Αυγούστου 04, 2020

Ποίηση

Η ζωή θα ήταν ίσως πιο εύκολη
αν δε σε είχα ποτέ συναντήσει

Λιγότερος θρήνος
κάθε φορά που πρέπει να χωριστούμε
Λιγότερος φόβος
μπροστά στον επόμενο
και στον μεθεπόμενο χωρισμό.

Κι ακόμα
δεν θα ‘χε τόση
από εκείνη την αδύναμη νοσταλγία,
κάθε φορά που δεν είσαι εδώ
Τη νοσταλγία που θέλει μόνο το Αδύνατο
και το θέλει τώρα,
την αμέσως επόμενη στιγμή
Κι αφού αυτό δε γίνεται
πληγώνεται
και βαριανασαίνει

Η ζωή θα ήταν ίσως πιο εύκολη
αν δεν σε είχα συναντήσει
Μόνο που… δεν θα ήταν η ζωή μου…

Erich Fried

Ποίηση

Δεκαέξι χάικου - Γεώργιος Σεφέρης
Α'
Στάξε στη λίμνη
μόνο μια στάλα κρασί
και σβήνει ο ήλιος.

Β'
Στον κάμπο ούτ' ένα
τετράφυλλο τριφύλλι.
Ποιος φταίει απ' τους τρεις;

Γ'
Στον κήπο του μουσείου
Άδειες καρέκλες
τ' αγάλματα γύρισαν
στ' άλλο μουσείο.

Δ'
Να 'ναι η φωνή
πεθαμένων φίλων μας
ή φωνογράφος;

Ε'
Τα δάχτυλά της
στο θαλασσί μαντίλι
κοίτα: κοράλλια.

ΣΤ'
Συλλογισμένο
το στήθος της βαρύ
μες στον καθρέφτη.

Ζ'
Φόρεσα πάλι
τη φυλλωσιά του δέντρου
κι εσύ βελάζεις.

Η'
Νύχτα, ο αγέρας
ο χωρισμός απλώνει
και κυματίζει.

Θ'
Νέα μοίρα
Γυμνή γυναίκα
το ρόδι που έσπασε
ήταν γεμάτο αστέρια.

Ι'
Τώρα σηκώνω
μια νεκρή πεταλούδα
χωρίς φτιασίδι.

ΙΑ'
Πού να μαζεύεις
τα χίλια κομματάκια
του κάθε ανθρώπου.

ΙΒ'
Άγονος γραμμή
Το δοιάκι τι έχει;
Η βάρκα γράφει κύκλους
κι ούτε ένας γλάρος!

ΙΓ'
Άρρωστη Ερινύς
Δεν έχει μάτια
τα φίδια που κρατούσε
της τρών' τα χέρια.

ΙΔ'
Τούτη η κολόνα
έχει μια τρύπα, βλέπεις
την Περσεφόνη;

ΙΕ'
Βουλιάζει ο κόσμος
κρατήσου, θα σ' αφήσει
μόνο στον ήλιο.

ΙΣΤ'
Γράφεις
το μελάνι λιγόστεψε
η θάλασσα πληθαίνει.

Ποίηση

Νυχτιὲς ἀφέγγαρες ― κρυφέ της μοίρας μου ἀρραβώνα·

πιὸ σκοτεινὰ βουνά,
ποὺ πρωτοδιάβαινα βουβὸς τ᾿ ἀμπέλια, ὦσμε τὸ γόνα
κι ὡς τὸ λαιμὸ τρανά·

ποὺ διάβαινα, ὅλο διάβαινα, σὰν ἡ σιγὴ εἶχε πέσει
στὰ ξύλα τοῦ δρυμοῦ,
ὡσὰν ἀλάφι θεόρατο ποὺ κολυμπάει στὴ μέση
μεγάλου ποταμοῦ...
Ἄ, ποιὸ παλμὸν ἀκοίμητο τὰ φρένα μου ἐσηκῶνα
στὰ τρίσβαθα τοῦ νοῦ,
μὲ τὴ βουβή τους μίμηση μπρὸς στὴν βουβὴν εἰκόνα
τοῦ κάταστρου οὐρανοῦ!

Ὄλυμπος πιὰ χεροπιαστὸς τριγύρα μου εἶχε ἀνθίσει,
καί, λάτρα σιωπηλή,
σ᾿ ὅλα τὰ μέλη μου ἄστραφτε τὸ μυστικὸ μεθύσι
μιὰ κρύφια ἀνατολή...
Ἄγρυπνη βίγλα ἐκράταγε, πολὺ ψηλὰ ἀναμμένη,
τοῦ πόθου ἡ μαντικὴ
φωτιά, καὶ γύρα μία γενιὰ θεῶν συμμαζεμένη
μὲ κοίταε σκεφτική...

Σὰν ἄλικη ἡ πανσέληνο στὰ κορφοβούνια ἀπάνω
προβαίνει ἀργή, τρανή,
στὸ πορφυρὸν εἰκόνισμα τοῦ πόθου μου τὸ πλάνο
βαφόνταν οἱ οὐρανοί.
Καὶ πίσω ἀπὸ τ᾿ ἀπάντεχον, ἀθλητικὸ ὄργιό του,
ποὺ νίκαε τὸν καιρό,
σὰν ἱερέας σιωπηλὰ ποὺ σέρνει τὸ σφάγιό του,
κι ὡς πρῶτος στὸ χορό

ποὺ ἀπὸ ξοπίσω του τραβάει πολλοὺς ― παρόμοια, ἀκέρια
σὰ νά ῾σερνα φυλή,
ἀπ᾿ τοὺς πρωτόφαντους θεοὺς κι ἀπὸ τὰ πρῶτα ἀστέρια
τηρώντας ἐντολή,
στὸ στρῶμα ποὺ φουντώνανε τῆς γῆς τὰ ὀλύμπια μύρα
πῶς ἔσερνα μὲ ὁρμὴ
μὲς στὰ σκοτάδια, ὡς ὁ τυφλὸς π᾿ ἀδράζεται ἀπ᾿ τὴ λύρα,
το ἐρωτικὸ κορμί!...

Νυχτιὲς ἀφέγγαρες, θερμὸ ποὺ μὲ γεμίσατε αἷμα,
καὶ πλούσιο, μαντικὸ
τὸ πνέμα μου στεριώσατε ― ἀλύγιστο ἕνα ρέμα,
βαθύ, πολεμικὸ ―
καὶ στὴν ψυχή μου θρέψατε τοὺς στοχασμούς, ὡς θρέφει
σὲ θεία κληματαριὰ
ἡ ἁδρὴ ἀπονύχτερη δροσιὰ τσαμπιὰ τρανὰ σὰ βρέφη,
πανώρια καὶ βαριά!

K᾿ ἐσύ, παλμέ, ποὺ ἀκοίμητο τὰ φρένα μου ἐσηκῶνα
στὰ τρίσβαθα τοῦ νοῦ,
κ᾿ ἐσὺ πυρρὴ π᾿ ἀνέμιζα τῆς πιθυμιᾶς μου εἰκόνα
στὴν ὄψη τ᾿ οὐρανοῦ·
τοῦ Ὀλύμπου πιά, σάμπως ληνὸ στὰ πόδια μου, τὸ τέρας
πατῶ τὸ μυστικό.
Ὅλος συρμένος ὁ Ἔρωτας στὶς φρένες μου, ὡς τὸ δέρας
τὸ μάγο στὴν Ἰωλκό!

Κυλᾶ φωτιὲς ὁ Ὠρίωνας· κι ὁ Δίας εἶν᾿ ἕνας θρόνος·
κ᾿ ἡ Πούλια εἶναι φωλιά·
μὰ ὁ μυστικὸς Διθύραμβος, ποὺ πιὰ δὲ ῾γγίζει ὁ Χρόνος,
τοῦ νοῦ μου ἡ ἀγκαλιά!
Νά· πυρωμένη μου ἡ καρδιά, τὸ μέτωπο, τὸ μάτι
ἐλεύτερο, οὐρανέ!
Πήγασος εἶν᾿ ἀσπέδιστος τοῦ λογισμοῦ μου τὸ ἄτι,
οἱ δρόμοι μου ἕνα Ναί,

τὴν ἄβυσσο ἄβυσσο καλεῖ, τὸ βάθος κι ἄλλο βάθος,
κι ἀδάμαστο, ἀλαφρό,
μέσα μου πλέον ἀμόνοιαστον ἐστοίχειωσε τὸ πάθος
ποὺ ἐσκίρτα στὸν ἀφρό...
Τοῦ Ὀλύμπου πιά, σάμπως ληνὸ στὰ πόδια μου, τὸ τέρας
θωρῶ τὸ μυστικό.
Ὅλος ἐσύρθη ὁ Ἔρωτας στὶς φρένες μου, ὡς τὸ δέρας
τὸ μάγο στὴν Ἰωλκό.

Ὑμέναιο νέο στὰ βάθη τους λογιάζω τώρα θὰ βρῶ,
σὰν ἤπια μονομιὰ
τῆς νύχτας ὅλο τὸ κρασὶ τὸ μυστικὸ καὶ μαῦρο
γιὰ μιὰν ἐπιθυμιά·
κι ὅλ᾿ ἡ φωτιὰ τῶν οὐρανῶν μου κύκλωσε, μοῦ κρύβει
τὸ πνέμα μου βουβό,
τί πιὰ μὲ κράζει ἀμείλιχτη τοῦ νοῦ μου ἡ πάνοπλη ἥβη
πρὸς τ᾿ ἄστρα ν᾿ ἀνεβῶ!

Κυλᾶ φωτιὲς ὁ Ὠρίωνας· κι ὁ Δίας εἶν᾿ ἕνας θρόνος·
κ᾿ ἡ Πούλια εἶναι φωλιά·
μὰ ὁ μυστικὸς Διθύραμβος, ποὺ πιὰ δὲ ῾γγίζει ὁ Χρόνος,
ἡ πλέρια μου ἀγκαλιά!
Τῶν ἄστρων ἔχει ἀπάνω μου τὸ περιβόλι γείρει,
κι ὁ κρύφιος λογισμός,
σάμπως μελίσσι χνουδωτὸ βαμμένον ἀπὸ γύρη,
ξεσπᾶ βαθιά μου ἑσμός...

Βροχὴ πεφτάστρια γύρα μου κι ἀδιάκοπα σταλάζει
τὸ ἀπέραντο γοργά·
κι ὅπως χορεύει πέφτοντας στὸ χῶμα τὸ χαλάζι
κι ὁ οὐρανὸς ὀργᾶ,
σὰν ἀπ᾿ τῆς λύρας τὶς χορδὲς ἀνάμεσα τὸ χέρι
φαντάζει ποὺ χτυπᾶ,
ὅμοια ἡ καρδιά μου ὁλάκερη μέσα σὲ κάθε ἀστέρι
σπαράζει κι ἀγαπᾶ!

Ὄργιο βαθύ! Στὸν πάγκοσμο παλμό σου, μὲς στὸ νέο
ποὺ γνώρισα κορμί,
στῆς δύναμής σου τὴν πηγὴ κατάβαθα ἀναπνέω
μ᾿ ἀνήκουστην ὁρμή,
κι ὡς κατεβαίνει ἀγνάντια μου, χωρὶς νὰ τὸ γυρεύω,
τὰ βάθη τ᾿ οὐρανοῦ
ὁ ἁρματωμένος Ἔρωτας, σκιρτῶ κι ἀντιχορεύω
μὲ τ᾿ ἅρματα τοῦ νοῦ!

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως,
κρυμμένος σὰν ἀετός,
μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος,
ὁ πρῶτος μου ἐαυτός...
(ἀπὸ τὸ Λυρικὸς Βίος, B´, Ἴκαρος 1966)
ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Ὕμνος τοῦ μεγάλου Νόστου 1939

Ποίηση

Μέρες αργές, μέρες ζεστές
Μέρες από σπασμένους καθρέφτες και χαμένους ωροδείχτες
Μέρες με βλέφαρα κλειστά στο θαλασσινό ορίζοντα
Μέρες μονότονες, μέρες εγκλεισμού
Η ψυχή μου που έλαμπε ακόμη πάνω στα φύλλα
Και στα άνθη, η ψυχή μου γυμνή όπως ο έρωτας
Η αυγή που τη λησμόνησε τον αναγκάζει να σκύψει το κεφάλι
Και να ατενίσει το κορμί της δοτικό και απατηλό.
Κι όμως, γνώρισα τα πιο όμορφα μάτια του κόσμου
Ασημένιους θεούς που κρατούσαν ζαφείρια στα χέρια
Αληθινούς θεούς, πουλιά μέσα στο χώμα
Και στο νερό τους έχω δει.
Οι φτερούγες είναι δικές μου, τίποτα,
Μόνο το πέταγμά τους
Ταράζει τη δυστυχία μου
Πέταγμα έναστρο φωτεινό
Πέταγμα γήινο, πέταγμα πέτρινο
Στις φτερούγες τους που κυματίζουν
Το λογισμό μου τον κρατάει η ζωή κι ο θάνατος.

Πωλ Έλυαρ

Γεννήθηκε στην πόλη Σαιν-Ντενί, κοντά στο Παρίσι όπου πέρασε τα πρώτα του χρόνια. Στο διάστημα 1907-1911 γράφτηκε στη Σχολή Κολμπέρ όπου πραγματοποίησε σπουδές, ωστόσο σε ηλικία περίπου 17 ετών προσβλήθηκε από φυματίωση και αναγκάστηκε να τις διακόψει. Για δύο χρόνια, διέμεινε σε σανατόριο στο Νταβός της Ελβετίας όπου τελικά θεραπεύτηκε και αμέσως μετά, το 1914 κατατάχθηκε στον στρατό.

Το 1917 παντρεύτηκε την Helena Deluvina Diarkinoff, περισσότερο γνωστή ως Γκαλά, με την οποία απέκτησε και μία κόρη. Την ίδια περίοδο δημοσίευε τα πρώτα του ποιήματα, αρχικά με τη συλλογή Το Χρέος και η Ανησυχία και αργότερα με τα Ποιήματα για την Ειρήνη (1918), τα οποία προκάλεσαν και το ενδιαφέρον του Ζαν Πολάν, εκδότη της επιθεώρησης Spectateur. Παράλληλα, ο Ελυάρ γνωρίστηκε με τους Αντρέ Μπρετόν, Λουί Αραγκόν και Τριστάν Τζαρά, με τους οποίους συμμετείχε αρχικά στο κίνημα του ντανταϊσμού και αργότερα του υπερρεαλισμού. Απέκτησε επίσης μία στενή φιλία με τον Μαξ Ερνστ. Το 1932 χώρισε με τη γυναίκα του "Γκαλά" αλλά η σχέση τους εξακολούθησε επί χρόνια, ακόμη και μετά το γάμο του Ελυάρ το 1934 με την " Νυς". Ο Πωλ Ελυάρ αποτέλεσε έναν από τους ιδρυτές της επιθεώρησης των υπερρεαλιστών Litterature καθώς και της μεταγενέστερης έκδοσης La Revolution Surrealiste. Παρέμεινε στις τάξεις της υπερρεαλιστικής ομάδας του Παρισιού μέχρι το 1938.

Κατά τη διάρκεια του Β' παγκοσμίου πολέμου πήρε ενεργό μέρος στην Αντίσταση, ως μέλος του κομμουνιστικού κόμματος. Οι κομμουνιστικές πεποιθήσεις του Ελυάρ τον ώθησαν στο σημείο να επισκεφτεί το Γράμμο κατά τη διάρκεια του Ελληνικού εμφυλίου πολέμου και να γράφει ποιήματα υπέρ των ανταρτών, με σκοπό να αναπτερώσει το ηθικό του.

Πέθανε το 1952 από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 57 ετών.

Ποίηση

Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος

για να γεννηθείτε
αν δεν σας νοιάζει που η ευτυχία
δεν είναι πάντα
και τόσο διασκεδαστική
αν δεν σας νοιάζει μια δόση κόλασης
που και που
όταν όλα πάνε καλά
γιατί ακόμα και στον παράδεισο
δεν τραγουδούν
όλη την ώρα
Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος
για να γεννηθείτε
αν δεν σας νοιάζει που μερικοί άνθρωποι πεθαίνουν
όλη την ώρα
ή έστω απλώς λιμοκτονούν
κάποιες ώρες
στο κάτω κάτω δεν πειράζει
αφού δεν είστε εσείς
Α, ο κόσμος είναι ωραίο μέρος
για να γεννηθείτε
αν δεν σας πολυνοιάζουν
λίγα ψόφια μυαλά
στις ψηλότερες θέσεις
ή μια δυο βόμβες
που και που
στα ανεστραμμένα σας πρόσωπα
ή άλλες τέτοιες απρέπειες
απ’ τις οποίες μαστίζεται η κοινωνία μας
με τους διακεκριμένους άνδρες της
και τους κληρικούς της
και τους λοιπούς αστυφύλακες
και τις διάφορες φυλετικές διακρίσεις της
και τις κοινοβουλευτικές ανακρίσεις της
και τις άλλες δυσκοιλιότητες
που η τρελή μας σάρκα
θα κληρονομήσει
Ναι ο κόσμος είναι το καλύτερο μέρος
για ένα σωρό πράγματα όπως το να κάνεις κουταμάρες
και να κάνεις έρωτα
και να είσαι λυπημένος
και να τραγουδάς φτηνά τραγούδια και να έχεις εμπνεύσεις
μετάφραση: Ρούμπη Θεοφανοπούλου

ΛΩΡΕΝΣ ΦΕΡΛΙΝΓΚΕΤΤΙ

Ο Λώρενς Φερλινγκέττι είναι αμερικανός εκδότης, ποιητής, συγγραφέας και ζωγράφος. Γεννήθηκε στις 24 Μαρτίου 1919, μεγάλωσε στη Μασαχουσσέτη και υπηρέτησε στο Ναυτικό κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, παίρνοντας μέρος και στην απόβαση της Νορμανδίας. 

Ποίηση

Πάει...ξεκίνησε, φεύγει...
Άδειαζαν όλα σιγά σιγά...
Τέλειωνε ο χρόνος
Και ένα κενό..
H ανάσα έκανε βόλτες, στροβιλιζόταν στο δωμάτιο...
Και εκείνος προσπαθούσε βασανιστικά
Έτοιμος για αλλού
πέρασαν ώρες, χάραξε..
Τέλειωσε αποφασιστικά

Και έκλεισε και το φως
Ο ήλιος μάλλον βγήκε...
Όχι, δεν βγήκε
Δεν Υπήρχε ήλιος..
Την ημέρα εκείνη, δεν βγήκε, δεν υπήρχε ήλιος, έπεφτε χιόνι όλη μέρα
Ο χρόνος είχε τελειώσει, ώρα μηδέν
Έκλεισε τα μάτια, κόπασε η ανάσα, σταμάτησε και έφυγε για ταξίδι

"Πολλά ταξίδια συνεχίζονται για πολύ καιρό ακόμα αφότου έχει σταματήσει η κίνηση στο χρόνο και στο χώρο" -(John Steinbeck)

18 Ιουλίου 1995

Γράφει Μίκα Καππάτου (αναδημοσίευση)

https://www.forwoman.gr/index.php

Ποίηση

Και προπαντός

ας μην αφήσουμε την αγάπη

να συνωστίζεται με τόσα αισθήματα…

(αποσπάσματα «Διαλόγων»)

1

Να γυρίζεις — αυτό είναι το θαύμα —

με κουρελιασμένα μάτια

με φλογωμένους κροτάφους απ’ την πτώση

να γυρίζεις

στην καλή πλευρά σου.

Πεσμένος αισθάνεσαι

την κόλαση που είναι η αιτιότητα

το στήθος ωσάν συστατικό του αέρα

τα βήματα χωρίς προοπτική.

Κι όμως στη χειμωνιάτικη γωνία ο καστανάς

περιβάλλεται από σένα.

Κόψε ένα τραγούδι απ’ τ’ άνθη

με δάχτυλα νοσταλγικά.

Να γυρίζεις — αυτό είναι το θαύμα.

2

Θα περάσουν από πάνω μας όλοι οι τροχοί

στο τέλος

τα ίδια τα όνειρα μας θα μας σώσουν.

Αγάπη μείνε στην καρδιά —

αυτός ας είναι ο κανών του τραγουδιού σου.

Με την αγάπη

Θα σηκώσουμε την απελπισία μας

απ’ το αμπάρι του κορμιού.

Δεν είναι φορτίο για τη χώρα των αγγέλων

η απελπισία.

Και προπαντός

ας μην αφήσουμε την αγάπη

να συνωστίζεται με τόσα αισθήματα…

3

Άπλωσε η γαλήνη τα φτερά της

ωσάν αλησμόνητος κύκνος ονείρου

σ’ αυτά τα έρημα νερά.

Κάτι νιώθω σήμερα

βλέποντας τα πουλιά.

4

Η αγωνία μου υψώνεται,

ως τα εδελβάις άνθη.

5

Τα όνειρα βλαστοί στο στήθος

κλήματα μέσ’ στην καρδιά

διαιώνια εκδικούνται το χώμα

σκοτώνοντας εμάς.

Τα Πουλιά Δέλεαρ Του Θεού -Ν. Καρούζος

Ο Νίκος Καρούζος γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου του 1926 στο Ναύπλιο. Οι γονείς του, Κωνσταντίνα Πιτσάκη και Δημήτρης Καρούζος, δάσκαλος, συνέβαλαν στα πρώτα παιδικά χρόνια στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του, όπως και ο ιερέας και δάσκαλος παππούς του από την πλευρά της μητέρας του που διέθετε πλούσια βιβλιοθήκη.[3]

Το 1944 ολοκληρώνει τις γυμνασιακές σπουδές στη γενέτειρά του και εντάσσεται στην ΕΠΟΝ Ναυπλίου στο Τμήμα διαφώτισης. To 1945 εισάγεται στη Νομική Σχολή Αθηνών και στη σχολή Πολιτικών επιστημών του πανεπιστημίου των Αθηνών. Τον Ιούνιο του 1946 γλιτώνει τη σύλληψη και εκτέλεσή του από την Οργάνωση Χ. Την επόμενη χρονιά εξορίζεται στην Ικαρία για πέντε μήνες. Το 1951 υπηρετεί τη θητεία του στη Μακρόνησο και το 1953 εξορίζεται πάλι στη Μακρόνησο. Νοσηλεύτηκε στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο όπου απαλλάχθηκε από τη στρατιωτική θητεία χωρίς να υπογράψει δήλωση μετανοίας, για λόγους υγείας.[4]

Το 1955 παντρεύεται τη Μαρία Δαράκη με την οποία χωρίζει μετά από μερικούς μήνες. Εγκαταλείπει τις σπουδές στη Νομική και την προοπτική να γίνει δικηγόρος. Αρχίζει να συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά δημοσιεύοντας ποιήματα και άλλα πεζά κείμενα, όπως τα Αθηναϊκά Γράμματα, Επιθεώρηση Τέχνης, Νέα Εστία, Ευθύνη, Σύνορο, Διαγώνιος. Το 1961 βραβεύεται με το Β' Κρατικό Βραβείο ποίησης και το 1962 με Α΄ Βραβείο ποίησης της Ομάδας των Δώδεκα. Το 1962 παντρεύεται για δεύτερη φορά, με τη Μαίρη Μεϊμαράκη με την οποία χωρίζει το 1980. Τον Μάιο του 1967 συλλαμβάνεται για δηλώσεις που έκανε σε βάρος του Παττακού.[5]

Το διάστημα 1983-1984 και το 1986 εργάζεται στο Γ' Πρόγραμμα της ΕΡΑ κάνοντας εκπομπές για τη λογοτεχνία. Το 1988 βραβεύεται με το Κρατικό Λογοτεχνικό βραβείο ποίησης. Αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα υγείας (καρδιολογικά, διάγνωση καρκίνου). Νοσηλεύεται σε διάφορες κλινικές της Ελλάδος και του εξωτερικού (Φεβρουάριος-Μάρτιος του 1986 στο Σωτηρία, Μάρτιος του 1989-διάγνωση καρκίνου, Φεβρουάριος-Μάρτιος του 1990 Λονδίνο). Πεθαίνει στις 28 Σεπτεμβρίου του 1990 στο Νοσοκομείο Υγεία.

Ποίηση

Λύσε τα δεσμά σου, απελευθερώσου γιέ μου! Μέχρι πότε θα είσαι σκλάβος
του χρυσού , του ασημιού;

Εάν ρίξεις τη θάλασσα μέσα σε μια στάμνα, πόσο νερό νομίζεις ότι θα μπορέσει να πάρει;
Σίγουρα την ποσότητα νερού που χρειάζεσαι μόνο για μια μέρα.

Δε χορταίνει το μάτι των άπληστων. Εάν το όστρακο δεν ήταν ολιγαρκές
δε θα γέμιζε με μαργαριτάρια.

Όποιος σκίσει τα ρούχα του από τον έρωτα, αυτός έχει απαλλαγεί παντελώς
από την απληστία και την αμαρτία.

Να είσαι ευλογημένος ω υπέροχε έρωτά μας, γιατί είσαι ο θεράπων όλων
των παθών (των ελαττωμάτων) μας.

Ω θεράποντα της αλαζονείας και της υπεροψίας μας. Είσαι ο Πλάτωνας,
ο Γαληνός μας.

Το σώμα που είναι φτιαγμένο από χώμα, χάρη στον έρωτα ανεβαίνει στο υψηλότερο
στρώμα των ουρανών. Ακόμα και το βουνό αποκτά ευκινησία και αρχίζει να χορεύει.

Ω αγαπημένε! Ο έρωτας έγινε η ψυχή του όρους Σινά. Μέθυσε το βουνό
και ο Μωυσής έπεσε κάτω αναίσθητος.

Εάν τα χείλη μου ενώνονταν με τα χείλη εκείνου που ταυτίζονται οι απόψεις μας,
θα επαναλάμβανα και εγώ τα λόγια του νέι με την ίδια ευγλωττία.

Αυτός που απομακρύνεται από εκείνον που μιλάει την ίδια γλώσσα μαζί του,
χάνει τη λαλιά του έστω κι αν γνωρίζει εκατοντάδες μελωδίες.

Όταν μαραθεί το ρόδο και κιτρινίσει ο κήπος των ρόδων δεν μπορείς
να ξανακούσεις το αηδόνι να αφηγείται τις περιπέτειές του.

Ο Αγαπημένος είναι το παν, ενώ ο ερωτευμένος είναι ένα πέπλο. Ο
Αγαπημένος είναι ζωντανός, ενώ ο ερωτευμένος νεκρός.

Όποιος δεν ρέπει στον έρωτα γίνεται πουλί χωρίς φτερά. Αλίμονο
σε αυτόν το δυστυχή.

Εάν δεν έχω το φως του Αγαπημένου εμπρός μου, πίσω μου, πώς θα αντιληφθώ
ποιο είναι το εμπρός και ποιο είναι το πίσω;

Ο έρωτας απαιτεί να λέγονται αυτά τα λόγια. Πώς ο καθρέφτης
να μη γίνει συκοφάντης;

Ξέρεις γιατί ο καθρέφτης σου δεν είναι συκοφάντης; Γιατί δεν σκουπίστηκε από το
πρόσωπό σου η σκόνη, η σκουριά, δεν καθαρίστηκε από αυτά.

Το Μεσνεβί είναι το αριστούργημα του Ρουμί. Αποτελείται από έξι βιβλία που γράφτηκαν σε σαράντα τρία ολόκληρα χρόνια. Δε μπορεί να αναλυθεί σαν ποιητικό έργο λόγω της ειδικής πλοκής των ιδεών, της μορφής, και της παρουσίασης του.

Ο Τζελαλεντίν Ρουμί (1207-1273) ήταν Πέρσης ποιητής και δάσκαλος θεολογίας και δικαίου στο Ικόνιο (Κόνια, Τουρκία) με μεγάλη επιρροή στον ιδεολογικό-θρησκευτικό χώρο του Ισλάμ και ιδιαίτερα στον μουσουλμανικό μυστικισμό.

Τα σπουδαιότερα έργα του είναι το “Ντιβάν”, συλλογή λυρικών ποιημάτων και το “Μεσνεβί” (δίστιχα) που περιέχει 40.000 δίστιχα σε ηθικά και ασκητικά θέματα, μέσα από μυστικισμό και αλληγορίες. Ίδρυσε το Σουφικό τάγμα των Μεβλεβί. Γεννήθηκε το 1207 μ.Χ., στο Μπαλκ (τότε μέρος του Μεγάλου Χορασάν, στο σημερινό Αφγανιστάν) και πέθανε στο Ικόνιο (σημερινή Κόνια της Τουρκίας) το 1273. Έγραψε τα ποιήματά του στα περσικά και τα έργα του διαβάζονται στο Ιράν και το Αφγανιστάν, όπου μιλιέται η γλώσσα. Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αυτοκρατορία των Σελτζούκων και ιδιαίτερα στο Σουλτανάτο του Ρουμ, δηλαδή το Σουλτανάτο των Σελτζούκων του Ικονίου.

http://logocafe.blogspot.com/

Ποίηση

Pablo Neruda: "Σε κοιτάζω και σε ερωτεύομαι, κι έτσι ζω"
“Απ' όσα πράγματα έχω δει,

μονάχα εσένα θέλω να εξακολουθώ να βλέπω,

απ' ό,τι έχω αγγίξει,μονάχα το δέρμα σου θέλω ν' αγγίζω και αγαπώ το πορτοκαλένιο γέλιο σου,μ' αρέσεις την ώρα που κοιμάσαι.

Πώς να γίνει, αγάπη, αγαπημένη,

δεν ξέρω οι άλλοι πώς αγαπάν,

δεν ξέρω πώς αγαπήθηκαν άλλοτε,

εγώ σε κοιτάζω και σε ερωτεύομαι, κι έτσι ζω,

φυσικότατα ερωτευμένος.

Γι' αυτό σ' αγαπώ κι όχι γι' αυτό,

για τόσα πράματα και τόσο λίγα,

κι έτσι πρέπει να 'ναι ο έρωτας

μισόκλειστος και ολικός, ιδιάζων και τρομαχτικός, σημαιοστόλιστος και πενθοφορεμένος,λουλουδιασμένος σαν τ' αστέρια και χωρίς μέτρο - όριο, σαν το φιλί”.

-Pablo Neruda

Ποίηση

Είμαι αυτή η ροή της άμμου

που γλιστράει ανάμεσα στο βότσαλο και στον αμμόλοφο

η καλοκαιρινή βροχή πέφτει πάνω στη ζωή μου

πάνω σ' εμένα η ζωή μου που μου ξεφεύγει

με καταδιώκει και θα σβήσει τη μέρα

που άρχισε αγαπημένη στιγμή

σε βλέπω μέσα σ' αυτό το παραπέτασμα της ομίχλης

που χάνεται όπου δε θα 'χω παρά να πατήσω

σ' αυτά τα μακριά κινούμενα κατώφλια

και θα ζήσω όσο ν' ανοιγοκλείσει μια πόρτα

doctv.gr

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή