Ιανουαρίου 20, 2022

Ποίηση

Ερωτικό γράμμα του Νίκου Καββαδία προς την Θεανώ Σουνά

Προς τα τέλη της ζωής του, ο ποιητής ερωτεύτηκε την Θεανώ Σουνά, μια νεαρή φιλόλογο. Αυτή 25 ετών και αυτός 63.

Αυτό βέβαια δεν τον εμπόδισε καθόλου να της στέλνει ερωτικά γράμματα αλλά και να της αφιερώσει το ποίημα Fata Morgana.

Κοριτσάκι μου, Θαλασσωμένο ἀπόψε τὸ Αἰγαῖο.

Τὸ ἴδιο κι ἐγώ.

Χθὲς δὲν πρόλαβα νὰ καθίσω στὸ τραπέζι κι ἕνα τηλέφωνο

μὲ κατέβασε στὸ λιμάνι. Στὶς ἑφτὰ ποὺ σαλπάραμε, δὲν

μποροῦσα νὰ περπατήσω ἀπὸ τὴν κούραση. Ἡ παρηγοριά μου

ἦταν ἡ «ὥρα» σου. Ἡ λύπη μου ὅτι δὲν κυβέρνησα οὔτε στιγμὴ

τὸ καταπληκτικὸ Θαλασσινὸ σκαρί, τὸ κορμί σου.

Ἀπὸ δείλια καὶ ἀτζαμοσύνη σήκωσα τὸ κόκκινο σινιάλο τῆς Ἀκυβερνησίας.

Εἶδα χθές, πολλὲς φορὲς τὴν κοπέλα τῆς πλώρης:

Τὴ λυσίκομη φιγούρα νὰ σκοτεινιάζει, νὰ θέλει νὰ κλάψει.

Σὰ νά ῾χε πιστέψει γιὰ πρώτη φορὰ ὅτι πέθανε, ὁ Μεγαλέξανδρος,

ὅμως τὸ καρχηδόνιο ἐπίχρισμά του ἔμενε τὸ ἴδιο λαμπρό.

Μὲ τὸ αὐτοκρατορικὸ κάλυμμά του. Κόκκινο της Πομπηίας

Rosso romano, πορφυρὸ τῆς Δαμασκός.

Βελοῦδο ποὺ σκεπάζει ἱερὸ δισκοπότηρο.

Ὄστρακο ὠκεάνιο ἁλμυρό. Κρασὶ βαθυκόκκινο ποὺ δίνει

δόξα στὸ κρύσταλλο. Πληγὴ ἀπὸ κοπίδι κινέζικο.

Ἀστραπή. Βυσσινὶ ἡλιοβασίλεμα.

Λαμπάδα τῆς πίστης μου.

Ἀνοιχτὸ σημάδι τοῦ ἔρωτά μου

Ὄνειρο καὶ τροφὴ τῆς παραφροσύνης μου

Σὲ ἀγκαλιάζω.

ΚΟΛΙΑΣ

Fata Morgana

Στὴ Θεανὼ Σουνᾶ

Θὰ μεταλάβω μὲ νερὸ θαλασσινὸ
στάλα τὴ στάλα συναγμένο ἀπ᾿ τὸ κορμί σου
σὲ τάσι ἀρχαῖο, μπακιρένιο ἀλγερινό,
ποὺ κοινωνοῦσαν πειρατὲς πρὶν πολεμήσουν.

Στρείδι ὠκεάνιο ἀρραβωνίζεται τὸ φῶς.
Γεύση ἀπὸ φλούδι τοῦ ροδιοῦ, στυφὸ κυδώνι
κι ὁ ἄρρητος τόνος, πιὸ πικρὸς καὶ πιὸ στυφός,
ποὺ ἐναποθέτανε στὰ βάζα οἱ Καρχηδόνιοι.

Πανὶ δερμάτινο ἀλειμμένο μὲ κερί,
ὀσμὴ ἀπὸ κέδρο, ἀπὸ λιβάνι, ἀπὸ βερνίκι,
ὅπως μυρίζει ἀμπάρι σὲ παλιὸ σκαρὶ
χτισμένο τότε στὸν Εὐφράτη στὴ Φοινίκη.

Χόρτο ξανθὸ τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ἕνα ποτάμι μὲ ζεστή, λιωμένη πίσσα,
ἄγριο, ἀκαταμάχητο, ἀπειλητικό,
ποτίζει τοὺς ἁμαρτωλοὺς ποὺ σ᾿ ἀγαπῆσαν.

Rosso romano, πορφυρὸ τῆς Δαμασκός,
δόξα τοῦ κρύσταλλου, κρασὶ ἀπ᾿ τὴ Σαντορίνη.
Ὁ ἀσκὸς νὰ ρέει, κι ὁ Ἀπόλλωνας βοσκὸς
νὰ κολυμπάει τὰ βέλη του μὲ διοσκορίνη.

Σκουριὰ πυροχρωμη στὶς μνῆμες τοῦ Σινᾶ.
Οἱ κάβες τῆς Γερακινῆς καὶ τὸ Στρατόνι.
Τὸ ἐπίχρισμά του ἅγια σκουριὰ ποὺ μᾶς γερνᾶ,
μᾶς τρέφει, τρέφεται ἀπὸ μᾶς, καὶ μᾶς σκοτώνει.

Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, ἀρτοφόρι.
Ἅγια λαβίδα καὶ ἱερὴ ἀπὸ λαμινάρια.
Μπροστὰ στὴν Πύλη δύο δαιμόνοι σπαθοφόροι
καὶ τρεῖς Ἀγγέλοι μὲ σπασμένα τὰ κοντάρια.

*

Ποῦθ᾿ ἔρχεσαι; Ἀπ᾿ τὴ Βαβυλώνα.
Ποῦ πᾶς; Στὸ μάτι τοῦ κυκλῶνα.
Ποιὰν ἀγαπᾶς; Κάποια τσιγγάνα.
Πῶς τὴ λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Πάντα οἱ κυκλῶνες ἔχουν γυναικεῖο
ὄνομα. Εὔα ἀπὸ τὴν Κίο.
Ἡ μάγισσα ἔχει τρεῖς κόρες στὸ Ἀμανάτι
καὶ ἡ τέταρτη εἶν᾿ ἕν᾿ ἀγόρι μ᾿ ἕνα μάτι.

Ψάρια ποὺ πετᾶν μέσα στὴν ἄπνοια,
ὄστρακα, λυσίκομες κοπέλες,
φίδια τῆς στεριᾶς καὶ δέντρα σάπια,
ἄρμπουρα, τιμόνια καὶ προπέλες.

Νά ῾χαμε τὸ λύχνο τοῦ Ἀλαδίνου
ἢ τὸ γέρο νάνο ἀπ᾿ τὴν Καντόνα.
Στείλαμε τὸ σῆμα τοῦ κινδύνου
πάνω σὲ ἄσπρη πέτρα μὲ σφεντόνα.

Δαίμονας γεννᾶ τὴ νηνεμία.
Ξόρκισε, Allodetta, τ᾿ ὄνομά του.
Λούφαξεν ὁ δέκτης τοῦ ἀσυρμάτου,
καὶ φυλλομετρᾶ τὸν καζαμία.

Ὁ ἄνεμος κλαίει. Σκυλὶ στὰ λυσσιακά του.
Γειὰ χαρά, στεριά, κι ἀντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε ἡ ψυχή μας ἀπὸ κάτου,
ἔχει καὶ στὴν κόλαση μπορντέλο.

https://perithorio.com/

 

Ποίηση

Δεν είχα κλείσει τα δεκαπέντε

όταν τη δοκίμασα για πρώτη φορά.

Ένα φιλαράκι απ’ τη γειτονιά

λίγο μεγαλύτερο από μένα

μου την προσέφερε στο πάρκο

που συναντιόμασταν

τ’ απογεύματα.

Δοκίμασε αυτό, μου ‘πε,

είναι σαν να χαϊδεύεις τον ουρανό

με τις άκρες των δαχτύλων σου.

Στην αρχή ήταν κτηνώδης.

Μαζευόμασταν σπίτι του

Μακριά από αδιάκριτα βλέμματα

μετά το σχολείο

και περνούσαμε εκεί

τις νεκρές ώρες

καταναλώνοντάς την

δοκιμάζοντάς την

γευόμενοί την

ενώ ακούγαμε δίσκους

του Λου Ριντ,

του Ντέιβιντ Μπόουι

του Τζίμι Χέντριξ.

Οι πρώτες δόσεις

με μετέφεραν

σε κόσμους μακρινούς

σε λέξεις περίεργες

κι ασαφή νοήματα

σύμπαντα που οριακά μάντευα

μερικούς μήνες πριν

που ποτέ δεν σκέφτηκα πως θα υπήρχαν.

Σύντομα αντιλήφθηκα

ότι κάθε φορά χρειαζόμουν περισσότερη

με καλύτερης ποιότητας, με περισσότερη καθαρότητα.

Δεν μ’ ενδιέφερε η χώρα προέλευσής της:

ισπανική, γαλλική, αγγλική,

απ’ οποιαδήποτε ζώνη της Αμερικής

μου έκανε.

Κι έτσι περνούσαν τα χρόνια

Κι έτσι συνεχίζω

καβάλα στον εθισμό μου

απορροφημένος ως το κόκκαλο

ανίκανος ν’ απομακρυνθώ απ’ αυτή

απ’ τη γλυκιά

αινιγματική

υπνωτική

δυναμική

εξαίσια

μαχητική

Ποίηση

Εθισμός, του Ραφαέλ Καλέρο Πάλμα
(μετάφραση: nathalie)

https://universo2666.blogspot.com/

Ποίηση

Και ξαφνικά, όλα άλλαξαν....Έγινε χαρά...
Αλλάζει  ο χρόνος....
Ανέβηκα στη κορφή για ευχές...Νέα εποχή, νέα μυαλά, φιλιά να σκοτώνουν, αληθινά και στολισμένα!
Ήλιε φώτισέ μας, αγάπα μας.
Λαμπερές μέρες, τώρα και πάντα, φωτεινές ιδέες, χρωματιστά χαμόγελα, αφίσσες όλο παιχνίδι!
Φιλιά να σε κάνουν να χάνεσαι στο παράδεισο ξελογιασμένα μέσα στο άπειρο, με μουσική κιθάρα και αγάπη!!
Αρώματα που αλλάζουν χρώμα στη θάλασσα, άναψε το κερί, κάνε μια ευχή να σωθείς, να αρχίσεις ξανά!
Άλλες σελίδες....
Άλλες ιδέες, ανθρώπινες, επιθυμίες καρδιάς, βελούδινες...και στο βάθος να απολαμβάνεις τη ΖΩΗ σαν σημαντικό σκοπό, σαν γιορτινό και  φωτισμένο καράβι που σε αφυπνίζει! Ευχές αγάπης παντού!

Καλή  νέα χρονιά!

Γράφει Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr/

Ποίηση

[Εφτά Τάνκα] του Αργύρη Χιόνη
α
Ψυχή δεν έχεις
Άλλο καταφύγιο
Στον κόσμο τούτο

Μονάχ’ αυτούς τους τοίχους
Αυτούς τους πέντε στίχους
β
Πέφτει το βράδι
Λουφάζουν στη μονιά τους
Όλα τ’ αγρίμια

Πάψε κι εσύ ψυχή μου
Τη σελήνη ν’ αλυχτάς
γ
Όσο κι αν τρέχει
Ο λαγός το βόλι τρέχει
Γρηγορότερα

Κανείς λαγός ωστόσο
Δεν το πίστεψε ακόμα
δ
Βόλι που φεύγει
Απ’ το όπλο δίχως στόχο
Τη βολή του χάνει

Αστόχαστα τελειώνει
Στην καρδιά του μηδενός
ε
Ίσια στα μάτια
Το θάνατο κοιτώντας
Τον ημέρεψα

Άτρομα το κεφάλι
Χώνω στα σαγόνια του
στ
Βολίδα ρίχνει
Ο βουτηχτής μετρώντας
Το κουράγιο του

Μαργαριτάρι λάμπει
Στον πυθμένα ο θάνατος
ζ
Θαμπέ καθρέφτη
Στο γυαλί σου φυλακίζεις
Τα είδωλά μας

Μες στα θολά νερά σου
Αμέτρητοι πνιγμένοι

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Τάνκα (短歌, «σύντομο ποίημα»), ονομάζεται μια πολύ παλιά μορφή ιαπωνικής ποίησης. Κάθε τάνκα ολοκληρώνεται σε μόλις 31 συλλαβές. Στην επίσημη μορφή τους, τα τάνκα απαρτίζονται από πέντε στίχους των 5, 7, 5, 7 και 7 συλλαβών. Είναι μεταγενέστερα των αρχαίων γουάκα και προγενέστερα των χαϊκού.

Κατά την Χεϊανή Ιαπωνική Περίοδο (平安時代) 794-1185 μ.Χ., τα τάνκα υπήρξαν ιδιαίτερα δημοφιλή στους ανθρώπους του πνεύματος, άντρες και γυναίκες, και δήλωναν την πνευματική ανωτερότητα εκείνου που τα συνθέτει. Συνδυάζονταν με τη σχολαστική επιλογή χαρτιού και μελανιού, καθώς και μ’ ένα λουλούδι καρφιτσωμένο στο καλαίσθητο μπιλιέτο.

Σχετικά με το περιεχόμενό τους, τα τάνκα, αποτύπωναν, σχεδόν επιγραμματικά, το τέλος, την ολοκλήρωση δηλαδή ενός πράγματος, γεγονότος ή συναισθήματος. Άλλοτε μπορούσε να μιλούν για τον έρωτα ο οποίος παρήλθε οριστικά κι άλλοτε για τον έρωτα ο οποίος σφραγίστηκε με τα δεσμά του γάμου. Κάθε τι περατωμένο, ευχάριστα ή μη, βρίσκει τη θέση του μέσα σ’ ένα τάνκα.

Οι τρεις πρώτοι στίχοι (σε μετρική χαϊκού, 5-7-5), ονομάζονται στα ιαπωνικά, «καμί νο κου», «άνω ποίημα», ενώ οι επόμενοι δύο (7 και 7 συλλαβές), «σιμό νο κου», «κάτω ποίημα». Βασικό στοιχείο όλων των ιαπωνικών τάνκα είναι η ομορφιά της φύσης, όχι όμως αυτή καθαυτή, μα άρρηκτα συνδεδεμένη με την εσωτερική ψυχική κατάσταση του ποιητή τους.

Σήμερα, τα πιο παλιά και φημισμένα ιαπωνικά τάνκα, συγκεντρώθηκαν στην ολότητά τους από τους λαογράφους και μελετητές, κωδικοποιήθηκαν και βρίσκονται σε μια μεγάλη ανθολογία με τον τίτλο: «Μαν-γου-σου». («Δέκα-χιλιάδες-φύλλα»).

https://pyroessa-artemusica.blogspot.com/

Ποίηση


• Όλοι οι σκεπτόμενοι άνθρωποι είναι άθεοι.

• Σε ότι αφορά την ηθική, γνωρίζω μόνο ένα πράμα: είναι ηθικό εκείνο ύστερα από το οποίο νοιώθεις τον εαυτό σου καλύτερα και είναι ανήθικο, αν νοιώθεις χειρότερα.

• Η ευτυχία σε έξυπνους ανθρώπους είναι το πιο σπάνιο πράγμα που ξέρω.

• Μερικές φορές, ένας έξυπνος άνθρωπος αναγκάζεται να μεθύσει, για να περάσει την ώρα του με ηλίθιους.

• Ο καλύτερος τρόπος για να μάθεις αν μπορείς να εμπιστευτείς κάποιον είναι να τον εμπιστευτείς.

• Να γράφεις μεθυσμένος. Να διορθώνεις ξεμέθυστος.

• Ποτέ μην κάθεσαι σε τραπέζι όταν μπορείς να σταθείς στο μπαρ.

• Δεν μπορείς να ξεφύγεις από τον εαυτό σου μετακινούμενος από το ένα μέρος στο άλλο.

• Πίνω για να κάνω τους άλλους ανθρώπους πιο ενδιαφέροντες.

• Η ζωή κάθε ανθρώπου, ειπωμένη αληθινά, είναι ένα μυθιστόρημα.

• Το πιο δύσκολο κομμάτι στη συγγραφή ενός μυθιστορήματος είναι να το τελειώσεις.

• Η δειλία είναι απλώς η έλλειψη της ικανότητας να αναστείλεις τη λειτουργία της φαντασίας.

• Ένας άντρας μπορεί να καταστραφεί αλλά όχι να ηττηθεί.

• Αλλά η ζωή δεν είναι δύσκολο να την κουμαντάρεις, όταν δεν έχεις τίποτα να χάσεις.

• Όλα τα καλά βιβλία έχουν κάτι κοινό: είναι πιο αληθινά απ’ ό,τι αν είχαν συμβεί πραγματικά.

• Μετά το γράψιμο μιας ιστορίας ήμουν πάντα άδειος και ταυτόχρονα λυπημένος και χαρούμενος, σαν να είχα κάνει έρωτα.

• Ο πατέρας μου ήταν ένας βαθιά ευαίσθητος άνθρωπος. Και όπως όλοι οι ευαίσθητοι άνθρωποι, ήταν επίσης πολύ σκληρός.

• Ποτέ μη μπερδεύεις την κίνηση με τη δράση.

• Αν είσαι αρκετά τυχερός για να έχεις ζήσει στο Παρίσι όταν ήσουν νέος, τότε όπου και να πάς την υπόλοιπη ζωή σου, μένει πάντα μαζί σου, γιατί το Παρίσι είναι μια κινητή γιορτή.

• Θυμήσου να βάλεις τον καιρό στα αναθεματισμένο το βιβλίο σου -ο καιρός είναι πολύ σημαντικός.

• Σε όλη μου τη ζωή κοίταζα τις λέξεις σαν να τις έβλεπα για πρώτη φορά.

• Ο πεζός λόγος είναι αρχιτεκτονική, δεν είναι εσωτερική διακόσμηση.

• Όλη η σύγχρονη αμερικανική λογοτεχνία προέρχεται από ένα βιβλίο του Μαρκ Τουαίν, το «Χώλκμπερυ Φιν».

• Σαν συγγραφέας, δεν πρέπει να επικρίνεις, πρέπει να κατανοείς.

• Ποτέ δε χρειάστηκε να διαλέξω ένα θέμα. Μάλλον τα θέματα διάλεγαν εμένα.

• Είμαστε όλοι μαθητευόμενοι σε μια τέχνη που κανένας ποτέ δεν γίνεται μάστορας.

• Μερικές φορές, το να ακολουθείς την καρδιά σου σημαίνει να χάνεις το μυαλό σου.

• Οι αγώνες αυτοκινήτων οι ταυρομαχίες και η ορειβασία είναι τα μόνα πραγματικά αθλήματα. Όλα τα άλλα είναι απλώς παιχνίδια.

• Οι κριτικοί είναι κάποιοι που παρακολουθούν μια μάχη από ένα απρόσιτο σημείο και μετά κατεβαίνουν κάτω και πυροβολούν τους επιζήσαντες.

• Πώς χρεοκόπησα; Με δύο τρόπους: Σταδιακά, και μετά απότομα.

Έρνεστ Χέμινγουεη, 1899-1961, Αμερικανός συγγραφέας, Νόμπελ 1954

O Χέμινγουεϊ ήταν από τους πιο σημαντικούς και τους πιο γνωστούς Αμερικανούς συγγραφείς του περασμένου αιώνα. Έργα του "Για ποιον χτυπά η καμπάνα", "Αποχαιρετισμός στα όπλα", "Ο Γέρος και η θάλασσα".

Πηγή: gnomikologikon.gr

https://www.o-klooun.com/

Ποίηση

Ελπίζω μόνο να μη σ' ερωτευτώ
Γιατί όποτε ερωτεύομαι με πνίγει ο μαύρος πόνος
Ξεχύνεται η μουσική κι εσύ μπροστά στα μάτια μου

Γυμνώνεις την καρδιά σου
Τελείωσα την μπύρα μου κι ακούω
να φωνάζεις τ' όνομά μου
Κι ελπίζω μόνο να μη σ' ερωτευτώ.

Κόσμος παντού, το μαγαζί γεμάτο
Να σου προσφέρω άραγε τη διπλανή μου θέση;
Μα αν κάτσεις με τούτο τον γέρο παλιάτσο
σβησ' του απ' το πρόσωπο τη μάσκα αυτή της θλίψης,
Πριν φύγει η νύχτα και περάσει
νομίζω οι δυο μας θα τα έχουμε ταιριάξει
Κι ελπίζω μόνο να μη σ' ερωτευτώ.

Η νύχτα παίζει τα παιχνίδια της μες στο μυαλό ενός άντρα
Κείνα τα δονζουανικά αισθήματα που δεν καταλαβαίνεις
Γυρίζω πάλι να σε δω
που ανάβεις το τσιγάρο σου,
Να 'χα το θάρρος να σου έκανα τράκα ένα για μένα,
μα δεν σε έχω ξαναδεί
Κι ελπίζω μόνο να μη σ' ερωτευτώ.

Είσαι μόνη σου όπως είμαι κι εγώ
κι η ώρα είναι περασμένη, θα 'θελες κι εσύ λίγη παρέα,
Γυρίζω πάλι να σε δω
και συναντώ το βλέμμα σου που με κοιτάζει,
Ο τύπος που ήταν δίπλα σου σηκώθηκε και έφυγε,
η θέση του είναι κενή
Κι ελπίζω μόνο να μη μ’ ερωτευτείς.

Είν’ ώρα πια το μπαρ να κλείσει, η μουσική χαμήλωσε,
Τα τελευταία ποτά σερβίρονται, θα πιω μια μπύρα ακόμα.
Γυρίζω πάλι να σε δω,
μα δεν σε βλέπω πουθενά,
Και ψάχνω γύρω μου για τη χαμένη σου μορφή,
θα πιω λιγάκι ακόμα απ’ ό,τι φαίνεται
Και νομίζω πως μόλις σ’ ερωτεύτηκα.

Tom Waits | 7 Δεκεμβρίου 1949 | Ελπίζω Μόνο Να Μη Σ' Ερωτευτώ | μτφρ.: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Πηγή: MikroKaravi

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Τραγουδιστής, μουσικός, τραγουδοποιός, ηθοποιός, με τη χαρακτηριστική βραχνή φωνή και το παρουσιαστικό αιώνιου έφηβου ή καταραμένου ποιητή των Μπίτνικς, αν τον ακούσεις να ερμηνεύει αποκλείεται να σου περάσει απαρατήρητος.

Ο Τόμας Άλαν Γουέιτς (Thomas Alan Waits) γεννήθηκε στις 7 Δεκεμβρίου 1949 και είναι Αμερικανός μουσικός, τραγουδοποιός, συνθέτης και ηθοποιός.
Έχοντας διαμορφώσει ένα αμιγώς προσωπικό ιδίωμα, αντλεί υλικό από ένα ευρύ φάσμα μουσικών ειδών, από τα μπλουζ, την γκόσπελ και την τζαζ μέχρι το μουσικό θέατρο και την οπερέτα, χωρίς να είναι δυνατό να καταταχθεί σαφώς σε μια συγκεκριμένη μουσική σκηνή. Το πολύπλευρο και αντικονφορμιστικό έργο του περιλαμβάνει επίσης συνθέσεις για το μουσικό θέατρο και τον κινηματογράφο, ενώ έχει ασχοληθεί με την ηθοποιία αναλαμβάνοντας κυρίως μικρούς ρόλους.
Η θεματολογία των τραγουδιών του κυριαρχείται από ατμοσφαιρικές περιγραφές περιθωριακών και γκροτέσκ χαρακτήρων, αλλόκοτες ιστορίες, αλλά και ρομαντικές αφηγήσεις δοσμένες συνήθως στη μορφή μιας συμβατικής μπαλάντας. Διακρίνεται για την ιδιόρρυθμη και ευέλικτη φωνή του. Έχει τιμηθεί με δύο βραβεία Γκράμι για τους δίσκους Bone Machine και Mule Variations. -Πληροφορίες από https://www.allyou.gr/.

Ποίηση

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές της σύγχρονης εποχής που γεννήθηκε και έζησε στην Αλεξάνδρεια, είναι γνωστό ότι έχει ξεπεράσει τα σύνορα της χώρας μας και αποτελεί έναν από τους πιο γνωστούς ποιητές παγκοσμίως!

Μάλιστα, όπως ανακάλυψε χρήστης του Twitter, στην πόλη Λάιντεν της Νότιας Ολλανδίας, ένα ποίημα του μεγάλου Κωνσταντίνου Καβάφη από την συλλογή «Κρυμμένα», είναι αναρτημένο σε τοίχο και μάλιστα στα ελληνικά.

Και φυσικά, δεν είναι η πρώτη φορά που έργο Έλληνα ποιητή κοσμεί κτίριο εκτός Ελλάδας. Αυτό αποδεικνύει ότι πολλοί σημαντικοί Έλληνες της σύγχρονης εποχής έχουν ξεπεράσει τα σύνορα της χώρας μας και μας κάνει υπερήφανους!

Aπ’ όσα έκαμα κι απ’ όσα είπα
να μη ζητήσουνε να βρουν ποιος ήμουν.

Εμπόδιο στέκονταν και μεταμόρφωνε
τες πράξεις και τον τρόπο της ζωής μου.
Εμπόδιο στέκονταν και σταματούσε με
πολλές φορές που πήγαινα να πω.

Οι πιο απαρατήρητές μου πράξεις
και τα γραψίματά μου τα πιο σκεπασμένα —
από εκεί μονάχα θα με νιώσουν.

Aλλά ίσως δεν αξίζει να καταβληθεί
τόση φροντίς και τόσος κόπος να με μάθουν.
Κατόπι — στην τελειοτέρα κοινωνία —
κανένας άλλος καμωμένος σαν εμένα
βέβαια θα φανεί κ’ ελεύθερα θα κάμει.

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

_______________________

Πηγή: tilestwra.com

https://antikleidi.com/

Ποίηση

Σε φωνάζουν Ανθρωπάκο, Κοινό Άνθρωπο. Λένε πως χάραξε η εποχή σου, η «Εποχή του Κοινού Ανθρώπου».

Μα δεν είσαι συ που το λες, ανθρωπάκο. Το λένε εκείνοι, οι αντιπρόεδροι των μεγάλων εθνών, οι εργατοπατέρες, οι μετανιωμένοι γιοι των αστών, οι πολιτικοί και οι φιλόσοφοι. Σου προσφέρουν το μέλλον, μα δε ρωτούν για το παρελθόν σου.

Κι όμως, είσαι κληρονόμος ενός τρομερού παρελθόντος. Τούτη η κληρονομιά καίει στη χούφτα σου σα διαμάντι φλεγόμενο. Εγώ αυτό έχω να σου πω.

Ο γιατρός, ο τσαγκάρης, ο μηχανικός ή ο εκπαιδευτικός, για να προκόψουν στη δουλειά τους και να κερδίσουν το ψωμί τους, πρέπει να γνωρίζουν τις ελλείψεις τους. Εδώ και κάμποσες δεκαετίες παίρνεις παγκοσμίως τα ηνία στα χέρια σου. Το μέλλον της ανθρωπότητας θα εξαρτηθεί από τις σκέψεις και τις πράξεις σου. Όμως, οι δάσκαλοι κι οι αφέντες σου δε σου μιλάνε για τον τρόπο που σκέφτεσαι πραγματικά. Δε σου λένε ποιος είσαι στα αλήθεια. Κανένας δεν τολμά να σε φέρει αντιμέτωπο με τη μοναδική πραγματικότητα που έχει τη δύναμη να σε καταστήσει κύριο του πεπρωμένου σου. Είσαι «ελεύθερος» από μια άποψη μονάχα: ελεύθερος από την αυτοκριτική, που μπορεί να σε Βοηθήσει να κουμαντάρεις τη ζωή σου.

Δε σ’ άκουσα να παραπονιέσαι ποτέ: «Με εκθειάζετε σαν το μελλοντικό αφέντη του εαυτού μου και του κόσμου μου. Αλλά δε μου λέτε πώς γίνεται κανείς αφέντης του εαυτού του. Δε μου λέτε ποια είναι τα λάθη και τα ελαττώματά μου, πού σφάλλω στον τρόπο που σκέφτομαι και πράττω».

Επιτρέπεις στους ισχυρούς να απαιτούν τη δύναμη εν ονόματι «του ανθρωπάκου». Όμως, εσύ ο ίδιος παραμένεις βουβός. Ενισχύεις τους ισχυρούς με περισσότερη δύναμη. Επιλέγεις για εκπροσώπους ανθρώπους αδύναμους και κακοήθεις. Τελικά διαπιστώνεις πάντα, πολύ αργά, πως σ’ έπιασαν κορόιδο.

Σε καταλαβαίνω! Κι ετούτο επειδή αντίκρισα αμέτρητες φορές γυμνό το κορμί και την ψυχή σου. Σε είδα δίχως τη μάσκα σου, την κομματική σου ταυτότητα ή την εθνική σου υπερηφάνεια. Γυμνό σα νεογέννητο, γυμνό σα στρατάρχη ξεβράκωτο. Σ’ άκουσα να κλαις και να οδύρεσαι. Μου μίλησες για τα προβλήματά σου, τις αγάπες και τους πόθους σου. Σε ξέρω και σε καταλαβαίνω. Και θα σου πω τι είσαι, ανθρωπάκο, επειδή πιστεύω πραγματικά στο τρανό σου μέλλον. Μα επειδή το μέλλον σού ανήκει, αναμφίβολα σου ανήκει, ρίξε μια ματιά στον εαυτό σου. Κοίτα τον όπως είναι πραγματικά. Άκου αυτό που κανένας από τους ηγέτες και τους αντιπροσώπους σου δεν τολμά να σου πει:

Είσαι «άνθρωπος μικρός, κοινός». Συλλογίσου τη διπλή έννοια που έχουν τούτες οι λέξεις, «μικρός» και «κοινός»…

Μην το βάζεις στα πόδια! Βρες το κουράγιο να αντικρίσεις τον εαυτό σου!

«Με ποιο δικαίωμα μου κάνεις κήρυγμα;» Βλέπω την ερώτηση στο τρομαγμένο βλέμμα σου. Σ’ ακούω να την ξεστομίζεις όλο αυθάδεια. Φοβάσαι να αντικρίσεις τον εαυτό σου, ανθρωπάκο. Φοβάσαι την κριτική, όσο και τη δύναμη που σου υποσχέθηκαν. Αλήθεια, πώς σκέφτεσαι να χρησιμοποιήσεις τη δύναμή σου; Δεν ξέρεις. Φοβάσαι και να σκεφτείς ακόμη πως μπορεί κάποια μέρα να ’σαι διαφορετικός: ελεύθερος αντί φοβισμένος, ειλικρινής αντί ραδιούργος, να χαίρεσαι τον έρωτα, όχι σαν τον κλέφτη μες στη νύκτα, αλλά ανοικτά, στο φως του ήλιου. Απεχθάνεσαι τον εαυτό σου, ανθρωπάκο. Αναρωτιέσαι, «Ποιος είμαι εγώ που θα ’χω άποψη, θα κουμαντάρω τη ζωή μου και θα αποκαλώ ολάκερη την οικουμένη δική μου;» Δίκιο έχεις. Ποιος είσαι εσύ που θα διεκδικήσεις τη ζωή σου; Ε, λοιπόν, θα σου πω ποιος είσαι.

Διαφέρεις από τον ισχυρό σε τούτο μόνο, ο ισχυρός υπήρξε κάποτε ένας πολύ μικρός ανθρωπάκος, αλλά ανέπτυξε μια σημαντική ικανότητα. Αναγνώρισε την ποταπότητα και την ανεπάρκεια των σκέψεων και των πράξεών του. Κάτω από την πίεση κάποιου έργου που θεώρησε σημαντικό, έμαθε να διακρίνει ότι η μικρότητα κι η ευτέλειά του απειλούσαν την ευτυχία του. Με άλλα λόγια ο ισχυρός γνωρίζει πότε και σε τι είναι ανθρωπάκος. Ο ανθρωπάκος, όμως, δε γνωρίζει ότι είναι ποταπός και φοβάται να το μάθει. Κρύβει την ποταπότητα και την ανεπάρκειά του πίσω από αυταπάτες δύναμης και μεγαλείου, τη δύναμη και του μεγαλείου κάποιου άλλου. Είναι περήφανος για τους μεγάλους στρατηγούς του, αλλά όχι για τον εαυτό του. Θαυμάζει την ιδέα που δεν είχε κι όχι εκείνη που είχε. Όσο λιγότερο καταλαβαίνει κάτι, τόσο περισσότερο πιστεύει σ’ αυτό. Κι όσο καλύτερα αντιλαμβάνεται μια ιδέα, τόσο η πίστη του σ’ αυτήν κλονίζεται.

Ποίηση

«Κι εγώ τώρα κάθουμαι σε πολυκατοικία. Έχω ένα εσωτερικό δυάρι στον τρίτο όροφο. Εσωτερικά τα λένε τώρα τα διαμερίσματα που δε βλέπουν στο δρόμο αλλά στην αυλή. Μα και η αυλή πια δε λέγεται αυλή αλλά ακάλυπτος χώρος.

Στις περισσότερες απ’ αυτές τις πολυκατοικίες, που χτίζονται η μια ύστερα απ’ την άλλη, σπάνια θα δεις παράθυρο. Είναι όλο μπαλκονόπορτες και βγαίνουν σ’ ένα μπαλκόνι που ζώνει την πολυκατοικία ένα γύρο και θυμίζει κατάστρωμα βαποριού. Έτσι λοιπόν, μπαλκονόπορτα και κάμαρα, και η κάθε κάμαρα μοιάζει διάδρομος. Πώς επιπλώνεται, πώς κατοικείται αυτός ο χώρος, δεν έχεις ανάγκη να το σκεφτείς εσύ. Το αποφάσισε προκαταβολικά ο αρχιτέκτονας. Σου έβαλε την πρίζα για την τηλεόραση εκεί που πρέπει να την τοποθετήσεις, σου έβαλε τις απλίκες εκεί που θα μπει το «καθιστικό», δηλαδή ο καναπές, το χαμηλό τραπέζι και οι δυο τεράστιες πολυθρόνες της μόδας.

Δεν υπάρχει κατάλληλη γωνιά για να εγκαταστήσει η νοικοκυρά την «κόχη» της. Εκεί που θα κουρνιάσει να πιει το καφεδάκι της, να πάρει τη γάτα στην αγκαλιά της, και να αφουγκραστεί την ανάσα του σπιτιού της. Ίσως γι’ αυτό η σημερινή γυναίκα δεν αγαπά το σπίτι της. Ξένο πράμα. Όλα τυποποιημένα, όλα προμελετημένα. Η απόσταση που μπορείς να απλώσεις το πόδι σου και το χέρι σου. Πόσο πρέπει να σκύψεις το κεφάλι σου όταν σηκώνεσαι όρθιος μέσα στην μπανιέρα, έτσι που να μην κουτουλήσεις στο σώμα του καλοριφέρ που κρέμεται στον τοίχο.
Αλλάζουν οι καιροί, αλλάζουν και οι άνθρωποι. Μέσα στις πολυκατοικίες οι άνθρωποι γίνανε αγγλοπρεπείς. Βλέπεις κάποιον στη σκάλα ή στο ασανσέρ και δε σε χαιρετά. Στέκεται μπροστά σου σαν κολόνα πάγου, φοβάσαι να τον χαιρετήσεις κι εσύ. Δεν ξέρεις καλά καλά συγκάτοικος είναι ή ξένος. Έχασαν οι Ρωμιοί τη ρωμιοσύνη τους.
Τα μούτρα των συγκατοίκων μου ας μην τα ξέρω. Ξέρω όμως τη φωνή τους, το βήχα τους. Ξέρω της διπλανής μου τον αναστεναγμό και το βογκητό. Βογκά τα βράδια όταν πέφτει στο κρεβάτι της, βογκά και τη νύχτα. Φαίνεται πως έχει άλατα στις κλειδώσεις της και πονεί. Κάθε πρωί στις έξι ακούω το ξυπνητήρι της. Όλα αυτά ακούονται γιατί το κρεβάτι της είναι δίπλα στο δικό μου και μας χωρίζει ένας τοίχος.
Από το λουτροκαμπινέ συνορεύω με το διαμέρισμα που η πόρτα του είναι απέναντι στην πόρτα του δικού μου διαμερίσματος.
Εκεί πάλι ακούς σπαραχτικές φωνές παιδιού. Κάθε πρωί η μητέρα του προσπαθεί να το ντύσει, εκείνο, αγουροξυπνημένο, αμύνεται, και φαίνεται πως το δέρνει.
– Κυρία μου, φωνάζω εγώ από το παράθυρο του μπάνιου, αφήστε το παιδί να ηρεμήσει. Είναι σε ηλικία που πρέπει να μάθει να ντύνεται μόνο του.
– Τι λες, κυρά μου; φωνάζει έξαλλη από μέσα η μητέρα. Εγώ πρέπει στις οχτώ να είμαι στη δουλειά μου. Ήρθε και το αυτοκίνητο του σχολείου να την πάρει, δεν το ακούτε στο δρόμο που κορνάρει;
Πραγματικά, από το δρόμο ακούγεται το μπικ-μπικ του αυτοκινήτου. Δε μίλησα. Ήξερα από την Παναγιώτα την καθαρίστρια πως η μητέρα και ο πατέρας ήταν τραπεζικοί υπάλληλοι.
Λίγες ώρες ησυχία, και το μεσημέρι πάλι φωνές παιδιού. Το αυτοκίνητο του σχολείου έφτασε, όμως η μητέρα άργησε, και ο σωφέρ δεν μπορεί ν’ αφήσει το παιδί στο πεζοδρόμιο. Το παίρνει μαζί του και ξεκινά. Το παιδί από μέσα ωρύεται.
Για κανένα μήνα ησύχασα όταν το αντρόγυνο πήρε την άδειά του την καλοκαιρινή. Ξεκίνησαν οι δυο με τ’ αυτοκίνητό τους για το εξωτερικό και το κοριτσάκι το άφησαν στη γιαγιά του που έμενε στο Χαϊδάρι. Μια μέρα, από τις φωνές του παιδιού και της μητέρας, κατάλαβα πως η άδεια τελείωσε. Γύρισαν πίσω. Ακούω ένα βράδυ σπαραχτικές φωνές παιδιού, φωνές πόνου.
– Φά’ το! φά’ το είπα! Δεν το τρως;
Σε λίγο η σπαραχτική φωνή πάλι.
– Άνοιξε το στόμα σου! Θα σε μπατσίσω!
Και πάλι η φωνή.
Δε βάσταξα. Πετιέμαι έξω, μ’ αρπάζει η Νέλλη, με τραβοκοπά.
– Πού πας;
– Πάω να πιάσω την πόρτα τους με τις κλοτσιές. Άσε με.
– Τρελάθηκες;
Ναι, πραγματικά τρελάθηκα. Σκέφτομαι σε ποιον ν’ αποταθώ. Στην Αστυνομία; Σε κανένα σύλλογο; Φωνάζω την Παναγιώτα και τη ρωτώ τι συμβαίνει.
– Το παιδάκι από τον καιρό που γύρισαν πίσω δεν τρώει τίποτα. Έγινε πετσί και κόκαλο. Το κακόμαθε η γιαγιά του φαίνεται.
Οι Γάλλοι λένε: Les enfants, quand ils sont petits, ils nous aiment. Quand ils grandissent, ils nous jugent, et parfois ils nous pardonnent. Τα παιδιά, όταν είναι μικρά μας αγαπάνε, όταν μεγαλώνουν μας κρίνουνε, και καμιά φορά μάς συγχωρούνε.

Αυτή η μικρούλα, φαίνεται, μεγάλωσε πριν από την ώρα της, έκρινε τη μητέρα της και δεν τη συγχώρεσε ούτε για το ξύλο ούτε για την εγκατάλειψη. Την εκδικείται, πώς αλλιώς μπορεί να την εκδικηθεί. Έχουν την αξιοπρέπειά τους και τα παιδιά.

Η ζωή μου μέσα σ’ αυτή την πολυκατοικία είχε καταντήσει αφόρητη. Ευτυχώς όμως η οικογένεια αγόρασε δικό της διαμέρισμα και μετακόμισε. Το διαμέρισμα ξανανοικιάστηκε πολύ γρήγορα. Το έπιασε ένας εργένης και ησυχάσαμε.

***

Απόσπασμα από τον πρόλογο του μυθιστορήματος της Μαρίας Ιορδανίδου, «Η αυλή μας», «Βιβλιοπωλείον της Εστίας».

***

Σε ηλικία 65 χρονών έκανε την πρώτη της εμφάνιση στη λογοτεχνία

Η Μαρία Κριεζή – Ιορδανίδου γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1897. Ήταν κόρη του Υδραίου Νικόλα Κριεζή, μηχανικού του εμπορικού ναυτικού και της Πολίτισσας Ευφροσύνης Μάγκου.
Έμεινε για 8 χρόνια στον Πειραιά για να επιστρέψει πάλι στην Κωνσταντινούπολη όπου και φοίτησε στο Αμερικανικό Κολέγιο. Το 1914 βρέθηκε στο Βατούμ της τότε Ρωσικής Αυτοκρατορίας καλεσμένη από ένα θείο της για διακοπές, αλλά αποκλείστηκε εκεί με το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και την Οκτωβριανή Επανάσταση στη συνέχεια. Έμεινε πέντε χρόνια εκεί και σ’ αυτό το διάστημα φοίτησε στο Γυμνάσιο της Σεβαστουπόλεως.
Το 1919 επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και εργάστηκε σε αμερικανική εμπορική εταιρεία. Το 1920 πήρε μετάθεση για την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου ήρθε σε επαφή με τους πνευματικούς κύκλους, έγινε μέλος του κομμουνιστικού κόμματος Αιγύπτου και το 1923 παντρεύτηκε τον εκπαιδευτικό Ιορδάνη Ιορδανίδη, καθηγητή στο «Βικτόρια Κόλετζ».
Μετά το γάμο της εγκαταστάθηκε με το σύζυγο και τη μητέρα της στην Αθήνα, όπου εργάστηκε στην πρεσβεία της Σοβιετικής Ένωσης. Το 1931 χώρισε από τον Ιορδανίδη, με τον οποίο είχε εν τω μεταξύ αποκτήσει δύο παιδιά.
Το 1939 απολύθηκε από την πρεσβεία και ξανάρχισε να ασχολείται με τα μαθήματα ξένων γλωσσών.
Της χρειάστηκαν 10 χρόνια (1928–1938) και πολύς κόπος για να χτίσει στο Ελληνικό το δικό της σπίτι, που τόσο αγάπησε. Αυτό το σπίτι κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής καταστράφηκε ενώ η ίδια διώχτηκε και κλείστηκε σε διάφορα στρατόπεδα.
Εξαιτίας των συνθηκών της ζωής της η Ιορδανίδου απέκτησε μεγάλη γλωσσομάθεια και εργάστηκε ως ιδιωτική υπάλληλος. Έγινε γνωστή στο λογοτεχνικό χώρο με το έργο «Λωξάντρα», που έγραψε σε ηλικία 65 χρονών, το 1962, και γνώρισε πολλές επανεκδόσεις.
Η Λωξάντρα περιγράφει με μεγάλη ζωντάνια και χιούμορ τα έθιμα και τη ζωή των Ελλήνων της Πόλης και βασίζεται στις αναμνήσεις της Ιορδανίδου πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι ουσιαστικά η ιστορία της γιαγιάς της.

Τη ζωή της στη Ρωσία περιγράφει η Ιορδανίδου στο βιβλίο της «Διακοπές στον Καύκασο» (1965), ενώ στο «Σαν τα τρελά πουλιά» (1978) μιλά για τα χρόνια στην Αλεξάνδρεια και την Αθήνα κατά το Μεσοπόλεμο. Τελευταία της έργα είναι: «Στου κύκλου τα γυρίσματα» (1979) και «Η αυλή μας» (1981).

Σε ηλικία 92 ετών «άλλαξε αυλή» τη Δευτέρα 6 Νοεμβρίου του 1989. https://www.catisart.gr/

Ποίηση

O Σουφί μυστικιστής Τζελαλεντίν Ρουμί μας λέει στο ονομαστό ποίημά του, “Ο Ξενώνας”, πως κράτηση στον ξενώνα μας μπορεί να κάνουν απρόσμενοι επισκέπτες, όπως είναι η κατάθλιψη, η θλίψη και η κακία των άλλων, αλλά εμείς πρέπει να τις καλωσορίζουμε, να είμαστε δεκτικοί και να τις φιλοξενούμε ευχάριστα μέσα μας.

Οι Πέρσες μουσουλμάνοι μυστικιστές του 13ου αιώνα που ασχολήθηκαν με την ερωτική ποίηση παρακινούνταν από μια συνειδητή έλξη και από το έντονο πάθος, ίδιο με αυτό που αισθάνεται ένας εραστής, της εκστατικής κατάδυσης στο θείο. Ο Ρουμί ήταν ένας φωτισμένος εραστής, ένας αληθινός άνθρωπος. Η ερωτική του ποίηση έχει ως στόχο να απογυμνώσει τους εραστές από το εγώ τους και να τους κάνει να παραδοθούν ο ένας στον άλλον σαν μια οντότητα.

Η φιλοσοφία του Ρουμί στοχεύει στην τελική συγχώνευση με τη θεία ολότητα του σύμπαντος, μια φιλοσοφία που έχει βρεθεί ξανά στην επικαιρότητα από τους διάφορους πνευματικούς και διασημότητες τις τελευταίες δεκαετίες. Μάλλον ειρωνικά γι’ αυτούς, όμως, η φιλοσοφία του Ρουμί απευθύνεται σε εκείνους που αναζητούν ένα αντίδοτο στο σύγχρονο καταναλωτισμό.

Σε μια κοινωνία που ο καθένας ψάχνει τρόπους αντιμετώπισης της κατάθλιψης που προέρχεται από τις σχέσεις, ο Ρουμί προτείνει μια διαφορετική κατανόηση της αγάπης και το ποίημά του αποτελεί μια σανίδα σωτηρίας για μας περισσότερο από ποτέ. Το έγραψε, μάλλον, με βάση τις εμπειρίες του ως παιδί, όταν ο ποιητής και η οικογένειά του αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους μετά την εισβολή των στρατευμάτων του Τζένγκις Χαν στο σημερινό Αφγανιστάν.

Ο Ξενώνας

Ο άνθρωπος είναι ένας ξενώνας.
Κάθε μέρα ένας καινούργιος ερχομός,
μια χαρά, μια θλίψη, μια κακία,
μια στιγμιαία συνειδητοποίηση φτάνει όπως ένας απρόσμενος επισκέπτης.
Υποδέξου τα όλα!
Ακόμα κι αν πρόκειται για ένα πλήθος καημών,
που βίαια αδειάζουν το σπίτι από τα έπιπλά του,
φέρσου σε κάθε καλεσμένο με αξιοπρέπεια,
θα μπορούσε κάλλιστα να σε ετοιμάζει
για μια χαρά καινούργια.
Τη νηφάλια σκέψη, την ντροπή, τη υστεροβουλία,
υποδέξου τες στην πόρτα χαμογελώντας και κάλεσέ τες μέσα.
Να είσαι ευγνώμων για καθετί που έρχεται,
γιατί έχει σταλεί ως οδηγός απ’ τον επέκεινα κόσμο.

* Ο Τζελαλεντίν Ρουμί (30 Σεπτεμβρίου 1207 – 17 Δεκεμβρίου 1273) ήταν Πέρσης ποιητής και δάσκαλος θεολογίας και δικαίου στο Ικόνιο (Κόνια, Τουρκία) με μεγάλη επιρροή στον ιδεολογικό-θρησκευτικό χώρο του Ισλάμ και ιδιαίτερα στον μουσουλμανικό μυστικισμό. Τα σπουδαιότερα έργα του είναι το “Ντιβάν”, συλλογή λυρικών ποιημάτων και το “Μεσνεβί” (δίστιχα) που περιέχει 40.000 δίστιχα σε ηθικά και ασκητικά θέματα, μέσα από μυστικισμό και αλληγορίες. Ίδρυσε το σουφικό τάγμα των Μεβλεβήδων.

Το όνομά του Jalal-Al-Din Rumi προέρχεται από το πλήρες όνομα Jalal al-Din Mohammad Ibn Mohammad Ibn Mohammad Ibn Husain al-Rumi, (Περσικά: مولانا جلال الدين محمد رومي‎ ​ , τουρκικά: Mevlânâ Celâleddin Mehmed Rumi). Από τους συγχρόνους του, του δόθηκε το όνομα «Μεβλανά» που σημαίνει «ο δάσκαλός μας». Έτσι λοιπόν τον αποκαλούσαν και Μεβλανά Τζελαλεντίν (όπως φαίνεται και στην τουρκική έκδοση του ονόματός του) ή και Muhammad Balkhī (Περσικά: محمد بلخى‎ ​ ) (“ο Μωάμεθ από τη Μπαλχ”), στα περσικά. Αναφέρεται επίσης και απλά ως Ρουμί. Το τελευταίο αυτό κομμάτι του ονόματός του, Ρουμί, σημαίνει Ρωμαίος, Ρωμιός, προερχόμενος από τη χώρα των Ρουμ, όπως ήταν γνωστή στους Σελτζούκους η βυζαντινή Μικρά Ασία (Ανατολία).

Γεννήθηκε το 604 έτος Εγίρας (1207 μ.Χ.) στην πόλη Μπαλχ (τότε μέρος του Μεγάλου Χορασάν, στο σημερινό Αφγανιστάν) και πέθανε στο Ικόνιο (σημερινή Κόνια της Τουρκίας) το 1273. Έγραψε τα ποιήματά του στα περσικά και τα έργα του διαβάζονται στο Ιράν, αλλά και το Αφγανιστάν, όπου μιλιέται η γλώσσα νταρί, διάλεκτος της περσικής γλώσσας. Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αυτοκρατορία των Σελτζούκων και ιδιαίτερα στο Σουλτανάτο του Ρουμ, δηλαδή το Σουλτανάτο των Σελτζούκων του Ικονίου.

Ο πατέρας του, Μπαχά αντ-Ντιν (Baha ad-Din) ήταν φημισμένος λόγιος. Υπό την κηδεμονία του ο Ρουμί έλαβε την πρώτη του μόρφωση από τον Σιεντ Μπουρχάν-αντ-Ντιν (Syed Burhan-ad-Din). Όταν έγινε 18 ετών, η οικογένεια ξεφεύγοντας από τις επιδρομές των Μογγόλων, ύστερα από αλλεπάλληλες μεταναστεύσεις εγκαταστάθηκε στο Ικόνιο, και στην ηλικία των 25 ο Ρουμί πήγε στη Δαμασκό για να συμπληρώσει την εκπαίδευσή του.

Στο μυστικισμό τον εισήγαγε ένας περιπλανώμενος δερβίσης, ο Σαμσουντίν από την Ταυρίδα. Ο Ρουμί είναι ο συγγραφέας ενός εξάτομου διδακτικού έπους, του Μασναβί (Mathnawi) ή “Masnavi-ye Manavi”, που αποκαλείται ενίοτε από ορισμένους λόγιους και “Qur’an-e Farsi”, δηλαδή “Κοράνιο στα περσικά”. Έγραψε επίσης και διαλόγους Φιχί μα Φιχί (Fihi ma Fihi), που γράφτηκαν για να εισάγουν τους μαθητές του στη μεταφυσική. Το συνολικό ποιητικό έργο του άσκησε βαθιά επίδραση σε όλες τις μορφές αισθητικής έκφρασης του ισλαμικού κόσμου και κυριαρχείται από την απόλυτη αγάπη προς τον Θεό.

Η διδασκαλία του καλούσε ανθρώπους από οποιαδήποτε πίστη, θεωρώντας ότι ο Θεός Μουσουλμάνων, Χριστιανών και Εβραίων είναι ένας.

Όταν πέθανε, στις 17 Δεκεμβρίου του 1273, άνθρωποι από πέντε διαφορετικές πίστεις και θρησκείες ακολούθησαν τη νεκρική πομπή του. Η νύχτα της ταφής ονομάστηκε Σεμπούλ Αρούζ (Sebul Arus), δηλαδή Νύχτα της Ένωσης. Από τότε οι Μεβλεβί Ντερβίς κράτησαν αυτή την ημερομηνία ως γιορτή.

Η σημασία του Τζελαλεντίν Ρουμί περνά τα σύνορα των χωρών και των εθνοτήτων και έχει επηρεάσει ιδιαίτερα και την περσική και την τουρκική λογοτεχνία. Τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες του κόσμου. Ήταν ο ιδρυτής του τάγματος των Μεβλεβήδων δερβίσηδων. Ενδεικτικό της επιρροής του Τζελαλεντίν και του σεβασμού που του έτρεφαν και του τρέφουν ακόμη οι χριστιανοί, είναι η επίσκεψη του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου στο Ικόνιο (Δεκέμβριος 2004) για να λάβει μέρος στους εορτασμούς της 731ης επετείου του θανάτου του Μεβλανά.

Στις ελληνικές επιρροές στο έργο του Ρουμί αναφέρεται το άρθρο «Τα ελληνικά ποιήματα του Μαυλανά Ρουμή και του γυιου του Βαλέντ κατά τον 13ο αιώνα». Από εκεί συνάγονται τα εξής:

Στο έργο του Ρουμί υπάρχουν πολλά νεοπλατωνικά και γνωστικά στοιχεία. Αυτό οφείλεται –πέρα από τις ελληνικές επιδράσεις που υπήρχαν ήδη στην ισλαμική φιλοσοφία και θεολογία– στο ότι ο Ρουμί είχε ο ίδιος επαφή με Έλληνες διανοούμενους της περιοχής, κυρίως κληρικούς. Ο Αφλακί, βιογράφος του Ρουμί, περιγράφει τις φιλοσοφικές συζητήσεις του Ρουμί με τον ηγούμενο της Μονής του Αγίου Χαρίτωνος (κατά τους Τούρκους Ακ Μαναστίρ), κοντά στην ελληνική κωμόπολη Σίλλη του Ικονίου, την οποία μάλιστα αναφέρει ως «μονή του Πλάτωνος» (Ντέιρε Αφλατούν).

Από τα λίγα ποιήματα του Ρουμί σε τοπικό ελληνικό ιδίωμα δεν είναι εμφανές σε ποιον βαθμό γνώριζε την ελληνική. Φαίνεται όμως ότι ο γιος του, ο Σουλτάν Βαλέντ, γνώριζε πολύ καλά τα ελληνικά, διότι έγραψε αρκετά ποιήματα σ’ αυτή τη γλώσσα. Οι τελετουργίες που αυτοσχεδίασε ο Ρουμί (μουσική, χορός, απαγγελίες) φαίνεται ότι είχαν ως στόχο περισσότερο να προσελκύσουν στον ισλαμισμό τους Έλληνες της περιοχής παρά απευθύνονταν στους μουσουλμάνους. Κατά τον Αφλακί, ο Ρουμί έλεγε: «Ο Ύψιστος επεφύλαξε μεγάλες χαρές στους κατοίκους της Μικράς Ασίας. …Η περιοχή της έχει το καλύτερο κλίμα, αλλά οι κάτοικοί της αγνοούσαν τον μυστικόν έρωτα προς τον αληθινόν Κύριο των δυνάμεων»… «Με πήρες (ω Θεέ) από το Χορασάν και μ’ έφερες στη χώρα των Ελλήνων για να συναναστραφώ μ’ αυτούς και να τους οδηγήσω στο ορθό δόγμα. Όταν είδαμε ότι δεν στρέφονταν κατά κανένα τρόπο προς τον δρόμο του Θεού, και στερούνταν τα θεία μυστήρια, τους υποβάλαμε τις ιδέες αυτές με τρόπο πιο ευχάριστο, με μουσικές συναυλίες και με τον ρυθμό της ποίησης, πράγματα που ανταποκρίνονται στις ορέξεις των ανθρώπων. Διότι οι κάτοικοι της Μικρασίας είναι χαροκόποι και υπόκεινται στην επιρροή του πλανήτη της Αφροδίτης».

Μερικοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι εκστατικοί χοροί των δερβίσηδων είναι επιβιώσεις αρχαίων διονυσιακών λατρειών που ήταν διαδεδομένες στη Μ. Ασία. Υπάρχουν μαρτυρίες για την επιβίωση διονυσιακών τελετουργιών κατά τους Μέσους Χρόνους, ίσως και μέχρι την εποχή του Ρουμί. Ο ΞΒ’ κανών της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου Κωνσταντινουπόλεως, το 691, ορίζει στους τρυγητές όπως «μη το του βδελυκτού Διονύσου όνομα επιβοάν» και «έτι και τας ονόματι των παρ’ Έλλησι ψευδώς ονομασθέντων θεών ή εξ ανδρών ή γυναικών γινομένας ορχήσεις, και τελετάς … αποπεμπόμεθα». Ένα σχόλιο του Ιωάννου Ζωναρά (12ος αιών) στον ανωτέρω κανόνα επιβεβαιώνει ότι και στην εποχή του (έναν αιώνα πριν τον Ρουμί) επιβίωναν οι ίδιες διονυσιακές τελετές μεταξύ των αγροτών.

Η μελέτη των ελληνικών στίχων του Ρουμί από Δυτικούς ερευνητές είναι αρκετά δύσκολη, διότι είναι γραμμένοι στην αραβική γραφή. Λόγω της άγνοιας της ελληνικής γλώσσας από τους Τούρκους και Πέρσες αντιγραφείς χειρογράφων, αλλά και λόγω της ελλειπτικότητας του αραβικού αλφαβήτου, λείπουν τα πολύ σημαντικά για την ελληνική γλώσσα φωνήεντα, ενώ υπάρχουν και λάθη στον αριθμό των στιγμών που διαφοροποιούν μερικά αραβικά γράμματα μεταξύ τους. Υπάρχουν ελάχιστες μεταγραφές των ελληνικών στίχων του Ρουμί σε ελληνικό αλφάβητο.

Ένα ποίημα του Ρουμί με ελληνικούς και περσικούς στίχους.

Αφέντης μας έν κι αγαπούμεν τον
Κι απ’ εκείνον έν καλή η ζωή μας.
Γιατί γύρισες γιατί βρώμισες;
Πέ με τι έπαθες, πέ με τι έχασες;
Άι καρδιά μου, άι ψυχή μου!
Άι το ετούτο μου, άι το εκείνο μου,
Άχ σπί τμου, άχ στέγη μου!
Άχ θησαυρέ μου, αχ χρυσοπηγή!
Έλα καλέ μου, έλα σάχη μου,
Χαρά δεν δίδεις, δός μας άνεμο!
Πού διψά πίνει, πού πονεί λαλεί,
Μηδέν τσάκωσες,καλέ, το γυαλί;

Υπόμνημα:

έν: είναι, πβ. τον τύπο «ένι» του ιδιώματος της Σίλλης.
Το γυαλί, περσικά «τζαμ» (εδώ σημαίνει «ποτήρι»), είναι ένα αγαπητό σύμβολο στην περσική ποίηση.

Η σημασία του Ρουμί ξεπερνά τα εθνικά και κρατικά σύνορα. Όσοι μιλούν την περσική γλώσσα στο Ιράν, Αφγανιστάν και το Τατζικιστάν, τον θεωρούν σαν ένα από τους πιο σημαντικούς κλασικούς ποιητές, που έχει επηρεάσει πολλούς ποιητές στην ιστορία. Είχε επίσης σημαντικότατη επίδραση στην τουρκική λογοτεχνία. Η ποίησή του είναι η βάση της κλασικής ιρανικής και αφγανικής μουσικής. https://www.catisart.gr/

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.