Αυγούστου 19, 2019

Ποίηση

Σε φώναζαν αγάπη,
Με φώναζαν ζωή
Σε γνώρισα πρωί
Δύναμη λαχτάρας...
Και ήσουν η αγάπη
Γύρισες Σελίδα
είπες...
Κόκκοι της άμμου, της μοναξιάς
είπες..
Χωρίς σκοπό
μόνο λυγμοί,
και σε φωναζαν
αγάπη
Οφθαλμαπάτη..
Χίλια φιλιά
Καρδιοχτύπια
του δρόμου 
της στιγμής....
Με φώναζαν ζωή
Σε λέγανε αγάπη...
Άγριο κύμα
που σκεπάζει
Την αγκαλιά
και σ΄άφησα
Μάτια υγρά
στο φως του ήλιου
Σε φώναζαν αγάπη,
Με φώναζαν
Ζωή!
Ήμουν η ζωή στην ζωή
Ήμουν η αγάπη
της μουσικής σου, του σκοπού
του καλοκαιριού....
Δεν μπορείς...
Όχι, δεν μπορείς να με ξεπεράσεις, είπες
Ούτε και εγώ..
Κλειστό πατζούρι
όνειρο, στον ύπνο μου
φιλί,
δυνατό....
Και με φώναζαν ζωή
σε λέγαν Αγάπη...
Φιλιά στα μάτια
τα κλειστά
στο σκοτάδι σου
Εκεί που δεν υπάρχει
κανείς, χωρίς το μαζί!

 

"Καλοκαιρινές διαδρομές"

Γράφει η Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr

Ποίηση

Ἀναστολή
Ὅ,τι ὀνειρεύτηκα τόσα καὶ τόσα βράδια,
ὅ,τι πεθύμησα μὲ τόση ἀλλοφροσύνη,
ὅ,τι σχεδίασα μὲ τόσο πυρετό,
μόλις σὲ δῶ, γλυκιά μου ἐξουθένωση,
στὰ μάτια καὶ τὰ χείλη τὸ ἀναστέλλω,
γιὰ μία στιγμὴ πιὸ ἀπελπισμένη τὸ ἀναβάλλω,
γιατί μονάχα ὅταν τὰ χέρια μου σὲ χάνουν,
ἡ πονεμένη φαντασία μου σὲ κερδίζει.

(ἀπὸ τὴ Συλλογή: «Ξένα Γόνατα»)

Ντῖνος Χριστιανόπουλος - Ποιήματα
Ντῖνος Χριστιανόπουλος (γεν. 1931): ψευδώνυμο τοῦ Κωνσταντίνου Δημητριάδη.
Ποιητής, πεζογράφος, φιλόλογος καὶ κριτικὸς ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη.

Εικόνα - https://www.pexels.com/photo/backlit-clouds-dark-dawn-410395/

Ποίηση

Από τη ''Μαρία Νεφέλη'' 

Πιάσε την αστραπή στο δρόμο σου, άνθρωπε·
δώσε της διάρκεια· μπορείς!

Από τη μυρωδιά του χόρτου,
από την πύρα του ήλιου πάνω στον ασβέστη,
από το ατέρμονο φιλί,
να βγάλεις έναν αιώνα·
με θόλο για την ομορφιά
και την αντήχηση όπου σου φέρνουν οι άγγελοι
μες στο πανέρι, τη δρόσο από τους κόπους σου,
όλο φρούτα στρογγυλά και κόκκινα·
τη στενοχώρια σου, γεμάτη πλήκτρα
που χτυπούν μεταλλικά στον άνεμο
ή σωλήνες ορθούς που τους φυσάς καθώς αρμόνιο
και βλέπεις να συνάζονται
τα δέντρα σου όλα, δάφνες και λεύκες,
οι μικρές και μεγάλες Μαρίες
που κανείς, πάρεξ εσύ, δεν άγγιξες·

όλα μία στιγμή,
όλα η μόνη σου αστραπή
για πάντα.

Η άμμος που έπαιξες όπως με τη ζωή σου,
η Τύχη και τα στέφανα
που άλλαξες με την παντοτινή σου άγνωστη,
ο καιρός, ο ανίσχυρος εχθρός,
αν έχεις κατορθώσει μια για πάντα,
ολόισια, ν' ατενίσεις το φως!

είναι η μία στιγμή,
σθεναρή πάνω από τα βάραθρα
ΕΛΥΤΗΣ..

Λίγα λόγια για το έργο

L’Égée, collage του Οδυσσέα Ελύτη

Η Μαρία Νεφέλη είναι σκηνικό ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη. Δημοσιεύθηκε το 1978 ένα χρόνο πριν από την βράβευση του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Η ποιητική συλλογή διαρθρώνεται σε τρία μέρη και έχει μορφή διαλογική, στήνοντας μια υπερφυσική συνομιλία ανάμεσα στη Μαρία Νεφέλη και τον Αντιφωνητή, που δανείζει τη φωνή του στον ίδιο τον ποιητή. Πλασμένη από το υπερβατικό υλικό των περισσότερων γυναικείων μορφών που κατοικούν την ποίηση του Ελύτη, η αχρονική Μαρία Νεφέλη προσωποποιεί την αιώνια δυνατότητα του κόσμου να αποδράσει από τον εαυτό του προς μία νέα διάφανη πραγματικότητα. Επιστρέφοντας στον λυρισμό και τον αισθησιασμό των πρώτων χρόνων ο Ελύτης συμπυκνώνει εδώ, όπως και σε όλα τα έργα της όψιμής περιόδου του, εκείνη την ποιητική ιδέα που αντιλαμβανόταν ως μία μεταφυσική του φωτός.

Ποίηση

Mπορώ να γίνω ευτυχισμένος με τα πιο απλά πράγματα
και με τα πιο μικρά..
Και με τα καθημερινότερα των καθημερινών.
Μου φτάνει που οι εβδομάδες έχουν Κυριακές.
Μου φτάνει που τα χρόνια φυλάνε Χριστούγεννα για το τέλος τους.
Που οι χειμώνες έχουν πέτρινα, χιονισμένα σπίτια.
Που ξέρω ν’ ανακαλύπτω τα κρυμμένα πετροράδικα στις κρυψώνες τους.
Μου φτάνει που μ’ αγαπάνε τέσσερις άνθρωποι.
Πολύ…
Μου φτάνει που αγαπάω τέσσερις ανθρώπους.
Πολύ…
Που ξοδεύω τις ανάσες μου μόνο γι’ αυτούς.
Που δεν φοβάμαι να θυμάμαι.
Που δε με νοιάζει να με θυμούνται.
Που μπορώ και κλαίω ακόμα.
Και που τραγουδάω… μερικές φορές…
Που υπάρχουν μουσικές που με συναρπάζουν.
Και ευωδιές που με γοητεύουν…

Οδυσσέας Ελύτης

Εικόνα - https://gr.pinterest.com/pin/725220346227083971/

https://www.lecturesbureau.gr

Ποίηση

Και άμα φοβάσαι...Ti; 

Την αλλαγή, το δρόμο, τη φωτιά, λέει...
Τόσοι φίλοι που χάνονται τον Αύγουστο, μέσα στο βάθος του πελάγου για σκέψου το, σκέφτομαι λέω.....
Νύχτα που οδηγώ δίχως τα φρένα σου, τα φώτα της πόλης, ψάξε να με βρεις μέσα στο χρώμα της άσπρης νύχτας....
Πέφτω, μάλλον πέφτω...Αγκαλιά ρόδου, βραδιά καλοκαιρινή μετά μουσικής, λιγμοί βροχής αστεριών με τυλίγουν μέσα τα πάθη μου,  και εσύ θα με βρεις μές στην ανάσα μου, θα με βρεις, έγινε η ζωή βαρετή και ας μην άρχισε ακόμα, άκουσέ με!
Φωνές στην απάτη σου, ή στην αγάπη σου; Γλυκό κουταλιού - κατακκόκινου πάθους!
Τίποτα, τίποτα....τρέχει στο τίποτα του Αυγούστου.
Κ' όμως σ΄αγάπησα, βλέποντας τα φώτα της πόλης, σε εκείνο το βουνό..
Θυμάσαι που φοβόμασταν όσο νύχτωνε, τον αέρα;;;
Ό αέρας ήταν τρομαχτικός, κράτα με μη φύγω, σε χάνω, όχι τώρα, πετάω, έτσι σου είπα..
Θυμάσαι στη θάλασσα μετά;; Αγρίευε καταμεσίς του καλοκαιριού....Αγρίευε το σημάδι  της βάρκας, τι μουσική και αυτή, φωνάζουν όλα, κάτι σαν μελωδία.

Θυμάσαι τα κύματα; μας σκέπαζαν στην αμμουδιά....
Αγρίευαν τα πάθη μας, μες στη νύχτα, αχ αυτές οι ζεστές ανάσες μας ακουγόταν παντού, κάτι σαν συναυλία..
Στο σκοτάδι...
Προσπαθώ να καταλάβω, εσένα, το καράβι σου, το ευχαριστώ σου, τη χαρά σου, την αγάπη σου, το πάθος σου, ήλθες σαν ψέματα, θυμάσαι;
Προσπαθώ να σε ερωτευτώ μέσα στο κύμα που ακούω...
Θυμάσαι που φοβόμασταν τον αέρα εκείνο το βράδυ, το πρώτο βράδυ;;
Πάνω στο βουνό μου λέγες ηρέμησε...είμαι εδώ....Εγώ!
Ύστερα φώναζες, ούρλιαζες φοβόμουν...

Που να το πω...Μας άκουγαν μόνο οι αέρηδες, Γιατί;

Και ύστερα όλα τέλειωσαν, τέλειωσαν όλα τα τραγούδια και κλαίγαν μαζί με εμένα!
Και εγώ ήμουν μόνη, πάλι μόνη με τ΄όνειρο..
Είπαμε γειά, δάκρυα χωρίς δάκρυα, στεγνά, βουβά...
Μα σε θέλω, δεν μπορώ χωρίς εσένα, μ΄ ακούς; 
Φωνάζω τόσο δυνατά, όλα τα γύρω βουνά να μας ακούσουν...
Να μας ακούσουν οι θεοί, μόνο μια καρδιά....
Χαράζει, κοίτα τι έφτιαξαν για μας όλοι αυτοί
Κοίτα, έστω με τα μάτια κλειστά, κοίτα έστω και στο σκοτάδι, τολμούν, Χωρίς ήλιο αρμενίζει!
Με τα μάτια κλειστά, τολμούν...
Κοίτα, Αυτή η αγάπη είναι δίπλα,κοντά σου, είμαι εγώ και εσύ, μη χάνεσαι μου λέγες το τελευταίο βράδυ
Και εγώ σε κοιτούσα, και έλιωνα στην αγκαλιά σου..
Και ύστερα φώναζες πάλι, κάποια ουρλιαχτά μες στον ορίζοντα 

Σε περίμενα, ήλθες γρήγορα και έφυγες απόψε
Πάνε χρόνια, πέρασαν!

Ακόμη με νανουρίζεις μές στη συνήθεια μου, πάμε να φύγουμε, έστω σήμερα, Τώρα!
Μες στους δρόμους, στο όνειρο μου
Αχ να γυρνούσα το χρόνο, να σε δω πάλι, να μου λέγες σε θέλω, σ΄αγαπώ ακόμη, με μια λέξη, μια καρδιά, μια ανάσα! μια αγκαλιά!
Αχ να ήσουν δω να μ αγκαλιάσεις πάλι ξανά ξανά και ξανά, στο δρόμο, ξυπόλητη στη βιβλιοθήκη, κομμάτι της ζωής, λέξεις που χάνονται, μπερδεύονται στα αναφιλητά....

 

6 ΑΥΓούΣΤΟΥ στη Βιβιοθήκη

"Καλοκαιρινές διαδρομές"

Γράφει η Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr

σας ενδιαφέρουν

Ποίηση

Πίσω απ’ τις γρίλιες είναι το μεγάλο μεσημέρι.

Τα σκόρπια σπίτια κάτασπρα, κ’ ένα κόκκινο κάτω απ’ το λόφο.

Λίγο πιο πάνω, ξέρουμε, είναι η μεγάλη ασβεστωμένη μάντρα.

Από κει κατεβαίνει η δροσιά προς τους ευκάλυπτους,

κ’ ένα άρωμα από σάπια ροδάκινα σωριασμένα στο δρόμο.

Άξαφνα τα τζιτζίκια σώπασαν. Δυο ηλιοκαμένα σώματα

στ’ άσπρα σεντόνια. Βγάλε και το δαχτυλίδι σου –

μου πιάνει ένα δικό μου χώρο στο μικρό σου δάχτυλο.

Αύγουστος

Το φως είναι μαύρο, καμένο απ' τη ζέστη σαν ανθρώπινο σώμα.

Πόδια γυμνά, δυνατά, βαμμένα απ' τη θάλασσα ή το μούστο.

Στήθια κρουστά, σφιγμένα στις παλάμες του ήλιου. Ο αγωγιάτης,

ο αμπελουργός, ο βαρκάρης, οι τρεις του θυγατέρες

κρέμονται πάνω από βαθιά, χρυσά πηγάδια. Πάνω στ' αλώνια

λιχνίζουνε μεγάλα στάχυα. Μες στα μάτια των παιδιών

χώνονται τ' άχυρα. Τρέχουν. Τ' αμπέλια είναι απέραντα

σαν τη δόξα ή την άγνοια. Λίγο να κάνεις να σκύψεις

θα βουλιάξεις ακέριος στο γαλάζιο. Τα παράθυρα πνίγηκαν κιόλας

μέσα στο χώμα. Και τούτα τα κόκκινα λουλούδια του κήπου

είναι από κείνα τα πανάρχαια αγάλματα, πλαγιασμένα, σε στύση.

Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, 4ος τ., εκδ. Κέδρος

o-klooun.com

Ποίηση

Αύγουστος ήλιος, το γάργαρο νερό

Μπλέ.

Αύγουστος, φίλοι και φιλί!
Αύγουστος έρωτας, φως κ΄αγκαλιά!
Ξανά μπλέ.

Αύγουστος, θαλάσσια ζωή
της μοίρας η ανεμελιά!
Ξανά μπλέ.

Αύγουστος, ξέπλεκα μαλλιά
και ανθισμένα γιασεμιά
στα ξέφωτα!

Αύγουστος είσαι εσύ
ήλιου χρυσή ανταύγεια!
βαθιά μπλε μάτια

Αύγουστος του διάφανου νερού
στο νησί της καρδιάς!
Μόνο μπλε!

Αύγουστος του γιαλού, του βότσαλου
με πευκομυρωδιές
το σούρουπο!

Αύγουστος εμείς
τρέχοντας στις σπηλιές,
ψυχή στο βλέμα!

Αύγουστος μόνο μπλε
 περπάτημα χαρές
γεύοντας την αγάπη!

Αύγουστος είσαι εσύ
τα μάτια σου αστέρια
και τα φιλιά σου όρκοι!

 

"Καλοκαιρινές διαδρομές"

Γράφει η Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr

Ποίηση

Kαρδιά καλοκαιριού… Κατακόκκινο ανοιχτό καρπούζι στα χέρια μικρού παιδιού καβάλα στα καπούλια του ήλιου… Φωτοχυσία… Μέρα ξανθή, του ήλιου ανταμοιβή και του Έρωτα… Πυρόξανθο μαστίγωμα… Στο στεντόρειο μεσημέρι τα τζιτζίκια μαίνονται… «Αδυσώπητον και δρεπανηφόρον θέρος»…. Πόθου ελευθερωτής… Σώματα γυμνά καμένα στο αίσθημα…

Και η φύσις να γροικά τα πάθη του κορμιού και της ψυχής…

Κι ο Έρωτας, ο πιο ξανθός αρχάγγελος του Παραδείσου, βοά και λέγει στο κάθε που άγγιξε κορμί: τα ρούχα πέτα, γδύσου, τίποτε μη φοβάσαι…. «Ακόμη λίγη θάλασσα, ακόμη λίγο αλάτι. Έπειτα θάθελα να κυλιστώ στην αμμουδιά μαζί σου.»»….

ΕΛΕΝΑ ΚΟΒΑΝΙΔΟΥ - ΝΑΥΑΓΙΟ.

– Οδυσσέας Ελύτης

«Το ελληνικό καλοκαίρι κατά τον Ε. Teriade»

Ποίηση

Ο Αύγουστος ελούζονταν μες στην αστροφεγγιά
κι από τα γένια του έσταζαν άστρα και γιασεμιά
Αύγουστε μήνα και Θεέ σε σένανε ορκιζόμαστε
πάλι του χρόνου να μας βρεις στο βράχο να φιλιόμαστε
απ' την Παρθένο στον Σκορπιό χρυσή κλωστή να ράψουμε
κι έναν θαλασσινό σταυρό στη χάρη σου ν' ανάψουμε
Ο Αύγουστος ελούζονταν μες στην αστροφεγγιά
κι από τα γένια του έσταζαν άστρα και γιασεμιά.
ΤΑ ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ, ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Ποίηση

Φοβάμαι

τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου 'κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα 'σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και «απόψεις».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή