Για το On the road, το πασίγνωστο μυθιστόρημα του Τζακ Κέρουακ (1922-1969) έχει χυθεί τόσο μελάνι, που όσα και να σημειωθούν τώρα θα ακούγονται ως αναπαραγωγές. Το θέμα, λοιπόν, είναι κάτι που μας απασχολεί όσον αφορά κάθε έργο: εάν το κείμενο αυτό έχει επιβιώσει μέσα στο χρόνο… Και όχι μόνο από ιστορική/φιλολογική άποψη αλλά, κυρίως, από λογοτεχνική, γιατί αυτό είναι το ζητούμενο: εάν, δηλαδή, έχει μπει στον κανόνα, με βάση τη γλώσσα του, την αισθητική της γραφής του.

Δεν ενδιαφέρει τη λογοτενία, σε τελευταία ανάλυση, εάν απεικόνισε κάποιες ανησυχίες μιας γενιάς, της αμερικανικής και όχι μόνο, που βγαίνοντας από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και από τα ήθη μιας άλλης εποχής (της αθωότητας;) προκάλεσε τη ρήξη με τα παραδεδομένα. Αυτά είναι κοινωνιολογικού τύπου κρίσεις/οδηγοί, δυστυχώς, κάποιων παρωχημένης σκέψης αρθρογράφων και φιλολόγων, που μας ταλαιπωρούν ακόμα…

Να επαναλάβω κάτι προφανές, πλην διαφεύγον από πολλούς: εάν ο Μπαλζάκ ή ο Τολστόι θεωρούνται μεγάλοι συγγραφείς, αυτό δεν συμβαίνει γιατί στο έργο τους συνέλαβαν τεράστιες πινακοθήκες χαρακτήρων και φιλοτέχνησαν μεγάλους πίνακες συγκρούσεων (αυτό θα μπορούσσε να το κάνει και ένας συνηθισμένος «κολοσάλ» πεζογράφος –δες π. χ. τον σταλινικό- Αλεξέι Τολστόι) αλλά γιατί όλα τα προηγούμενα τα διαχειρίζονται, τις περισσότερες φορές, με απαράμιλλο, αισθητικά, τρόπο.

Η γλώσσα, λοιπόν, του Κέρουακ, τα Αγγλικά του, η περιγραφική του δεινότητα, η ποιητική, γενικά, του ύφους του: αυτά πρέπει να εξετάζονται και όχι τα εξωτερικά στοιχεία, που συνόδευσαν ιστορικά το κείμενό του. Δεν λέω ότι αυτός ο συνειρμός βλάπτει, κάθε άλλο, μόνο που δεν μπορεί να είναι το κ ύ ρ ι ο κριτήριό μας στην αντιμετώπιση ενός καλλιτεχνικού έργου.

Το δημοσιευόμενο κείμενο δεν είχε συμπεριληφθεί από τον Κέρουακ στο μυθιστόρημά του και είδε το φως της δημοσιότητος πριν από λίγο καιρό.

Να θυμίσω ότι ο Νιλ, που αναφέρει, είναι ο φίλος του συγγραφέας και πλάνης Νιλ Κάσαντι, ο Χανκ, είναι ο ντίλερ Χέρμπερτ Χανκ, η Λουάν είναι η πρώτη σύζυγος του Κάσαντι….

Στο δρόμο

Αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα μου γνώρισα τον Νιλ….Μόλις είχα αναρρώσει από μία σοβαρή ασθένεια για την οποία θα περιορισθώ να πω ότι είχε σχέση με το θάνατο του πατέρα μου και την τρομακτική μου αίσθηση ότι τα πάντα είχαν πεθάνει. Με την άφιξη του Νιλ ξεκίνησε πράγματι εκείνη η φάση της ζωής μου που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε η ζωή μου στο δρόμο. Προηγουμένως πάντοτε ονειρευόμουν να πάω προς τη Δύση, να γνωρίσω τη χώρα, ήταν όμως πάντοτε αόριστα αυτά τα σχέδια και δεν είχα ξεκινήσει ποτέ. Ο Νιλ είναι ο τέλειος σύντροφος για το δρόμο γιατί γεννήθηκε στο δρόμο, όταν οι γονείς του ταξίδευαν προς το Σολτ Λέικ Σίτυ το 1926, με ένα σαραβαλιασμένο αυτοκίνητο, καθ’ οδόν προς το Λος Άντζελες.

***

Στη μέση της γης των Πέκος αρχίσαμε να συζητάμε για το τι είδους προσωπικότητες θα μπορούσαμε να είμαστε στη Παλιά Δύση. «Νιλ εσύ σίγουρα θα ήσουν ένας απατεώνας» είπα «όμως ένας από αυτούς τους λοξούς, διασκεδαστικούς απατεώνες που διασχίζουν καλπάζοντας τις πεδιάδες και τη βρίσκουν πυροβολώντας στα σαλούν». «Η Λουάν θα ήταν η ωραία της αίθουσας χορού».

Ο Μπιλ Μπάροους θα έμενε στην άκρη της πόλης, ένας συνταξιούχος συνταγματάρχης της Ομοσπονδίας, σε μεγάλο σπίτι με όλα τα παντζούρια κλειστά και θα έβγαινε μόνο μια φορά το χρόνο για να συναντήσει τον ντίλερ του σε κάποιο στενό της Κινεζικής Συνοικίας… Ο Αλ Χινγκλ θα περνούσε τις μέρες του στην τσόχα και θα έλεγε ιστορίες καθισμένος σε μια πολυθρόνα. Ο Χάνκ θα ζούσε με τους Κινέζους. Θα τον βλέπαμε να περνάει κάτω από τα φώτα του δρόμου με την αλογοουρά του και την πίπα του οπίου, χωρίς να καταδέχεται να μας κοιτάξει». «Και εγώ;» ρώτησα. «Εσύ θα ήσουν ο γιος του εκδότη της τοπικής εφημερίδας. Κάθε τόσο θα ξεμυαλιζόσουνα και θα πήγαινες να διασκεδάσεις με τους άλλους τρελούς.

Ο Άλεν Γκίνσμπεργκ θα ήταν ένας ακονιστής, που τροχίζει ψαλίδια και κατεβαίνει από το βουνό μια φορά το χρόνο με το καροτσάκι του, προβλέπει τις πυρκαγιές ενώ οι άνθρωποι των συνόρων θα τον κάνουν να χορεύει στον ήχο των εκπυρσοκροτήσεων.

Η Τζόαν Άνταμς… θα ζούσε στο σπίτι με τα παντζούρια, θα ήταν η μοναδική πραγματική κυρία στην πόλη, αλλά κανένας δεν θα την έβλεπε ποτέ». Συνεχίσαμε πολύ ώρα έτσι, αναφέροντας όλα τα γνωστά μας καθάρματα. Πολλά χρόνια αργότερα ο Άλεν θα κατέβαινε από το βουνό με μακριά γενειάδα, χωρίς ψαλίδια, μονάχα τραγούδια καταστροφής. Και ο Μπάροους δεν θα έβγαινε πλέον μια φορά το χρόνο από το σπίτι. Και η Λουάν θα είχε πυροβολήσει το γέρο Νιλ ενώ έβγαινε παραπατώντας από το σπίτι. Ο Αλ Χίνγκλ θα ζούσε περισσότερο από όλους εμάς και θα αφηγείτο ιστορίες στους νέους μπροστά στο Σίλβερ Ντόλαρ. Τον Χάνκ θα τον εύρισκαν νεκρό έναν κρύο χειμώνα σε ένα σοκάκι.

Η Λουάν θα κληρονομούσε την αίθουσα χορού, θα γινόταν κυρία και μια από τις ισχυρές δημόσιες προσωπικότητες.

Εγώ θα είχα εξαφανιστεί στη Μοντάνα και κανένας δεν θα ήξερε πλέον τίποτα για μένα. Στο τέλος θυμηθήκαμε και τον Λούσιεν Καρ – αφαντος από το Πέκος Σίτυ θα είχε επιστρέψει χρόνια μετά μαυρισμένος από τον ήλιο της Αφρικής, με μία αφρικανή βασίλισσα για σύζυγο, δέκα μαύρα παιδιά και μια περιουσία σε χρυσό. Ο Μπιλ Μπάροους θα τρελαινόταν κάποια μέρα και θα άρχιζε να πυροβολεί σε όλη τη πόλη από το παράθυρο. Θα είχαν βάλει φωτιά στο παλιό του σπίτι, θα είχαν καεί τα πάντα και η Πέκος Σίτυ θα μεταβαλλόταν σε μια πόλη φάντασμα με καρβουνιασμένα ερείπια ανάμεσα στα πορτοκαλιά βράχια. Κοιτάξαμε γύρω μας ψάχνοντας για ένα καλό σημείο. Ο ήλιος έδυε. Εγώ αποκοιμήθηκα και ονειρεύτηκα το φαντασιωμένο.

***

Ήθελα να κάνω έρωτα με την Έντι για τελευταία φορά αλλά εκείνη ούτε να το ακούσει. Πήγαμε μόνοι με το αυτοκίνητο μέχρι τη λίμνη, αφήνοντας τον Νιλ στο ξενοδοχείο του οποίου οι ιδιοκτήτριες πόρνες, με παντελόνια, είχαν απαγορεύσει την είσοδο στην Έντι για κουβεντούλα και καμιά μπίρα («Τι νομίζετε ότι είναι εδώ!» και η Έντι τις είχε διαολοστείλει.

Στη λίμνη μείναμε καθισμένοι στο αυτοκίνητο σαν δύο συνηθισμένοι ερωτευμένοι. «Και αν δοκιμάζαμε οι δυό μας για πρώτη ή για τελευταία φορά, πες το όπως θέλεις». «Μη λες βλακείες». Θύμωσα και πήγα να «σκεφτώ» πλάι στο νερό. Παλιά αυτό είχε πάντα επιτυχία, εκείνη με ακολουθούσε και με καθησύχαζε. Τώρα αρκέστηκε στο να κάνει όπισθεν και να γυρίσει σπίτι να κοιμηθεί, αφήνοντας με να διανύσω εφτά μίλια νυχτερινού Ντιτρόιτ, διότι δεν περνούσαν λεωφορεία από εκείνα τα μέρη.

Περπάτησα τέσσερα μίλια μέχρι την πρώτη στάση του τραμ. Ήταν σαν τους περιπάτους στο σκοτάδι που έκανα στην λεωφόρο Αλαμέντα στο Ντένβερ όταν έβλεπα το κεφάλι μου στην άσφαλτο που γυάλιζε στο φεγγαρόφωτο. Είχαμε τελειώσει, ο Νιλ έλεγε ότι έπρεπε να φύγουμε για τη Νέα Υόρκη. Εγώ ήθελα να κάνω άλλη μια προσπάθεια.

Πήγαμε στης Έντι το άλλο απόγευμα και περάσαμε πέντε ώρες χαζεύοντας με τα παιδιά και καταβροχθίζοντας ό,τι υπήρχε στο ψυγείο, όσο έλειπε η μητέρα της στη δουλειά. Μετά η Έντι μας είπε να πάμε να περιμένουμε στο μπαρ του Μακ Άβε.

Εκείνο με τον αδιάκριτο μπάρμαν, όπου θα ερχόταν και εκείνη αργότερα. Μόλις στρίψαμε τη γωνία γύρισα το κεφάλι μου και την είδα να χαιρετάει έναν άντρα, που ήταν στο τιμόνι ενός αυτοκινήτου, να βγαίνει και να μπαίνει στο αυτοκίνητο. Το αυτοκίνητο έκανε όπισθεν για να μην έρθει προς την κατεύθυνση μας και έφυγε.

Είπα «τι στο διάολο συμβαίνει; Ήταν πράγματι η Έντι αυτή; Δεν έπρεπε να μας συναντήσει στο μπαρ;».

Ο Νιλ έμεινε σιωπηλός. Περιμέναμε καμιά ώρα και μετά εκείνος με αγκάλιασε και είπε «Τζακ το ξέρω ότι δεν θέλεις να το πιστέψεις αλλά γιατί δεν ανοίγεις τα μάτια; Δεν καταλαβαίνεις ότι έχει ένα αγόρι, έναν αρραβωνιαστικό στο Ντιτρόιτ, που μόλις ήρθε να την πάρει; Εάν θέλεις να την περιμένεις εδώ θα την περιμένεις όλη τη νύχτα».

«Μα αυτή δεν φέρεται έτσι!» «Δεν θα καταλαβεις τις γυναίκες ούτε μετά από ένα εκατομμύριο χρόνια.

Είναι ακριβώς σαν τη Λουάν, φίλε, είναι όλες πόρνες – και εσύ γνωρίζεις ότι χρησιμοποιώ τη λέξη πόρνη με μια εντελώς διαφορετική έννοια από τη γενική. Σε σβήνουν από το μυαλό τους και αδιαφορούν για σένα σαν να ήσουν μια παλιά γούνα που θέλουν να αλλάξουν.

Οι γυναίκες είναι πολύ πιο ικανές από τους άντρες στο να ξεχνάνε. Σε έχει ξεχάσει, φίλε. Αλλά εσύ δεν το πιστεύεις». «Δεν μπορώ να το πιστέψω». «Δεν την είδες με τα ίδια σου τα μάτια;». «Φοβάμαι πως ναι». «Τόσκασε μαζί του.

Και τι μαλακισμένη, ούτε την παραμικρή νύξη για αυτό που είχε στο νου της. Ρε φίλε εγώ τις γνωρίζω αυτές τις γυναίκες, την παρατήρησα καλά αυτές τις δύο ημέρες, και εγώ τις γνωρίζω, τις γνωρίζω». Το καλοκαίρι είχε τελειώσει. Στεκόμασταν στο πεζοδρόμιο μπροστά στο μπαρ – τι στο καλό κάναμε στο Ντιτρόιτ; – και είχε αρχίσει να κάνει κρύο.

Ήταν το πρώτο κρύο δειλινό της Άνοιξης. Ανατριχιάζαμε μόνο με τα μπλουζάκια μας. «Αχ φίλε ξέρω πως αισθάνεσαι. Είναι κάτι μόνιμο στη ζωή μας – εγώ έκλεισα με την Κάρολιν, έχω κλείσει από καιρό με την Λουάν, και τώρα εσύ έκλεισες με την Έντι. Θα πάμε στη Νέα Υόρκη και θα κάνουμε μια νέα αρχή. Αγάπησα την Λουάν με κάθε ίνα του σώματος μου, φίλε, και σαν αντάλλαγμα εισέπραξα την ίδια συμπεριφορά».

Παρ’ όλ’ αυτά γύρισα με τα πόδια στο σπίτι της Έντι για να δω αν ήταν εκεί. Η μητέρα της είχε επιστρέψει στο σπίτι, την είδα από το παράθυρο της κουζίνας. Μια εποχή της ζωής μου είχε τελειώσει οριστικά.

Συμφωνούσα με τον Νιλ. «Ο κόσμος αλλάζει, φίλε, αυτό πρέπει να καταλάβεις». «Ελπίζω ότι εσύ και εγώ δεν θα αλλάξουμε ποτέ». «Το ξέρουμε, το ξέρουμε». Πήραμε ένα τραμ μέχρι το κέντρο του Ντιτρόιτ, και ξαφνικά μου ήρθε στο νου ότι ο Λουί Φερνάν Σελίν είχε κάποτε πάρει το ίδιο τραμ με τον φίλο του Ρόμπινσον, όποιος και να ήταν ο Ρόμπινσον, ίσως και ο ίδιος ο Σελίν.

Και ο Νιλ ήταν σαν και μένα, διότι το προηγούμενο βράδυ είχα ονειρευτεί τον Νιλ στο ξενοδοχείο, και ο Νιλ ήμουν εγώ. Ούτως ή άλλως ήταν αδερφός μου και μείναμε μαζί.

Μετάφραση: Φ. Μουρικη

https://tasosgoudelis.wordpress.com