Τελείωνε ο Νοέμβρης όταν σε βρήκα. Ο ουρανός ήταν γαλάζιος και τα δέντρα καταπράσινα. Εγώ λαγοκοιμόμουν για ώρα, κουρασμένη απ’ το να σε περιμένω, πιστεύοντας πως δεν θα ερχόσουν ποτέ.

Σε όλους έλεγα: κοιτάχτε το στήθος μου-βλέπετε;- η καρδιά μου πάει να μαραθεί, πεθαμένη, άκαμπτη. Και σήμερα, λέω: δείτε το στήθος μου: η καρδιά μου είναι κόκκινη, γεμάτη χυμούς και θαύμα`

Ποιος είναι αυτός π’ αγαπώ; Ποτέ δεν θα το μάθετε. Με κοιτάτε στα μάτια για να το ανακαλύψετε και δεν βλέπετε τίποτα παραπάνω απ’ την λάμψη της έκστασης. Εγώ θα τον κλείσω μέσα μου για να μη φανταστείτε ποτέ ποιος είναι μες την καρδιά μου, και δικός μου θα γίνει, σιωπηλά, ώρα με την ώρα, μέρα με την μέρα, χρόνο με τον χρόνο. Τα άσματα μου σας δίνω, όμως δεν δίνω το όνομα του. Εκείνος μέσα μου ζει όπως ένας νεκρός στο μνημούρι του, δικός μου ολότελα, μακριά από την περιέργεια, την αδιαφορία και τον φθόνο.

Το πρωινό ετούτο, ενώ ξαπόσταινα, απ’ το σπίτι μου πέρασες. Με το βήμα αργό και την ανάσα σου πνίγοντας, μη τυχόν με ξυπνήσεις, γλιστρώντας πέρασες πολύ κοντά στο μπαλκόνι μου.

Αφημένη ήμουν στον ύπνο, όμως στα όνειρα μου σε είδα να περνάς σιωπηλός: κάτωχρος ήσουνα και θλιμμένα με θωρούσαν τα μάτια σου, όπως την τελευταία φορά που σε είδα.

Όταν ξύπνησα, λευκά νεφελώματα τρέχανε πίσω σου, να σε προφτάσουν

Εάν υπάρχετε, δικοί μου εχθροί, ορίστε εδώ η καρδιά μου παραδομένη.

Ελάτε, λαβώστε με.

Ταπεινή θα με βρείτε κι ευγνωμονούσα: θα σας φιλήσω τα δάχτυλα ∙ θα χαϊδέψω τα μάτια που με μίσος μ’ αντίκρισαν ∙ θα πω τις κουβέντες τις πιο γλυκές που ‘χετε ποτέ σας ακούσει.

Μέσα σε τούτο το Ανοιξιάτικο δείλι, εγώ θα πετούσα, ναι, εγώ θα πετούσα.

Εάν η καρδιά μου γεμάτη βάρη, πονεμένη, τεράστια, δεν είχε καταλάβει τα στήθη μου, τις κινήσεις μου δεν έκανε δύσκολες, το κορμί δεν έκανε αδέξιο και δεν με κρατούσε στη γη κολλημένη , εκεί όπου ζεις, ω, δικέ μου, εσύ!

Πάνω απ’ όλα τα πράγματα αγαπώ τη ψυχή σου. Μέσα απ’ της σάρκας το πέπλο τη βλέπω να λάμπει στα σκοτεινά: με τυλίγει, μ’ αλλάζει, να ξεχειλίσω με κάνει, μ’ αιχμαλωτίζει.

Και τότε μιλώ για να νιώσω την ύπαρξη μου, γιατί εάν δεν μιλούσα η γλώσσα μου θα ‘χε μουδιάσει, η καρδιά να χτυπά θα ‘χε πάψει, κι εξολοκλήρου εγώ δίχως λάμψη καμιά θα ‘χα στεγνώσει.

Κάθε φορά που σ’ αφήνω, συγκρατώ στα μάτια μου το φεγγοβόλημα του τελευταίου σου βλέμματος.

Και, τότε, τρέχω να κλειστώ μέσα, σβήνω τα φώτα, αποφεύγω τον κάθε θόρυβο για μην μπορεί τίποτα να κλέψει ούτε ένα ψήγμα απ’ την αιθέρια του βλέμματος σου ουσία, την ατέλειωτη ηδύτητα του, την αγνή συστολή του, την εκλεπτυσμένη σαγήνη του.

Όλη τη νύχτα, με των δαχτύλων τους ρόδινους κόμπους, χαϊδεύω τα μάτια που σ’ αντικρίσανε.

Χλωμάδα της όψης σου που ‘χει απολέσει όλο το αίμα της!

Χυμοί ανθών «μη με λησμόνει» να περνάνε μέσα από τις ίνες του δέρματος!

Όταν ακούμπησα, επάνω σ’ αυτήν την αγνότητα, το νεκρό τριαντάφυλλο του στόματος μου, ήμουν πιο ελαφριά απ’ του ίσκιου τον ίσκιο….

Βαθιά σ’ αγαπώ και να σε φιλήσω δεν θέλω.

Μου αρκεί από κοντά να σε βλέπω, ν’ ακολουθώ τις καμπύλες που διαγράφουν τα χέρια σου στην κίνηση τους , στα διάφανα μάτια σου ν’ αποκοιμιέμαι, τη φωνή σου ν’ ακούω, να σε κοιτώ να βαδίζεις, να συλλέγω τα λόγια σου.

Τα πρώτα ερωτόλογα σου όταν είχα δεχτεί υπήρχε στο δώμα μου λάμψη περίσσεια.

Έσπευσα τις πόρτες να κλείσω.

Εγώ ήμουν οσία, οσία. Κανένας, τίποτα, ούτε το φως, να μ’ αγγίξει δεν έπρεπε.

από Σπύρος Αραβανής

Alfonsina Storni (Aργεντινή,1892-1938), Δέκα Ερωτικά Ποιήματα (μετάφραση: Στέργιος Ντέρτσας)

http://www.poiein.gr/2019/11/18/alfonsina-storni-a%cf%81%ce%b3%ce%b5%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%ae1892-1938-%ce%b4%ce%ad%ce%ba%ce%b1-%ce%b5%cf%81%cf%89%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%ae%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1/?fbclid=IwAR17PTPKM90w62s7r2lG5Ghfkf8vxKP_IYDKc0Yai43Rz54CZKVczDIA_-k