Το γαϊτανάκι, η κυρία Κλοκλό, ο Αρλεκίνος είναι κάποια από τα βιβλία που σημάδεψαν την παιδική μου ηλικία. Θυμάμαι περίμενα με λαχτάρα το βράδυ για να διαβάσω τη συνέχεια του γέρου σοφού και την προσπάθειά του για την εδραίωση μιας παγκόσμιας ειρήνης.

Με την κυρία Κλοκλό από την άλλη ταξίδευα σε άλλους κόσμους και πάντα μου έμενε αυτό το κρυφό, πονηρό χαμόγελο σαν να είμαι και εγώ μέρος του κόσμου της. Σαν μεγάλωσα, πάλι διάβαζα την Ζωρζ Σαρή με το ίδιο πάθος, προσμονή και γλυκόπικρο συναίσθημα. Έβλεπα κάτι στα βιβλία της που ταίριαζαν στην μυρωδιά της ψυχής μου, ένοιωθα μία αγωνία αλλά και μία γαλήνη ταυτόχρονα σαν να μου τα έλεγε όλα αυτά εκείνη την στιγμή, σαν να είμαστε φίλες που η μία έχει τόσα να πει στην άλλη.

Άλλωστε ήταν ένας άνθρωπος που είχε ζήσει τόσα πολλά και είχε κάνει ακόμα περισσότερα. Το γαλλικό ταπεραμέντο και η μικρασιατική ψυχή ήταν φανερά στην επιβλητική της παρουσία. Με την στεντόρεια φωνή της δεν την έχανες ποτέ από τα μάτια σου και με το πάθος της για το θέατρο και τον δάσκαλό της, Δημήτρη Ροντήρη να είναι τόσο έκδηλο στο συγγραφικό της έργο, είχες ήδη φανταστεί την προσωπικότητά και τη φινέτσα του ήθους της.

«Χιλιάδες ερωδιοί πετούσαν πάνω από την αμμουδιά, άφοβοι, πλησίαζαν την ήρεμη επιφάνεια της θάλασσας, πετάριζαν, υψώνονταν, χαμήλωναν, διασταυρώνονταν, χώριζαν, ρόδινες μπαλαρίνες πάνω στη σκηνή ενός θεϊκού θεάτρου. Όλα τα χρώματα ήταν ζεστά, άγνωστα χρώματα για τους ζωγράφους της Μονμάρτρης, χρώματα που δεν είχαν όνομα. Χρώματα που δένονταν με τους ήχους, με τη σιωπή, με τις μυρουδιές, με τους χτύπους της καρδιάς… και ξαφνικά ο ήλιος σαν άγουρο πορτοκάλι βουτούσε μέσα στη θάλασσα και μαζί του χάνονταν τα τόσα χρώματα.» Νινέτ, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1993

«Σήμερα το πρωί, στην πλατεία Αγάμων, κρέμασαν τον κυρ Σπύρο μας μαζί μ’ έναν άλλο μπακάλη. Το’γραψαν οι εφημερίδες: “κατεδικάσθησαν εις τον δι’ απαγχονισμού θάνατον”. Η κατηγορία ήταν: “απόκρυψις μεγάλης ποσότητος ελαίου, με σκοπόν την πώλησιν αυτού εις την μαύρην αγοράν”. Άρχισαν να περπατάνε αργά, αδιάφοροι. Η Αθηνά μου ψιθύρισε: “Θα τους έχουμε κάνει καμιά ένεση για να μην καταλαβαίνουνε… Στο σπίτι η μητέρα πότιζε, αμέριμνη, τις γλάστρες της. Πλησιάζει η άνοιξη κι έχουν ξεπεταχτεί κάτι πράσινα φυλλαράκια. “Να μην της πούμε τίποτε, είπε η Ειρήνη, και στενοχωρηθεί”. Πήγαμε και κλειστήκαμε στο δωμάτιό μας κι όταν χτύπησε το κουδούνι κανένας από μας δε σκέφτηκε να πάει ν’ ανοίξει την πόρτα κι έγινε το κακό. Τ’ αχείλι της μητέρας έτρεμε. Από κει που η μητέρα δε μιλούσε, ξαφνικά αγρίεψε. Την άρπαξε από το γιακά και την έσπρωξε φωνάζοντας: “Έξω από το σπίτι μου, έξω! Εσένα έπρεπε να κρεμάσουν οι Γερμανοί”.» Όταν ο ήλιος, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1992

«Η κυρία Κλοκλό κλείνει το τηλέφωνο και τρέχει στην κάμαρά της για να ντυθεί. Βάζει πρώτα το μπλε φόρεμα με τη φαρδιά τη ζώνη. Ύστερα φοράει τα κόκκινα παπούτσια. Κρεμάει τα σκουλαρίκια στ’ αυτιά της. Γύρω απ’ το λαιμό της τυλίγει το μακρύ κολιέ. Βάζει πάνω στο κεφάλι της το μπλε καπελάκι. Φοράει τα κίτρινα γάντια κι αρπάζει με τ’ αριστερό της χέρι την κίτρινη τσάντα. Πηγαίνει και στέκεται μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη. Το φουστάνι είναι κοντό, το καπέλο είναι στραβό, τα σκουλαρίκια δεν ταιριάζουν με το κολιέ. Τα παπούτσια είναι φρίκη και τα γάντια είναι τόσεσάρπα, μοιάζει με τραπεζομάντιλο. Βγάζει το φουστάνι της, πετάει τα σκουλαρίκια και το κολιέ. Ποδοπατάει το καπελάκι. Σκίζει την εσάρπα. Ο κύριος Κλικλής στέκεται μπροστά της και την κοιτάζει μ’ ανοιχτό το στόμα και γουρλωμένα τα μάτια.
– Ποπό, Κλοκλό μου, ποτέ δεν ήσουν τόσο, μα τόσο όμορφη. Τι καταπληκτική γούνα έχεις! Γιατί μας την έκρυβες καιρό; Θα είσαι η πιο όμορφη της γιορτής. Και η κυρία Κλοκλό βγαίνει απ’ το σπίτι της με την όμορφη γούνα της.» Η κυρία Κλοκλό, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1986-87

«Η Ζωή θέλει να την αγαπάνε. Να την αγαπάνε χωρίς παζαρέματα, πολύ και αλογάριαστα. Μικρή κατάλαβε πως για να τα καταφέρει, έπρεπε πρώτα ν’ αγαπήσει αυτή τους ανθρώπους ή τουλάχιστον να κάνει πως τους αγαπά….. Αγαπούσε όπως πεινούσε, όπως διψούσε, όπως πονούσε, όπως γελούσε.
Το δίχτυ της Ζωής ήταν σοφά πλεγμένο. Είχε κι άλλες κλωστές πολύ γερές. Άνοιγε τις χούφτες της και σκόρπιζε το παιδικό της βιος. Χάριζε τα βιβλία της, τα μολύβια της, τις πέννες της, τις ζωγραφιές της, τα παιχνίδια της. Κρυφά από τους δικούς της χάρισε το χρυσό σταυρό της, το δαχτυλιδάκια της, μια παλιά καρφίτσα της γιαγιάς. Έψαχνε στα συρτάρια, κάτι να βρει ακόμα, να το χαρίσει κι αυτό, να γίνει ένας παραπανίσιος κρίκος στην αλυσίδα που θα την έδενε με τους ανθρώπους . Αγωνιζόταν. Η λαχτάρα της γινόταν ορμητικό ποτάμι και παράσερνε τα εμπόδια. Όχι, όχι δεν ήτανε παιχνίδι. Ήταν αγωνία. Παιδιάστικη αγωνία. Η μητέρα το ‘χε καταλάβει και της παραστεκότανε χωρίς πολλά λόγια. Ένιωθε τη μοναξιά που τρόμαζε το παιδί της, ίσως γιατί την ήξερε, τη φοβόταν. Έλεγε στη Ζωή: “Να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είσαι’συ”.» Όταν ο ήλιος, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1992

«Όταν πρωτοπήγε σχολείο, τα παιδιά γύρω της µιλούσαν για τη µάνα τους. Σώπαινε. Ένιωθε ένοχη, λες κι έφταιγε εκείνη που µάνα δεν υπήρχε στο σπίτι. Η θεία Καλλιόπη στεκόταν παράµερα. Πάντα µαυροντυµένη, ψηλή κι αδύνατη. Μέσα από τους φακούς της κοιτούσε µε ύφος επιτιµητικό τις αγκαλιές και τα φιλιά. Την τραβούσε από το χέρι. Ήταν όµως φορές που ερχόταν ο πατέρας. Στεκόταν πλάι στο χορό των γυναικών. Παλικάρι. Όµορφος, τόσο όµορφος! Τότε ένιωθε πως είναι η καλύτερη, η πιο δυνατή, η πιο πλούσια. Ο πατέρας της άξιζε όλες τις µανάδες του κόσµου. Ο πατέρας μιλούσε, αράδιαζε κουβέντες, τις φώναζε, σα να µην ήθελε ν’ ακούσει η Μάτα τη σιωπή του. Κέλυφος η σιωπή του. Ποιον ήθελε να προστατέψει; Την κόρη του ή τον ίδιο του τον εαυτό; Για ποιο λόγο να σωπαίνει; Και γιατί η Μάτα, που ήταν πάντα περίεργη, που όλα ήθελε να τα µαθαίνει, γιατί να συνεργεί στη σιωπή του; Μια ψευτιά της θείας για τη µάνα της κι ένα ανώνυµο τηλεφώνηµα την έφεραν αντιµέτωπη µε τη σιωπή του πατέρα. Τώρα µεγάλωσε και δε µπορεί να κάνει πίσω. ∆ε θέλει. Πρέπει να ξεδιαλύνει την αλήθεια. Πρέπει να µάθει την αλήθεια…» Τα Χέγια, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1990

«Κλείνω τα μάτια. Όλα τα χρώματα με πλημμυρίζουν. Είναι φωτεινά, καθάρια, λαμπερά σαν τις αναμνήσεις, σαν τα όνειρά μου, σαν τη ζωή μου… Κλείνω τα μάτια. Σαν ίσκιοι οι αναμνήσεις πλησιάζουν γοργά… Απρόσμενος τρελός χορός. Έιναι ο χορός της ζωής.» Ο χορός της ζωής, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1996

« Από τη στιγμή που σε είδα, στους Μαρτέν, με το πιάτο στο χέρι, σαν φρόνιμη και καλή μαθητριούλα, η Λυ Κατόν – φρστ… φρστ… -εξαφανίστηκε, τα μάτια μου έβλεπαν μόνο εσένα. Καρδιά μου, διώξε την από τις σκέψεις σου. Σ’ αγαπώ.» Νινέτ, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1993

Το έργο της είναι κυρίως βιωματικό και τα πρόσωπα οικεία του περιβάλλοντός της. Όλοι μαζί μεγάλοι και μικροί, γονείς, παιδιά και αδέρφια είναι όλοι τους εδώ και αγαπάνε τη μεγάλη Ζωή και τη Ζωρζ που έγινε και πάλι παιδί. Και να τώρα πια μπορείς να διακρίνεις καθαρά την κυρία Κλοκλό με την ωραία της γούνα, κάθεται δίπλα στη μικρή Ζωή και την αγαπάει με όλη τη δύναμη της καρδιάς της. Ο κύριος Σπύρος πλησιάζει μαζί με τον Σωκράτη και τρυπώνει στην τσέπη της μία πολύχρωμη καραμέλα. Έρχεται και η Νινέτ με ένα χαμόγελο πονηρό, γιατί έμαθε πως η νύχτα έρχεται στα ξαφνικά και η Μάτα με τον πατέρα της βρήκαν τον Οδυσσέα. Όλοι μαζί θα βρίσκονται σ’ένα ξέφρενο γαϊτανάκι, όταν ο ήλιος…