταίο, και πως, αν δε σου δώσω ό,τι μπορώ να σου δώσω σε μια στιγμή, δε θα μπορέσω να σου το δώσω ποτέ.”

“τέτοια ώρα πριν ένα χρόνο ξεκίνησα να σ΄εύρω. Φανερώθηκες μέσα από ένα τίποτε-θυμάσαι; δεν μπορούσα να εξηγήσω από πού βγήκες. Ένας χρόνος και τι μαρτύριο. Σε θέλω. Ας ήσουν εδώ, ας παρουσιαζόσουν όπως εκείνη την αυγή κι ας με κάρφωναν έπειτα με τα εφτά καρφιά πάνω στα σανίδια του παραθύρου που είναι μπροστά μου..”

“Η αυγή με κρυφοκοιτάζει από τα κλειστά παντζούρια. Ξύπνησα μέσα σε μια διακοπή-ένα λάκκο της λογικής μου και της ψυχραιμίας μου-είμαι μόνο μία φωνή και μία επιθυμία. Δεν είμαι τίποτε άλλο παρά ένας άνθρωπος που πονεί διαβολεμένα. Δεν ξέρω τίποτε άλλο παρά πως ξύπνησα καίγοντας και δεν ήσουν πλάι μου. Και είναι μεγάλη κόλαση αυτό, και μου είναι αδιάφορα όλα τα άλλα”

“Είμαι βαρύς από ένα σωρό συναισθήματα που δε θέλω να ξεσπάσουν. Μία μέρα, αργότερα-ποιος ξέρει αν μας είναι γραφτή λίγη γαλήνη ακόμη-θα είμαι κοντά σου, θα κλείσω τα μάτια και θα τα αφήσω να βγουν…φαίνεται σήμερα σ’ αγαπώ σιωπηλά.”

“όταν πάει να πάρει κανείς μια μεγάλη απόφαση, ποτέ δεν μπορεί να τα δει όλα. Βλέπει έναν κύκλο σαν το μισοφέγγαρο, μισό φωτεινό και μισό σκοτεινό. Πάνω στο φωτεινό μέρος βάζει όλη του τη λογική. Πάνω στο σκοτεινό όλη του την παλικαριά και την πίστη….”

“Πόσα πράγματα που έχω να σου πώ ή να σου δείξω και που δε μ’ άφησε η λαχανιασμένη ζωή μας. Όλα τα πράγματα που λέει κανείς όταν πέσει λίγη μπουνάτσα, όταν ξεδιψάσει λίγο, και είναι σίγουρος πως δε θα χάσει τον άνθρωπό του…”

“…Αν είχα χρήματα, λες.
Μα αν είχα οτιδήποτε απ΄αυτά που δεν έχω, δε θα είχα εσένα.
Έτσι αγαπώ όλη μου τη ζωή γιατί ήρθε ως εσένα, τέτοια που ήταν κι όχι άλλη…”

“…Χτές πρώτη φορά, το βράδυ, ύστερα απο τόσον καιρό έπιασα λίγη λογοτεχνική δουλειά. Ήταν σα να είχες νυστάξει μέσα στη σκέψη μου και να σ΄είχε πάρει ο ύπνος.”

“…ξέρεις πόσο πολύ είναι για μένα οι λίγες στιγμές μαζί σου;”

“…σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…”

“Σε συλλογίζομαι.
Σήμερα το πρωί ξυπνώντας ήσουν εκεί. Θα σε ξαναβρώ πάλι σε κάποια γωνιά του σπιτιού μου να ξεμυτίζεις.
Κι όλα αυτά είναι ό,τι είναι.
Κάποτε βαριά….”

“αν μπορώ να σου δώσω μια μικρή χαρά, πρέπει να σου τη δώσω αμέσως. Μακάρι κάθε μέρα να μπορούσα. Κάθε μέρα ως την τελευταία στιγμή. Μ’ έκανες να σκεφτώ ένα πράγμα που σκεπτόμουν πολύ λίγο άλλοτε, την ευτυχία”

“και μαζί να ήμασταν από το πρωί ως το βράδυ, δε θα έφτανε. Θα έπρεπε να καταπιεί ο ένας τον άλλον. Κι όλα αυτά είναι υπερβολικά φρικαλέα για να μ’ αρέσουν”

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή