η νύχτα μόλις πριν από τα δάση

"… έτρεξα, έτρεξα, έτρεξα για να μη βρεθώ στρίβοντας τούτη τη φορά τη γωνία, μπροστά σ’ένα δρόμο άδειο από σένα, να μη βρω και τούτη τη φορά μόνο βροχή, βροχή, βροχή, για να ξαναβρώ τούτη τη φορά εσένα στη στροφή της γωνίας, και να τολμήσω να φωνάξω : φίλε! και να τολμήσω να σε πιάσω από το μπράτσο: φίλε! και να τολμήσω να σε πλησιάσω: δωσ’ μου φωτιά φίλε, δεν κοστίζει τίποτε φίλε, κωλοβροχή, κωλοαέρας, κωλοδιασταύρωση, δεν είναι καλό ούτε για σένα, ούτε για μένα, να κυκλοφορούμε εδώ απόψε, δεν έχω όμως τσιγάρο, δεν ήταν τόσο για να καπνίσω που σου ‘λεγα: φωτιά φίλε, όσο για να σου πω φίλε: κωλοσυνοικία, κωλοσυνήθεια να τριγυρνάς κατά δω (τρόπος κι αυτός να κολλάς στους ανθρώπους!), γυρνάς τότε κι εσύ, με τα ρούχα βρεγμένα κινδυνεύοντας ν’ αρπάξεις κάθε λογής αρρώστια, κι ούτε που σου ζητάω τσιγάρο πια φίλε, δεν καπνίζω άλλωστε, τίποτε δεν θα σου κοστίσει που σε σταμάτησαν, ούτε φωτιά, ούτε τσιγάρο φίλε, ούτε λεφτά (για να φύγεις ύστερα!

δεν κάνω ούτε για εκατό φράγκα απόψε), και εξάλλου έχω να σε κεράσω εγώ έναν καφέ, στον κερνάω φίλε, προκειμένου να επιστρέψω σ’ εκείνα τα περίεργα φώτα, και για να μη σου κοστίσει τίποτε γι αυτό ακριβώς σου κόλλησα – μπορεί να έχω έναν δικό μου τρόπο να πλησιάζω τους ανθρώπους, τελικά όμως δεν τους κοστίζει τίποτε (δεν μιλάω για δωμάτιο φίλε, δωμάτιο για μια νύχτα, διότι και οι πιο εντάξει τύποι κατεβάζουν τα μούτρα, ναι, για να φύγεις ύστερα! δεν θα μιλήσουμε για δωμάτιο φίλε), έχω όμως μια ιδέα να σου πω 

-έλα, μην καθόμαστε εδώ, σίγουρα θ’ αρρωστήσουμε

– απένταρος, άνεργος δεν βοηθάει και πολύ τα πράγματα (δεν είναι αυτό που ζητάω, δεν είναι αυτό πραγματικά), είναι που κατ’ αρχάς έχω αυτήν την ιδέα, που πρέπει να σ’ την πω, σ’ εσένα κι εμένα που τριγυρνάμε σ’ αυτή την παράξενη πόλη, δίχως φράγκο στην τσέπη (έναν καφέ πάντως στον κερνάω σύντροφε, έχω να σ’ τον κεράσω, δεν τα στρίβω τώρα), διότι εκ πρώτης όψεως δεν είναι τα λεφτά ούτε για σένα, ούτε για μένα που μας καρφώνουν χάμω!

έχω λοιπόν αυτή την ιδέα φίλε, για όσους σαν κι εσένα κι εμένα δεν έχουν λεφτά, ούτε δουλειά, και ούτε που ψάχνω πια στ’ αλήθεια – στη δουλειά εμείς οι άλλοι, έξω, δίχως μία στην τσέπη δεν βαραίνουμε πολύ, στο παραμικρό φύσημα του ανέμου θ’ απογειωνόμασταν, δε θα μπορούσαν να μας κρατήσουν πάνω στις σκαλωσιές παρά δεμένους: ένα γερό φύσημα του ανέμου και θ’ απογειωνόμασταν, ανάλαφροι

– όσο για το μεροκάματο, εγώ σ’εργοστάσιο ποτέ! δύσκολο να στο εξηγήσω, …"

B.-M. Koltes
"Η Νύχτα μόλις πριν από τα Δάση"
Μετάφραση: Μάγια Λυμπεροπούλου
Εκδόσεις ΑΓΡΑ

 

Το έργο του Κολτες εστιάζει όχι μόνο σε όσους είναι απόκληροι, άστεγοι και μοναχικοί αλλά και σε όσους αισθάνονται έτσι, θα το συνόψιζα δε στη φράση "ΟΛΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΞΕΝΟΙ" που αναφέρεται στο εν λόγω ανάγνωσμα. Ιδού μερικά βιoγραφικά στοιχεία για το συγγραφέα από τη Βικιπαιδεία:

Ο Bernard Marie Koltes, γεννημένος σε μια μεσο-αστική οικογένεια στο Μετζ το 1948, ανακαλύπτει για πρώτη φορά τη μαγεία του θεάτρου στα 20 χρόνια του, συγκλονισμένος από την ερμηνεία της ηθοποιού Μαρίας Καζαρέ στη Μήδεια. Από τη στιγμή εκείνη ξεκινά να ασχολείται συστηματικά με τη συγγραφή θεατρικών έργων, εκδίδοντας τον μακρύ μονόλογο "Η νύχτα πριν από τα δάση", που ανέβηκε στο φεστιβάλ Αβινιόν το 1977. Το θέατρο του Κολτές είναι μία συνεχόμενη αναζήτηση με θέμα την επικοινωνία των ανθρώπων και βρίσκεται σε αντίθεση με τη γενιά της οποίας δημιούργημα είναι το θέατρο του παραλόγου.

Τα έργα του Κολτές είναι από τα πλέον γνωστά και ο ίδιος βρίσκεται ανάμεσα στους πιο δημοφιλείς θεατρικούς συγγραφείς του κόσμου, έχοντας δει όλα τα δημιουργήματά του να ανεβαίνουν επί σκηνής. Τα ταξίδια του στην Αφρική, και η μάχη της Αφρικανικής κουλτούρας με αυτήν της Ευρώπης, τον εμπνέουν και γράφει το έργο "Μάχη νέγρου με σκύλους", ενώ μετά από ένα ταξίδι στην Αμερική γράφει τη "Δυτική αποβάθρα", που καταπιάνεται με την ιστορία δύο αδερφιών σε μια ξένη κουλτούρα. Ο ψυχοπαθής δολοφόνος Ρομπέρτο Σούκο είναι η έμπνευση για το τελευταίο του έργο "Ρομπέρτο Ζούκο". Πέθανε το 1989 στο Παρίσι από AIDS.