Απριλίου 17, 2021

Ποίηση

Φύση
Κίτρινα στάχια παρασύρονται σε ατέρμονο χορό

με τις χνουδωτές ακτίνες του ηλίου

ν’ απλώνονται στα μεταξένια βλέμματα.

Νήματα αναπνοής αφουγκράζονται

φευγαλέα τον καλπασμό του μπάτη

στις διάσπαρτες πευκοβελόνες.

Σκιές ανέγγιχτες,

θαμμένες στο βόμβο της μέλισσας

γλιστρούν στη θρυμματισμένη άμμο.

Ρόζα Παυλιώτη

Ο υπερρεαλισμός ή σουρρεαλισμός, από τις γαλλικές λέξεις sur (επάνω, επί) και réalisme (ρεαλισμός, πραγματικότητα) όπου στα ελληνικά θα μπορούσε να αποδοθεί ως «πάνω ή πέρα από την πραγματικότητα», ήταν ένα κίνημα που αναπτύχθηκε κυρίως στο χώρο της λογοτεχνίας αλλά εξελίχθηκε σε ένα ευρύτερο καλλιτεχνικό και πολιτικό ρεύμα. Άνθισε κατά κύριο λόγο στη Γαλλία των αρχών του 20ου αιώνα, κατά την περίοδο μεταξύ του πρώτου και δεύτερου παγκοσμίου πολέμου.

Στη φύση του επαναστατικό κίνημα, ο υπερρεαλισμός επιδίωξε πολλές ριζοσπαστικές αλλαγές στο χώρο της τέχνης αλλά και της σκέψης γενικότερα, ασκώντας επίδραση σε μεταγενέστερες γενιές καλλιτεχνών. Τα μέλη του αντέδρασαν σε αυτό που οι ίδιοι ερμήνευαν ως μία βαθιά κρίση του Δυτικού πολιτισμού, προτείνοντας μία ευρύτερη αναθεώρηση των αξιών, σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης ζωής, στηριζόμενοι στις ψυχαναλυτικές θεωρίες του Φρόυντ και στα πολιτικά ιδεώδη του Μαρξισμού. Ως κύριο μέσο έκφρασης, τόσο στη λογοτεχνία όσο και στις εικαστικές τέχνες, προέβαλαν τον «αυτοματισμό», επιδιώκοντας τη διερεύνηση του ασυνειδήτου, την απελευθέρωση της φαντασίας «με την απουσία κάθε ελέγχου από τη λογική»και διακηρύτοντας τον απόλυτο μη κομφορμισμό.

Το υπερρεαλιστικό κίνημα, πέρα από την καλλιτεχνική του διάσταση, χαρακτηρίστηκε και από έντονη πολιτική δράση. Οι υπερρεαλιστές είχαν δύο κύρια συνθήματα: "Να αλλάξουμε τη ζωή" (Ρεμπώ) και "Να αλλάξουμε τον κόσμο" (Καρλ Μαρξ). Η πολιτική θέση του υπερρεαλισμού, αν και αρχικά είχε αναρχική απόχρωση, δεν άργησε να προσανατολιστεί στα κόμματα της άκρας αριστεράς διεκδικώντας δεσμούς με το μαρξισμό. Στα τέλη του 1929 μάλιστα, προσχωρούν επίσημα στο γαλλικό κομμουνιστικό κόμμα, γεγονός που σφραγίζεται και με την έκδοση του περιοδικού "Ο Σουρρεαλισμός στην υπηρεσία της Επανάστασης" (Le Surrealisme au service de la Revolution).

https://surrealistsalonik.wordpress.com/

 

Ποίηση


Ἐλαιῶνες κι ἀμπέλια μακριὰ ὡς τὴ θάλασσα
Κόκκινες ψαρόβαρκες μακριὰ ὡς τὴ θύμηση
Ἔλυτρα χρυσὰ τοῦ Αὐγούστου στὸν μεσημεριάτικο ὕπνο
Μὲ φύκια ἢ ὄστρακα. Κι ἐκεῖνο τὸ σκάφος
Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, ποὺ διαβάζεις ἀκόμη
στὴν εἰρήνη τὸν κόλπου τῶν νερῶν ἔχει ὁ Θεός.

Περάσανε τὰ χρόνια φύλλα ἢ βότσαλα
Θυμᾶμαι τὰ παιδόπουλα τοὺς ναῦτες ποὺ ἔφευγαν
Βάφοντας τὰ πανιὰ σὰν τὴν καρδιά τους
Τραγουδοῦσαν τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα.
Κι εἶχαν ζωγραφιστοὺς βοριάδες μὲς στὰ στήθια.

Τί γύρευα ὅταν ἔφτασες βαμμένη ἀπ᾿ τὴν ἀνατολὴ τὸν ἥλιου
Μὲ τὴν ἡλικία τῆς θάλασσας στὰ μάτια
Καὶ μὲ τὴν ὑγεία τὸν ἥλιου στὸ κορμὶ - τί γύρευα
Βαθιὰ στὶς θαλασσοσπηλιὲς μὲς στὰ εὐρύχωρα ὄνειρα
Ὅπου ἄφριζε τὰ αἰσθήματά του ὁ ἄνεμος;
Ἄγνωστος καὶ γλαυκὸς χαράζοντας στὰ στήθια μου
τὸ πελαγίσιο του ἔμβλημα.
Μὲ τὴν ἄμμο στὰ δάχτυλα ἔκλεινα τὰ δάχτυλα
Μὲ τὴν ἄμμο στὰ μάτια ἔσφιγγα τὰ δάχτυλα
Ἦταν ἡ ὀδύνη

Θυμᾶμαι ἦταν Ἀπρίλης ὅταν ἔνιωθα πρώτη
φορᾶ τὸ ἀνθρώπινο βάρος σου.
Τὸ ἀνθρώπινο σῶμα σου πηλὸ κι ἁμαρτία
Ὅπως τὴν πρώτη μέρα μας στὴ γῆ.
Γιόρταζαν οἱ ἀμαρυλλίδες - Μὰ θυμᾶμαι πόνεσες
Ἤτανε μία βαθιὰ δαγκωματιὰ στὰ χείλια
Μία βαθιὰ νυχιὰ στὸ δέρμα κατὰ κεῖ ποὺ
χαράζεται παντοτινὰ ὁ χρόνος.

Σ᾿ ἄφησα τότες
Καὶ μία βουερὴ πνοὴ σήκωσε τ᾿ ἄσπρα σπίτια
Τ᾿ ἄσπρα αἰσθήματα φρεσκοπλυμένα ἐπάνω
Στὸν οὐρανὸ ποὺ φώτιζε μ᾿ ἕνα μειδίαμα.
Τώρα θά ῾χω σιμά μου ἕνα λαγήνι ἀθάνατο νερό
Θά ῾χω ἕνα σχῆμα λευτεριᾶς ἀνέμου ποὺ κλονίζει
Κι ἐκεῖνα τὰ χέρια σου ὅπου θὰ τυραννιέται ὁ ἔρωτας
Κι ἐκεῖνο τὸ κοχύλι σου ὅπου θ᾿ ἀντηχεῖ τὸ Αἰγαῖο.

Ο Οδυσσέας Ελύτης θεωρείται ένας από τους κορυφαίους ποιητές στον κόσμο. Τιμήθηκε με Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1979.
Ο Οδυσσέας Ελύτης (Ηράκλειο Κρήτης 2 Νοεμβρίου 1911 - Αθήνα 18 Μαρτίου 1996), (πραγματικό ονοματεπώνυμο Οδυσσέας Αλεπουδέλλης), ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, μέλος της λογοτεχνικής γενιάς του '30. Διακρίθηκε το 1960 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το 1979 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, ο δεύτερος και τελευταίος μέχρι σήμερα Έλληνας που τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ.

Ποίηση

 

Θέλω να σου δείξω όλες τις κάμαρες

την άσπρη, την τριανταφυλλιά, τη φυστικιά, τη μαύρη

και τα παλιά ντουλάπια και τα μπαούλα και τα μικρά συρτάρια

και τα υπόγεια με τα’ άδεια κιούπια και με τα σπασμένα έπιπλα

να σου ανοίξω όλες τις πόρτες και τα παράθυρα

να σου φανερώσω απ’ όλες τις μεριές τ’ αστέρια

να σου πω για τον ίσκιο που μεγαλώνει στον τοίχο όταν ανάβει η λάμπα

για τα δυο κουρασμένα τρίγωνα που γράφει το φως του φεγγίτη στο κεφαλόσκαλο

σαν τους δυο λυγισμένους αγκώνες που ακουμπάνε στα γόνατα της λύπης

να σου πω για το μικρό χαμόγελο που κρύβεται σ’ ένα ποτήρι νερό

για το μεγάλο πόνο που κρύβεται κάτου απ’ το χαμόγελο

και για το χνούδι του καρπού που βασανίζει τα δάχτυλα της αγάπης

να σου δείξω πόσο μικρός είμαι

πόσο μεγάλος είμαι

για να μη μείνει κάτι δικό μου που να μην είναι δικό σου

για να σμίξουμε πέρα απ’ τα χωριστά μας σώματα.

Η Μαρία σώπαινε.

Δεν άνοιγε κανένα παράθυρο. Μη και δεν είχε κανένα παράθυρο;

Κ’ η σιωπή φάρδαινε ανάμεσα μας, όπως το ποτάμι, όπως η θάλασσα.

Καθόμαστε στις αντίθετες όχθες και κλαίγαμε. Ώσπου ανέβαινε η σιωπη και μας έπνιγε.

Πέστε μου πού θα σμίξουμε;-είπε. Πέστε μου πού θα σμίξει η σιωπή τα δάχτυλα μας;

Πιο μέσα απ’ τα δάχτυλα μας που θα σμίξουμς; Ποια κραυγή

θα σπάσει αυτά τα μαύρα τζάμια-όχι να γνωριστούμε ή να γνωρίσουμε

μα να ορίσουμε ακριβώς τη θέση μας, ν’ αλλάξουμε τους κύλινδρους της ρίζας

έτσι που η ρίζα και το φύλλο νάναι σύμφωνα στο φως. Ανοίχτε τα παράθυρα.

Ανοίχτε τα παράθυρα, είπε.

Κάθε μέρα λιγότερη σιωπή κρύβουν τα λόγια μας.

Τα παράθυρα βλέπουν στον ουρανό, στα σπίτια και στα στάχυα.

Το ποτάμι κ εμείς

Ποίηση


Απρίλιος και σιωπή

Η άνοιξη έρημη.
Το χαντάκι, γεμάτο βελούδινο σκοτάδι,
σέρνεται δίπλα μου
δίχως κατοπτρισμούς.

Το μόνο που φέγγει
είναι τα κίτρινα λουλούδια.

Με κουβαλά η σκιά μου,
όπως μια μαύρη θήκη
κουβαλά το βιολί της.

Το μόνο που θέλω να πω
αστράφτει απρόσιτο
σαν τ' ασημικά
στο ενεχυροδανειστήριο.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Σουηδός ποιητής, βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2011.

Ο Τούμας Τράνστρεμερ (Tomas Tranströmer) γεννήθηκε στις 15 Απριλίου του 1931 στη Στοκχόλμη. Ήταν το μοναχοπαίδι ενός δημοσιογράφου και μιας δασκάλας. Τον πατέρα ούτε καν τον θυμόταν, αφού βρισκόταν σε ηλικία μόλις 2-3 ετών όταν τον εγκατέλειψε. Μεγάλωσε με τον παππού και τη γιαγιά του από τη μεριά της μητέρας του. Τα παιδικά του χρόνια είναι σφραγισμένα με τη μορφή της μάνας του και λόγω έλλειψης της παρουσίας του πατέρα αναγκάστηκε να ωριμάσει νωρίς. «Δεν ήμουν και πολύ παιδί τον καιρό εκείνο. Νομίζω ότι τώρα είμαι πιο παιδί από τότε», είχε εξομολογηθεί πολύ αργότερα.

Σπούδασε ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης και για πολλά χρόνια εργάστηκε σε φυλακές ανηλίκων και κέντρα απεξάρτησης από τα ναρκωτικά. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, «17 Ποιήματα» («17 Dikter») εκδόθηκε το 1954, ενώ φοιτούσε ακόμα στο πανεπιστήμιο. Τον Οκτώβριο του 2011 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας «διότι μέσω πυκνών και διαυγών εικόνων μάς προσφέρει μία ανανεωμένη πρόσβαση στην πραγματικότητα», σύμφωνα με την ανακοίνωση της Σουηδικής Ακαδημίας.

Το 1990 ένα εγκεφαλικό επεισόδιο του προκάλεσε μερική σωματική παράλυση και απώλεια της ομιλίας. Μπορούσε, όμως, να σκέφτεται, να γράφει ποίηση και να παίζει πιάνο, έστω και με το ένα χέρι, να επικοινωνεί με τους ανθρώπους με τη βοήθεια της γυναίκας του. Το πρώτο έργο που δημοσίευσε μετά το εγκεφαλικό, έξι χρόνια αργότερα, ήταν η συλλογή υπό τον τίτλο «Πένθιμη Γόνδολα», η οποία πούλησε 30.000 αντίτυπα, αριθμός πολύ σημαντικός για τον χώρο της ποίησης.

Ο Τράνστρεμερ είναι ποιητής που, ενώ ανήκει στον ευρύτερο χώρο του μοντερνισμού, συγχρόνως τον υπερβαίνει. Ξεχωρίζει, επίσης, ως δεξιοτέχνης δύσκολων ποιητικών μορφών, όπως η σαπφική στροφή και το χαϊκού. Η ποίησή του, που έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από πενήντα γλώσσες, έχει επηρεάσει διαφορετικές γενιές ποιητών σε όλο τον κόσμο.

Ο Τούμας Τράνστρεμερ πέθανε στις 26 Μαρτίου 2015, στα 83 του χρόνια.

Ποίηση

Πατρίδα

Πατρίδα, σὰν τὸν ἥλιο σου ἥλιος ἀλλοῦ δὲ λάμπει.
Πῶς εἰς τὸ φῶς του λαχταροῦν ἡ θάλασσα κι οἱ κάμποι,
πῶς λουλουδίζουν τὰ βουνά, τὰ δάσ᾿, οἱ λαγκαδιὲς
στέρνοντάς του θυμίαμα μυριάδες μυρωδιές!
Ἀφρολογοῦν οἱ ρεματιὲς καὶ λαχταρίζ᾿ ἡ λίμνη,
χίλιες πουλιῶν λαλιὲς ἠχοῦν, τῆς ὀμορφιᾶς του ὕμνοι,
σ᾿ ἄπειρ᾿ ἀστράφτουν χρώματα παντοῦ λογῆς λογῆς
τ᾿ ἀγέρα τὰ πετούμενα τὰ σερπετὰ τῆς γῆς.
Κι αὐτὸς σηκώνει τ᾿ ἀλαφρὰ τῆς καταχνιᾶς μαγνάδι,
κι ἡ κάθε στάλ᾿ ἀπὸ δροσιὰ γυαλίζει σὰν πετράδι,
κάθε ἀχτίδα του σκορπᾶ μὲ τὴν ἀναλαμπὴ
χαρά, ζωὴ καὶ δύναμη κι ἐλπίδα ὅπου κι ἂν μπεῖ.

Φαντάζεις σὰν τὸν ἥλιο σου κι ἐσύ, καλὴ πατρίδα,
καὶ μάγια σὰν τά μάγια σου στὸν κόσμο ἀλλοῦ δὲν εἶδα.
Ἡ γῆ σου εἶναι παράδεισος, κι αἰώνια γαλανὸς
γύρω σου καθρεφτίζεται στὸ πέλαγ᾿ ὁ οὐρανός.
Κι οἱ νύχτες σου μὲ τ᾿ ἄστρα τους, μὲ τὴ γαλάζια πάστρα,
μὲ τ᾿ ἀηδονολαλήματα, τρεμάμενα σὰν τ᾿ ἄστρα,
μὲ τὸ φεγγάρι ποὺ περνᾶ, σὰν τ᾿ ὄνειρο εὐτυχίας
στὴ μέση τῆς ἀπέραντης οὐράνιας ἡσυχίας.
Οἱ νύχτες σου δροσοβολοῦν χιλιόπλουμα λουλούδια
καὶ στῶν παιδιῶν σου τὶς καρδιὲς ἀμάραντα τραγούδια,
σταλάζουνε στὰ σπλάγχνα τους θεράπειο λησμονιᾶς,
ἐλευτεριᾶς ἀγάλλιαση καὶ μίσος τυραννιᾶς.

Μάγεμ᾿ ἀσημούφαντο, φῶς μαργαριταρένιο,
λιώνονται σ᾿ ἕνα χάραμα ξανθό, μαλαματένιο.
Γιομάτος μόσχους καὶ δροσιὲς ὁ Ζέφυρος τερπνᾶ
μέσ᾿ ἀπ᾿ ἀγάπης φαντασιὲς τὰ πλάσματα ξυπνᾶ.
Κι ἀνάμεσα στὰ χρώματ᾿ ἀπὸ χίλια οὐράνια τόξα,
προβαίνει πάλ᾿ ὁ ἥλιος εἰς ὅλη του τὴ δόξα.
Καί, σὰν τοῦ μεγαλείου σου σύμβολο φωτεινό,
ἕως τὸ χρυσὸ βασίλεμα λάμπει στὸν οὐρανό.
Ἑλλάς, τὸ μεγαλεῖο σου βασίλεμα δὲν ἔχει,
καὶ δίχως γνέφια τοὺς καιροὺς ἡ δόξα σου διατρέχει.
Ὅσες φορὲς ὁ ἥλιος σου νὰ σὲ φωτίσει ἐρθεῖ,
θὲ νὰ σὲ βρεῖ πεντάμορφη, στεφανωμένη ὀρθή.

Ο Λορέντζος Μαβίλης (Ιθάκη, 6 Σεπτεμβρίου 1860 - 28 Νοεμβρίου 1912) ήταν Ελληνοϊσπανός λυρικός ποιητής, και συνθέτης σκακιστικών προβλημάτων. Ο Μαβίλης σκοτώθηκε κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Θεωρείται ο μεγαλύτερος σονετογράφος της Ελλάδας.


Βιογραφία
Ο Λορέντζος Μαβίλης γεννήθηκε το 1860 στην Ιθάκη, έχοντας όμως ισπανική καταγωγή. Ο παππούς του, εκ πατρός, ήταν πρόξενος της Ισπανίας στην Κέρκυρα, στην οποία η οικογένειά του είχε εγκατασταθεί. Μάλιστα εκεί πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Η μητέρα του ήταν Ελληνικής καταγωγής. Εξωτερικά, ο Μαβίλης ήταν μεγαλόσωμος με γαλανά μάτια και ξανθά μαλλιά.

Το 1880 αποφάσισε να πάει στην Γερμανία για να σπουδάσει φιλολογία και φιλοσοφία. Οι σπουδές του συνεχίστηκαν επί δεκατέσσερα χρόνια και μάλιστα επηρεάστηκε από τις θεωρίες του Νίτσε, την "Κριτική του Καθαρού Λόγου" του ορθολογικού Ιμμάνουελ Καντ και από την "Βουλησιαρχία" του απαισιόδοξου Αρθούρου Σοπενχάουερ. Ακόμα ασχολήθηκε με τα σανσκριτικά φιλοσοφικά κείμενα και μετέφρασε αποσπάσματα από το ινδικό έπος Μαχαμπχαράτα. Κατά την παραμονή του στη Γερμανία ασχολήθηκε με την σύνθεση λυρικών ποιημάτων (κυρίως σονέτων), και σκακιστικών προβλημάτων που δημοσιεύτηκαν σε γερμανικά έντυπα.

Το 1887 συμμετείχε στο τουρνουά της Φρανκφούρτης. Δύο χρόνια αργότερα ( 1889 ) έλαβε μέρος στο σκακιστικό τουρνουά της πρωτεύουσας της νότιας Σιλεσίας, Βρότσλαβ (Breslau), με το όνομα Sillibam. Το 1896 ο Μαβίλης συμμετείχε στην επανάσταση της Κρήτης, πολεμώντας μαζί με τους αντάρτες στα κρητικά βουνά. Και το 1897 κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο συγκέντρωσε εβδομήντα Κερκυραίους εθελοντές και πήγαν να πολεμήσουν στην Ήπειρο, όπου και τραυματίστηκε στο χέρι. Τα έξοδα της εκστρατείας των εθελοντών τα κάλυπτε ο ίδιος.

Το 1909 γίνεται ο ενθουσιώδης κήρυκας του ξεσηκωμού και το 1910 εκλέγεται ως βουλευτής της Κέρκυρας. Το 1911 υπερασπίζοντας τη δημοτική γλώσσα ως αντιπρόσωπος και μέλος της Αναθεωρητικής Συνέλευσης της Κέρκυρας μέσα στην Ελληνική Βουλή είπε απευθυνόμενος στους καθαρευουσιάνους: "Χυδαία γλώσσα δεν υπάρχει. Υπάρχουσι χυδαίοι άνθρωποι, και υπάρχουσι πολλοί χυδαίοι άνθρωποι ομιλούντες την καθαρεύουσαν". ("Εφημερίς των συζητήσεων της Βουλής", Β' Αναθεωρητική Βουλή, 1911, σελ. 689, συνεδρίασις 36).

Θάνατος
Στις 28 Νοεμβρίου του 1912 γίνεται επικεφαλής του λόχου των εθελοντών Γαριβαλδινών και την επόμενη μέρα (29 Νοεμβρίου 1912) σκοτώνεται στη Μάχη του Όρους Δρίσκου κοντά στα Ιωάννινα κατά τον Πρώτο Βαλκανικό πόλεμο. Λέγεται ότι διατηρούσε ερωτικό δεσμό με την ποιήτρια Μυρτιώτισσα - κατά κόσμον Θεώνη Δρακοπούλου - (1885-1968), η οποία υπηρέτησε την ερωτική ποίηση και το ποίημά της "Τι άλλο καλέ μου" (1925) είναι αφιερωμένο στη μνήμη του. Ως φόρο τιμής στο συνολικό έργο του Μαβίλη η κεντρική πλατεία της γενέτειράς του, Ιθάκης, έχει πάρει το ονομά του.

Ποιητικό έργο
Τα σονέτα του Μαβίλη είχαν άρτια μορφή και εξαίρετο περιεχόμενο, το οποίο πάντως χαρακτηρίζεται από ολοφάνερη απαισιοδοξία. Τα σονέτα του, με ενδεκασύλλαβους στίχους, είναι πολύ πιο επεξεργασμένα και περίτεχνα από των συγχρόνων του, (δες Κωστής Παλαμάς, "Πατρίδες", 1895), και εισάγει νέα στοιχεία, όπως το να αρχίζει η πρόταση στην μέση του στίχου, να υπάρχει διάλογος, κλπ..

Με πληροφορίες από https://el.wikipedia.org/

Ποίηση


Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ βγεῖς.
Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους –
μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα,
ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Ἀλίμονο ἂν κόψουμε τὰ μπάνια
Μόνο καὶ μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Ἀλίμονο ἂν προδώσουμε τὴ θάλασσα
Γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μᾶς καταπίνει.
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει.

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος (Θεσσαλονίκη, 20 Μαρτίου 1931 - 11 Αυγούστου 2020) ήταν σύγχρονος Έλληνας ποιητής, διηγηματογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ερευνητής, λαογράφος, εκδότης και βιβλιοκριτικός.[1] Το πραγματικό όνομα του λογοτέχνη είναι Κωνσταντίνος Δημητριάδης.[1] Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες.

Ποίηση

Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, από τ᾿ αμπέλια απάνωθεν

εκοίταγε η σελήνη ―
κι ακόμα ο ήλιος πύρωνε τα θάμνα, βασιλεύοντας
μες σε διπλή γαλήνη·

βαριά τα χόρτα, ιδρώνανε στην αψηλήν απανεμιά
το θυμωμένο γάλα,
κι από τα κλήματα τα νια, που της πλαγιάς ανέβαιναν
μακριά-πλατιά τη σκάλα,

σουρίζανε οι αμπελουργοί φτερίζοντας, εσειόντανε
στον όχτο οι καλογιάννοι,
κι άπλων᾿ απάνω στο φεγγάρι η ζέστα αραχνοΰφαντο
κεφαλοπάνι…

Στο σύρμα, μες στο γέννημα, μονάχα τρία καματερά,
τό ’να από τ᾿ άλλο πίσω,
την κρεμαστή τους τραχηλιά κουνώντας, τον ανήφορο
ξεκόβαν το βουνίσο·

σκυφτό, τη γης μυρίζοντας, και το λιγνό λαγωνικό,
με γρήγορα ποδάρια,
στου δειλινού τη σιγαλιά βράχο το βράχο επήδαγε
ζητώντας μου τα χνάρια·

και κάτου απ᾿ την κληματαριά την άγουρη μ᾿ επρόσμενε,
στο ξάγναντο το σπίτι,
σωστό τραπέζι πόφεγγε, λυχνάρι ομπρός του κρεμαστό,
το φως του Αποσπερίτη.

Εκεί κερήθρα μόφερε, ψωμί σταρένιο, κρύο νερό
η αρχοντοθυγατέρα,
οπούχε από τη δύναμη στον πετρωτό της το λαιμό
χαράκι ως περιστέρα·

που η όψη της, σαν της βραδιάς το λάμπο, έδειχνε διάφωτη
της παρθενιάς τη φλόγα,
κι απ᾿ τη σφιχτή της ντυμασιά στα στήθια της τ᾿ αμάλαγα,
χώριζ᾿ ολόρτη η ρώγα·

που ομπρός από το μέτωπο σε δυο πλεξούδες τα μαλλιά
πλεμένα είχε σηκώσει,
σαν τα σκοινιά του καραβιού, που δε θα μπόρει η φούχτα μου
ναν της τα χερακώσει.

Λαχανιασμένος στάθη εκεί κι ο σκύλος π᾿ αγανάχτησε
στα ορτά τα μονοπάτια,
κι ασάλευτος στα μπροστινά, με κοίταγε, προσμένοντας
μια σφήνα, μες στα μάτια·

εκεί τ᾿ αηδόνια ως άκουγα, τριγύρα μου, και τους καρπούς
γευόμουν απ᾿ το δίσκο,
είχα τη γέψη του σταριού, του τραγουδιού και του μελιού
βαθιά στον ουρανίσκο.

Σα σε κυβέρτι γυάλινο μέσα μου σάλευε η ψυχή,
πασίχαρο μελίσσι,
που όλο κρυφά πληθαίνοντας γυρεύει σμάρια ωσάν τσαμπιά
στα δέντρα ν᾿ αμολήσει.

Κι ένιωθα κρούσταλλο τη γη στα πόδια μου αποκάτωθε
και διάφανο το χώμα
γιατί πλατάνια τριέτικα τριγύρα μου υψωνόντανε
μ᾿ αδρό, γαλήνιο σώμα.

Εκεί μου ανοίξαν το παλιό κρασί, που πλέριο ευώδισε
μες στην ιδρένια στάμνα,
σαν τη βουνίσια μυρουδιά, σύντας βαρεί κατάψυχρη
νύχτια δροσιά τα θάμνα…

Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, εκεί η καρδιά μου δέχτηκε
ν᾿ αναπαυτεί λιγάκι
πα σε σεντόνια ευωδερά από βότανα, και γαλανά
στη βάψη από λουλάκι.

Κορυφαίος έλληνας ποιητής. Το έργο του διακρίνεται από έντονο λυρισμό και ιδιαίτερο γλωσσικό πλούτο.

Ο Άγγελος Σικελιανός γεννήθηκε στις 15 Μαρτίου 1884 στη Λευκάδα. Ήταν το τελευταίο από τα πέντε παιδιά του Ιωάννη Σικελιανού, καθηγητή της ιταλικής και γαλλικής γλώσσας στο τοπικό γυμνάσιο και Χαρίκλειας Σικελιανού, καλλιεργημένης και αρχοντικής γυναίκας.

Το 1900 ήλθε στην Αθήνα για να σπουδάσει νομικά, αλλά τα εγκατέλειψε πολύ νωρίς για να αφιερωθεί ολόψυχα στην ποιητική δημιουργία, ύστερα από ένα μικρό πέρασμα στο θεατρικό σανίδι ως ηθοποιός. Τον Αύγουστο του 1906 θα γνωρίσει την εύπορη αμερικανίδα Εύα Πάλμερ (1874-1952), την οποία θα νυμφευτεί τον επόμενο χρόνο.

Το 1907 ταξιδεύει στην Αίγυπτο, όπου εργαζόταν ο μεγαλύτερος του αδελφός και σε μία εκδρομή του στη Λιβυκή Έρημο θα γράψει την ποιητική σύνθεση «Αλαφροϊσκιωτος», η κυκλοφορία του οποίου το 1909 θα αποτελέσει εκδοτικό γεγονός. Το πρώτο του αυτό έργο είναι ένας αληθινός ύμνος προς την ελληνική φύση, γραμμένος με θαυμαστή δύναμη και με αδρούς πρωτότυπους στίχους.

Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913), στους οποίους πήρε μέρος, έγραψε πατριωτικά ποιήματα, που δημοσιεύθηκαν σ’ εφημερίδες, περιοδικά και στη ποιητική συλλογή «Στίχοι» (1921). Έγραψε επίσης και δημοσίευσε από το 1915 έως το 1918 τον «Πρόλογο στη ζωή», αποσπάσματα από το «Πάσχα των Ελλήνων», το «Δελφικό Λόγο» και μελέτες. Είχε άφθονα οικονομικά μέσα και βρήκε τη ευκαιρία να μελετά διαρκώς, να γράφει απερίσπαστα και να ταξιδεύει.

Μαζί με την αμερικανίδα σύζυγό του, ο Σικελιανός συνέλαβε το σχέδιο ν’ αναστήσει τη Δελφική Αμφικτυονία. Οργάνωσαν το 1927 και το 1930 με δικά τους έξοδα τις «Δελφικές Εορτές», με παραστάσεις αρχαίων τραγωδιών, με αγώνες και λαϊκές εκθέσεις, που τράβηξαν την προσοχή του κόσμου.

Η ποιητική έμπνευση του Σικελιανού αυτή την εποχή και αρκετά χρόνια αργότερα αντλεί τα θέματά της από τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, από τη μυθολογία και το μυστικισμό (ορφισμός κλπ.), από τη θρησκεία και την ιστορία. Τέτοιες είναι οι τραγωδίες του: «Διθύραμβος του Ρόδου» (1933) και «Ο Δαίδαλος στην Κρήτη», καθώς και πολλά ποιήματα.

Ιδιαίτερη αξία έχει η ποιητική δημιουργία του Σικελιανού, από την εποχή που στον ορίζοντα άρχισαν να φαίνονται τα πρώτα σημάδια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Τότε η ποίησή του πήρε κοινωνικό περιεχόμενο, μέσα από τις τραγωδίες «Η Σίβυλλα» (1940), «Ο Χριστός στη Ρώμη» (1946), «Ο θάνατος τον Διγενή» (1948) και «Ο Ασκληπιός».

Τον Μάρτιο του 1938 γνωρίζει την Άννα Καραμάνη (1904-2006), σύζυγο του φυματιολόγου Γεωργίου Καραμάνη. Η γνωριμία τους εξελίσσεται σε βαθύ έρωτα και ο Σικελιανός ζητάει από την Εύα να χωρίσουν. Αυτή συναινεί, όπως και ο γιατρός Καραμάνης. Ο γάμος τους θα γίνει στις 17 Ιουνίου του 1940.

Την περίοδο της Κατοχής έγραψε και κυκλοφόρησε κρυφά τα «Ακριτικά» (1941-1942), που ήταν μία κραυγή πόνου του σκλαβωμένου Ελληνισμού. Στις 28 Φεβρουαρίου 1943 απήγγειλε στην κηδεία του Κωστή Παλαμά το περίφημο ποίημά του, που αρχίζει με τους στίχους «Ηχήστε οι σάλπιγγες», που είχε γράψει λίγες ώρες νωρίτερα.

Το 1945 θα είναι υποψήφιος με τον Καζαντζάκη για την Ακαδημία Αθηνών. Αντ’ αυτών θα εκλεγεί ο Σωτήρης Σκίπης. Το 1946 θα προταθεί για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, όπως και ο Καζαντζάκης, με πρωτοβουλία σημαντικών προσωπικοτήτων των γραμμάτων (Πολ Ελιάρ, Αντρέ Ζιντ, Χένρι Μίλερ, Ευγένιος Ο’ Νηλ κ.ά.). Η υποψηφιότητά τους θα τορπιλιστεί από την κυβέρνηση Τσαλδάρη, με το πρόσχημα ότι έτσι θα βραβευόταν η Αριστερά στην Ελλάδα. Το 1947 θα εκδοθεί συγκεντρωμένο σε τρεις τόμους το ποιητικό του έργο, το ποιητικό του έργο υπό τον τίτλο «Λυρικός Βίος».

Ο αποκαρδιωμένος Σικελιανός έχει να παλαίψει τώρα με τα σοβαρά προβλήματα της υγείας του και με τη φτώχεια. Στις 4 Ιουνίου 1951 από λάθος της οικιακής βοηθού του αντί για το φάρμακό του λαμβάνει απολυμαντικό, με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρά εγκαύματα στα αναπνευστικά του όργανα. Στις 19 Ιουνίου 1951 θα αφήσει την τελευταία του πνοή στην κλινική «Η Παμμακάριστος» της Αθήνας.

 

© SanSimera.gr

 

Ποίηση


Ό,τι μπόρεσα ν’ αποχτήσω μια ζωή από πράξεις ορατές για όλους, επομένως να κερδίσω την ίδια διαφάνεια, το χρωστώ σ’ ένα είδος ειδικού θάρρους που μου ‘δωκεν η ποίηση:

ΝΑ ΓΙΝΟΜΑΙ ΑΝΕΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΡΤΑΕΤΟ ΚΑΙ ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΕΜΟ, ακόμα και όταν ουρανός δεν υπάρχει. Δεν παίζω με τα λόγια. Μιλώ για την κίνηση που ανακαλύπτει κανείς να σημειώνεται μέσα στη Στιγμή όταν καταφέρνει να την ανοίξει και να της δώσει διάρκεια.

Οδυσσέας Ελύτης, «Ο Μικρός Ναυτίλος»

[…] Είδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγκοι ν’ ανεβαίνει στα ουράνια; Ε, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα μεταδείς ένα τέτοιο θάμα. Αρχινούσανε την Καθαρή Δευτέρα -ήτανε αντέτι- και συνέχεια την κάθε Κυριακή και σκόλη, ώσαμε των Βαγιών. Από του Χατζηφράγκου τ’ Αλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Τόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. Για τούτο, τα χελιδόνια τα φέρνανε οι γερανοί μονάχα τη Μεγαλοβδομάδα, για να γιορτάσουνε την Πασχαλιά μαζί μας.

Ολάκερη τη Μεγάλη Σαρακοστή, κάθε Κυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Ανέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μένει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ΄από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Και όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι.

Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορονίζανε ψηλά. Θα μου πεις, κι εδώ, την Καθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Είδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν’ αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Εκεί, ούλα ήταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό.
Αυτά είχα να σου πω. Ήτανε θάμα να βλέπεις ολάκερη την πολιτεία ν’ ανεβαίνει στα ουράνια. Να, για να καταλάβεις, ξέρεις το εικόνισμα, που ο άγγελος σηκώνει την ταφόπετρα, κι ο Χριστός βγαίνει από τον τάφο κι αναλήφτεται στον ουρανό, κρατώντας μια πασχαλιάτικια κόκκινη παντιέρα; Κάτι τέτοιο ήτανε.[…]

Κοσμάς Πολίτης, «Στου Χατζηφράγου»

[Φωτογραφία: Έργο του Γιάννη Μαγγανάρη: Χαρταετός]

http://www.politismospolitis.org/

Ποίηση

Μακριά σ' έν' άλλο κόσμο γίνηκε
αυτή η αποκριά.
Το γαιδουράκι γύριζε
μες στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανάπνεε κανείς.
Πεθαμένα παιδιά
ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό
κατέβαιναν μια στιγμή
να πάρουν τους αετούς τους
που τους είχαν ξεχάσει.
Έπεφτε χιόνι
γυάλινος χαρτοπόλεμος
μάτωνε τις καρδιές.
Μια γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή.
Μόνο περνούσαν φάλαγγες
στρατιώτες εν δυο
εν δυο με παγωμένα δόντια.
Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι
αποκριάτικο
γεμάτο μίσος
το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
μαχαιρωμένο.
Μακριά σ' έν' άλλο κόσμο γίνηκε
αυτή η αποκριά.
Μίλτος Σαχτούρης
''Η Αποκριά'' (1952)
Ο Μίλτος Σαχτούρης (Αθήνα, 29 Ιουλίου 1919 – Αθήνα, 29 Μαρτίου 2005) ήταν Έλληνας ποιητής, ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς ποιητές. Τιμημένος με τρία κρατικά βραβεία.

Ποίηση

Ο Έλληνας διπλωμάτης και ποιητής, ο πρώτος Έλληνας που τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ, εμπνέεται από το ύψιστο συναισθηματικό βάρος της φιλίας. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Σεφεριάδης, Γεννήθηκε στα Βουρλά σαν σήμερα στις 13 Μαρτίου του 1900

«Δεν τους γνωρίσαμε», Γιώργος Σεφέρης

Δεν τους γνωρίσαμε

ήταν η ελπίδα στο βάθος

που έλεγε πως τους είχαμε γνωρίσει

από μικρά παιδιά.

Τους είδαμε ίσως δυο φορές

κι έπειτα πήραν τα καράβια,

φορτία κάρβουνο, φορτία γεννήματα,

κι οι φίλοι μας χαμένοι

πίσω από τον ωκεανό

παντοτινά.

Η αυγή μας βρίσκει πλάι στην κουρασμένη λάμπα

να γράφουμε αδέξια

και με προσπάθεια στο χαρτί

πλεούμενα γοργόνες ή κοχύλια

το απόβραδο κατεβαίνουμε στο ποτάμι

γιατί μας δείχνει το δρόμο προς τη θάλασσα,

και περνούμε τις νύχτες σε υπόγεια

που μυρίζουν κατράμι.

 

«Ακόμη ένα πηγάδι μέσα σε μια σπηλιά», Γιώργος Σεφέρης

Ακόμη ένα πηγάδι μέσα σε μια σπηλιά.

Άλλοτε μας ήταν εύκολο ν’ αντλήσουμε είδωλα και στολίδια

για να χαρούν οι φίλοι που μας έμεναν ακόμη πιστοί.

Έσπασαν τα σκοινιά μονάχα οι χαρακιές στου πηγαδιού

το στόμα μας θυμίζουν την περασμένη μας ευτυχία:

τα δάχτυλα στο φιλιατρό, καθώς έλεγε ο ποιητής.

Τα δάχτυλα νιώθουν τη δροσιά της πέτρας

λίγο κι η θέρμη του κορμιού την κυριεύει

κι η σπηλιά παίζει την ψυχή της και τη χάνει κάθε στιγμή,

γεμάτη σιωπή, χωρίς μια στάλα.

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.