Δίπλα η άμορφη απεραντοσύνη του σύμπαντος.
Πως θα σκεφτόμουν,
πώς θα 'παιρνα έστω και μιαν ανάσα,
πώς θα μιλούσα,
αν απο μόνος μου δεν μπορούσα
να ριχτώ σ'αυτό το απέραντο σύμπαν;
Ζαρώνω στη σκέψη του θεού,
στη σκέψη της φύσης
και των θαυμάτων της,
στη σκέψη του Χώρου
και του χρόνου
και του θανάτου,
μα εγώ γυρίζω και σε φωνάζω,
Θεέ μου
αληθινό μου Είναι,
Εσύ ζευγαρώνεις με το Χρόνο
χαμογελάς χαρούμενα στο Θάνατο
γεμίζεις και πλημμυρίζεις
την απεραντοσύνη του Χώρου.

Γουόλτ Γουίτμαν
ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ (1819-1892)