Δίχως θέα στο μέλλον,
περπατούσες στα νύχια, γονάτιζες,
αφουγκραζόσουν τον ύπνο μας τα μεσάνυχτα,
μάς έλουζες και μάς χτένιζες,
μάς φορούσες καθαρά ρούχα την Κυριακή,
μάς συνόδευες κάτου στην πόρτα
και μάς κοίταζες άφωνη, ώσπου
μάς έπαιρνε ο ήλιος.

Όλα ήταν για μας.
Για σένα δεν είχε τίποτα ο κόσμος.
Για μας τα λουλούδια κι η θάλασσα,
τα τραγούδια και η Λαμπρή.
Χωρίς δαχτυλίδι στο χέρι,
περιχαρακωμένη στη μοίρα σου,
ψήλωνες μέσα στη μοναξιά σου,
μας μάλωνες με την πίκρα σου.

Κι ενώ τρέχαμε μεις
πιασμένοι απ' τα χέρια
ν'αγκαλιάσουμε τον ορίζοντα, εσύ
έψαχνες για παράθυρα,
σ'ένα σπίτι παράξενο και πικρό, που δεν είχε
τίποτε άλλο εκτός
από μια πόρτα να φύγεις.

Μα τα πλοία δεν σε παίρνανε
γιατί είχες τον άνεμο και τη θάλασσα μέσα σου
γιατί είχες μιάν έρημο μέσα σου, δίχως
πουλί και τραγούδι.

| Νικηφόρος Βρεττάκος | Όλα Είναι Μοναξιά στο Καλέντζι | Η Εκλογή Μου | εκδόσεις Ποταμός |