....................................... «Σε θέλω, σε ψάχνω, σε φωνάζω, σε βλέπω, σε νιώθω, σε ονειρεύομαι»
Χίλιες και μία νύχτες, το Χαλέπι, μια εκκλησία, δύο φοίνικες και η γεωγραφία μιας γυναίκας:

«Από που αρχίζει η γεωγραφία μιας γυναίκας; Αρχίζει από τα μαλλιά, απάντησε στον εαυτό του. Το ξέρεις ότι η γεωγραφία μιας γυναίκας αρχίζει από τα μαλλιά; της ψιθύρισε στο αυτί. Εκείνη είχε ξαπλώσει γερμένη στο ένα της πλευρό και του γύριζε την πλάτη. Κι ύστερα συνεχίζει με το σβέρκο και τους ώμους, είπε εκείνος, μέχρι εκεί που τελειώνει η σπονδυλική στήλη, αυτός είναι η είσοδος στη γεωγραφία μιας γυναίκας, γιατί εκεί, μετά τον κόκκυγα υπάρχει ένας μικρός θρόμβος λίπους ή ένας μικρός μυς σαν στήθος κότας, κι εκεί αρχίζει η πιο μυστική περιοχή, πριν όμως έχω ανάγκη να σου χαϊδέψω τα μαλλιά κι ύστερα να σου ξύσω σιγά σιγά το σβέρκο, έχω την αίσθηση ότι χωρίς το κορμί σου τα χέρια μου έχασαν την αφή τους, έγιναν άσχημα, στεγνά, γεμάτα πανάδες.»

«Γράμμα που κάποτε πρέπει να γραφτεί»
Πως θα ήταν ένα γράμμα που περικλείει την αγάπη, τον έρωτα, τη ζωή, πόσο καθησυχαστικές μπορούν να είναι οι λέξεις του, πόσο νέα μπορεί να μείνει η καρδιά που χτυπά όπως τότε, πόσο μπορεί να περιμένει ο χρόνος;

«…και για να με πάρει ο ύπνος σκέφτομαι ότι θα σου έγραφα πως δεν ήξερα ότι ο χρόνος δεν περιμένει, πραγματικά δεν το ήξερα, κανείς δεν σκέφτεται ποτέ ότι ο χρόνος αποτελείται από σταγόνες, και αρκεί μια περισσή σταγόνα για να χυθεί το υγρό στο χώμα και ν απλωθεί σαν κηλίδα και να χαθεί».

«Είναι αργά, όλο και πιο αργά»
«Μάζεψα τα πάντα από σένα: ψίχουλα, κομματάκια, σκόνη, ίχνη, υποθέσεις, προφορές που έμειναν στις φωνές αλλονών, κάποιους κόκκους άμμου, ένα κοχύλι, το παρελθόν σου έτσι όπως εγώ το φαντάστηκα, το υποτιθέμενο μέλλον μας, αυτά που θα ήθελα από σένα, αυτά που μου είχες υποσχεθεί, τα παιδικά μου όνειρα, τον έρωτα που σαν κορίτσι ένιωσα για τον πατέρα μου, ορισμένες γελοίες ρίμες των νεανικών μου χρόνων, μια παπαρούνα στην άκρη ενός σκονισμένου δρόμου…Τα γύρισα όλα αυτά τα νησιά, ψάχνοντάς σε. Κι αυτό είναι το τελευταίο, όπως εγώ είμαι η τελευταία. Μετά από μένα, τίποτα. Ποια θα μπορούσε να σε ψάξει ακόμα αν όχι εγώ;»

Στο τέλος του βιβλίου, ο μεγάλος Tabucchi, αναφερόμενος στο βιβλίο του και στις επιστολές που περιέχονται σε αυτό γράφει:

«Μερικές φορές μπορεί να μας συμβεί να γράψουμε στον εαυτό μας. Και δεν αναφέρομαι σε μυθοπλασίες, συχνά υπέροχες, που ήταν ικανοί να γράψουν κάποιοι συγγραφείς του παρελθόντος: αναφέρομαι σε αληθινές επιστολές, με γραμματόσημο και ταχυδρομική σφραγίδα. Μερικές φορές μπορεί να συμβεί επίσης να μας έχουν απαντήσει οι νεκροί, σε κάποια μορφή που μονάχα εκείνοι γνωρίζουν. Αυτό όμως που μας προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία, που μας κατατρώγει σαν πεισματάρικό σαράκι χωμένο σ’ ένα παλιό τραπέζι και που είναι αδύνατο να κάνουμε να σωπάσει παρά μόνο μ’ ένα δηλητήριο που θα δηλητηρίαζε κι εμάς, είναι η επιστολή που δεν γράψαμε ποτέ. «Εκείνη» η επιστολή. Εκείνη που όλοι μας σκεφτήκαμε να γράψουμε, κάποιες άγρυπνες νύχτες, και που αναβάλαμε πάντα για την επόμενη μέρα».

Πολλά τα αποσπάσματα που θα ήθελα να παραθέσω από το αριστουργηματικό «Είναι αργά, όλο και πιο αργά», πολλά και τα νοήματα σε κάθε ένα από αυτά. Ερωτικό, ανθρώπινο και ονειρικό, γραμμένο υπό μορφή επιστολών, η κάθε μία εκ των οποίων ξεδιπλώνει άφοβα τον κόσμο και τα συναισθήματα του αποστολέα της, χωρίς τετράγωνα, ορθές γωνίες και περιορισμούς. Δεκαεπτά επιστολές γραμμένες από αντρικό χέρι και μία επιστολή με γυναικεία φωνή, η οποία στο τέλος του βιβλίου, ψάχνοντας τον αγαπημένο της σε ένα ελληνικό νησί, αποτυπώνει με οδύνη τον έρωτά της γι’ αυτόν, προσφέροντας στον αναγνώστη μια σχεδόν βιωματική εμπειρία ανάγνωσης.

https://proustandkraken.com/