Φεβρουαρίου 17, 2019

Ποίηση

Νίκος Καββαδίας - Ἀνένταχτα

Ἦρθε μία θύμησι παληὰ πολὺ καὶ χτύπησε
τὴν πόρτα τῆς θλιμμένης τῆς ψυχῆς μου ...
Ἦταν ἕνα θλιμμένο δειλινό.
Ξερὰ τὰ φύλλα χάμω πέφτανε.
Οἱ γερανοὶ στὸ νότο πέταγαν.
Μέσ᾿ στὴ γαλήνη τὰ καράβια ἀρμενίζαν
καὶ σὺ φτωχὴ ψυχὴ κάτι περίμενες ...
Στὸ πέλαγο ἡ γολέτα τῶν ὀνείρων σου ταξίδευε.
Στὸ πέλαγο ἡ γολέτα τῶν ὀνείρων σου βυθίστηκε.
Καὶ κεῖνο ποὺ περίμενες τὸ πήρανε
οἱ γερανοὶ στὸ μακρινὸ ταξίδι τους.
Μὲ τὰ ξερόφυλλα τὸ πῆρε ὁ ἀγέρας τοῦ φθινοπώρου
τὸ κλέψαν τὰ καράβια τὰ λευκόπανα.
Φτωχὴ ψυχὴ ... Προσμένοντας ἀπόμεινες.

ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΛΧΑΛΑΣ

* Δημοσιεύτηκε στὸ Περιοδικὸ τῆς Μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἐγκυκλοπαίδειας
στὶς 20 Μαΐου 1928, ἀρ. φύλλου 131, σελίδα 2.

Ποίηση

49 αύριο.

Ο πρώτος κύκλος ολοκληρώθηκε. Απ' τη σύνδεση με τη γη, στη σύνδεση με το σύμπαν. Από το πρώτο, στο έβδομο. Απ' το σκούρο κόκκινο, στο λευκό...
Από μεθαύριο ξεκινάω απ' την αρχή. Ευγνώμων για το ότι είμαι ζωντανός.

Ευγνώμων για τα μαθήματα.

Ευγνώμων για τα μικρά, για αυτά που πήρα ως δεδομένα αλλά και για τις εκπλήξεις.

Για το φεγγάρι που φώτισε το μονοπάτι που πήρα για το σπίτι στις 3 το πρωί.

Για το μονοπάτι που από πέρυσι δεν άλλαξε.

Για τη θέα της Κέρου.

Ευγνώμων για τα λάθη που με δίδαξαν, για τις μουσικές που με ταξίδεψαν, για τις γυναίκες που με συντρόφεψαν, για τις συντρόφους που απογοήτευσα, για τους φίλους που έχασα αλλά κ για αυτούς που έκανα.
Ευγνώμων για τους ανθρώπους που μου εμπιστεύτηκαν το πρόβλημα τους.

Για τους δασκάλους μου.

Για τον ήλιο που τρέφει την ανεμελιά μου.
Ευγνώμων για αυτούς που με πλήγωσαν, για αυτούς που έφυγαν, για αυτούς που ήλθαν..

Απ' την αρχή ξανά, λοιπόν με ρότα τα πρότερα, τα πρώτα.

Γιατί στον πρώτο κύκλο - όλα καινούργια είναι.

 

Γράφει: Αλέξανδρος Σταυρινός

forwoman.gr 

Ποίηση

Τα σταφύλια της οργής - Τζων Στάινμπεκ (1902-1968)

Πολλά έχουν γραφτεί γι’ αυτό το μυθιστόρημα. Εκείνο που διαπιστώνει κανείς από την αρχή του βιβλίου και ενισχύεται στην πορεία της ανάγνωσης είναι ότι εξακολουθεί να διατηρεί την επικαιρότητά του. Είναι σα να γράφτηκε σήμερα. Διαβάζοντας τις περιπέτειες αυτής της οικογένειας, τις άθλιες συνθήκες που αναγκάστηκε να ζήσει, τη ρατσιστική συμπεριφορά των ντόπιων απέναντί τους, τη φτώχεια και την ανέχεια δεν μπορεί να μην αναλογισθεί κανείς ότι όλα αυτά εξακολουθούν να ισχύουν και σήμερα στο μεγαλύτερο μέρος της γης. Εκεί όπου η μετανάστευση, η προσφυγιά, οι δυσβάσταχτες συνθήκες διαβίωσης, η πείνα και η φτώχεια προκαλούν πόνο, δυστυχία και θάνατο στους ανθρώπους.

Δεν μπορεί να μην πάει ο νους στους άθλιους καταυλισμούς των σύγχρονων προσφύγων και μεταναστών, αλλά και στις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας στα εργοστάσια ή στα χωράφια. Στα σύγχρονα σκλαβοπάζαρα και στους κατασταλτικούς μηχανισμούς που είναι πάντα εκεί για να προστατεύουν τα συμφέροντα της κάθε εργοδοσίας και της κάθε εξουσίας. Το απάνθρωπο πρόσωπο ενός άγριου καπιταλισμού σημαδεύει τις ζωές των ανθρώπων.

Οι ήρωες προσπαθούν να ξεφύγουν, αλλά και να συνειδητοποιήσουν τι είναι αυτό που τους συμβαίνει και γιατί τους συμβαίνει. Σαφώς η προσωπικότητα του Τομ Τζόουτ κυριαρχεί αλλά ακόμα πιο σημαντική αναδεικνύεται η μορφή της μάνας. Η μάνα αυτή σπάει τα δεσμά της πατριαρχικής οικογένειας και παίρνει δυναμικά τον έλεγχο της κατάστασης στα χέρια της.

Τα σταφύλια της οργής μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο το 1940 από τον Τζον Φορντ και βραβεύτηκαν με δύο Όσκαρ, καλύτερης σκηνοθεσίας και Β΄ γυναικείου ρόλου.

…Μα η Καλιφόρνια είναι μεγάλη πολιτεία.

Όχι και τόσο. Ούτε ολάκερες οι Ενωμένες Πολιτείες είναι όσο το φαντάζεσαι μεγάλες. Δεν είναι αρκετά μεγάλες. Δεν έχει αρκετή θέση για σένα και για μένα, για ανθρώπους σαν κι εμένα, για πλούσιους και φτωχούς που να μπορούν να ζήσουνε μαζί μέσα στη χώρα, για κλέφτες και τίμιους. Για πεινασμένους και για κοιλαράδες. Γιατί δε γυρίζεις πίσω από κει που ’ρθες;

Ζω σε μια χώρα λεύτερη. Μπορώ να πάω όπου θέλω.

Εσύ το φαντάζεσαι! Δεν άκουσες για κάποια περίπολο στα σύνορα της Καλιφόρνιας. Αστυνομικοί σταλμένοι απ’ το Λος Άντζελες – σταμάτησαν ένα σωρό μπάσταρδους απ’ τους δικούς σας και τους γυρίσανε τα πίσω – μπρος. Σου λέει, έχεις άδεια να οδηγάς; Για να τη δούμε. Την ξεσκίζει. Σου λέει, δεν μπορείς να μπεις στην πολιτεία δίχως να ’χεις άδεια να οδηγάς.

Είναι μια χώρα λεύτερη.

Ε, για δοκίμασε να κάνεις χρήση της λευτεριάς σου. Είσαι λεύτερος, σου λέει ο άλλος, μόνο σαν σου βαστά η τσέπη σου να πλερώσεις τη λευτεριά σου.

Στην Καλιφόρνια έχει μεγάλα μεροκάματα. Έχω στα χέρια μου ένα χαρτί που το λέει καθαρά.

Κοροϊδία. Είδα κάμποσους που γύριζαν από κει. Κάποιος σας γέλασε…

***

…Έφτασαν τότε στη Δυτική χώρα και όλοι αυτοί που στερήθηκαν τη γης τους: από το Κάνσας, από την Οκλαχόμα, το Τέξας, το Νέο Μεξικό, απ’ το Αρκάνσας, από τη Νεβάδα, οικογένειες, φυλές, διωγμένες απ’ τη σκόνη κι από τα τρακτέρια. Φορτωμένοι σε αυτοκίνητα, ολάκερα καραβάνια, πειναλέοι και άστεγοι· είκοσι χιλιάδες, πενήντα χιλιάδες, εκατό, διακόσιες χιλιάδες. Κουβαλιόνταν περνώντας τα βουνά, πειναλέοι και ανήσυχοι – ανήσυχοι σαν τα μερμήγκια, βιαστικοί να βρουν κάποια δουλειά – να σηκώσουν, να σπρώξουν, να σύρουν, να μαζώξουν ό,τι κι αν είναι, όσο βαριά δουλειά κι αν είναι, φτάνει να φάνε. Τα παιδιά πεινούν. Δεν έχουμε πού να σταθούμε. Ίδια μερμήγκια που τρέχουν για δουλειά, για τροφή, και πάνω απ’ όλα για ένα κομμάτι γης.

Δεν είμαστε ξένοι. Αμερικανοί εφτά γενιές πίσω, εξόν που καταγόμαστε από Ιρλαντέζους, από Σκωτσέζους, Άγγλους, Γερμανούς. Ένας απ’ τους προπάππους μου πήρε μέρος στην Επανάσταση, ένα σωρό άλλοι στον Εμφύλιο – κι από τη μια παράταξη κι από την άλλη. Βέροι Αμερικάνοι.

Πεινούσαν και ήταν έξαλλοι. Και είχαν ελπίσει πως θα βρουν μια σκεπή, και βρήκαν μόνο έχθρητα. Όκιοι – οι χτηματίες τους μισούσαν, ξέροντας πως οι ίδιοι είναι αδύναμοι και πως οι Όκιοι είναι δυνατοί, πως αυτοί είναι χορτάτοι και οι Όκιοι πεινασμένοι· μπορεί κιόλα να ’χουν ακούσει απ’ τους παπούδες τους πόσο εύκολο είναι ν’ αρπάξεις της γης από έναν άνθρωπο μαλθακό, αν είσαι εξαγριωμένος απ’ την πείνα κι αρματωμένος. Οι χτηματίες τους μισούσαν. Τους μισούσαν και στις πόλεις, οι μαγαζάτορες τους μισούσαν γιατί δεν είχανε λεφτά για ξόδεμα. Φτάνει αυτό για να σε καταφρονήσει ένας μαγαζάτορας, όλος ο θαυμασμός του πάει ακριβώς στο αντίθετο. Στις πόλεις τους μισούσαν οι μικροτραπεζίτες, γιατί δεν είχαν καμιά περιουσία. Και η εργατιά μισούσε του Όκιους, γιατί ένας πεινασμένος άνθρωπος πρέπει να δουλέψει, αφού έχει ανάγκη να δουλέψει, αυτόματα ο εργοδότης θα του δώσει μικρότερο μεροκάματο· κι έτσι κανένας δε θα μπορέσει να πλερωθεί περισσότερο.

Και οι άνθρωποι που στερήθηκαν τη γης τους, οι πρόσφυγοι, κουβαλιόνταν στην Καλιφόρνια, διακόσιες πενήντα χιλιάδες, τρακόσιες χιλιάδες άνθρωποι. Και πίσω τους κι άλλα τρακτέρια πέσανε πάνω στα χωράφια και διώχναν τους νοικάρηδες. Καινούργια κύματα ξεκίνησαν, κύματα άστεγοι άνθρωποι που στερήθηκαν τη γης τους, ανίλεοι, αποφασισμένοι και επικίνδυνοι…

***

…Η Δυτική χώρα πανικοβλήθηκε όταν πλήθυναν οι μετανάστες πάνω στις δημοσιές. Όσο είχαν περιουσία, φοβήθηκαν για την περιουσία τους. Άνθρωποι που δεν ήξεραν από πείνα, την έβλεπαν τώρα μέσα στα μάτια των πεινασμένων. Άνθρωποι που δεν είχαν τίποτα να επιθυμήσουν εντατικά, έβλεπαν τώρα τη φλόγα της επιθυμίας μέσα στα μάτια του μετανάστη. Οι άνθρωποι που ζούσαν στις πόλεις και στα όμορφα περίχωρα μαζεύτηκαν για ν’ αμυνθούν· και όπως κάνει πάντα ο άνθρωπος πριν αρχίσει ένα πόλεμο, έπειθαν τον εαυτό τους πως αυτοί είναι καλοί και πως ο εισβολέας είναι κακός. Είπαν: Αυτοί οι αναθεματισμένοι Όκιοι είναι βρόμικοι κι αμόρφωτοι. Έκφυλοι, δοσμένοι στην ακολασία. Αυτοί οι αναθεματισμένοι Όκιοι είναι κλέφτες. Θα κλέψουν ό,τι λάχει. Δεν έχουν καμιάν αντίηψη για τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας.

Το τελευταίο αυτό ήταν αλήθεια, γιατί πώς μπορεί ένας άνθρωπος δίχως καμιά περιουσία να ξέρει τον καημό της ιδιοχτησίας; Και οι άνθρωποι που αμύνονταν είπαν: μας κουβαλούν επιδημίες, είναι μολυσμένοι. Δεν παραδεχόμαστε τα παιδιά τους στα σχολεία μας. Είναι ξένοι. Θα σ’ άρεσε να πάει η αδερφή σου μ’ έναν από δαύτους;

Οι ντόπιοι στηρίχτηκαν σε μια πειθαρχία απονιάς. Έφτιαξαν ομάδες, ουλαμούς και τους όπλισαν – τους όπλισαν με ρόπαλα, με ασφυξιογόνα, με ντουφέκια. Ο τόπος είναι δική μας ιδιοχτησία. Δεν μπορούμε ν’ αφήσουνε τους Όκιους να κάνουν ό,τι θέλουν. Αυτοί που ήταν οπλισμένοι δεν είχαν δικά τους χτήματα, μα φανταζόντανε πως είχαν. Και οι υπάλληλοι που περιπολούσαν τη νύχτα δεν είχαν τίποτα δικό τους, και οι μαγαζάτορες ήταν γεμάτοι χρέη. Μα και το χρέος είναι κάτι, ακόμα και μια θεσούλα είναι κάτι. Ο υπάλληλος έκανε τη σκέψη: κερδίζω δεκαπέντε τάλαρα τη βδομάδα. Κι ένας αναθεματισμένος Όκιος δεχόταν να δουλέψει μόνο με δώδεκα; Και ο μικρομαγαζάτορας έκανε τη σκέψη: πώς θα μπορέσω να συναγωνιστώ έναν άνθρωπο που δεν έχει χρέη;

Και οι μετανάστες, κουβαλιόντανε πάνω στις δημοσιές, και η πείνα γυάλιζε μες στα μάτια τους, και η επιθυμία γυάλιζε μες στα μάτια τους. Δε ρητόρευαν, δεν είχαν σύστημα, βάραιναν μόνο με το πλήθος και με τις ανάγκες τους. Αν τύχαινε να βρεθεί καμιά δουλειά για έναν άνθρωπο, μάλωναν δέκα άνθρωποι ποιος να την πρωτοπάρει – μάλωναν ποιος να δεχτεί μικρότερο μεροκάματο: αν αυτός δουλεύει για τριάντα σέντσια, εγώ θα δουλέψω για είκοσι πέντε.

Αν αυτός δέχεται με είκοσι πέντε, εγώ την κάνω με είκοσι.

Όχι, εμένα, πεινώ. Θα δουλέψω για δεκαπέντε σέντσια. Τα παιδιά μου. Να τα ’βλεπες πώς είναι. Οι κοιλιές τους πρησμένες, ίδια καζανάκια δεν μπορούνε να σταθούν στα πόδια τους. Δώσ’ τους κανένα πεφτόφρουτο. Εμένα. Θα δουλέψω για ένα κομμάτι κρέας.

Ήταν καλή δουλειά, γιατί τα μεροκάματα έπεφταν και οι τιμές απόμεναν ψηλές. Οι μεγαλοχτηματίες ήταν χαρούμενοι κι έστελναν κι άλλες προκηρύξεις για να ’ρθουν κι άλλοι άνθρωποι. Και τα μεροκάματα έπεφταν και οι τιμές απόμεναν ψηλές. Δε θ’ αργήσουμε να ’χουμε πάλι δουλοπάροικους…

***

…Πρώτα – πρώτα ωριμάζουν τα κεράσια. Τρία σέντσια το κιλό. Διάβολε, σ’ αυτή την τιμή δε μας συμφέρει να τα μαζέψουμε. Μαύρα κεράσια, κόκκινα κεράσια, γλυκά και όλο σάρκα – και τα πουλιά τρώνε το μισό κεράσι, κι οι σφήκες χώνονται βουίζοντας μέσα στην τρύπα που έκαναν τα πουλιά. Και τα κουκούτσια πέφτουν χάμω και ξεραίνονται μαζί με μαυρισμέν’ απομεινάρια κολλημένα πάνω τους.

Τα βυσσινιά δαμάσκηνα μαλακώνουν και γλυκαίνουν. Θε μου, πώς να τα μαζέψουμε, να τα ξεράνουμε και να τα θειαφίσουμε; Δε μας συμφέρει να πλερώνουμε μεροκάματα, όσο κι αν είναι το μεροκάματο. Και τα βυσσινιά δαμάσκηνα στρώνουν τη γης. Η φλούδα τους αρχίζει να ζαρώνει, και πέφτουν πάνω τους κοπάδια μύγες για να συμποσιαστούν, κι ο κάμπος γέμισε με τη γλυκερή μυρουδιά της αποσύνθεσης. Η ψύχα τους μαυρίζει, και η σοδειά ζαρουκλιάζει κατάχαμα.

Μεστώνουν και τ’ αχλάδια, κίτρινα και ζουμερά. Πέντε τάλαρα ο τόνος. Πέντε τάλαρα τα σαράντα καφάσια των είκοσι πέντε κιλών· κλάδεμα και ράντισμα του δέντρου, καλλιέργεια, μάζωμα, συσκευασία σε καφάσια, φόρτωμα στα καμιόνια, παράδοση στα εργοστάσια που φτιάχνουν κονσέρβες – πέντε τάλαρα τα σαράντα καφάσια. Δε συμφέρει. Και ο κίτρινος καρπός πέφτει καταγής και σκάζει. Οι σφήκες σκάβουν τη μαλακιά σάρκα, και απλώνεται μια οσμή από ζύμωση και σαπίλα.

Ύστερα τα σταφύλια -Δεν μπορούμε να βγάλουμε καλό κρασί. Ο κόσμος δεν μπορεί να πλερώσει το καλό κρασί. Τρύγα τα σταφύλια, και τα καλά και τα σάπια και τα μπαμπακοφαγωμένα. Ρίχτα στο πατητήρι, πάτα τα όλα μαζί, κοτσάνια, χώματα και σάπιες ρόγες.

Μα τα βουτσιά πιάσανε μούχλα και μυρμηγκικό οξύ.

Πρόσθεσε θειάφι και δεψίνη.

Ο μούστος δεν έχει το παχύ και πλούσιο άρωμα του κρασιού, μυρίζει μούχλα και χημικά παρασκευάσματα.

Δε βαριέσαι. Όσο να ’ναι έχει μέσα οινόπνευμα. Μπορούνε να μεθύσουνε.

Οι μικροχτηματίες έβλεπαν το χρέος ν’ ανεβαίνει όπως η πλημμύρα. Ράντισαν τα δέντρα και δεν πούλησαν τη σοδειά, κλάδεψαν και κέντρωσαν, και δεν μπόρεσαν να μαζέψουν τον καρπό. Και οι επιστήμονες εργάστηκαν, υπολόγισαν, και ο καρπός σαπίζει καταγής, κι ο μουχλιασμένος μούστος μέσ’ απ’ τα βουτσιά δηλητηριάζει τον αέρα. Δοκίμασε το κρασί, δεν έχει καμιά γεύση σταφυλιού, μονάχα θειάφι, δεψίνη και οινόπνευμα.

Εκείνο το μικρό δενδροπερίβολο θα ’ναι τον ερχόμενο χρόνο ένα κομμάτι κάποιου μεγάλου τσιφλικιού, γιατί το χρέος θα ’χει πνίξει τον σημερινό ιδιοκτήτη.

Τούτο δω το αμπέλι θα γίνει κτήμα της Τράπεζας. Μόνο οι μεγαλοχτηματίες μπορούν να επιζήσουν, γιατί έχουν και δικά τους εργοστάσια για κονσέρβες. Για να καθαριστούν τέσσερα αχλάδια, να κοπούν στη μέση, να βραστούν και να κλειστούν στον τενεκέ, κοστίζουν, όσο να ’ναι, δεκαπέντε σέντσια. Και τ’ αχλάδια κονσέρβα δε χαλνούν. Κρατάνε χρόνια.

Η αποσύνθεση απλώνεται σ’ όλη την πολιτεία, και η γλυκερή μυρουδιά είναι μια μεγάλη πίκρα για τον τόπο. Άνθρωποι που μπορούν να κεντρώνουν τα δέντρα και να κάνουν το σπόρο αποδοτικό και μεγάλο, δεν μπορούν να βρουν ένα τρόπο για να φαγωθούν οι καρποί τους. Και η αποτυχία βαραίνει πάνω σε όλη την πολιτεία, σαν μια μεγάλη συμφορά.

Τα έργα που έχουν αποδώσει τα κλήματα και τα δέντρα πρέπει να καταστραφούν για να κρατηθούν ψηλά οι τιμές, κι αυτό είναι το πιο θλιβερό, το πιο πικρό απ’ όλα. Ολάκερα φορτία πορτοκάλια πεταμένα καταγής. Άνθρωποι ουρές μίλια μάκρος, ήρθαν για να πάρουν τον καρπό, όμως αυτό δεν μπορεί να γίνει. Πώς θ’ αγόραζαν πορτοκάλια προς είκοσι σέντσια τα δώδεκα, σαν είναι στο χέρι τους να κάνουν ένα γύρο με το αυτοκίνητο και να τα μαζέψουν τζάμπα; Άνθρωποι με σωλήνες ράντιζαν με πετρόλαδο τα πορτοκάλια και όπως είχαν τύψεις για το έγκλημα που έκαναν, θύμωναν με τον κόσμο που ήρθε να πάρει τον καρπό. Από τη μια, ένα εκατομμύριο πεινασμένοι άνθρωποι, έχοντας ανάγκη να φάνε λίγα φρούτα, κι από την άλλη ραντίζουν με πετρόλαδο τα χρυσαφιά βουνά.

Και η οσμή της σαπίλας γεμίζει ολάκερη τη χώρα.

Να καίτε τον καφέ για τα καζάνια των βαποριών. Να καίτε το καλαμπόκι για ζεστασιά, κάνει καλή φωτιά. Να πετάτε τις πατάτες στα ποτάμια και να βάζετε ανθρώπους να φυλάνε στις ακροποταμιές για να διώχνουν τον πεινασμένο λαό που έρχεται να τις ψαρέψει. Να σφάζετε γουρούνια, να τα θάβετε, κι η αποσύνθεση ας κατασταλάζει βαθιά μέσα στη γη.

Ένα τέτοιο έγκλημα ξεπερνά κάθε δημόσια καταγγελία. Μια τέτοια πίκρα είναι ανίκανα τα δάκρυα να τη συμβολίσουν. Όλες μας οι επιτυχίες καταρρέουν μπροστά σ’ αυτή μας την αποτυχία. Εύφορη γη, ολόισιες αράδες δέντρα, ρωμαλέοι κορμοί, καρποί ωριμασμένοι. Και τα ετοιμοθάνατα παιδιά από πελλάγρα πρέπει να πεθάνουν, γιατί δε βγαίνει κέρδος από τα πορτοκάλια. Και οι γιατροί της δημαρχίας συμπληρώνουν τα πιστοποιητικά – πέθανε από υποσιτισμό – γιατί τα τρόφιμα πρέπει να σαπίσουν, πρέπει να σαπίσουν με το ζόρι.

Οι άνθρωποι έρχονται με δίχτυα να ψαρέψουν πατάτες στο ποτάμι, μα οι φύλακες τους συγκρατούν μακριά· έρχονται με αυτοκίνητα που βροντολογούν για να πάρουν τα πεσμένα πορτοκάλια, μα είναι ραντισμένα με πετρόλαδο. Και στέκονται σιωπηλοί να παρακολουθούν τις πατάτες να πλέουνε μπροστά τους, ακούν τις στριγλιές των γουρουνιών που τα σφάζουν μέσα σ’ ένα λάκκο, και χύνουν πάνω ασβέστη, βλέπουν βουνά πορτοκάλια να λιώνουν σ’ ένα σάπιο πολτό· και ο λαός βλέπει τη σημερινή χρεοκοπία· και μες στα μάτια του πεινασμένου λαού η οργή μεστώνει. Μες στην ψυχή του λαού μεστώνουν και βαραίνουν τα σταφύλια της οργής, βαραίνουν για τον τρύγο.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Από τα πιο γνωστά έργα του συγγραφέα και της παγκόσμιας λογοτεχνίας θεωρήθηκε ύμνος στον άνθρωπο, στην ανθρωπιά και στη δύναμη της οικογένειας. Χάρισε στον Στάινμπεκ το βραβείο Πούλιτζερ αλλά προκάλεσε και αντιδράσεις από υποστηρικτές φιλελευθέρων απόψεων οι οποίοι τον κατηγόρησαν ότι απεικονίζει υπερβολικά την άσχημη εικόνα του καπιταλισμού και της μετανάστευσης. Γι’ αυτό το λόγο και το βιβλίο απαγορεύτηκε σε ορισμένες περιοχές από το 1939 έως το 1941.

Δημοσιεύτηκε το 1939 και αποτυπώνει τις συνέπειες του οικονομικού κραχ και της μεγάλης ύφεσης στη ζωή των Αμερικανών.

Από τη μια παρακολουθούμε τη ζωή μιας οικογένειας που αναγκάζεται να μεταναστεύσει από τον τόπο της, την Σαλλισώ της Οκλαχόμα, προς τα νότια σε αναζήτηση εργασίας. Η σκόνη που έχει καλύψει τα πάντα και η μηχανοποίηση της καλλιέργειας της γης με την χρήση των τρακτέρ δημιουργούν ένα τεράστιο κύμα εσωτερικής μετανάστευσης. Από την άλλη ο συγγραφέας δίνει το γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται αυτή η οικογένεια.

Όνειρα και ελπίδες για μια καλύτερη ζωή ματαιώνονται σε κάθε τους βήμα χωρίς όμως οι άνθρωποι αυτοί να σταματούν να αγωνίζονται για να κρατηθούν όρθιοι αρχικά μέσα από την οικογενειακή συνοχή και σιγά σιγά μέσα από τη συνειδητοποίηση της συλλογικής δράσης.

Τζων Στάινμπεκ, Τα σταφύλια της οργής, μετάφρ. Κοσμάς Πολίτης, Εκδόσεις Δαμιανός χ.χ.

Ποίηση

Οι λέξεις της δύναμης (FRIEDRICH SCHILLER)

Είναι τρία μαθήματα που θα σημείωνα
με φλεγόμενη πένα να καίει βαθιά,
αφήνοντας ένα χνάρι ευλογημένου φωτός
εκεί που θνητό στήθος πάλλει.

Έχε Ελπίδα. Κι αν υπάρχουν μαύρα σύννεφα,
κι αν υπάρχουν απογοητεύσεις κι όχι όνειρα,
άσε το συνοφρύωμα, η σκιά του μάταιη,
αφού την κάθε νύχτα ακολουθεί ένα πρωί.

Έχε Πίστη. Όπου τη βάρκα σου και να τη σπρώχνουν
αύρες που μουγκανίζουν ή κύματα που βρυχώνται,
ο Θεός (μην το ξεχνάς) κυβερνά και ουρανό
και Γη και αύρες και βαρκούλα.

Έχε Αγάπη, κι αγάπα όχι μια ύπαρξη τόσο μόνη,
αφού αδέρφια είμαστε από τον έναν ως τον άλλο πόλο,
και για το καλό όλων η αγάπη σου ξοδεύεται,
όπως ο ήλιος χύνει το φιλικό μας φως του.

Μεγάλωσε, αγάπα, έλπιζε! Χάραξε στον κόρφο σου
αυτά τα τρία, και περίμενε σταθερός και γαλήνιος
δυνάμεις, εκεί όπου οι άλλοι ίσως ναυαγούν.
Φως, όταν πολλοί στα σκοτεινά πλανώνται.

FRIEDRICH SCHILLER

Ποίηση

Μην του μιλάτε, άσε, είναι το "Δεύτερο"!
Δηλαδή, τι σημαίνει "Δεύτερο"; Δεν δίνουμε καμμία σημασία;
Μάλλον, "άστο", είναι εύκολος χαραχτήρας "αυτό", θα μεγαλώσει "Μόνο" του, θα παρασυρθεί από το πρώτο..
Oυδέτερο Πράμα, λες και δεν είναι Άνθρωπος "Αυτό"..
Και αν αυτό το "Δεύτερο" έχει δυναμική; Πως θα το προσέξεις; Πως θα το βοηθήσεις;
Γιατί να μεγαλώνει με μικρές, αδύναμες ριζούλες που προσπαθεί μόνο του να τις χώσει βαθειά στο χώμα για να σταθεί; Μα ζητά τη βοήθεια σου, δεν το βλέπεις;


Τι περιμένει έτσι "Μικρό" που είναι; Τη βοήθεια σου για να μπορέσει να πάρει μπρος, να νιώσει δύναμη, να νιώσει ότι αξίζει, ότι μπορεί, οτι είναι ικανό, να εμπιστευτεί το εαυτό του, τον κόσμο όλο, Εσένα...

Άστο...

Αυτό είναι ήσυχο, Έλεγε, ευτυχώς, πολύ καλό παδί, δεν γκρινιάζει σαν το μεγάλο, λες και με καταλαβαίνει και υποχωρεί....Πολύ καλό, δεν με κουράζει - ότι του πω το κάνει..Δεν Μιλά oύτε Αντιμιλά
Και έτσι δεν μιλούσε, δεν ζητούσε, δεν διάβαζε, δεν μεγάλωνε, δεν αγαπούσε, δεν ολοκλήρωνε...

Τώρα...
Προσπαθεί αυτές τις μικρές ριζούλες μήπως τις κάνει ρίζες δυνατές να μπορεί να στέκεται ότι και να γίνεται...
"Μόνο" του γιατί μάλλον μπορεί, χωρίς τη βοήθεια κανενός..."Μόνο" του, τ΄ακούς;
Μάλλον μπορεί αυτό και άλλα πολλά...
Ας προλάβει τουλάχιστον τώρα που βρήκε χώμα να εισχωρήσει βαθιά...

Περνούν τα χρόνια σαν νερό...

Πέρασαν xρόνια για να καταλάβει ότι μόνο του μπορεί να κάνει πολλά πράγματα - θαύματα, ταξίδα και ψαξίματα, τελικά Μάλλον είναι ΠΟΛΥ Ικανό.

Μάλλον Είχε Δύναμη που δεν Την Ήξερε, γιατί απλά κανείς δεν το βοήθησε όταν ήταν μικρό και δεύτερο να το μάθει......Τα ανακάλυψε ΜΟΝΟ του.. 

Βουρ λοιπόν...

Να το προσέχετε το Δεύτερο!

Γράφει Η Μίκα Καππάτου
forwoman.gr

Ποίηση

Για το On the road, το πασίγνωστο μυθιστόρημα του Τζακ Κέρουακ (1922-1969) έχει χυθεί τόσο μελάνι, που όσα και να σημειωθούν τώρα θα ακούγονται ως αναπαραγωγές. Το θέμα, λοιπόν, είναι κάτι που μας απασχολεί όσον αφορά κάθε έργο: εάν το κείμενο αυτό έχει επιβιώσει μέσα στο χρόνο… Και όχι μόνο από ιστορική/φιλολογική άποψη αλλά, κυρίως, από λογοτεχνική, γιατί αυτό είναι το ζητούμενο: εάν, δηλαδή, έχει μπει στον κανόνα, με βάση τη γλώσσα του, την αισθητική της γραφής του.

Δεν ενδιαφέρει τη λογοτενία, σε τελευταία ανάλυση, εάν απεικόνισε κάποιες ανησυχίες μιας γενιάς, της αμερικανικής και όχι μόνο, που βγαίνοντας από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και από τα ήθη μιας άλλης εποχής (της αθωότητας;) προκάλεσε τη ρήξη με τα παραδεδομένα. Αυτά είναι κοινωνιολογικού τύπου κρίσεις/οδηγοί, δυστυχώς, κάποιων παρωχημένης σκέψης αρθρογράφων και φιλολόγων, που μας ταλαιπωρούν ακόμα…

Να επαναλάβω κάτι προφανές, πλην διαφεύγον από πολλούς: εάν ο Μπαλζάκ ή ο Τολστόι θεωρούνται μεγάλοι συγγραφείς, αυτό δεν συμβαίνει γιατί στο έργο τους συνέλαβαν τεράστιες πινακοθήκες χαρακτήρων και φιλοτέχνησαν μεγάλους πίνακες συγκρούσεων (αυτό θα μπορούσσε να το κάνει και ένας συνηθισμένος «κολοσάλ» πεζογράφος –δες π. χ. τον σταλινικό- Αλεξέι Τολστόι) αλλά γιατί όλα τα προηγούμενα τα διαχειρίζονται, τις περισσότερες φορές, με απαράμιλλο, αισθητικά, τρόπο.

Η γλώσσα, λοιπόν, του Κέρουακ, τα Αγγλικά του, η περιγραφική του δεινότητα, η ποιητική, γενικά, του ύφους του: αυτά πρέπει να εξετάζονται και όχι τα εξωτερικά στοιχεία, που συνόδευσαν ιστορικά το κείμενό του. Δεν λέω ότι αυτός ο συνειρμός βλάπτει, κάθε άλλο, μόνο που δεν μπορεί να είναι το κ ύ ρ ι ο κριτήριό μας στην αντιμετώπιση ενός καλλιτεχνικού έργου.

Το δημοσιευόμενο κείμενο δεν είχε συμπεριληφθεί από τον Κέρουακ στο μυθιστόρημά του και είδε το φως της δημοσιότητος πριν από λίγο καιρό.

Να θυμίσω ότι ο Νιλ, που αναφέρει, είναι ο φίλος του συγγραφέας και πλάνης Νιλ Κάσαντι, ο Χανκ, είναι ο ντίλερ Χέρμπερτ Χανκ, η Λουάν είναι η πρώτη σύζυγος του Κάσαντι….

Στο δρόμο

Αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα μου γνώρισα τον Νιλ….Μόλις είχα αναρρώσει από μία σοβαρή ασθένεια για την οποία θα περιορισθώ να πω ότι είχε σχέση με το θάνατο του πατέρα μου και την τρομακτική μου αίσθηση ότι τα πάντα είχαν πεθάνει. Με την άφιξη του Νιλ ξεκίνησε πράγματι εκείνη η φάση της ζωής μου που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε η ζωή μου στο δρόμο. Προηγουμένως πάντοτε ονειρευόμουν να πάω προς τη Δύση, να γνωρίσω τη χώρα, ήταν όμως πάντοτε αόριστα αυτά τα σχέδια και δεν είχα ξεκινήσει ποτέ. Ο Νιλ είναι ο τέλειος σύντροφος για το δρόμο γιατί γεννήθηκε στο δρόμο, όταν οι γονείς του ταξίδευαν προς το Σολτ Λέικ Σίτυ το 1926, με ένα σαραβαλιασμένο αυτοκίνητο, καθ’ οδόν προς το Λος Άντζελες.

***

Στη μέση της γης των Πέκος αρχίσαμε να συζητάμε για το τι είδους προσωπικότητες θα μπορούσαμε να είμαστε στη Παλιά Δύση. «Νιλ εσύ σίγουρα θα ήσουν ένας απατεώνας» είπα «όμως ένας από αυτούς τους λοξούς, διασκεδαστικούς απατεώνες που διασχίζουν καλπάζοντας τις πεδιάδες και τη βρίσκουν πυροβολώντας στα σαλούν». «Η Λουάν θα ήταν η ωραία της αίθουσας χορού».

Ο Μπιλ Μπάροους θα έμενε στην άκρη της πόλης, ένας συνταξιούχος συνταγματάρχης της Ομοσπονδίας, σε μεγάλο σπίτι με όλα τα παντζούρια κλειστά και θα έβγαινε μόνο μια φορά το χρόνο για να συναντήσει τον ντίλερ του σε κάποιο στενό της Κινεζικής Συνοικίας… Ο Αλ Χινγκλ θα περνούσε τις μέρες του στην τσόχα και θα έλεγε ιστορίες καθισμένος σε μια πολυθρόνα. Ο Χάνκ θα ζούσε με τους Κινέζους. Θα τον βλέπαμε να περνάει κάτω από τα φώτα του δρόμου με την αλογοουρά του και την πίπα του οπίου, χωρίς να καταδέχεται να μας κοιτάξει». «Και εγώ;» ρώτησα. «Εσύ θα ήσουν ο γιος του εκδότη της τοπικής εφημερίδας. Κάθε τόσο θα ξεμυαλιζόσουνα και θα πήγαινες να διασκεδάσεις με τους άλλους τρελούς.

Ο Άλεν Γκίνσμπεργκ θα ήταν ένας ακονιστής, που τροχίζει ψαλίδια και κατεβαίνει από το βουνό μια φορά το χρόνο με το καροτσάκι του, προβλέπει τις πυρκαγιές ενώ οι άνθρωποι των συνόρων θα τον κάνουν να χορεύει στον ήχο των εκπυρσοκροτήσεων.

Η Τζόαν Άνταμς… θα ζούσε στο σπίτι με τα παντζούρια, θα ήταν η μοναδική πραγματική κυρία στην πόλη, αλλά κανένας δεν θα την έβλεπε ποτέ». Συνεχίσαμε πολύ ώρα έτσι, αναφέροντας όλα τα γνωστά μας καθάρματα. Πολλά χρόνια αργότερα ο Άλεν θα κατέβαινε από το βουνό με μακριά γενειάδα, χωρίς ψαλίδια, μονάχα τραγούδια καταστροφής. Και ο Μπάροους δεν θα έβγαινε πλέον μια φορά το χρόνο από το σπίτι. Και η Λουάν θα είχε πυροβολήσει το γέρο Νιλ ενώ έβγαινε παραπατώντας από το σπίτι. Ο Αλ Χίνγκλ θα ζούσε περισσότερο από όλους εμάς και θα αφηγείτο ιστορίες στους νέους μπροστά στο Σίλβερ Ντόλαρ. Τον Χάνκ θα τον εύρισκαν νεκρό έναν κρύο χειμώνα σε ένα σοκάκι.

Η Λουάν θα κληρονομούσε την αίθουσα χορού, θα γινόταν κυρία και μια από τις ισχυρές δημόσιες προσωπικότητες.

Εγώ θα είχα εξαφανιστεί στη Μοντάνα και κανένας δεν θα ήξερε πλέον τίποτα για μένα. Στο τέλος θυμηθήκαμε και τον Λούσιεν Καρ – αφαντος από το Πέκος Σίτυ θα είχε επιστρέψει χρόνια μετά μαυρισμένος από τον ήλιο της Αφρικής, με μία αφρικανή βασίλισσα για σύζυγο, δέκα μαύρα παιδιά και μια περιουσία σε χρυσό. Ο Μπιλ Μπάροους θα τρελαινόταν κάποια μέρα και θα άρχιζε να πυροβολεί σε όλη τη πόλη από το παράθυρο. Θα είχαν βάλει φωτιά στο παλιό του σπίτι, θα είχαν καεί τα πάντα και η Πέκος Σίτυ θα μεταβαλλόταν σε μια πόλη φάντασμα με καρβουνιασμένα ερείπια ανάμεσα στα πορτοκαλιά βράχια. Κοιτάξαμε γύρω μας ψάχνοντας για ένα καλό σημείο. Ο ήλιος έδυε. Εγώ αποκοιμήθηκα και ονειρεύτηκα το φαντασιωμένο.

***

Ήθελα να κάνω έρωτα με την Έντι για τελευταία φορά αλλά εκείνη ούτε να το ακούσει. Πήγαμε μόνοι με το αυτοκίνητο μέχρι τη λίμνη, αφήνοντας τον Νιλ στο ξενοδοχείο του οποίου οι ιδιοκτήτριες πόρνες, με παντελόνια, είχαν απαγορεύσει την είσοδο στην Έντι για κουβεντούλα και καμιά μπίρα («Τι νομίζετε ότι είναι εδώ!» και η Έντι τις είχε διαολοστείλει.

Στη λίμνη μείναμε καθισμένοι στο αυτοκίνητο σαν δύο συνηθισμένοι ερωτευμένοι. «Και αν δοκιμάζαμε οι δυό μας για πρώτη ή για τελευταία φορά, πες το όπως θέλεις». «Μη λες βλακείες». Θύμωσα και πήγα να «σκεφτώ» πλάι στο νερό. Παλιά αυτό είχε πάντα επιτυχία, εκείνη με ακολουθούσε και με καθησύχαζε. Τώρα αρκέστηκε στο να κάνει όπισθεν και να γυρίσει σπίτι να κοιμηθεί, αφήνοντας με να διανύσω εφτά μίλια νυχτερινού Ντιτρόιτ, διότι δεν περνούσαν λεωφορεία από εκείνα τα μέρη.

Περπάτησα τέσσερα μίλια μέχρι την πρώτη στάση του τραμ. Ήταν σαν τους περιπάτους στο σκοτάδι που έκανα στην λεωφόρο Αλαμέντα στο Ντένβερ όταν έβλεπα το κεφάλι μου στην άσφαλτο που γυάλιζε στο φεγγαρόφωτο. Είχαμε τελειώσει, ο Νιλ έλεγε ότι έπρεπε να φύγουμε για τη Νέα Υόρκη. Εγώ ήθελα να κάνω άλλη μια προσπάθεια.

Πήγαμε στης Έντι το άλλο απόγευμα και περάσαμε πέντε ώρες χαζεύοντας με τα παιδιά και καταβροχθίζοντας ό,τι υπήρχε στο ψυγείο, όσο έλειπε η μητέρα της στη δουλειά. Μετά η Έντι μας είπε να πάμε να περιμένουμε στο μπαρ του Μακ Άβε.

Εκείνο με τον αδιάκριτο μπάρμαν, όπου θα ερχόταν και εκείνη αργότερα. Μόλις στρίψαμε τη γωνία γύρισα το κεφάλι μου και την είδα να χαιρετάει έναν άντρα, που ήταν στο τιμόνι ενός αυτοκινήτου, να βγαίνει και να μπαίνει στο αυτοκίνητο. Το αυτοκίνητο έκανε όπισθεν για να μην έρθει προς την κατεύθυνση μας και έφυγε.

Είπα «τι στο διάολο συμβαίνει; Ήταν πράγματι η Έντι αυτή; Δεν έπρεπε να μας συναντήσει στο μπαρ;».

Ο Νιλ έμεινε σιωπηλός. Περιμέναμε καμιά ώρα και μετά εκείνος με αγκάλιασε και είπε «Τζακ το ξέρω ότι δεν θέλεις να το πιστέψεις αλλά γιατί δεν ανοίγεις τα μάτια; Δεν καταλαβαίνεις ότι έχει ένα αγόρι, έναν αρραβωνιαστικό στο Ντιτρόιτ, που μόλις ήρθε να την πάρει; Εάν θέλεις να την περιμένεις εδώ θα την περιμένεις όλη τη νύχτα».

«Μα αυτή δεν φέρεται έτσι!» «Δεν θα καταλαβεις τις γυναίκες ούτε μετά από ένα εκατομμύριο χρόνια.

Είναι ακριβώς σαν τη Λουάν, φίλε, είναι όλες πόρνες – και εσύ γνωρίζεις ότι χρησιμοποιώ τη λέξη πόρνη με μια εντελώς διαφορετική έννοια από τη γενική. Σε σβήνουν από το μυαλό τους και αδιαφορούν για σένα σαν να ήσουν μια παλιά γούνα που θέλουν να αλλάξουν.

Οι γυναίκες είναι πολύ πιο ικανές από τους άντρες στο να ξεχνάνε. Σε έχει ξεχάσει, φίλε. Αλλά εσύ δεν το πιστεύεις». «Δεν μπορώ να το πιστέψω». «Δεν την είδες με τα ίδια σου τα μάτια;». «Φοβάμαι πως ναι». «Τόσκασε μαζί του.

Και τι μαλακισμένη, ούτε την παραμικρή νύξη για αυτό που είχε στο νου της. Ρε φίλε εγώ τις γνωρίζω αυτές τις γυναίκες, την παρατήρησα καλά αυτές τις δύο ημέρες, και εγώ τις γνωρίζω, τις γνωρίζω». Το καλοκαίρι είχε τελειώσει. Στεκόμασταν στο πεζοδρόμιο μπροστά στο μπαρ – τι στο καλό κάναμε στο Ντιτρόιτ; – και είχε αρχίσει να κάνει κρύο.

Ήταν το πρώτο κρύο δειλινό της Άνοιξης. Ανατριχιάζαμε μόνο με τα μπλουζάκια μας. «Αχ φίλε ξέρω πως αισθάνεσαι. Είναι κάτι μόνιμο στη ζωή μας – εγώ έκλεισα με την Κάρολιν, έχω κλείσει από καιρό με την Λουάν, και τώρα εσύ έκλεισες με την Έντι. Θα πάμε στη Νέα Υόρκη και θα κάνουμε μια νέα αρχή. Αγάπησα την Λουάν με κάθε ίνα του σώματος μου, φίλε, και σαν αντάλλαγμα εισέπραξα την ίδια συμπεριφορά».

Παρ’ όλ’ αυτά γύρισα με τα πόδια στο σπίτι της Έντι για να δω αν ήταν εκεί. Η μητέρα της είχε επιστρέψει στο σπίτι, την είδα από το παράθυρο της κουζίνας. Μια εποχή της ζωής μου είχε τελειώσει οριστικά.

Συμφωνούσα με τον Νιλ. «Ο κόσμος αλλάζει, φίλε, αυτό πρέπει να καταλάβεις». «Ελπίζω ότι εσύ και εγώ δεν θα αλλάξουμε ποτέ». «Το ξέρουμε, το ξέρουμε». Πήραμε ένα τραμ μέχρι το κέντρο του Ντιτρόιτ, και ξαφνικά μου ήρθε στο νου ότι ο Λουί Φερνάν Σελίν είχε κάποτε πάρει το ίδιο τραμ με τον φίλο του Ρόμπινσον, όποιος και να ήταν ο Ρόμπινσον, ίσως και ο ίδιος ο Σελίν.

Και ο Νιλ ήταν σαν και μένα, διότι το προηγούμενο βράδυ είχα ονειρευτεί τον Νιλ στο ξενοδοχείο, και ο Νιλ ήμουν εγώ. Ούτως ή άλλως ήταν αδερφός μου και μείναμε μαζί.

Μετάφραση: Φ. Μουρικη

https://tasosgoudelis.wordpress.com

Ποίηση

Nα ανοίγεις τη πόρτα στη μοίρα
να την καλοσωρίζεις
να βλέπεις τη χαρά κατάβαθα μες στη ψυχή
να απλώνεις τα χέρια, να τα περνάς στη μέση
να περιστρέφεσαι μαζί της ερωτικά και  ηδονικά
ταγκό φωτιά ανανέωση, αναδόμηση, ρυθμός και ανάσα
Μη συρρικνώνεσαι, να εισέρχεσαι και να πολιορκείς
Να αισθάνεσαι, και ότι βλέπεις να γίνεσαι
καλή μου μοίρα
Να Στέκεσαι ακίνητη, να πατάς στα πόδια σου
να περιμένεις να αποκτήσεις το βλέμμα, τη φωνή
και να αλλάζεις τον κόσμο όλο
να πετάς βέλη, να στοχεύεις χορούς και ρυθμούς
να γίνεσαι ο καλλιτέχνης της ζωής
και Ύστερα καλή μου μοίρα
να μοιράζεσαι το καλοσώρισμα στους επόμενους με αφθονία
Τι στόχευσες;
Ναι!  Αγάπη, χορό, άνοιξη,φιλί φως.....
Το ΚΟΝΤΑ, το καλοσώρισμα, ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ!

ΓράΦει Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr

Ποίηση

Λάμπει ο ήλιος
πουλιά πετούν
ακολουθεί η άνοιξη

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το χαϊκού είναι η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο και προέρχεται από την Ιαπωνία του Μεσαίωνα. Στην πραγματικότητα είναι μια ποιητική φόρμα που αποτελείται από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνται σε τρεις στίχους ή σε έναν χωρισμένο με κενά, και συνήθως περιγράφει μια στιγμιαία εμπειρία, μια αίσθηση, ένα συναίσθημα, μια εικόνα της φύσης κλπ, την οποία ο ποιητής επιθυμεί να διατηρήσει στις συνειδήσεις των αναγνωστών του.

Ως όρος το χαϊκού καθιερώνεται πιθανότατα στα τέλη του 19ου αι. από τον Μασαόκα Σίκι, ποιητή, εκδότη και εκμοντερνιστή του είδους, ενώ εισηγητής των χαϊκού στην Ελλάδα είναι ο Γιώργος Σεφέρης («Δεκαέξι χαϊκού», Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937) ).

Χαϊκού είναι ουσιαστικά κάτι παραπάνω από ένα απλό ποίημα είναι περισσότερο μια πνευματική άσκηση: ομορφιά ίσον αφαίρεση, λιτότητα, γαλήνη, περισυλλογή. Γι’ αυτό κι η φόρμα του είναι τόσο κλειστή και παραδοσιακή. Έχει το χαρακτηριστικό ενός ευχάριστου ξαφνιάσματος για κάτι οικείο και καθημερινό, που λέγεται ήρεμα και ευγενικά, αγγίζοντας τα πράγματα στην ουσία τους. Ποίηση εμπνευσμένη από τη σοφία Ζεν, μία πνευματική πορεία πρακτικής άσκησης στην καθημερινή ζωή. Και επειδή στους ποιητές των χαϊκού υπάρχει η συνείδηση ότι η ζωή είναι πάνω από τις λέξεις, τα λόγια είναι ελάχιστα, αφήνοντας τον αναγνώστη να «συμπληρώσει» αυτή την γεύση του αιώνιου. Έτσι γίνεται προσπάθεια να συλληφθεί η στιγμή και να περάσει στο απυρόβλητο του χρόνου

Από τη Συλλογή "Χαϊκού - Επέμβαση"

ΓράΦει Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr

Ποίηση

Έλα δίπλα μου
έχει κρύο απόψε
χειμώνας παντού

Σιωπηλό κρίνο
έρωτας πετά
εφηβεία κρύψου

Περπατώ στη θάλασσα
τα αστέρια
γέλασαν, κρύφτηκαν.

Ο ήλιος έλαμψε
δάκρυσε
εξαφανίστηκε πάλι

Κοίτα τη φύση
πέταξε από καρδιάς
νέα εποχή

Τρέχει ένα άλογο
στο γκρίζο δρόμο
και ψιθυρίζει

και αυτή χαράζει
πέρα στο λιβάδι
δρόμος και ζωή

πινέλο ζωγραφίζει
τα στάχυα παντού
πιο πέρα το ξωκλήσι

Πόνος χαμόγελου
χάθηκε ο κύκνος
στα άδεια κλαδιά

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το χαϊκού είναι η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο και προέρχεται από την Ιαπωνία του Μεσαίωνα. Στην πραγματικότητα είναι μια ποιητική φόρμα που αποτελείται από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνται σε τρεις στίχους ή σε έναν χωρισμένο με κενά, και συνήθως περιγράφει μια στιγμιαία εμπειρία, μια αίσθηση, ένα συναίσθημα, μια εικόνα της φύσης κλπ, την οποία ο ποιητής επιθυμεί να διατηρήσει στις συνειδήσεις των αναγνωστών του.

Ως όρος το χαϊκού καθιερώνεται πιθανότατα στα τέλη του 19ου αι. από τον Μασαόκα Σίκι, ποιητή, εκδότη και εκμοντερνιστή του είδους, ενώ εισηγητής των χαϊκού στην Ελλάδα είναι ο Γιώργος Σεφέρης («Δεκαέξι χαϊκού», Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937) ).

Χαϊκού είναι ουσιαστικά κάτι παραπάνω από ένα απλό ποίημα είναι περισσότερο μια πνευματική άσκηση: ομορφιά ίσον αφαίρεση, λιτότητα, γαλήνη, περισυλλογή. Γι’ αυτό κι η φόρμα του είναι τόσο κλειστή και παραδοσιακή. Έχει το χαρακτηριστικό ενός ευχάριστου ξαφνιάσματος για κάτι οικείο και καθημερινό, που λέγεται ήρεμα και ευγενικά, αγγίζοντας τα πράγματα στην ουσία τους. Ποίηση εμπνευσμένη από τη σοφία Ζεν, μία πνευματική πορεία πρακτικής άσκησης στην καθημερινή ζωή. Και επειδή στους ποιητές των χαϊκού υπάρχει η συνείδηση ότι η ζωή είναι πάνω από τις λέξεις, τα λόγια είναι ελάχιστα, αφήνοντας τον αναγνώστη να «συμπληρώσει» αυτή την γεύση του αιώνιου. Έτσι γίνεται προσπάθεια να συλληφθεί η στιγμή και να περάσει στο απυρόβλητο του χρόνου

Από τη Συλλογή "Χαϊκού - Επέμβαση"

ΓράΦει Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr

Ποίηση

Το σύννεφο και ο αμμόλοφος – Paulo Coelho

Ένα νεαρό σύννεφο γεννήθηκε στο μέσο μιας μεγάλης καταιγίδας στη Μεσόγειο. Αλλά δεν πρόλαβε να μεγαλώσει εκεί, ένας δυνατός άνεμος έσπρωξε όλα τα σύννεφα προς την Ανατολή.
Μόλις έφτασαν στην ήπειρο, το κλίμα άλλαξε στον ουρανό έλαμπε ένας γενναιόδωρος ήλιος και από κάτω τους εκτεινόταν η χρυσαφένια άμμος της ερήμου Σαχάρα. Ο άνεμος συνέχισε να τα σπρώχνει προς τα δάση του Νότου, καθώς στη έρημο δεν βρέχει σχεδόν ποτέ.

Ωστόσο, τα νεαρά σύννεφα είναι σαν τους νεαρούς ανθρώπους. Το σύννεφό μας λοιπόν αποφάσισε ν’ απομακρυνθεί από τους γονείς του και τους μεγαλύτερους φίλους του για να γνωρίσει τον κόσμο.

– Τι κάνεις εκεί; Φώναξε ο άνεμος. Η έρημος είναι όλη ίδια!

Γύρνα στο σμήνος και θα πάμε στο κέντρο της Αφρικής, όπου υπάρχουν εκθαμβωτικά βουνά και δέντρα!

Αλλά το νεαρό σύννεφο, ανυπότακτο από τη φύση του, δεν υπάκουσε. Χαμήλωσε σιγά-σιγά, έως ότου κατάφερε να αιωρηθεί σε μια γενναιόδωρη και γλυκιά αύρα και να πλησιάσει τη χρυσαφένια άμμο. Αφού τριγύρισε αρκετά, πρόσεξε ότι ένας από τους αμμόλοφους του χαμογελούσε. Είδε ότι κι εκείνος ήταν νέος, πρόσφατα σχηματισμένος από τον άνεμο που μόλις είχε περάσει. ήην ίδια στιγμή ερωτεύτηκε την χρυσή του κόμη.

– Καλημέρα, είπε. Πώς είναι η ζωή εκεί κάτω;

– Έχω την συντροφιά των άλλων αμμόλοφων, του ήλιου, του ανέμου και των καραβανιών που περνούν από δω πότε-πότε. Μερικές φορές κάνει πολλή ζέστη, όμως είναι υποφερτή. Και πώς είναι η ζωή εκεί πάνω;

– Κι εδώ υπάρχει άνεμος και ήλιος, αλλά το πλεονέκτημα είναι ότι μπορώ και τριγυρνάω στον ουρανό και να μαθαίνω πολλά πράγματα.

– Για μένα η ζωή είναι σύντομη, είπε ο αμμόλοφος. Όταν ο άνεμος επιστρέψει από τα δάση, θα εξαφανιστώ.

– Και αυτό σου προκαλεί θλίψη;

– Μου δίνει την εντύπωση ότι δεν χρησιμεύω σε τίποτα.

– Κι εγώ αισθάνομαι το ίδιο. Μόλις περάσει ο επόμενος άνεμος θα πάω στο Νότο και θα μεταμορφωθώ σε βροχή. Αυτή είναι η μοίρα μου ωστόσο.

Ο αμμόλοφος δίστασε, αλλά τελικά είπε:

– Ξέρεις ότι εμείς εδώ στην έρημο τη βροχή την λέμε «παράδεισο»;

– Δεν ήξερα ότι μπορούσα να μεταμορφωθώ σε κάτι τόσο σημαντικό, είπε το σύννεφο γεμάτο περηφάνια.

– Έχω ακούσει πολλούς μύθους από γέρικους αμμόλοφους . Λένε ότι μετά τη βροχή καλυπτόμαστε από χλόη και λουλούδια. Εγώ όμως ποτέ δεν θα μάθω τι είναι αυτό, γιατί στην έρημο βρέχει πολύ σπάνια.

Ήταν η σειρά του σύννεφου να διστάσει. Αμέσως μετά όμως του χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο.

– Αν θέλεις, μπορώ να ρίξω πάνω σου βροχή. Αν και μόλις έφτασα, σ’ έχω ερωτευθεί και θα Τθελα να μείνω εδώ για πάντα.

– Όταν σε είδα για πρώτη φορά στον ουρανό κι εγώ σε αγάπησα, είπε ο αμμόλοφος. Αν όμως μεταμορφώσεις την ωραία λευκή κόμη σου σε βροχή, θα πεθάνεις.

– Η Αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ, είπε το σύννεφο. Μεταμορφώνεται. Κι εγώ θέλω να σου δείξω τον παράδεισο.

Άρχισε λοιπόν να χαϊδεύει τον αμμόλοφο με μικρές σταγόνες και παρέμειναν μαζί μέχρι που εμφανίστηκε το ουράνιο τόξο. ήην επόμενη μέρα ο μικρός αμμόλοφος ήταν καλυμμένος με λουλούδια. Κάποια σύννεφα που περνούσαν με προορισμό την Αφρική νόμισαν ότι εκεί ήταν ένα κομμάτι του δάσους που έψαχναν κι έριξαν κι άλλη βροχή. Λίγα χρόνια μετά, ο αμμόλοφος είχε μεταμορφωθεί σε όαση, η οποία δρόσιζε τους με τη σκιά των δέντρων της

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή